www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ. Κριτική της Θεωρίας του Δαρβίνου

Πριν αρχίσουμε την κριτική της θεωρίας του Δαρβίνου, πρέπει να πούμε πως από τότε ως σήμερα έχει υποστεί πολλές κριτικές και αναθεωρήσεις. Το 1937 ο Άγγλος Παλαιοντολόγος και Ζωολόγος Sir Ed. Poulton (Πούλτον), εκφωνώντας τον προεδρικό του λόγο στη Βρεταννική Ένωση (British Association) για την προαγωγή της επιστήμης, αναφέρθηκε στη συνεχή εξέλιξη της θεωρίας της εξελίξεως. Είπε λοιπόν πως παρουσιάστηκαν (ως τότε βέβαια) πάρα πολλές αντιμαχόμενες μεταξύ τους θεωρίες και σήμερα (δηλ. το 1937) η προσπάθεια των ειδικών είναι να συλλέξουν κάθε τι το αληθινό, που υπάρχει σ’ αυτές, για να κάνουν μια θεωρία που να εξηγεί, έστω και γενικά, τα φαινόμενα της εξελίξεως των ζωντανών οργανισμών(1). Όμως από το 1937 ως σήμερα η θεωρία της εξελίξεως έχει υποστεί κριτική και εξελιχθεί ακόμη περισσότερο! Ο Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Θεμ. Διαννελίδης μιλώντας στην Ακαδημία Αθηνών το Νοέμβριο του 1982 είπε: «Κριτική κατά της θεωρίας του Δαρβίνου ασκήθηκε από της αρχής της εμφανίσεώς της μέχρι και σήμερα, όπως και κατά της ανανεωθείσης μορφής της, του νεοδαρβινισμού»(2). Στην ίδια ομιλία του κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα:
«Ο Δαρβινισμός στο σύνολο του, ενώ κατέχει ιδιάζουσα θέση μεταξύ των επιστημονικών θεωριών, ποτέ δεν έγινε αποδεκτός χωρίς επιφυλάξεις από τους επιστημονικούς κύκλους. Η τύχη του εποίκιλλε από εποχής σε εποχή και από χώρας σε χώρα. Εν τούτοις επέζησε, γιατί ήταν πάντοτε δύσκολο να τεθεί υπό δοκιμασία»(3).
Ο Δαρβινισμός σήμερα έχει τόσο πολύ εξελιχθεί, τροποποιηθεί και παραμορφωθεί, ώστε συχνά καταντά αγνώριστος! Όταν θα ’ρθει η σειρά, θα πούμε κάτι για τον κλασσικό νεο-δαρβινισμό, το συντηρητικό νεο-δαρβινισμό και τη θεωρία των «διαλειπουσών ισορροπιών». Όλες αυτές είναι οι επικρατέστερες σήμερα εξελίξεις και τροποποιήσεις του Δαρβινισμού. Προς το παρόν υπογραμμίζουμε δυό πράγματα:
α) Για τους φυσιοδίφες των ημερών μας εκείνο που έχει σημασία, είναι οι σημερινές εκδόσεις της Δαρβινικής θεωρίας. Θεωρούμε περιττό να πούμε, πως μερικές παρουσιάσεις της Δαρβινικής σκέψεως, που θέλουν να προβάλλουν με επικάλυμμα ιστορικό ή επιστημονικό, είναι ολότελα ανακριβείς. Τέτοιος είναι π.χ. Ο ισχυρισμός, ότι η θεωρία του Δαρβίνου απαιτεί τάχα την προέλευση της ζωής από μια... «σούπα» ανόργανων υλικών! Κάτι τέτοιο έχει δημοσιευθεί και σε σχολικά βιβλία Βιολογίας. [Ο ισχυρισμός αυτός υπήρχε στη Βιολογία Γ Λυκείου του 1981-1982 (σελ. 124). Ο ίδιος ισχυρισμός υπάρχει και στη Βιολογία Β’ Λυκείου του 1983-1984, 1984-1985 (σελ. 124), που είναι ουσιαστικά το ίδιο βιβλίο της Γ’ Λυκείου του 1981-1982. Αλλά το ίδιο πνεύμα διατηρείται και στη Βιολογία Γ’ Λυκείου του 1984-1985, παρόλο που το βιβλίο αυτό είναι αισθητά βελτιωμένο από το προηγούμενο• ωστόσο τα όσα γράφονται στις σελίδες 166-168 (έκδοση Β’, 1984) για την αβιοτική προέλευση της ζωής αποφεύγουν μεν να κάνουν λόγο για «σούπα» ανόργανων υλικών, υπονοούν όμως προέλευση ζωής από... παρόμοια σούπα!...]
β) η θεωρία του Δαρβίνου είναι ίσως από τις μοναδικές θεωρίες, που ενώ στη σύλληψή της είναι μεγαλειώδης, εντούτοις στη διατύπωση και τη διαμόρφωσή της αφήνει μεγάλα περιθώρια για προσθήκες, αφαιρέσεις και τροποποιήσεις• τόσο μεγάλα, ώστε, όπως είπαμε πιο πάνω, στο τέλος καταντά αγνώριστη όσο καμμιά άλλη θεωρία! Αυτό είναι ίσως εκείνο που εξηγεί και τη γρήγορη... παραμορφωτική της εξέλιξη.
