www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ή έκκοσμίκευση στη θεολογία


Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
 Ό όρος έκκοσμίκευση χρησιμοποιείται ιδιαιτέρως τόν τελευταίο καιρό πολύ συχνά, αλλά ό κάθε ένας χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν γιά νά κατηγορήση κάποια θεολογική έκφραση πού χρησιμοποιείται από κάποιον άλλο με τόν όποιο διαφωνεί. Στήν ουσία χρησιμοποιεί τόν όρον αυτόν γιά νά έξάρη τή δική του θεολογία, την όποια, συνήθως, θεωρεί ώς αυθεντική.
Βεβαίως, ό όρος έκκοσμίκευση γιά τή θεολογία χρησιμοποιείται γιά νά χαρακτηριση τή δυτική θεολογία (σχολαστική καί προτεσταντική), ή οποία αποδεσμεύτηκε από τή νηπτική-ήσυχαστική παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα νά ταυτισθή είτε μέ τό στοχασμό-λογοκρατία εϊτε μέ τόν ήθικισμό-ήθικοκρατία.
Αυτό, κατ' επέκταση, σημαίνει ότι, όταν μερικοί Όρθόδοξοι θεολόγοι προσπαθούν νά θεολογούν μέ τις προϋποθέσεις καί τά δεδομένα της δυτικής θεολογίας, καί στήν πραγματικότητα άποδεσμεύωνται από τήν ήσυχαστική παράδοση, πού είναι ό ορθόδοξος τρόπος του θεολογεϊν, τότε ζουν την έκκοσμίκευση σε όλο τό βάθος της. Επομένως, οί θεολόγοι με δυτικές επιρροές καί επιδράσεις εκφράζουν την έκκοσμικευμένη θεολογία.
Επανειλημμένως, έχω υπογραμμίσει ότι ή θεολογία τής Εκκλησίας -όπως την εξέφρασαν όλοι σχεδόν οί θεούμενοι άγιοι Πατέρες (ιδιαιτέρως εδώ έχω ύπ' όψη μου τόν άγιο Διονύσιο τόν Αρεοπαγίτη, τόν άγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο, τόν άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τόν άγιο Μάξιμο τόν Όμολογητή, τόν άγιο Συμεών τό Νέο Θεολόγο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, τόν άγιο Μάρκο τόν Ευγενικό, τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη, μέχρι τους ήσυχαστές Πατέρες τής εποχής μας), πού είναι οί απλανείς διδάσκαλοι τής Εκκλησίας- κάνει λόγο γιά τις βαθμίδες τής πνευματικής ζωής πού είναι ή κάθαρση, ό φωτισμός καί ή θέωση. Γι' αυτό τό λόγο είχε δίκαιο ό αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, βαθύς γνώστης τής πατερικής θεολογίας, πού επέμενε πολύ στον τονισμό τών βαθμίδων τής πνευματικής τελειότητος, οί όποιες στην πραγματικότητα είναι ή προοδευτική μέθεξη τής Χάριτος τοϋ Θεοΰ, άλλοτε ως καθαρτική, άλλοτε ώς φωτιστική καί άλλοτε ώς θεοποιός.
Γιά νά δείξω τι είναι ή ορθόδοξη θεολογία, ποιος είναι ό Όρθόδοξος θεολόγος καί τελικά τι είναι ή έκκοσμίκευση τής θεολογίας, θά θίξω στη συνέχεια τά βασικά σημεία ενός σημαντικού καί πολύ καθοριστικού βιβλίου τόσο γιά την ορθόδοξη θεολογία, όσο καί γιά τό γενικότερο ήθος καί τη ζωή τής Εκκλησίας. Πρόκειται γιά τό βιβλίο τοΰ αγίου Γρηγορίου Νύσσης πού επιγράφεται «Είς τόν βίον Μωυσέως». Σέ μιά εποχή στην οποία επικρατεί μεγάλη θεολογική σύγχυση, βιβλία σάν και αυτό είναι καθοριστικά και πολύτιμα, γιατί νοηματοδοτοΰν τήν ύπαρξη μας και προσανατολίζουν τήν εκκλησιαστική μας πορεία.
               
Ό τέλειος βίος
Κάποιος νέος, ονομαζόμενος Καισάριος, διατύπωσε στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης τό αίτημα νά τοΰ έκθεση τις απόψεις του γιά τήν τελειότητα και τόν τέλειο βίο. Ό άγιος Γρηγόριος, αναφερόμενος στό χωρίο τοΰ Αποστόλου Παύλου «αδελφοί, εγώ έμαυτόν οΰπω λογίζομαι κατειληφέναι εν δε, τά μεν οπίσω έπιλανθανόμενος τοίς δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκω επί τό βραβεΐον της άνω κλήσεως τοΰ Θεού εν Χριστώ Ίησοΰ. όσοι ούν τέλειοι, τούτο φρονώμεν». (Φιλ. 3, 13-15), αναλύει τι θά πή τελειότης και τέλειος βίος.
Κάθε ανθρώπινο πράγμα έχει τά όριά του και βεβαίως υπάρχει ένα μέτρο πού καθορίζει αυτά τά όρια, δηλαδή, καθένας πού έχει έναν πήχυ ή χρησιμοποιεί τή δεκάδα τοΰ αριθμού, γνωρίζει από πού νά άρχίση και ποΰ νά τελείωση. Επίσης, κάθε αγαθό δέν έχει τό όριο μέσα στή φύση του, αλλά τό όριο ορίζεται μέ τήν παράθεση τοΰ αντιθέτου. Αυτό σημαίνει ότι τό όριο της ζωής είναι ό θάνατος, τό όριο τού φωτός είναι τό σκοτάδι. Επομένως, τό τέλος της ζωής είναι ή αρχή τού θανάτου. "Ομως, τό ϊδιο δέ συμβαίνει στην αρετή. Τό όριο της αρετής πρέπει νά είναι ή κακία. Άπό τή φύση της ή αρετή δέν έχει όριο, γιατί τό όριο, τό τέλος της αρετής, είναι ή αρχή της κακίας.
Τό τέλειο αγαθό είναι ό Θεός, αλλά βέβαια μέσα στό Θεό δέν υπάρχει τέλος, όριο. Εκείνος πού μετέρχεται τοϋ αγαθού, μετέχει στην πραγματικότητα τοΰ Θεού. Επομένως, δέν υπάρχει τέλος της αρετής. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει σαφώς: «της δε αρετής είς όρος έστι τό αόριστον». Καί αλλού: «επί δε τής αρετής έναν παρά τοϋ αποστόλου τελειότητος όρον έμάθομεν, τό μή εχειν αυτήν όρον». Καί αυτό γιατί ή αρετή δέν έχει κάποιο κτιστό μέτρο σύγκρισης, αφού τό τέλειο, τό αγαθό καί ή αρετή είναι ό Θεός πού είναι άπεριόριστο-άπειρο, καθώς επίσης γιατί ή αρετή, όπως καί κάθε αγαθό από τή φύση του δέν έχει κάποιο τέλος. Επομένως, τό περιορισμένο σέ κάποια όρια δέν είναι αρετή. Εκείνος πού μετέχει τής αρετής μετέχει τοΰ Θεού, άφοΰ Αυτός είναι ή τέλεια αρετή. Καί επειδή ή θεία φύση δέν έχει όριο καί πέρας, γι' αυτό καί τό περιορισμένο σέ όρια δέν είναι αρετή, πράγμα τό όποιο σημαίνει ότι ή αρετή είναι μιά διαρκής πορεία, μιά διαρκής εξέλιξη.
Αλήθεια καί ψεΰδος
Σέ κάποιο σημείο τοΰ κειμένου του ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος στή θεοφάνεια πού είχε ό Μωυσής στή βάτο, κάνει λόγο γιά τήν αλήθεια καί τό ψεύδος. Αυτό είναι σημαντικό καί θίγεται εδώ, γιατί θά μας βοηθήση νά δούμε στή συνέχεια τί είναι ή ορθόδοξη θεολογία καί πώς ξεχωρίζεται από τήν πλάνη.
Ή αλήθεια δέν είναι κάτι τό αφηρημένο καί ανυπόστατο, δέν έχει σχέση μέ τό μή όν καί μάλιστα μέ τή φανταστική ιδέα περί τού μή όντος, αλλά είναι ή γνώση καί επίγνωση τοΰ υπαρκτού. «Ή γάρ τοΰ όντος έπίγνωσις της περί τό μη όν ύπολήψεως καθάρσιον γίγνεται». "Οταν βλέπη κανείς κάτι υπαρκτό, αμέσως αντιλαμβάνεται εκ πείρας τό ψεΰδος τοϋ φανταστικού, πού στην πραγματικότητα είναι τό μή όν, πού και αυτό τό λεγόμενο μή όν δεν είναι υπαρκτό, αλλά αντικείμενο της φαντασίας.
Όρίζοντας ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης τήν αλήθεια λέγει ότι ή αλήθεια είναι «τό μή διαψευσθήναι της τοΰ όντος κατανοήσεως», καθώς επίσης «αλήθεια δέ ή τοΰ όντως όντος ασφαλής κατανόησις». Αντίθετα, τό ψεΰδος είναι μιά φαντασία τοΰ μή όντος πού δημιουργείται στό νοϋ τοΰ άνθρώπου. «Ψεΰδος γάρ έστι φαντασία τις περί τό μή όν έγγινομένη τή διάνοια ώς ύφεστώτος τοΰ μή υπάρχοντος».
Αυτός ό ορισμός της αλήθειας και τοΰ ψεύδους είναι σημαντικότατος, γιατί δείχνει ακριβώς και τι είναι ή ορθόδοξη θεολογία, πού συνδέεται μέ τήν αλήθεια. Αλήθεια είναι τό όν, τό υπάρχον, ό Θεός, πού φανερώνεται στους κεκαθαρμένους κατά τήν καρδία, ενώ τό ψεΰδος είναι τό μή όν, είναι τό ανυπόστατο, τό φαντασιώδες. "Οταν κανείς πλάση τό όν, τό Θεό μέ τή φαντασία του, δηλαδή όταν κανείς στοχάζεται γιά τό Θεό, χρησιμοποιώντας λογικές προτάσεις, αναμεμειγμένες μέ τό φαντασιώδες της πεπτωκυΐας φύσεως του, τότε ζή μέσα σ’ ένα υπαρξιακό ψεΰδος. Γι' αυτόν ακριβώς τό λόγο και οί Πατέρες της Εκκλησίας θεωροΰν ότι οι αιρετικοί πού θεολογούν μέ τή φαντασία και τό στοχασμό βρίσκονται μέσα στό υπαρξιακό ψεΰδος.
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, χρησιμοποιώντας τό παράδειγμα τοΰ κατόπτρου-καθρέπτη, λέγει ότι, όταν κανείς άποφύγη τήν κακία καί απαλλάσσεται από τά δολώματα τοΰ κακοΰ καί βάζη στην ψυχή του ένα κάτοπτρο, τότε στό καθαρό κάτοπτρο της "ψυχής του αποκαλύπτονται από τό Θεό οι εικόνες καί τά αποτυπώματα της αρετής. "Ετσι, αντιλαμβανόμαστε ότι ή θεολογία είναι αποκάλυψη τοΰ "Ιδιου τοΰ Θεοΰ στην καθαρή καρδιά τοϋ ανθρώπου. "Ο,τι έχει σχέση με τό φανταστικό καί τή λογική καί είναι άποκεκομμένο από τήν ορθόδοξη ασκητική μέθοδο, διά της οποίας καθαρίζει τό κάτοπτρο της καρδίας, είναι ψευδές καί ανυπόστατο, οπότε ό στοχαζόμενος βρίσκεται μέσα στά πλαίσια της ειδωλολατρίας, δέ θεολογεί γιά τόν "Οντα, αλλά γιά κάποιο ανύπαρκτο όν πού είναι προϊόν της φαντασίας καί τοΰ στοχασμού.
Ό Μωυσής μέγας Θεολόγος
Γιά νά παρουσίαση ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης τόν τύπο της τελειότητος χρησιμοποιεί τό πρόσωπο καί τό παράδειγμα τοϋ Μωυσή. Πρόκειται γιά τόν ηγέτη τοΰ ισραηλιτικού λαού πού απελευθέρωσε τόν Ισραήλ από τή γη της δουλείας καί τόν οδήγησε στή γη της ελευθερίας. Οί παρατηρήσεις τοΰ αγίου Γρηγορίου Νύσσης είναι πολλές καί σημαντικές, αλλά εδώ θά περιορισθώ στις πιό βασικές.
Στήν αρχή τοΰ κειμένου του κάνει μιά συνοπτική έκθεση της ζωής τοΰ Μωυσέως από τή γέννηση του μέχρι τό θάνατο του καί στή συνέχεια καταγράφει τις θεολογικές του παρατηρήσεις, πού έχουν σχέση με τή θεολογία καί τήν κοινωνία μέ τό Θεό. Θά επικεντρώσω τήν προσοχή μου σέ πέντε σημεία, τά όποια έχουν σχέση μέ τήν αυθεντική θεολογία καί τήν έκκοσμίκευσή της.
Κοσμική παιδεία καί φιλοσοφία
        Είναι γνωστόν άπό τήν Παλαιά Διαθήκη ότι ό Μωυσής μεγάλωσε μέσα στά ανάκτορα τοϋ Φαραώ, υιοθετήθηκε άπό τήν κόρη τοΰ Φαραώ καί έλαβε κοσμική μόρφωση, τήν οποία όμως εγκατέλειψε γιά νά όδηγήση τόν ισραηλιτικό λαό στή γη της επαγγελίας. Αυτήν τήν ιστορία τοΰ Μωυσή προσαρμόζει στην εν Χριστώ ζωή ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης καί κυρίως τή μεταφέρει στον τρόπο της ορθοδόξου θεολογίας.
Κατά τήν Άγια Γραφή, ό Μωυσής, ένώ ήταν υιοθετημένος άπό τή θυγατέρα τοΰ Φαραώ, εν τούτοις αρνήθηκε νά θηλάζη άπό αλλόφυλη γυναίκα καί, κατά τήν πρόνοια τοΰ Θεοΰ, ανατράφηκε μέ τό γάλα της φυσικής του μητέρας. Συγχρόνως, ένώ ανατράφηκε μέ τήν έξωθεν παιδεία πού όλοι θά ζήλευαν, εν τούτοις εγκατέλειψε εκείνη τήν ψεύτικη μητέρα του καί επέστρεψε στή φυσική του μητέρα καί στους ομόφυλούς του.
Στό πρόσωπο της θυγατρός τοΰ Φαραώ, ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης βλέπει τήν έξωθεν φιλοσοφία, ή όποια προσπαθεί νά υιοθέτηση τόν νέο καί νά γίνη μητέρα του. "Ομως, αυτή ή μητέρα εξ υιοθεσίας είναι «άγονος τε καί στείρα». Ή έξωθεν παίδευση είναι άγονη «αεί ώδίνουσα καί μηδέποτε ζωογονούσα τω τόκω». Δέν υπάρχει κανένας καρπός των πολυχρόνιων οδυνών καί, βεβαίως, εκείνοι πού μορφώνονται μέ τήν παιδεία αυτήν, αποβάλλονται πριν φθάσουν στό φώς της θεογνωσίας. Καί μάλιστα, όπως γράφει, εκείνος πού θά άνεβή στό ΰψος της θεογνωσίας καί θά δη τό Θεό, όπως έγινε μέ τό Μωυσή, θά άρνηθή νά ονομάζεται παιδί της κατά τή φύση αγόνου παιδείας.
Ό Μωυσής, όσο ζοΰσε στά ανάκτορα, τρεφόταν άπό τό γάλα της φυσικής του μητέρας. Αυτό σημαίνει ότι όσοι κατά τόν καιρό της παιδεύσεώς μας, λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, διδασκόμαστε τους έξωθεν λόγους, δηλαδή τήν φιλοσοφία καί τήν εν γένει παιδεία δεν πρέπει νά αποχωριζόμαστε «τοΰ ύποτρέφοντος ημάς της Εκκλησίας γάλακτος». Άλλα καί κατά τόν καιρό πού ασχολούμαστε με τήν έξωθεν σοφία θά πρέπη νά ελέγχουμε τους διδασκάλους, γιά νά μη κάνουμε πονηρά χρήση της παιδεύσεώς. "Ο,τι πληροφορείται κανείς άπό τήν έξωθεν σοφία καί φιλοσοφία θά πρέπη νά τό περιτέμνη. Ή ηθική καί ή φυσική φιλοσοφία θά μπορούσε νά γίνη σύζυγος, φίλος καί μέτοχος τοΰ υψηλότερου βίου, άν βεβαίως τά γεννήματα της δέν είχαν κάποιο μίασμα τοϋ αλλοφύλου. Έάν δέ άφαιρεθή κάθε επιβλαβές καί ακάθαρτο, τότε ό άγγελος πού τους συναντά φέρνει τό φόβο τοϋ θανάτου. Καί σημειώνει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης ότι στά μαθήματα της φιλόσοφης γέννησης υπάρχει κάτι «σαρκώδες τε καί άκρόβυστον, ού περιαιρεθέντος της ισραηλιτικής ευγενείας εστί τό λειπόμενον».