Ο Pierre Thuillier (Πέτρος Τυϊγιέρ}, Καθηγητής της Επιστημονολογίας και Ιστορίας των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο VII του Παρισιού, παρατηρεί: Μια τιμητική αναδρομή στο έργο του μεγάλου φυσιοδίφη Δαρβίνου μας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Γιατί πολλές φορές οι έννοιες και οι σκέψεις του στις λεπτομέρειές τους εμφανίζονται διφορούμενες («a double fond»). Ακόμη θ’ ανακαλύψουμε στο έργο του μια ολόκληρη σειρά από «βοηθητικές θεωρίες», οι οποίες περιπλέκουν μ’ ένα μοναδικό τρόπο το σύνολο του συστήματος. Και προσθέτει ο Τυϊγιέρ: «Ποιος ξέρει; δεν είναι απίθανο το ότι ο Δαρβίνος αποκαλύπτεται μερικές φορές πολύ λίγο Δαρβινικός»! («Qui sait? n’ est pas impossible que Darwin, parfois se revele fort peu ...»)(4).
Ύστερα aπ’ αυτά αρχίζουμε μια κριτική της θεωρίας του Δαρβίνου.
1. Για να καταλάβουμε την προβληματική της θεωρίας του, με την οποία προσπάθησε να υποστηρίξει τις θέσεις του, πρέπει να πούμε πως πολύ συχνά τα κίνητρά του δε φαίνονται και πολύ επιστημονικά.
Στην κάπως πλατιά βιογραφία του Δαρβίνου επιχειρήσαμε και μια ψυχολογική ανατομία της προσωπικότητάς του. Εκεί υπογραμμίζουμε πως επειδή ο Δαρβίνος έχασε την πίστη του, βασανιζόταν από έντονα ψυχολογικά στρες. Πιεζόμενος απ’ αυτά έβαλε σαν στόχο του να ανατρέψει τη θεωρία της «ειδικής δημιουργίας», που δέχονταν οι επιστήμονες της εποχής του. Η θεωρία εκείνη έλεγε, πως τα διάφορα είδη δημιουργήθηκαν χωριστά με ειδική επέμβαση του Δημιουργού θεού. Oι οπαδοί της θεωρίας της «ειδικής δημιουργίας» δέχονταν και ένα είδος προοδευτικής εξελίξεως. Διότι η πίστη ότι τα είδη δημιουργήθηκαν από το Δημιουργό Θεό δεν απέκλειε την ιδέα, ότι τα ζωντανά είδη διαδέχονταν το ένα το άλλο με τρόπο εξελικτικό, προοδευτικό. Η θεωρία αυτή επικρατούσε στα μέσα του 17ου και αρχές του 18ου αιώνα. Την υποστήριζαν δε διακεκριμένοι και πιστοί φυσιοδίφες.
Τη θεωρία λοιπόν της «ειδικής δημιουργίας» έβαλε σκοπό να ανατρέψει ο Δαρβίνος. Η δυνατή αυτή επιθυμία, αποτέλεσμα της όλης ψυχονευρωτικής του καταστάσεως, όπλισε το Δαρβίνο με μοναδικό πείσμα, έντονη αλαζονεία και υπεροψία, για να διατυπώσει μια νέα επαναστατική υπόθεση• μια υπόθεση εντελώς αντίθετη προς όλους και σ’ όλα, όπως επίστευε. Έτσι παρατηρούμε στο Δαρβίνο από την αρχή - αρχή κιόλας μια εγωιστική τάση διακρίσεως κι όχι ένα αυστηρά επιστημονικό ενδιαφέρον, που συνοδεύεται πάντα από μια ταπεινή διάθεση και αναγνώριση της ανθρώπινης ανεπάρκειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι καθ’ όλη την πορεία των ερευνών του, των ανακοινώσεών του, της διατυπώσεως θεωριών κλπ. διακρίνουμε το πείσμα και την υπεροψία του. Αναδομεί τις θέσεις του, σπεύδει να τις συγχρονίσει με νέες κοσμολογικές θεωρίες, με νεώτερα παλαιοντολογικά συμπεράσματα κ.τ.ο. ποτέ όμως δεν αφίσταται από τον αρχικό, το μοναδικό στόχο του: Ν’ ανατρέψει την «ειδική δημιουργία»!•
Απ’ αυτή την αρχή, απ’ αυτή την αρνητική θέση, ορμήθηκε ο κάποτε φοιτητής της Ιατρικής, αργότερα φοιτητής της θεολογίας και υποψήφιος ιερέας και τελικά φυσιοδίφης Δαρβίνος, για να διατυπώσει τη θεωρία της φυσικής επιλογής, όπως την αναλύσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο.
2. Είπαμε πως ο Δαρβίνος στη διατύπωση της θεωρίας του περί «φυσικής επιλογής» εμπνεύσθηκε από τις νέες ράτσες φυτών η ζώων, που πετύχαιναν οι καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι με τεχνητές διασταυρώσεις κατευθυνόμενες από τους ίδιους. Έγραψε: «Αφού ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει, και ασφαλώς πέτυχε, σπουδαία αποτελέσματα με τα μεθοδικά κι ασύνειδα μέσα επιλογής, σκεφθείτε τι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η φυσική επιλογή!»(5). Ωστόσο ο συλλογισμός αυτός του Δαρβίνου είναι ολοφάνερα αντιφατικός. Ο Δαρβίνος αντιφάσκει μ’ ένα κραυγαλέο τρόπο. Γιατί το «μεθοδικά» και το Ασύνειδα» είναι δυό έννοιες, που αλληλοκτυπιούνται. Ακόμη περισσότερο• μια και παρεμβαίνει ο λογικός άνθρωπος, τα μέσα επιλογής δεν μπορεί να είναι... ασύνειδα• είναι συνειδητά!
Εξάλλου ο Δαρβίνος ήταν μέλος σε δυό λέσχες Πιγκουΐνων, οι οποίες διέθεταν εκπληκτική ποικιλομορφία ειδών. Σκέφθηκε λοιπόν πως αυτό που γινόταν με τεχνητό, κατευθυνόμενο τρόπο, μπορούσε να το μεταφέρει και στη φύση. Δηλαδή μετέφερε στη φύση μια διαδικασία ανθρώπινη, λογική• έτσι επροίκισε την άλογη φύση με ανάλογες ιδιότητες, δηλαδή λογικές! Έγραψε: «Πάνω απ’ όλες αυτές τις αιτίες της Αλλαγής είμαι πεπεισμένος ότι η συσσωρευτική ενέργεια και δράση της Επιλογής, είτε εφαρμόζεται μεθοδικά και πιο γρήγορα (Σ.Σ. δηλαδή από τον άνθρωπο ζωοτέχνη η καλλιεργητή) η ασυνείδητα και πιο αργά (Σ.Σ. δηλαδή από τη φύση), αλλά πιο αποδοτικά και ικανοποιητικά, είναι κατά πολύ η επικρατούσα, η κυρίαρχη Δύναμη»(6).
Φαίνεται όμως ότι κατάλαβε κι ο ίδιος τις συνέπειες, που είχε η υπόθεσή του αυτή• ότι δηλαδή η άλογη φύση, για να κάνει συστηματική εκλογή του καλύτερου, προικιζόταν με λογικό. Γι’ αυτό προσπάθησε να είναι κατηγορηματικός με τη δήλωση, πως οι έννοιες που χρησιμοποίησε, είναι «μεταφορικές εκφράσεις»! Έτσι έγραψε: «Η φύση δεν είναι ένα είδος μυστηριώδους προσωπικότητας, που είναι προικισμένη με συνείδηση και πρόθεση. Δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι ταυτίζεται με μια δύναμη θεϊκή. Ακόμη δεν πρέπει να δανείζουμε λογική στη φυσική επιλογή»(7).
Αλλά, το τονίζουμε άλλη μια φορά, από τη στιγμή, που ο Δαρβίνος εκφράζεται έτσι, αντιφάσκει προς τον εαυτό του. Πολύ σωστά είπε πως η φύση δεν έχει λογική ούτε ταυτίζεται με το Θεό. Η επιλογή όμως αποκλείει την τύχη, το τυχαίο. Για να επιλέξω σημαίνει πως διαθέτω λογική και σκέψη. Αν λοιπόν η επιλογή δε διαθέτει λογική, σκέψη και συνείδηση, τότε πώς μπορεί να επιλέξει; Πώς μπορεί να διαλέξει τα καλύτερα άτομα για να τα διασταυρώσει μεταξύ τους, όπως τα διαλέγει ο καλλιεργητής η ο ζωοτέχνης άνθρωπος;
Ο Δαρβίνος μ’ αυτά που λέει για τη φύση (τα πολύ σωστά, όπως είπαμε) κλονίζει την ορθότητα της υποθέσεως, που ο ίδιος έθεσε. Ο ίδιος γκρεμίζει αυτό που υποστήριξε, ότι δηλαδή η άλογη φύση μπορεί να συμπεριφέρεται και να επιλέγει άτομα χρήσιμα και προνομιούχα, όπως κάνει ο λογικός άνθρωπος.
Το μεγάλο αυτό λάθος της Δαρβινικής θέσεως έχει μια πολύ απλή εξήγηση: Λείπει η επιστημονική αντικειμενικότητα. Δηλαδή ο Δαρβίνος δεν εζήτησε να ελέγξει επιστημονικά μια υπόθεση που έκανε, για να βεβαιωθεί αν η υπόθεση αυτή ισχύει η όχι αντικειμενικά• αν ισχύει, ανεξάρτητα από τους ενδόμυχους πόθους και τις επιθυμίες του. Ο Δαρβίνος ξεκίνησε από την αρχή ότι η υπόθεση του ισχύει — κι εδώ  έχουμε λήψη του ζητουμένου, όπως λέμε στη Λογική. Γι’ αυτόν η υπόθεση του ισχύει, όχι γιατί έχει αποδειχθεί, αλλά μόνο και μόνο γιατί έτσι αποκλειόταν κάθε θεϊκή επέμβαση στη δημιουργία• γιατί έτσι αποκλειόταν η «ειδική δημιουργία». Κι επειδή ο Δαρβίνος απέκλειε έτσι το Θεό -Δημιουργό από τη φύση — πράγμα που πολύ επιθυμούσε — προσπάθησε να στηρίξει την υπόθεση του με τον αντιφατικό τρόπο, που είδαμε.
3. Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τον πυρήνα της θεωρίας του Δαρβίνου, που είναι η «φυσική επιλογή η επιβίωση του Καλύτερα Προσαρμοσμένου», όπως την ονόμασε (8). Μόλις προχωρήσουμε στην ανάλυση της «φυσικής επιλογής», αρχίζουν να παρουσιάζονται προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά κλονίζουν την ερμηνευτική αξία της «φυσικής επιλογής» σαν αυτόνομης και ανεξάρτητης λειτουργίας για την καταγωγή των ειδών.
Ποιος είναι ο ορισμός της «φυσικής επιλογής», που έδωσε ο Δαρβίνος; Είπε: Φυσική επιλογή «είναι η εμμονή και η επιβίωση του πιο προσαρμοσμένου ατόμου στο περιβάλλον του έναντι των άλλων ατόμων, εν συγκρίσει προς τα οποία πλεονεκτεί και τα οποία, ακριβώς γιατί υπολείπονται, αργά η γρήγορα εξαφανίζονται»(9).
Προσπαθώντας να καταλάβουμε το πώς λειτουργεί αυτή η «φυσική επιλογή», όπως την όρισε ο Δαρβίνος, θέτουμε δυο απλά ερωτήματα:
α) Ποιο είναι «το πιο προσαρμοσμένο άτομο»; η απάντηση βέβαια δεν είναι δύσκολη• «το πιο προσαρμοσμένο άτομο» είναι αυτό που επιβιώνει. Εδώ ακριβώς έρχεται φυσικά και αβίαστα το δεύτερο ερώτημα.