Με αυτές τις σωστές προϋποθέσεις μπορεί κανείς νά μορφωθή καί έτσι μπορεί ή έξωθεν παίδευση νά βοηθήση στή διατύπωση της αλήθειας πού προέρχεται έξ άποκαλύψεως. Δηλαδή, ή κοσμική αυτή σοφία δέ βοηθά τόν άνθρωπο νά βρή τό Θεό, αλλά ή όραση τοΰ Θεοΰ, πού είναι ή πραγματική θεολογία, μπορεί νά διατυπωθή με τή χρησιμοποίηση της κοσμικής σοφίας. Γράφει ότι τήν ηθική, τη φυσική, τή γεωμετρία, τήν αστρονομία καί τή λογική πραγματεία πού σπουδάζει κανείς έξω άπό τήν Εκκλησία θά πρέπη νά τά αφιέρωση στό Θεό καί νά τά χρησιμοποίηση, όπως έκανε καί ό Μ. Βασίλειος, γιά νά κατασκευάση την αληθινή σκηνή της Εκκλησίας.
Άπό όσα λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης φαίνεται ότι ή ορθόδοξη θεολογία διακρίνεται σαφώς άπό τήν κοσμική παίδευση, άφοϋ ή πρώτη είναι αποκάλυψη, όπως θά τό δοΰμε καί πιό κάτω, ενώ ή φιλοσοφία καί ή έξωθεν παιδεία είναι άγονη καί στείρα. Επίσης φαίνεται ότι γίνεται μιά διάκριση μεταξύ της φιλοσοφίας καί της άλλης παιδεύσεως, όπως τών μαθηματικών, της φυσικής, της αστρονομίας. Ό άνθρωπος μπορεί νά χρησιμοποίηση τήν κοσμική παιδεία ως ενα βαθμό, άφοϋ τήν καθαρίση άπό διάφορα περιττώματα καί κυρίως μπορεί νά τή χρησιμοποίηση στή διατύπωση τών άποκαλυφθεισών αληθειών. Καί αυτά είναι σημαντικά, γιατί λέγονται άπό τόν άγιο Γρηγόριο Νύσσης, πού είχε μιά λιπαρά γνώση της κοσμικής σοφίας καί της φιλοσοφίας της εποχής του. Έπομένοις, ή επί ΐσοις όροις ανάμειξη της φιλοσοφίας καί της θεολογίας δημιουργεί τεράστια προβλήματα, αλλά συνιστά καί έκπτωση άπό τήν Όρθοδοξία καί τήν αλήθεια.
Τό μυστήριο της θεοφανείας στή βάτο
Άπό τήν Παλαιά Διαθήκη γνωρίζουμε ότι ευρισκόμενος ό Μωυσής στό όρος Χωρήβ είδε ένα παράδοξο θέαμα, τό μυστήριο της φλεγόμενης καί μή κατακαιομένης βάτου. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, περιγράφοντας καί αναλύοντας αυτό τό γεγονός, λέγει ότι είδε αυτό τό μυστήριο ζώντας μιά ήσυχαστική ζωή στό όρος, καί μέ αυτό δείχνει τί ακριβώς προηγείται της θεοφανείας καί ποιες είναι οι προυποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας. Γράφει: «Τω δε ήν όρειός τε και ιδιάζουσα ή ζωή, πάσης αγοραίου τύρβης άπηλλαγμένη, έν τη των προβάτων επιμέλεια κατά την έρημον ίδιάζοντι». Ζοΰσε πολύ καιρό μέ αυτόν τόν τρόπο ζωής. Και κάποια μέρα συνέβη στό Μωυσή μιά φοβερά θεοφάνεια. Μέσα από τή βάτο έβγαινε ένα φώς, τό όποιο ήταν λαμπρότερο από τό φώς τοϋ ηλίου, δεδομένου ότι αυτή ή θεοφάνεια έγινε κατά τή διάρκεια της μεσημβρίας: «φοβεράν γενέσθαι θεοφάνειαν, έν σταθερά μεσημβρία φωτός ετέρου υπέρ τό ήλιακόν φώς τάς όψεις περιαστράψαντος». Έδώ, σαφώς, εννοείται ή ύπαρξη δύο φώτων, τοΰ κτιστού φωτός του ηλίου καί τοϋ άκτίστου Φωτός τοϋ Θεού, και βέβαια υφίσταται τεράστια διαφορά μεταξύ τών δύο αυτών φώτων. Ή εμπειρία αυτή ήταν υπαρξιακή καί συμμετείχαν σέ αυτήν όχι μόνον ή όραση, αλλά καί ή ακοή, διότι από τή βάτο βγήκε μιά φωνή. "Ετσι, ή χάρη τοϋ Φωτός εκείνου μοιράσθηκε καί στις δύο αισθήσεις, ήτοι «τάς μεν όψεις ταϊς τών άκτίνων μαρμαρυγαϊς περιηύγαζε, την δε άκοήν τοις άκηράτοις δόγμασιν έφωταγώγει». Βλέπει κανείς κατά τή θεοφάνεια τό άκτιστο Φώς, αλλά συγχρόνως μυείται καί στά δόγματα τής Θεολογίας.
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναλύοντας διεξοδικά τό μυστήριο τής θεοφάνειας τής βάτου, παρουσιάζει στην πραγματικότητα άφ' ενός μέν τόν τρόπο μέ τόν όποιο καθίσταται κανείς θεολόγος, άφ' ετέρου δέ τό ότι μόνον οι θεολόγοι μέ αυτήν τήν θεοπτική έννοια είναι οι πραγματικοί ποιμένες καί ηγέτες τοϋ λαού τοϋ Θεοΰ, ό όποιος οδηγείται προς τή σωτηρία.
Κατ' αρχάς τονίζει ότι ό «Θεός μεν ή αλήθεια, ή δέ αλήθεια φως έστι». Με αυτήν τήν έννοια ή αλήθεια διακρίνεται άπό τό ψεύδος, γιατί ό,τι δεν είναι άκτιστο Φως βρίσκεται μέσα στην πλάνη.
"Επειτα, ή φωνή ή οποία βγήκε μέσα άπό τό θάμνο, πού ήταν μιά αποκαλυπτική φωνή και τοϋ συνιστούσε νά βγάλη τά σανδάλια των ποδών του γιά νά πλησίαση, δείχνει ότι γιά νά πλησίαση κανείς τό Φώς πρέπει νά αποβληθούν άπό τά πόδια της ψυχής οι δερμάτινοι χιτώνες πού φόρεσε ό Αδάμ μετά τήν παρακοή, γιατί «ουκ έστι δεδεμένοις ποσίν άναδραμεΐν προς τό ΰψος έκεϊνο εν ώ τό φώς της αληθείας όράται», έάν δέν προηγηθή αυτή ή εργασία.
Γιά νά φθάση κανείς στό σημείο νά κατανόηση τό όν πού στή φύση του έχει τό είναι και νά τό διακρίνη άπό τό μή όν πού είναι προϊόν της φαντασίας και τοΰ οποίου ή φύση είναι ανυπόστατη, θά πρέπη νά περάση πολύ χρόνο στην ησυχία, δηλαδή «πολλώ τις τώ μεταξύ χρόνω ταϊς ύψηλαϊς δι' ησυχίας έμφιλοσοφήσας μελέταις».
Κατά τήν υπαρξιακή αυτήν εμπειρία, ό θεόπτης καταλαβαίνει ότι όσα βλέπουμε μέ τις αισθήσεις μας και όσα αντιλαμβανόμαστε με τή διάνοια μας δέν υπάρχουν στην πραγματικότητα, παρά μόνον, ή αιτία άπό τήν όποια εξαρτώνται όλα, δηλαδή ό Θεός. Κατά τή διάρκεια της θεοφάνειας, ό θεόπτης χάνει τήν επαφή του μέ τόν κόσμο, γιατί όρά τόν αόρατο Θεό και τό Φώς αυτό καταυγάζει τά πάντα. Και βέβαια αυτό πού λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης έ'χει μεγάλη σημασία, γιατί στην ορθόδοξη θεολογία δέ δεχόμαστε τή στοχαστική αναλογία, σύμφωνα μέ τήν οποία υπάρχει μια σχέση αναλογική μεταξύ τοϋ αισθητού κόσμου πού βλέπουμε καί τοΰ κόσμου των αρχέτυπων ιδεών, ότι δηλαδή ό κόσμος της πραγματικότητος καί των αίσθήσεων είναι αντιγραφή τοΰ κόσμου των ιδεών, όπως πίστευε ή κλασσική μεταφυσική. Επομένως, ή ορθόδοξη θεολογία δέν είναι μεταφυσική.