β) «Ποιο άτομο είναι αυτό, που επιβιώνει;» με την ερώτηση αυτή τα πράγματα περιπλέκονται. Είναι προτιμότερο βέβαια να μην απαντήσουμε, γιατί υπάρχει πράγματι αδυναμία απαντήσεως. Με τη σιωπή μας όμως δεν ερμηνεύουμε τίποτε απολύτως. Έτσι η «φυσική επιλογή» παραμένει μια εντυπωσιακή έννοια, με μια λειτουργία σκοτεινή, ανεξιχνίαστη, γεμάτη μυστήριο. Αν πάλι θελήσουμε να λύσουμε τη σιωπή μας και ν’ απαντήσουμε στο δεύτερο ερώτημα, η απάντηση θα ’ναι αυτή: «Επιβιώνει το άτομο, που είναι πιο προσαρμοσμένο στο περιβάλλον του• αυτό που πέτυχε να επιζήσει στις δύσκολες συνθήκες». Λέει η πρόταση:
— Επιζούν πάντα οι καλύτεροι.
—Γιατί επιζούν; Γιατί είναι καλύτεροι.
—Γιατί είναι καλύτεροι; Γιατί επιζούν!
Αλλά είναι φανερό πως μια τέτοια απάντηση μας οδηγεί σε φαύλο κύκλο• μας ρίχνει αυτόματα στο σόφισμα του κύκλου, όπως σημειώνει πολύ ωραία ο P. Thuillier (Τυϊγιέρ) σε άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό «La Recherche» (=Η Έρευνα)(10). Πέφτουμε λοιπόν στο σόφισμα του κύκλου γιατί οι όροι «προσαρμοσμένο άτομο» και «επιβιώνω» είναι ταυτόσημοι, έχουν την ίδια σημασία (11).
4. Ο Δαρβίνος και αργότερα πλήθος από τους οπαδούς του κατάλαβαν πόσο ελλιπής και σκοτεινή ήταν η «φυσική επιλογή». Γι’ αυτό ο Δαρβίνος προσπάθησε να περιβάλει την αρχική και βασική αυτή θεωρία, του με πολλές άλλες συμπληρωματικές θεωρίες, που ονομάστηκαν «βοηθητικές θεωρίες», όπως π.χ. «η άσκηση ή η αχρησία ενός οργάνου» κλπ. (Αυτές τις θεωρίες τις είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο).
Χωρίς αυτές τις «βοηθητικές» θεωρίες η αρχική θεωρία του Δαρβίνου «Περί φυσικής επιλογής» είναι σκοτεινή, ανεπαρκής, ελάχιστα επεξηγηματική και διαφωτιστική. Για να γίνει αυτό καλύτερα αντιληπτό, φέρνουμε δυό παραδείγματα:
α) Για να λείψει η ανεπάρκεια της θεωρίας της φυσικής επιλογής πρέπει να εξηγηθεί το πώς οι διάφοροι πληθυσμοί ατόμων διαφοροποιούνται έτσι, ώστε το άτομα τους, καθώς απομακρύνονται το ένα από το άλλο, με ολοένα αυξανόμενες διαφορές, να μπορούν να μας δώσουν ένα νέο, καινούργιο είδος. Ο Δαρβίνος βασανίστηκε πολύ για να δώσει λύση σ’ αυτή την υπόθεση της ποικιλομορφίας και της διαφοροποιήσεως. Γράφει στην αυτοβιογραφία του: «Θυμάμαι ακριβώς την τοποθεσία και το δρόμο, όπου μου ήρθε στη σκέψη η ιδέα. Η λύση όπως τη σκέφτηκα είναι ότι οι απόγονοι τροποποιούμενοι σε κυρίαρχες μορφές και αναπτυσσόμενοι τείνουν να προσαρμόζονται σε πολυάριθμα και διάφορα περιβάλλοντα κατά την οικονομία της φύσεως». Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Τυϊγιέρ, μένουν και πάλι πολλά σημεία σκοτεινά (12). Δεν εξηγείται επίσης πώς έχουμε δημιουργία νέων ειδών από την προσαρμογή των ατόμων σε διάφορα περιβάλλοντα.
Αυτά για το πρώτο παράδειγμα, που αναφέρεται στην ποικιλομορφία.
β) Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο παράδειγμα. Τούτο αναφέρεται στο χρόνο, που απαιτεί η εξέλιξη των ειδών. Ο Δαρβίνος είπε πως για να σχηματισθεί ένα νέο είδος χρειάζεται μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξάλλου η εξέλιξη γίνεται βαθμιαία, με πολύ βραδύ ρυθμό. Έγραφε: «Παραδέχομαι απόλυτα, πως η φυσική επιλογή ενεργεί γενικά μ’ εξαιρετική βραδύτητα (...). Πιστεύω πως η φυσική επιλογή θα ενεργήσει γενικά με πολύ βραδύ ρυθμό, μονάχα σε μεγάλα χρονικά διαστήματα». Γιατί, όπως είπε πάλι ο Δαρβίνος (κι αυτό είναι δόγμα του) «η φύση δεν κάνει πηδήματα» («natura non facit saltum») (13). Για το δόγμα αυτό του Δαρβίνου θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Έτσι, πάντα κατά το Δαρβίνο, η δημιουργία ενός είδους απαιτεί μερικές εκατοντάδες εκατομμυρίων ετών (περίπου 600 εκατομμυρίων), προκειμένου να καλυφθεί όλο το φάσμα των ενδιάμεσων μορφών και να έχουμε μια κανονική πορεία εξελίξεως.