Μετά τήν υπαρξιακή εμπειρία τοϋ Θεού, άφοΰ προηγήθηκε ή κάθαρση τών αίσθήσεων καί ή αποβολή των δερμάτινων χιτώνων της φθοράς καί της θνητότητος καί ό,τι έχει σχέση μέ αυτά, δηλαδή ό κόσμος τών αίσθήσεων καί της φαντασίας, ό θεόπτης μπορεί νά θεολογήση καί νά καθοδήγηση άλλους προς τή σωτηρία. Ό άγιος Γρηγόριος ό Νύσσης λέγει ότι ό Μωυσής «δυναμωθείς τή όφθείση) θεοφανεία λυτρώσασθαι το όμόφυλον της δουλείας τών Αιγυπτίων προστάσσεται». Μόνον τότε γίνεται ικανός νά ελευθέρωση τόν ισραηλιτικό λαό. «Τότε τοιούτος γίνεται οίος καί έτέροις είς σωτηρίαν άρκέσαι καί καθελεϊν μέν τήν επικρατούσαν κακώς τυραννίδα, έξελέσθαι δε προς έλευθερίαν το τή πονηρά δουλεία κατακρατούμενον». Έφ' όσον τό έργο τού θεολόγου είναι νά έξαγάγη τόν άνθρωπο από τή δουλεία τών παθών καί της απάτης τών φαντασμάτων καί νά τόν όδηγήση στό φώς της αληθείας πού είναι ό Θεός, πρέπει καί ό ίδιος νά είναι γνώστης αυτού τοϋ έργου, νά εχη προσωπική γνώση τοϋ Θεοΰ καί βεβαίως νά δυναμωθή από τό φώς της Θεότητος. Ό Μωυσής ενδυναμωμένος μέ τή θεωρία τοϋ Φωτός, τή γνώση τοϋ προσωπικού Θεοϋ καί ενισχυμένος από τήν παρουσία τοϋ Ααρών προτείνει στό λαό λόγους γιά τήν ελευθερία. Διαφορετικά, άν δέν είχε προετοιμασθή μέ την αγωγή αυτήν, δε θά μπορούσε νά καθοδηγή τό λαό. «Τό μη δεϊν κατατολμάν της εν τώ λαώ φωνής τον μή δια της τοιαύτης αγωγής προς τήν των πολλών όμιλίαν τον λόγον παρασκευάσαντα». Καί όχι μόνον γίνεται οδηγός τοΰ λαοϋ ένας τέτοιος θεόπτης άγιος, αλλά όπως καί ό Μωυσής, άφοϋ δυναμωθή ή ψυχή του από τήν πολυχρόνια προσοχή τοΰ ορθού καί υψηλού βίου καί τήν άνωθεν φωταγωγία, τότε «ζημίαν ηγείται τό μή και τοις όμογενέσι προς τον ελεύθερον καθηγήσασθαι βίον».
Βεβαίως, ή καθοδήγηση τοΰ λαοΰ τοϋ Θεού από τά πάθη στή γη της ελευθερίας δεν είναι εύκολη υπόθεση, όπως τό βλέπουμε στην περίπτωση τοΰ Μωυσέως, αλλά απαιτεί μεγάλη δύναμη, πολλή προσοχή καί τεράστια υπομονή. Ό διάβολος, ό κάθε Φαραώ, δέν επιθυμεί νά βλέπη τους δούλους του νά ζητούν τήν ελευθερία τους καί γι' αυτό οργίζεται εναντίον τους, δέν επιθυμεί νά βλέπη τόν κάθε υποτακτικό του νά ύψώνη τό βλέμμα του στον ουρανό, αλλά επιθυμεί «τό είς γήν κύπτειν καί τόν πηλόν πλινθεύειν». Ακριβώς γι' αυτόν τό λόγο «παροξύνεται ό πολέμιος καί επιτείνει τήν άλγηδό-να». Ό διάβολος δέ δημιουργεί προβλήματα στους ανθρώπους πού θέλουν νά παραμένουν σέ χαμηλά πνευματικά επίπεδα καί νά διακατέχονται από τόν εκκοσμικευμένο λόγο, αλλά χαίρεται γιά τήν κατάσταση αυτή.
Τό μυστήριο της θεοφάνειας στή βάτο δείχνει καθαρά ότι ή ορθόδοξη θεολογία είναι θεοπτία καί δι' αυτής φτάνει κανείς στή γνώση τοΰ όντος, ότι της θεωρίας προηγείται ή κάθαρση τής καρδιάς καί ή αποβολή των δερμάτινων χιτώνων μέ την ήσυχαστική αγωγή, καί ότι καρπός καί άποτέλεσμα της εμπειρίας είναι ή ενδυνάμωση τοϋ προφήτου γιά νά καθοδήγηση στή συνέχεια άπλανώς προς την οδό της θεώσεως εκείνους πού τό επιθυμούν. Καί μάλιστα, ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, λαμβάνοντας αφορμή από τό βίο τοϋ Μωυσέως, συμβουλεύει: «μη έπιτολμάν εν διδασκαλία τη συμβουλή των άκουόντων, ει μή δια τοιαύτης καί τοσαύτης επιμελείας ή περί τούτου κατορθωθείη σοι δύναμις».
Ή εν θεωρία προσευχή με τήν ίερωσύνη
        Ή καθοδήγηση τοϋ λαού είναι μιά πολύ δύσκολη καί υπεύθυνη αποστολή. Δεν πρόκειται γιά μιά καθοδήγηση γιά αισθητά πράγματα καί γιά επίγειες απολαύσεις, αλλά γιά βίωση τοϋ μυστηρίου τοΰ Σταυροϋ καί της Αναστάσεως, γιά έξοδο άπό τη φιλαυτία καί τήν άνοδο τοϋ ανθρώπου στην αληθινή θεολογία καί θεοπτία.
Ό λαός έχει ανάγκη της προσευχής τοϋ Μωυσή γιά νά πολεμήση τους εχθρούς του με τους όποιους συμπλέκεται. "Οταν ό Μωυσής είχε υψωμένα τά χέρια του στον ουρανό νικοΰσε ό λαός,  όταν όμως τά κατέβαζε τότε ήττάτο. Μέ τή δύναμη τού Ααρών καί τοϋ Ωρ κρατούσε τά χέρια υψωμένα μέχρι τό τέλος της νίκης.
Αυτό τό γεγονός ό άγιος Γρηγόριος ό Νύσσης τό ερμηνεύει μέ τόν ακόλουθο τρόπο. Ή ανύψωση των χεριών τοϋ Μωυσή σημαίνει, «τήν δια τών υψηλότερων νοημάτων θεωρίαν». Ή διαπαιδαγώγηση γίνεται όχι μόνον μετά τή θεωρία τοϋ Θεού, αλλά μέ τή θεωρία τοϋ Θεοϋ. Γιά τό έργο αυτό απαιτείται νοερά-καρδιακή προσευχή, γιατί είναι υψηλότατο καί επικίνδυνο. Ή πτώση τών χεριών σημαίνει «τό είς την γήν έπικλίνειν την ταπεινήν τε καί χαμαίζηλον κατά το γράμμα τοϋ νόμου έξήγησίν τε καί παρατήρησιν». Έδώ φαίνεται ή βοήθεια τοΰ νόμου, καί της εν θεωρία προσευχής. Ή δεύτερη είναι άσυγκρίτως ανώτερη από τήν πρώτη. Καί βέβαια αυτές οι δύο ενέργειες τοΰ Μωυσέως αναφέρονται σέ δύο διαφορετικές καταστάσεις ζωής, πολιτείας καί πνευματικής ηλικίας. Ή έν θεωρία προσευχή συνδέεται καί μέ τήν ίερωσύνη. "Οπως ό Ααρών κρατούσε ψηλά τά χέρια τοΰ Μωυσή, έτσι συμβαίνει καί μέ τήν πνευματική καθοδήγηση των Χριστιανών. «Ή αληθής ίερωσύνη διά τοΰ συνημμένου αύτη λόγου Θεού» σηκώνει ψηλά αυτούς πού είναι χαμηλά στό επίπεδο τοΰ νόμου.
Επεκτείνοντας τό θέμα μπορούμε έδώ νά εντοπίσουμε τήν αξία τοΰ πραγματικού θεολόγου πού είναι ό Μωυσής καί μόνον αυτός χειραγωγεί τό λαό προς τή σωτηρία, χρησιμοποιώντας τό νόμο, τήν έν θεωρία προσευχή καί τήν ίερωσύνη, διά της όποιας επιτελούνται τά άγια Μυστήρια. Ό νόμος είναι είσαγωγικός καί απαραίτητος, όμως δέν μπορεί νά άπαλλάξη τόν άνθρωπο από τή συμπλοκή μέ τους εχθρούς του. Ή νοερά προσευχή μέ τή χάρη της ίερωσύνης ελευθερώνει τους ανθρώπους από τή δουλεία της αμαρτίας καί τους οδηγεί στην ελευθερία της δόξης τών τέκνων τοΰ Θεοΰ.
Ή είσοδος τοϋ Μωυσή στό γνόφο
          Μετά τήν έξοδο τοΰ ισραηλιτικού λαού από τή γη της Αιγύπτου έπρεπε νά δοθή ό νόμος από τόν "Ιδιο τό Θεό, ώστε νά άρχίση ή χειραγώγηση του στην πνευματική ζωή, λόγω της συγχύσεως πού επικρατούσε, επειδή είχαν συναναστραφή γιά μεγάλο χρονικό διάστημα με τους αλλογενείς καί αλλόθρησκους. Ό νόμος έπρεπε νά γίνη «παιδαγωγός είς Χριστόν» έως ότου φθάσουν στή γή τής ελευθερίας. Ό Μωυσής καλείται νά άνέλθη στό όρος Σινά γιά νά παραλαβή τίς εντολές τοϋ Θεοϋ. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ερμηνεύοντας αυτό τό γεγονός παρουσιάζει καί πάλι τό Μωυσή ώς πρότυπο τοϋ τέλειου βίου, αλλά δείχνει συγχρόνως καί τόν τύπο τοϋ πραγματικοΰ θεολόγου.
Ό Μωυσής εξήγαγε τό λαό άπό τήν Αίγυπτο, τόν πέρασε διά μέσου τής Ερυθράς Θαλάσσης, στην οποία νεκρώθηκαν οι άλλόφυλλοι, καί οδηγήθηκε στό όρος Σινά. Αυτό δείχνει τόν άνθρωπο εκείνο πού αποχωρίζεται τόν αλλόφυλο, γεύεται τό νερό τής Μερρά πού ήταν πικρό καί έγινε γλυκύ, δηλαδή γεύεται τή ζωή πού είναι χωρισμένη άπό τίς ηδονές, απολαμβάνει τίς καλλονές των ευαγγελικών φοινίκων, πίνει τό νερό άπό τήν πέτρα καί λαμβάνει τόν ουράνιο άρτο, νικά τους αλλοφύλους μέ τή δύναμη τής προσευχής πού γίνεται μέ τό άπλωμα τών χεριών τοΰ Μωυσή, πού προτυπώνει τό μυστήριο τοϋ Σταυροϋ. "Υστερα άπό όλα αυτά «προσάγεται τή τής υπερκείμενης φύσεως θεωρία». Προηγοΰνται όλα τά απαραίτητα καί στή συνέχεια είναι έτοιμος γιά τή θεωρία τοΰ "Οντος.
Γιά νά άκολουθήση ή θεωρία τοΰ Θεοΰ πρέπει νά προη-γηθή απαραιτήτως ή κάθαρση τής καρδιάς καί νά έπιτύχη ό άνθρωπος τήν καθαρότητα. «Όδός δε αύτώ προς τήν τοιαύτην γνώσιν ή καθαρότης γίγνεται». Κάνοντας λόγο γιά καθαρότητα ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης δεν εννοεί τήν καθαρότητα μόνον τοΰ σώματος πού γίνεται μέ κάποιους ραντισμούς, αλλά την καθαρότητα των ενδυμάτων, ώστε ό άνθρωπος νά είναι καθαρός και κατά την ψυχή και κατά τό σώμα. Ή ακαθαρσία τών ενδυμάτων είναι εμπόδιο γιά κάποιον νά φθάση στή θεωρία τοϋ Θεού καί νά απόκτηση τή γνώοη Του. Με τά ενδύματα, τά όποια πρέπει νά καθαρισθούν, εννοείται ή ευσχήμων περιβολή τοΰ βίου. Πρέπει δηλαδή ό άνθρωπος νά απαλλαγή άπό κάθε πράγμα πού τόν συνδέει μέ αυτόν τό βίο.
Πέρα άπό τήν κάθαρση τών ενδυμάτων πρέπει νά άπομα-κρυνθή άπό τό όρος της θεωρίας καί ή αγέλη τών άλογων ζώων, γιατί μόνον τότε ό άνθρωπος μπορεί νά προχώρηση στην ανάβαση «τών υψηλών νοημάτων». Μέ τή λέξη νοήματα εδώ εννοούνται τά πνευματικά νοήματα, πού είναι καρποί της άποκαλύψεως, είναι τά άρρητα ρήματα καί όχι τά νοήματα ποΰ συνδέονται μέ τις λογικές σκέψεις. Τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τών ζώων είναι ότι, διευθύνονται άπό τήν αίσθηση καί κινούνται άπό τήν όραση καί τήν ακοή. Όποτε, ή απομάκρυνση τών άλογων ζώων άπό τό όρος είναι «τό ύπερβήναι τήν έξ αίσθήσεως γενομένην γνώσιν έν τή τών νοητών θεωρία». Ή θεωρία τού Θεού δέ γίνεται μέ τήν όραση καί τήν ακοή, γι' αυτό καί αυτός πού οδηγείται καί κατευθύνεται προς τή θεωρία πρέπει προηγουμένως νά καθαρισθή άπό «πάσης αισθητικής τε καί αλόγου κινήσεως», πρέπει ό νους του νά πλυθή άπό κάθε γνώμη πού δημιουργήθηκε, άπό κάθε προκατάληψη καί νά χωρισθή άπό τήν αίσθηση πού είναι σύνοικός του.
Στό στάδιο τής καθάρσεως δεν υπάρχει ή αληθινή θεολογία, αλλά ό άνθρωπος προετοιμάζεται γιά νά όδηγηθή στην αληθινή θεολογία. Συνήθως ό λαός φθάνει μέχρι τίς υπώρειες τοϋ όρους. «"Ορος γάρ έστιν ώς αληθώς άναντες και δυσπρόσιτον ή θεολογία, ής μόλις ό πολύς λεώς της ύπωρείας φθάνει». Μόνον άν ύπάρχη κάποιος Μωυσής, πού έχει δυναμωθή προηγουμένως από άλλη θεοφάνεια, μπορεί νά έλθη στό όρος της θεολογίας πού εδώ, όπως φαίνεται στην ανάλυση πού κάνει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ταυτίζεται μέ τή θεωρία τοΰ Θεοΰ. Ό Μωυσής, άκουσε τή φωνή τών σαλπίγγων, τών προφητικών λόγων πού εξήγγειλαν τήν ενανθρώπηση τοΰ Χριστού.
Ό Μωυσής αποχωρίσθηκε από τόν πολύ λαό, ανέβηκε στό όρος καί εισήλθε στό γνόφο, μέσα στον όποιο είδε τό Θεό. Ό άγιος Γρηγόριος συγκρίνοντας τή θεοφάνεια πού είδε ό Μωυσής, προηγουμένως, στό μυστήριο της φλεγόμενης καί μή κατακαιομένης βάτου, μέ τό γνόφο τοΰ Σινά, λέγει οτι δέ βρίσκεται καμία αντίθεση μεταξύ τών δύο, επειδή στην πρώτη περίπτωση ό Μωυσής είδε φώς, ενώ στή δεύτερη περίπτωση εισήλθε στό γνόφο. Γιατί όσο ό νους τοΰ ανθρώπου καθαρίζεται καί προχωρεΐ περισσότερο στή θεωρία «τοσοΰτον πλεϊον όρα τό της θείας φύσεως άθεώρητον», τό όποιο καλείται γνόφος, γιά τήν υπερβάλλουσα φανότητα. "Οταν βλέπη κανείς τόν ήλιο στην ανατολή του τόν χαίρεται, όταν όμως προσπαθήση νά δή τόν ήλιο κατά τό μέσον της ημέρας σκοτίζεται, τόν βλέπει ώς γνόφο. Ό άνθρωπος καθαρίζει τό νοΰ καί τή φαντασία μέ τή δύναμη καί ενέργεια τοΰ Θεοΰ καί προχωρεί «προς τό άθέατόν τε καί άκατάληπτον κάκεϊ τόν Θεόν ϊδη». Καί βεβαίως, από αυτό γίνεται αντιληπτό ότι ή αληθινή γνώση τοΰ Θεοΰ καί ή αληθινή γνώση τοΰ ζητουμένου συνίσταται «εν τούτω τό Ίδεϊν εν τώ μη ίδεϊν, ότι ύπέρκειται πάσης είδήσεως τό ζητούμενον, οίον τινι γνόφω τη άκαταληψία πανταχόθεν διειλημμένον». "Οταν ό Μωυσής αυξήθηκε περισσότερο στή γνώση τοϋ Θεοϋ τότε «ομολογεί εν γνόφω τον Θεόν ίδεϊν, τουτέστι τότε γνώναι ότι εκείνο έστι τή φύσει τό Θείον, ο πάσης γνώσεως τε καί καταλήψεως έστιν άνιότερον».