Όμως εντελώς ξαφνικά, και λίγο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Δαρβίνου «Περί της Καταγωγής των Ειδών», έγινε μια απροσδόκητη επίθεση κατά της θεωρίας του Δαρβίνου από το φυσικό Λόρδο Ουίλλιαμ Κέλβιν (Lord William Thomson Kelvin, 1824-1907). Ο Κέλβιν είπε, πως η γη έγινε κατοικήσιμη εδώ και μερικές δεκάδες εκατομμύρια χρόνια• εδώ και 60 εκατομμύρια χρόνια, κι όχι εδώ και 600 εκατομμύρια χρόνια, που υποστήριζε ο Δαρβίνος. Επομένως, σύμφωνα με τον Κέλβιν, η ζωή πάνω στη γη έχει ηλικία μόνον πέντε δωδεκάδων εκατομμυρίων ετών και όχι πενήντα δωδεκάδων, που υποστήριζε ο Δαρβίνος...
Οι μαθηματικοί υπολογισμοί του Κέλβιν, που στηρίχτηκαν σε θεωρίες της θερμοδυναμικής, δημιούργησαν έκπληξη στο Δαρβίνο. Εξάλλου ο Κέλβιν διακήρυξε με πολλή δόση αυταρέσκειας και εγωισμού, ότι η θεωρία του Δαρβίνου, ύστερα απ’ αυτά, έπεσε σε πλήρη αχρηστία!... Σήμερα βέβαια τα αποτελέσματα των υπολογισμών του Κέλβιν φαίνονται εντελώς εσφαλμένα. Ενώ όμως ο Δαρβίνος έπρεπε να μείνει σταθερός και αταλάντευτος στη δική του θεωρία, θορυβήθηκε, κλονίστηκε. Και έσπευσε χωρίς αναβολή να εναρμονίσει το χρόνο, που απαιτούσε η θεωρία της φυσικής επιλογής, με τις απόψεις του Κέλβιν. Έτσι παραδέχτηκε, πολύ βιαστικά, αρκετά αβασάνιστα, πως υπάρχουν εξελικτικοί μηχανισμοί, που μπορούν να επιταχύνουν το ρυθμό της εξελίξεως. Ένας τέτοιος μηχανισμός, είπε ο Δαρβίνος, στον οποίο και απέδωσε μεγάλη σημασία, είναι ο μηχανισμός της συνήθειας, της έντονης χρήσεως η αχρησίας ορισμένων οργάνων.
5. Ο Δαρβίνος δανείστηκε τη βοηθητική θεωρία για τη «χρήση ή αχρησία» των οργάνων από το Λαμάρκ. Αναίρεση όμως της θεωρίας του Λαμάρκ εκάναμε σε προηγούμενες σελίδες. Εκεί τονίσαμε πως οι νέοι χαρακτήρες, που αποκτήθηκαν εξαιτίας εξωτερικών συνθηκών, δεν κληρονομούνται. Συμπληρώνουμε τώρα και τ’ ακόλουθα: η έντονη χρήση ή αχρησία ενός οργάνου επιδρά πράγματι σ’ ένα όργανο• το κάνει δυνατό ή το καθιστά ατροφικό. Όμως ποτέ δεν αντικαθιστά το παλαιό όργανο μ’ ένα νέο. Δεν μπορούμε δηλαδή να δεχτούμε ότι τα βόδια δεν είχαν στην αρχή κέρατα και τ’ απέκτησαν αργότερα, γιατί στην έξαψη τους κτυπιόντουσαν μεταξύ τους!... Ή ότι τα ζώα απέκτησαν ουρά, γιατί κατέβαλλαν έντονη προσπάθεια να φυλαχτούν από τα έντομα, που τα ενοχλούσαν!... κλπ. Αφήνουμε πως όλα αυτά τα όργανα (τα κέρατα των βοδιών, η ουρά, ο λαιμός της καμηλοπάρδαλης κλπ.) έπρεπε να παρουσιαστούν ξαφνικά και να ’ναι εξαρχής άρτια, γιατί, αν παρουσιάζονταν σταδιακά και με βραδύ ρυθμό, δε θα ’χαν καμιά αξία και χρησιμότητα στο ζώο, που τα χρειαζόταν.
Μπορούμε να πούμε πως για την άποψη της κληρονομήσεως επίκτητων χαρακτήρων, ίσως δεν ήταν και τόσο υπεύθυνος ο Δαρβίνος. Γιατί στις μέρες του η θεωρία του Λαμάρκ ήταν ευρύτατα διαδεδομένη και παραδεκτή. Εξάλλου, πάλιν, δεν ήσαν ακόμη γνωστοί οι σπουδαίοι νόμοι του Μέντελ (14), ούτε είχαν τεθεί τα θεμέλια της πειραματικής Γενετικής, για να γίνει οποιαδήποτε πειραματική απόδειξη της θεωρίας.
Ωστόσο ο Δαρβίνος, υιοθετώντας την άπόψη της «χρήσεως ή αχρησίας» ενός οργάνου, έπεφτε και πάλι σε αντίφαση προς τη βασική θεωρία του, δηλαδή τη θεωρία της φυσικής επιλογής. Γιατί, όταν έλεγε πως η αχρησία ενός οργάνου επιταχύνει, κάνει γρηγορότερο το μηχανισμό της εξελίξεως (που κανονικά προχωρεί πολύ αργά), τι έκανε; Δεχόταν αυτόματα εξειδίκευση των οργάνων• ουσιαστικά δεχόταν εξειδίκευση των ατόμων που φέρνουν τέτοιους εξειδικευμένους χαρακτήρες.
Όμως (κι εδώ βρίσκεται η αντίφαση) η έννοια της εξειδικεύσεως είναι ολότελα αντίθετη προς τη φυσική επιλογή. Η φυσική επιλογή (είπε ο Δαρβίνος) δημιουργεί νέο είδος δια της προσαρμογής, της παραμονής και κυριαρχίας του καλύτερου ατόμου, ανάμεσα από τα άλλα, τα πολλά. Ενώ είναι γνωστό πως η εξειδίκευση είναι αντίθετη προς την ποικιλομορφία και πολύ συχνά οδηγεί στην εξαφάνιση των ατόμων.
Εξαφορμής της διατυπώσεως της βοηθητικής θεωρίας του Δαρβίνου «περί χρήσεως ή αχρησίας» ενός οργάνου, υπογραμμίζουμε δυό πράγματα:
α) ο Δαρβίνος βιάστηκε να εισαγάγει στο όλο σύστημα του μια βοηθητική θεωρία, η όποια του ήταν ολωσδιόλου άχρηστη. Δέχτηκε τη θεωρία αυτή, ώστε να συμβιβάσει μια λανθασμένη θεωρία της φυσικής για την ηλικία της γης (τη θεωρία του Κέλβιν) (15) με τη δική του βασική θεωρία της φυσικής επιλογής.
β) Ήταν τόση η σπουδή κι η βιασύνη του Δαρβίνου, ώστε δεν του ’μεινε χρόνος να καταλάβει ότι η βοηθητική θεωρία «περί χρήσεως ή αχρησίας» ενός οργάνου, που εισηγείτο, ήταν ασυμβίβαστη με τη βασική του θεωρία περί φυσικής επιλογής.
Τις δυό αυτές παρατηρήσεις τις υπογραμμίζουμε, γιατί φανερώνουν καθαρά πώς προχωρούσε ο Δαρβίνος στη διαμόρφωση, προστασία και υποστήριξη των θέσεών του, προκειμένου να επιτύχει ένα και μοναδικό στόχο του: να ανατρέψει την «ειδική δημιουργία», που δεχόταν Θεό δημιουργό του κόσμου.
6. Αφού φθάσαμε στις βοηθητικές θεωρίες του Δαρβίνου, ας κάνουμε μια κριτική και των άλλων τεσσάρων:
α} Για το «νόμο της κληρονομικότητας» έχουμε να παρατηρήσουμε πως η πείρα κι η καθημερινή παρατήρηση λένε απερίφραστα τούτο: Η κληρονομικότητα μεταδίδει στους απογόνους σταθερά και χωρίς παρέκκλιση τους ουσιώδεις χαρακτήρες των προγόνων τους• χαρακτήρες, που αποτελούν τα γνωρίσματα του είδους. Ο Reymond I. Nogar αποφαίνεται κατηγορηματικά:
«Η αντίληψη του Δαρβίνου περί κληρονομικότητας ήταν πλανεμένη• αποτέλεσμα της αντιλήψεως αυτής ήταν το ότι και η θεωρία του περί φυσικής επιλογής έπαθε έκλειψη (...). Ο Δαρβίνος λάθεψε στο ότι δεν έκανε διάκριση μεταξύ παραλλαγών που κληρονομούνται και παραλλαγών που δεν κληρονομούνται, αλλά χαρακτήρισε όλες γενικά τις παραλλαγές, σαν παραλλαγές που κληρονομούνται»• δεν είχε άλλωστε υπόψη και τις παρατηρήσεις, που έκανε αργότερα, και τους νόμους, που διατύπωσε ο βιολόγος Mendel (16).
Εξάλλου σ’ αντίθεση προς τη θεωρία αυτή του Δαρβίνου έρχονται και τα συμπεράσματα, στα οποία οδηγούν τα φαινόμενα της επαναστροφής ή της παππογονίας η του αταβισμού. Σύμφωνα με το νόμο αυτό δεν μεταδίδονται οι χαρακτήρες των άμεσων προγόνων. Αντί αυτών μεταβιβάζονται χαρακτήρες μακρινών μάλλον προγόνων. Οι χαρακτήρες αυτοί είναι επουσιώδεις• ενώ δε τους θεωρούσαμε ότι χάθηκαν, αυτοί συνέχιζαν να υπάρχουν σε λανθάνουσα μορφή. Ξαναπαρουσιάζονται λοιπόν σε διάφορα άτομα, εκτός εάν έλαβε χώραν μεταβολή (mutation = μεταλλαγή), οπότε μεταδίδεται πάλι η μεταβολή μέσα στο είδος.
β) Η βοηθητική θεωρία της «γενετήριας (ή σεξουαλικής) επιλογής» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, γιατί δεν έχει γενική ισχύ. Δεν μεταφέρεται στα φυτά, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε τον τύπο της πάλης των ατόμων προς επικράτηση, που έχουμε στα ζώα. Π.χ. Τα άνθη ή τα φυτά δεν παλεύουν μεταξύ τους, όπως παλεύουν τα αρσενικά των περισσοτέρων ζώων, προκειμένου να κατακτήσουν το θηλυκό. Αλλά και στα ζώα η διασταύρωση ατόμων με άλλα ετεροειδή είναι σπάνια. Η σύζευξη γίνεται μόνο μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους. Όμως κι η σύζευξη αυτή δεν οδηγεί στην παραγωγή νέου είδους• συνεχίζει να διαιωνίζει το είδος, στο οποίο ανήκουν τα άτομα. Πάντως στη διασταύρωση ατόμων διαφορετικών ειδών δεν παράγονται άτομα γόνιμα, τα οποία είναι ικανά για αναπαραγωγή. Επομένως η διασταύρωση ατόμων διαφορετικών ειδών οδηγεί σε αδιέξοδο. Π.χ. Η διασταύρωση όνου και ίππου δίνει τον ημίονο (= μουλάρι), ο οποίος δε δίνει απογόνους. Επίσης η διασταύρωση λύκου και σκύλου μας δίνει μη γόνιμους απογόνους.