Άπό τή θεωρία του γνόφου, τή θέα τοΰ "Ιδιου τοϋ Θεοϋ, δηλαδή της ενεργείας Του καί όχι της ουσίας Του -γιατί ή θέα της ουσίας φαινόταν ώς γνόφος, τήν όποια δεν μποροϋσε νά μέθεξη καί νά δη μέ τόν κτιστό καί πεπερασμένο νοϋ του ό μέγας Μωυσής- οδηγήθηκε στην άχειροποίητη σκηνή. Είδε την άχειροποίητη σκηνή καί γι' αυτό στή συνέχεια έδωσε εντολή νά τήν κατασκευάσουν. Ό άγιος Γρηγόριος Νΰσσης γράφει ότι, άφοϋ καθάρισε τήν ακοή της ψυχής του καί άκουσε τόν ήχο, δηλαδή τή γνώση της θείας ενεργείας πού προέρχεται από τή θεωρία των όντων, στή συνέχεια εισδύει εκεί πού είναι ό Θεός, πού στην αγία Γραφή ονομάζεται γνόφος καί δηλώνει «τό άγνωστόν τε καί άθεώρητον» της θείας ουσίας. "Οταν εισέρχεται σε αυτόν τό γνόφο «τήν άχειροποίητον έκείνην βλέπει σκηνήν». Εξηγεί, βέβαια, στή συνέχεια ότι ή άχειροποίητη σκηνή είναι ό Χριστός, ό όποιος, αν καί κατά τή φύση Του είναι άχειροποίητος καί άκτιστος, όμως, δέχθηκε νά ενανθρώπηση, νά κατασκευασθή, νά συμπτυχθή μέσα μας αύτη ή σκηνή, ώστε ταυτόχρονα νά είναι άκατασκεύαστη καί κατασκευασμένη, άκτιστη ώς προς τήν προΰπαρξη της καί κτιστή κατά τήν υλική της συγκρότηση.
Ή πορεία τοΰ Μωυσή προς τή θεολογία, τή θεοπτία είναι προοδευτική. Άπό τή θεωρία τοΰ μυστηρίου της βάτου οδηγήθηκε στό θείο γνόφο και στή γνώση της άχειροποιήτου σκηνής τοϋ Λόγου τοΰ Θεοΰ, ό όποιος στον κατάλληλο καιρό έγινε άνθρωπος γιά τή σωτηρία τοΰ ανθρώπου. Πέρα άπό τήν προοδευτικότητα της θεωρίας, εδώ φαίνεται και τό προσωπικό της γνώσεως. Δέ βλέπει κάτι αφηρημένο, μιά απρόσωπη ιδέα, αλλά τόν έναθρωπήσαντα Λόγο τοΰ Θεοΰ, τό Χριστό.
Ό λαός προτρέπει τό Μωυσή νά άνεβή στό όρος και στή συνέχεια ό θεόπτης-θεολόγος Μωυσής, άφοΰ γνωρίζει τά απόρρητα, τά μεταδίδει στό λαό. Γράφει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «άλλ' επιτρέπει (ό λαός) τω Μωυσεϊ γνώναι μεν δι' έαυτοΰ τά απόρρητα, διδάξαι δέ τόν λαόν όπερ άν διά της άνωθεν διδασκαλίας τύχοι μαθών δόγμα». "Αλλο είναι ή γνώση τοΰ μυστηρίου τοΰ Θεοϋ, τήν όποια αποκτά ό θεούμενος προφήτης θεολόγος και άλλο είναι τό δόγμα τό όποιο διδάσκεται ό λαός άπό τόν θεούμενο θεολόγο. Τά δόγματα είναι καρπός και εμπειρία τοΰ μυστηρίου τοϋ Θεοΰ και στή συνέχεια τά δόγματα ώς όδοδεΐκτες και ώς φάρμακα όδηγοΰν και θεραπεύουν όσους επιθυμούν υψηλότερες αναβάσεις στό ΰψος της θεωρίας.
Τό τέλος τον Μωϋσή
          Ό Μέγας Μωυσής προς τό τέλος της ζωής του έλαβε εντολή άπό τό Θεό νά άνεβή στό όρος Ναβαΰ τής οροσειράς Άβαρίμ, γιά νά δή τή γή Χαναάν και νά πεθάνη εκεί (Δευτ. 32, 48-50). Και άφοΰ εΐδε τή χώρα εκείνη, τή γή τής έπαγγελίας στην οποία επρόκειτο νά είσέλθη ό ισραηλιτικός λαός, «έτελεύτησε Μωϋσής ό οίκέτης Κυρίου εν τή γη Μωάβ διά ρήματος Κυρίου και έθαψαν αυτόν εν Γαϊ έγγΰς οίκου Φογώρ• και ουκ είδεν ουδείς την ταφήν αύτοΰ εως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 5-6). Μάλιστα δε λέγεται ότι όταν απέθανε ό Μωυσής ήταν ηλικίας εκατόν εί'κοσι ετών και «ουκ ήμαυρώθησαν οι οφθαλμοί αύτοΰ, οΰτε εφθάρησαν τά χελώνια αύτοΰ». (Δευτ. 34, 7).
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης εξηγεί τις πληροφορίες αυτές γιά τήν τελευτή τοΰ Μωυσέως θεολογικά, γιατί σε αυτά εντοπίζονται τά αποτελέσματα της θεοπτίας και της θεώσεως πού αναφέρονται σέ κάθε άγιο πού φθάνει στην κατά Χάρη θέωση. Είναι γνωστόν ότι ή θέωση ενός ανθρώπου επιβεβαιώνεται από τά αποτελέσματα, διότι, όταν κάνουμε λόγο γιά θέωοη ενός ανθρώπου, εννοούμε τή θέωση των ενεργειών της ψυχής καί τοΰ σώματος του. Ό αληθής και απλανής θεολόγος μέσα στην Εκκλησία φανερώνεται από τόν τρόπο της τελευτής του, αλλά καί από τήν κατάσταση στην όποια βρίσκεται τό σώμα του.
Αυτός πού γεύεται τροφή από τόν ουρανό, δηλαδή ό θεούμενος, όπως γράφει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, δεν περπατεϊ στη γη, δέ γεύεται γήινη τροφή, αλλά αφού επεξεργάσθηκε τόν ανδριάντα τοΰ βίου του στό ακρότατο όριο της κατασκευής του δέ βάζει στό έργο του τέλος, αλλά κορυφή. Ό Μωυσής χαρακτηρίζεται οίκέτης τοΰ Κυρίου καί έφθασε σέ τέτοια δόξα, ώστε κανένας δέ γνώρισε τόν τάφο του, τά μάτια του δέν αμαυρώθηκαν καί τό πρόσωπο του δέ γνώρισε τή φθορά. '() τίτλος «οίκέτης Θεού» δηλώνει «ότι παντός κρείττων έγένετο», "Ολα αυτά είναι γνωρίσματα τοΰ θεουμένου ανθρώπου, τοϋ απλανούς θεολόγου.
Δεν μπορεί κανείς νά γίνη δούλος τοΰ Θεοΰ «μη των εν τω κόσμω πάντων κρείττων γενόμενος». Τό δέ τέλος τοΰ ενάρετου ανθρώπου πού τό κατόρθωσε αυτό μέ τό λόγο τοΰ Θεοΰ δέ λέγεται τελευτή, αλλά ζώσα τελευτή «ην ου διαδέχεται τάφος, ή ουκ έπιχώννυται τύμβος, ή τοις όφθαλμοΐς άμαυρό-τητα καί προσώπω διαφθοράν ουκ έπάγουσα».
Και πάλι, επαναλαμβάνω ότι ή αληθής καί απλανής θεολογία διαπιστώνεται καί αποδεικνύεται από τά αποτελέσματα, από την ένδοξη καί ζωντανή τελευτή, από τή θέωση τοΰ ανθρώπινου σώματος πού αποδεικνύεται από τήν αφθαρσία καί τή δόξα τοΰ σώματος τοΰ θεόπτου προφήτου. "Οπως σέ κάθε επιστήμη συνδέεται στενά ή θεωρία μέ τά αποτελέσματα, τήν πράξη, έτσι καί στή θεολογία συνδέεται στενά ή θεωρία τοΰ Θεοΰ μέ τά αποτελέσματα, τά όποια επιβεβαιώνουν τήν αληθινή θεωρία. Μία θεολογία πού δέ διαθέτει τέτοια αποτελέσματα δεν είναι αληθινή, γιατί όπως λέει ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής «δαιμόνων θεολογία ή δίχα πράξεως γνώσις».
Πορεία τοΰ ισραηλιτικού λαοΰ
          Συνήθως, ό αληθής θεολόγος, άφοΰ αποκτήσει τήν απλανή γνώση τοΰ Θεοΰ, αποστέλλεται από Αυτόν νά καθοδήγηση ποικιλοτρόπως τό λαό Του, όπως έγινε μέ τους Προφήτες, τό Μωυσή, τους Αποστόλους καί τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτή ή πνευματική γνώση είναι απαραίτητη γιά τή σωτηρία των ανθρώπων. "Ετσι έξηγεΐ ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης τό έργο τοΰ Μωυσέως. Δεν πρόκειται νά γίνουν στό σημείο αυτό ευρύτερες αναλύσεις, αλλά θά υπογραμμισθούν μερικά από τά σημεία πού τονίζονται από τόν άγιο Γρηγόριο Νύσσης στην ανάλυση τοϋ βίου τοΰ Μωυσέως.