Επειδή η «γενετήρια επιλογή» προϋποθέτει πλήθος από άτομα, ο Δαρβίνος δέχτηκε ότι αυτή μπορεί να συμβεί μεταξύ ψαριών, πουλιών και θηλαστικών. Έτσι όμως αποκλείουμε από το νόμο αυτό όχι μόνο το φυτικό βασίλειο, αλλά και μεγάλο μέρος από το ζωικό. Επομένως τελικά μένει ένα μικρό μέρος ατόμων, στα οποία μπορεί να ισχύσει ο νόμος αυτός. Αλλά τότε γιατί θα ’ταν αναγκαία η γενετήρια επιλογή για τόσο λίγα είδη, σε τόσο μικρό κύκλο;
Υπάρχει όμως ακόμη και ένας άλλος σοβαρός αντίλογος. Μεταξύ των πτηνών η σύζευξη δε γίνεται πάντοτε κατόπιν επιλογής. Άλλωστε ο Δαρβίνος δε φαίνεται να ’ναι βέβαιος για την απόλυτη ισχύ του νόμου στα πτηνά. Δέχεται με πολύ δισταγμό την ισχύ του στα πτηνά• και υιοθετώντας τη γενετήρια επιλογή στα πτηνά στηρίχτηκε σ’ άλλους, οι οποίοι όμως δεν πρόσφεραν αποδείξεις. Αλλά και μεταξύ των θηλαστικών επίσης (π.χ. σκύλων, γάτων κ.τ.ό.) το ίδιο παρατηρείται. Η σύζευξη γίνεται αδιάκριτα και όχι κατόπιν επιλογής. Τούτο, το δέχεται κι ο Δαρβίνος στο βιβλίο του «Περί της Καταγωγής του Ανθρώπου» (17).
γ) Σχετικά με τα όσα λέει ο Δαρβίνος για την επίδραση του περιβάλλοντος έχουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: ο Δαρβίνος απέδωκε στον παράγοντα αυτό μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα από όση έπρεπε. Γιατί το περιβάλλον ποτέ δεν μπορεί να δημιουργήσει νέες ιδιότητες, ούτε να προκαλέσει μεταβολές, οι όποιες ήσαν άλλοτε άγνωστες και ξένες στον οργανισμό. Εκτός αυτού στο ίδιο περιβάλλον παρατηρούμε τους πιο διάφορους και ανόμοιους τύπους• και σε περιβάλλοντα εντελώς διαφορετικά βρίσκουμε τους πιο συγγενείς και καταπληκτικά όμοιους τύπους. Εξάλλου συναντούμε στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος και μήκος — όπως π.χ. στην Αμερική και στην Αυστραλία — ζωή και βλάστηση ολότελα διαφορετική.
Πέρα απ’ αυτά όμως υπάρχουν και είδη, που είναι αδύνατο να εγκλιματισθούν σ’ όλα τα κλίματα, να ζήσουν και να ευδοκιμήσουν σ’ αυτά. Είναι τόσο δύσκολα στην προσαρμογή τους στο νέο φυσικό περιβάλλον, ώστε και μονάχα η μετακίνησή τους τα εξολοθρεύει!
Συμπερασματικά λοιπόν τονίζουμε ότι το περιβάλλον δε δημιουργεί νέο τύπο. Μονάχα βοηθεί ή ευνοεί τα άτομα ή τα φυτά εκείνα, που προσαρμόζονται εύκολα στο νέο φυσικό περιβάλλον που βρέθηκαν.
δ) Για το νόμο της συσχετίσεως των οργάνων μεταξύ τους σημειώνουμε τούτο: Αν τον δεχθούμε, τότε πρέπει ν’ απορρίψουμε την άλλη (και μάλιστα πολύ βασική) θέση της θεωρίας του Δαρβίνου• τη θέση που λέει ότι τα είδη εξελίσσονται με βραδύ ρυθμό.
Δυο παραδείγματα θα κάνουν αντιληπτό αυτό που θέλουμε να πούμε.
Το πρώτο παράδειγμα. Ας δεχθούμε πως τα πτηνά και τα ερπετά προήλθαν από τη θάλασσα ύστερα από εξέλιξη. Αλλά τα ψάρια αναπνέουν με βράγχια, κολυμπάνε με πτερύγια• ενώ τα πουλιά αναπνέουν με πνεύμονες, πετούν με φτερά και περπατάνε με πόδια. Επομένως καθώς γινόταν η μεταβολή του ψαριού σε πτηνό και οι πνεύμονες αντικαθιστούσαν τα βράγχια, θα ’πρεπε ταυτόχρονα και με άλλο απότομο άλμα, και χωρίς καθυστέρηση ν’ αλλάξουν κι ένα σωρό άλλα όργανα, ώστε να μπορεί ο νέος οργανισμός να ζει στη στεριά. Γιατί αν άλλαζαν μόνο τα βράγχια και γίνονταν πνεύμονες, δεν είχε όμως ο νέος οργανισμός πόδια για να περπατά, ράμφος με το οποίο να μπορεί να τρέφεται στο νέο περιβάλλον κ.λ.π., ο οργανισμός αυτός δε θα μπορούσε να ζήσει• το αποτέλεσμα θα ήταν να αφανισθεί πολύ γρήγορα. Κι αν ακόμη το ψάρι γινόταν αμφίβιο, και πάλι, μαζί με τα νέα όργανα αναπνοής, έπρεπε να μεταβληθούν αμέσως και μ’ ένα άλμα πολλά άλλα όργανα. Θα ’πρεπε να μεταβληθεί π.χ. ριζικά το φλεβικό και αρτηριακό σύστημα, ν’ αναστατωθούν και να... ξανατοποθετηθούν τα σπλάχνα και άλλα όργανα...