Ή πορεία τοΰ ισραηλιτικού λαού από τη γη της Αιγύπτου στη γη της επαγγελίας ήταν αρκετά δύσκολη καί επικίνδυνη. Μόνον ένας προφήτης θεολόγος μπορούσε νά φέρη τό έργο αυτό σέ αίσιο πέρας.
Επανειλημμένως, ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης κάνει λόγο γιά αιγυπτιακό βίο πού πρέπει νά απαρνηθούμε καί νά νεκρώσουμε. Σ' ένα σημείο κάνει λόγο γιά τό ότι πρέπει νά αποφύγουμε «τόν αίγύπτιον βίον». Σέ άλλο σημείο ομιλεί γιά τήν έλευθέρωση από «την αιγύπτια τυραννίδα». Καί άλλου αναφέρεται στους ανθρώπους εκείνους πού «αιγυπτιάζουν». Πρόκειται γιά τό βίο της δουλείας στά πάθη καί στον άρχοντα πού καλλιεργεί τά πάθη.
Ί1 άπελευθέρίυση αυτή γίνεται με επανειλημμένες καθάρσεις, ο! οποίες επιτυγχάνονται με τους πειρασμούς καί τις θαυματουργικές επεμβάσεις τοΰ Θεοΰ. Βεβαίως, σέ αυτήν τήν πορεία απαραίτητος οδηγός είναι ό θεόπτης θεολόγος, ό όποιος θά διακρίνη μεταξύ της πλάνης καί της αλήθειας, θά ύποδεικνύη τόν αληθινό δρόμο, καί θά όδηγή ασφαλώς τό λαό προς τή γη της ελευθερίας, πού είναι ή θέωση, δηλαδή ή ένωση καί κοινωνία τοΰ ανθρώπου μέ τό Θεό. "Ενα χαρακτηριστικό χωρίο στό όποιο γίνεται λόγος γιά τήν κάθαρση της αιγυπτιακής καί αλλόφυλης ζωής, ώστε νά άδειάση από τό βάθος της ψυχής κάθε αιγυπτιακή τροφή καί έτσι να δεχθή μέσα του την ουράνια τροφή, είναι τό ακόλουθο:
«Δι’ όσων προσήκει καθαρσίων εαυτόν έκκαθάραί τίνα τής αιγύπτιας τε και αλλοφύλου ζωής, ώστε κενώσαι τον τής ψυχής αύτοϋ θύλακον πάσης τής κατά κακίαν τροφής ής σιτοποιοΰσιν οι Αιγύπτιοι, καί οΰτω τήν άνωθεν κατιοΰσαν τροφήν εν έαυτω καθαρά τη ψυχή δέξασθαι, ην ου σπορά ήμϊν τις εκ γεωπονίας άνέφυσεν, άλλ' έτοιμος άρτος άσπορός τε καί άνήροτος, άνωθεν μεν κατιών, επί δε γής ευρισκόμενος».
Μέσα στά πλαίσια αυτά ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης κάνει λόγο γιά τό ότι ό άνθρωπος πρέπει νά ξεφύγη από τόν αιγυπτιακό βίο, ότι πρέπει «τήν πρώτην τοϋ κακοΰ γένεσιν έξαφανίζειν», γιατί όταν έξαφανισθή καί φονευθή ή πρώτη αρχή των κακών, πού είναι ή επιθυμία, όπως έγινε μέ τό φόνο των πρωτότοκων Αιγυπτίων, τότε δέ θά φοβόμαστε μήπως επακολουθήσουν ή μοιχεία καί ό φόνος. Δανείζεται δέ στό σημείο αυτό τά διδάγματα τής έξωθεν φιλοσοφίας, ή οποία κάνει λόγο γιά τό τριμερές τής ψυχής, ήτοι τό λογιστικό, τό έπιθυμητικό καί τό θυμοειδές. Τό έπιθυμητικό καί τό θυμοειδές βρίσκονται χαμηλότερα, ενώ τό λογιστικό βρίσκεται ψηλότερα, όπως συμβαίνει μέ τόν ζυγό, τη ζυγαριά. Ό λογισμός παρέχει ασφάλεια στην επιθυμία καί τό θυμό καί λαμβάνει από αυτά τήν ϊση χάρη. "Οταν, όμως, τό σχήμα αυτό τοϋ ζυγοΰ άντιστραφή, πράγμα τό όποιο σημαίνει ότι, όταν ό λογισμός πέση χαμηλά καί βρεθή στά πόδια καί φέρη επάνω του τήν επιθυμία καί τό θυμό, τότε εισέρχεται μέσα στον άνθρωπο ό εξολοθρευτής άγγελος.
Δέν άρκεΐ δέ μόνο νά θανατώσουμε τις απαρχές τής αίγυπτιακής τεκνογονίας, αλλά ταυτοχρόνως νά επαλείψουμε με τό αίμα τίς πόρτες, ώστε νά φυλαχθοΰν τά ισραηλιτικά γεννήματα καί έτσι τό καλό νά φθάση στην τελειότητα.
Στό κείμενο της εξόδου καί στην ερμηνεία πού κάνει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης. φαίνεται έντονα ή θεραπευτική αγωγή τήν οποία πρέπει νά δέχεται ό λαός, στην πορεία του προς τή γη της επαγγελίας, κάτω από τήν παρακολούθηση καί καθοδήγηση τοΰ θεολόγου πατρός, ό όποιος κάνει τό έργο του μέ τήν ενέργεια τοΰ Θεοΰ. Καί ή πορεία αυτή έχει σαφώς έσχατολογική προοπτική. Δεν είναι μία πορεία γιά τήν προσωρινή ευδαιμονία, αλλά γιά τήν είσοδο στή Βασιλεία τοϋ Θεοΰ.
Αναλύοντας τό αληθινό νόημα της ημέρας της Παρασκευής σέ σχέση μέ τό Σάββατο πού ήταν ημέρα αργίας, λέγει ότι ή Παρασκευή είναι ό βίος αυτός κατά τόν όποιο προετοιμαζόμαστε γιά τήν έλευση τοΰ Σαββάτου, κατά τό οποίο θά ζοΰμε σέ απραξία καί θά απολαμβάνουμε τους καρπούς πού σπείραμε στή ζωή αυτήν.
       Ή πορεία τοϋ ανθρώπου έχει μιά συγκεκριμένη αρχή, πού αρχίζει μέ τήν Κατήχηση, κατά τή διάρκεια της οποίας ό άνθρωπος καθαίρεται από τά πάθη, προχωρεί στό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα διά τοΰ οποίου φωτίζεται καί απολαμβάνει τή ζωή διά τοΰ μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Είναι μία πορεία διαρκείας, μία άτέλεστη κατάδυση, καί αυτή ή πορεία γίνεται μέ τή χειραγωγία θεολόγου πατρός, οπότε αποδεικνύεται ότι ή θεολογία στην Όρθόδοξη Εκκλησία συνδέεται, μέ τήν πνευματική πατρότητα καί ή πνευματική πατρότητα συνίσταται σέ μιά ολόκληρη επιστήμη άπελευθερώσεως του ανθρώπου από τή γή τής Αιγύπτου-δουλείας καί πορεία στή γή τής έλευθερίας-έπαγγελίας.
Σύγχρονη κατάσταση
Τά όσα αναλύει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης υποδεικνύουν τή φυσική κατάσταση, όπως διαγράφεται άπό τή διδασκαλία καί τή ζωή τής Εκκλησίας. Όμως, τά πράγματα δεν ακολουθούν πάντοτε τήν ϊδια πορεία.
Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι ό κανόνας με τόν όποιο διοικείται ή Εκκλησία, είναι νά άνεβαίνη ό Μωυσής κάθε εποχής στό όρος τής θεοπτιας καί στή συνέχεια αυτός νά μεταδίδη τό δόγμα στό λαό, τό όποιο ό ϊδιος πληροφορήθηκε άπό τήν ουράνια διδασκαλία, τήν προσωπική του θέωση, τή μέθεξη τής θεοποιοΰ ενεργείας του Θεοΰ. Δηλαδή, ό κανόνας είναι νά μήν είσωθοΰνται όλοι στην κατανόηση των μυστηρίων τοϋ Θεοϋ, αλλά νά κάνουν υπακοή στό θεούμενο, σέ αυτόν πού μυήθηκε στά θεία. Γράφει: «έπιλέξαντας έξ εαυτών τόν χωρήσαι τά θεία δυνάμενον, έκείνω τήν άκοήν εύγνωμόνως ύπέχειν, πιστόν ηγουμένους άπαν, ό,τιπερ αν παρά τοΰ τά θεία μυηθέντος άκούσωσιν». Καί αυτό λέγεται άπό τήν άποψη ότι ή θεολογία δεν είναι εύκολο πράγμα καί δέν είναι γιά όλους.
Επισημαίνει, όμως, ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης ότι αυτός ό βασικός κανόνας τής Εκκλησίας δέν ετηρεϊτο στην εποχή του σέ πολλές Εκκλησίες. «Τοΰτο δε ούκ έστι νΰν εν ταΐς πολλαΐς τών εκκλησιών φυλασσόμενον». Καί εξηγεί στή συνέχεια ότι μερικοί πού έχουν ανάγκη νά καθαρθοΰν, άφοΰ είναι ακόμη άπλυτοι καί ζουν με κατεσπιλωμένη περιβολή ζωής, προβάλλοντας τήν άλογη αίσθηση, πού είναι οι δερμάτινοι χιτώνες, επιχειρούν με θράσος τήν άνοδο στό όρος της θεολογίας. Στήν κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται οι αιρετικοί, οι όποιοι θεολογούν με τήν ακάθαρτη λογική τους καί κατ" αυτόν τό τρόπον λιθοβολούνται από τους ίδιους τους τους λογισμούς, γιατί «αί αίρετικαί υπολήψεις λίθοι τίνες άτεχνώς είσιν αυτόν τόν εύρετήν τών πονηρών δογμάτοιν καταφονεύοντες».
"Από όλη τή διδασκαλία τοϋ άγιου Γρηγορίου τού Νύσσης φαίνεται καθαρά ότι, όταν σέ μιά Εκκλησία υπάρχουν θεόπτες θεολόγοι, τότε δέν ευδοκιμούν οι αιρέσεις καί δέν έχουν πέραση οι αιρετικοί, γιατί τότε οι Χριστιανοί καθοδηγούνται άπλανώς νά διακρίνουν τήν πλάνη από τήν αλήθεια, τό κτιστό από τό άκτιστο. Τό πρόβλημα τίθεται όταν οι ηγέτες τών Εκκλησιών δέν έχουν αυτήν τήν υπαρξιακή θεολογία, αλλά στοχάζονται γύρω από τά θεια, οπότε οι αιρετικές ιδέες λυμαίνονται τήν εκκλησιαστική ζωή, αφού αυτοί οι ποιμένες δέν μπορούν νά διακρίνουν τις άκτιστες ενέργειες από τις κτιστές ενέργειες, δηλαδή τις ενέργειες τοϋ Θεού από τις ενέργειες τοϋ διαβόλου. Γνωρίζουμε δέ ότι ή σύγχυση μεταξύ τών ενεργειών αυτών είναι ή αιτία της πλάνης καί τών αιρέσεων, είναι δείγμα απουσίας αυθεντικού θεολογικού λόγου, καθώς επίσης δείχνει τήν απουσία θεολόγου θεόπτου πνευματικού πατρός.

Συμπέρασμα
Στό τέλος τοΰ κειμένου αύτοϋ ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης επανέρχεται στό αρχικό ερώτημα γιά τό τι είναι τελειότης. Γράφει ότι «της υψηλής πολιτείας τοΰ βίου τέλος τό κληθήναι οίκέτην Θεοΰ». Ό Μωυσής αποτελεί πρότυπο βίου, γιατί πραγματικά ό Μωυσής ανέβηκε «προς τον άκρότατον τής τελειότητος όρον». Κατά συνέπεια ή τελειότητα τής ενάρετης πολιτείας είναι νά γνωσθή ό άνθρωπος από τό Θεό καί νά γίνη φίλος Του. Τελειότητα είναι νά μήν αποφεύγουμε την αμαρτία από τό φόβο τής τιμωρίας, οΰτε νά πράττουμε τό αγαθό από την προσδοκώμενη αμοιβή, αλλά νά θεωρούμε ώς φοβερό τό νά εκπέσουμε από τη φιλία τοϋ Θεοΰ καί νά κρίνουμε ώς αγαθό καί ποθητό τό νά γίνουμε φίλοι τοΰ Θεοΰ.
"Ενας τέτοιος φίλος τοΰ Θεοΰ αποδείχθηκε ό Μωυσής καί ώς φίλος τοΰ Θεοΰ απέκτησε τή γνώση τοΰ Θεοΰ καί βεβαίως αποδείχθηκε αληθινός θεολόγος καί απλανής διδάσκαλος τοΰ ισραηλιτικού λαοΰ.
Ή ανάλυση πού κάνει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης στό βίο τοΰ Μωυσέως δείχνει καθαρά τι είναι ή ορθόδοξη θεολογία, ποιος είναι ό πραγματικός θεολόγος καί ποιο είναι τό έργο του. Κατ' επέκταση, δείχνει σέ τι συνίσταται ή έκκοσμίκευση στη θεολογία.
Έκκοσμικευμένος θεολόγος είναι εκείνος πού δέν είναι θεόπτης ή τουλάχιστον δέν ακολουθεί τους θεουμένους άγιους, αλλά αναμειγνύει τους στοχασμούς του καί τις φαντασίες του μέ τά δόγματα τής Εκκλησίας. Έκκοσμικευμένος θεολόγος είναι εκείνος τοϋ όποιου ή θεολογία δέν είναι απόρροια τής καθάρσεως, τοΰ φωτισμού καί τής θεώσεως, αλλά είναι προϊόν τοΰ στοχασμού καί της φαντασίας, πράγμα πού είναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα της σχολαστικής θεολογίας. Πέρα από τη θεωρία τοϋ "Οντος, τοΰ όποίου μετέχει κανείς ακολουθώντας τήν ορθόδοξη μεθοδολογία της καθάρσειος, όπως περιγράφεται στό βίο τοϋ Μωυσέως καί όπως άναλύεται από τόν άγιο Γρηγόριο Νύσσης, υπάρχει ή πλάνη, γιατί τό μή όν είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτο, είναι αποκύημα της φαντασίας καί τοϋ στοχασμού.
Καί έκκοσμικευμένος Χριστιανός είναι εκείνος πού δεν ακολουθεί θεόπτες θεολόγους ή ποιμένες πού δέχονται τους θεόπτες πατέρες, καί δέν προσανατολίζεται προς τή θεοπτία, αλλά άκολουθεΐ άρρωστους πνευματικά ποιμένες, οι όποιοι διακατέχονται ή άπό μιά σχολαστική θεολογία ή από μιά προτεσταντική ηθικολογία ή άπό μιά θεολογία των παθών τους. Τέτοιοι ποιμένες καθοδηγούν τά πνευματικά τους παιδιά μέ τίς απόψεις της φιλοσοφίας, της ανθρωποκεντρικής ηθικολογίας, της ψυχολογίας καί όχι μέ τους καρπούς της εμπειρίας καί τή διδασκαλία των θεοπτών αγίων.
Τελικά, πιστεύω απόλυτα, ότι ή έκκοσμίκευση είναι ή παραθεώρηοη της ήσυχαστικής-νηπτικής παραδόσεως, πού είναι ή απαραίτητη προϋπόθεση γιά τή βίωση της αληθινής θεολογίας, η οποία είναι ή ύπαρξιακή-έμπειρική γνώση τοϋ Θεού, δηλαδή ή θεοπτία. Κάθε θεολογία πού συνδέεται μέ τό στοχασμό καί τή φαντασία καί απομακρύνεται άπό τήν εμπειρία τών αγίων είναι έκκοσμικευμένη θεολογία, είναι θεολογία περί τοϋ μή όντος, είναι θεολογία της φαντασίας καί τών φαντασμάτων, της αίσθήσεως καί τών αισθητών, είναι άρρωστη θεολογία. Κάθε θεολογία πού δέν ασχολείται με τόν τρόπο τόν όποιο πρέπει κανείς νά μετέλθη γιά νά καθαρισθή από τά πάθη και νά φθάση στην προσωπική κοινωνία και γνώση τοΰ Θεοϋ, είναι έκκοσμικευμένη θεολογία. Κάθε θεολογία πού βρίσκεται έξω από όσα περιγράφει στό βίο τοΰ Μωυσέως ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης δέν είναι εκκλησιαστική. Κάθε θεολογία πού μπορεί νά άποκληθή ώραιολογία, γιατί εγκλείεται σε ωραίες λέξεις και έξυπνους στοχασμούς και κινείται έξω από τά πλαίσια της ήσυχαστικής παραδόσεως είναι, πράγματι, έκκοσμικευμένη θεολογία.
Και μιά τέτοια έκκοσμικευμένη θεολογία πού αρκείται σέ στοχαστικές, αισθητικές, ακόμη και επιστημονικές αναλύσεις δέν οδηγεί τους ανθρώπους στην υπαρξιακή ελευθερία και τήν προσωπική γνώση τοϋ Θεοϋ και γι1 αυτό, παρά τήν εκτίμηση πού ενδεχομένως μπορεί νά έχουν οι κοσμικοί άνθρωποι γιά μιά τέτοια κοσμική θεολογία, αυτή είναι μιά πληγή γιά τήν εκκλησιαστική ζωή.
 


Δεήσεις για σωτηρία της ψυχής και τέλος ειρηνικό

Περισσότερα >>

Η επίγειος ζωή είναι αγρία τρικυμία

Περισσότερα >>