Το δεύτερο παράδειγμα. Ένα ζώο χορτοφάγο, που αναγκάστηκε από τα πράγματα ν’ αλλάξει δίαιτα και να γίνει σαρκοφάγο, ή θα ψοφούσε από την πείνα ή θα ’πρεπε να υποστεί μια ολόκληρη σειρά μεταβολών στον οργανισμό του, προκειμένου να προσαρμοσθεί στη νέα του δίαιτα. Γιατί το χορτοφάγο δε θα ’χε ούτε νύχια για ν’ αρπάζει και να ξεσχίζει το θήραμά του ούτε κατάλληλα δόντια για να μασά κρέατα ούτε στομάχι και έντερα, που να μπορούν να χωνέψουν τα λίπη και τη νέα γενικά τροφή. Όλα όμως αυτά τα όργανα (νύχια, δόντια, στομάχι, έντερα) έπρεπε ν’ αλλάξουν αμέσως και συγχρόνως κι όχι σταδιακά και σε μεγάλα διαστήματα χρόνου (18).
Όλες αυτές οι άμεσες και ταυτόχρονες αλλαγές έρχονται σ’ αντίθεση με τη θεωρία του Δαρβίνου, ο οποίος υποστήριζε πως η εξέλιξη στα είδη δεν προχωρεί με άλματα, Αλλά προχωρεί αργά, με πολύ βραδύ ρυθμό. («Natura non facit saltum» = η φύση δεν κάνει πηδήματα, έγραψε ο Δαρβίνος). Ώστε και ο νόμος της συσχετίσεως των οργάνων μεταξύ τους, έρχεται ν’ αποδείξει ακόμη μια φορά το Δαρβίνο σαν άνθρωπο, που «φάσκει και αντιφάσκει»!
7. Αφού εξετάσαμε τις βοηθητικές θεωρίες του Δαρβίνου μία - προς - μία, πρέπει ν’ αναφέρουμε αυτό που γράφει ο σύγχρονος μας P. Thuillier (Τυϊγιέρ) για το σύνολο των βοηθητικών θεωριών του Δαρβίνου. Γράφει λοιπόν:
Στο Δαρβινισμό υπάρχει ένας πυρήνας σκληρός, που είναι η θεωρία της φυσικής επιλογής, και μια ζώνη ασφαλείας, που είναι αχανής διάταξη θεωριών και απόψεων βοηθητικών, οι οποίες εξασφαλίζουν την προστασία του σκληρού πυρήνα. Μερικές φορές, διαβάζοντας τη θεωρία του Δαρβίνου, έχεις την εντύπωση ότι ο Δαρβίνος προσπαθεί με αυθαίρετες παρεμβάσεις και με κάθε θυσία να προστατεύσει τη φημισμένη θεωρία του (19).
8. Πέρα απ’ αυτά ο Δαρβίνος προχώρησε στη διατύπωση της βασικής θεωρίας του και των βοηθητικών θεωριών του χωρίς να πολυνοιάζεται για αποδείξεις και πειραματικά δεδομένα. Ο Δαρβίνος αισθανόταν περισσότερο από κάθε άλλο ότι η θεωρία της εξελίξεως δεν ήταν παρά μια υπόθεση. Με αξιέπαινη ειλικρίνεια ομολογεί: «Πολλές ιδέες που εκφράστηκαν εδώ  είναι θεωρητικής τάξεως και αναμφίβολα θα βρεθεί ποιες  θ’ αναγνωριστούν ανακριβείς» (20). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι απέφευγε να παρουσιάζει τα διάφορα συμπεράσματα του «υπό τύπον κατηγορηματικών και θετικών πορισμάτων». Χρησιμοποιούσε πάντα τις φράσεις: «Μου φαίνεται ότι...». «οδηγούμαι στο να πιστέψω ότι...», «Είναι απλούστερο να υποθέσει κάποιος ότι...». Γι’ αυτό ο ιατρός, διαπρεπής φυσιογνώστης και Καθηγητής της ανθρωπολογίας ντε Κατρεφάζ (de Quatrefages) μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιστημών, επικρίνοντας όλη αυτή την πιθανολογία του Δαρβίνου, που είναι ελάχιστα επιστημονική (ailure peu scientifique) παρατηρούσε:
Ισχυρίζεσθε ότι αυτό σας φαίνεται έτσι• νομίζετε προτιμότερο να πιστεύσετε στη μεταβολή των μορφών• είστε «πεπεισμένος» ότι τα σημερινά είδη κατάγονται από κοινούς προγόνους. Αλλά αν φαίνεται σε μένα προτιμότερο το αντίθετο, εάν εγώ έχω την πεποίθηση, ότι η αντίθετη γνώμη είναι πιθανότερη, τότε έχω το δικαίωμα να υποστηρίξω τα αντίθετα από εκείνα, που υποστηρίζετε σεις.
Και ο ντε Κατρεφάζ, που ήταν ιδιαίτερος φίλος του Δαρβίνου, χωρίς όμως να συμμερίζεται τις περί εξελίξεως θεωρίες του, συνεχίζει:
Ο επιστημονικός συλλογισμός δεν προβάλλεται ποτέ έτσι• προβάλλεται διαφορετικά. Στο ζήτημα που τίθεται, θα ’πρεπε να παρατεθούν γεγονότα μεταβολής ειδών. Γεγονότα, που έχουν βεβαιωθεί και εξακριβωθεί, ώστε να βγάλει κανείς από αυτά ένα γενικό συμπέρασμα (21).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Δαρβίνος στο βιβλίο του «Περί της Καταγωγής των Ειδών» χρησιμοποιεί συχνότατα την υπόθεση, προκειμένου να οικοδομήσει τη θεωρία του. Στο βιβλίο του «Περί της Καταγωγής των Ειδών» η φράση «we may well suppose» (= μπορούμε να υποθέσουμε εύλογα, δικαιολογημένα) απαντάται πάνω από μισή χιλιάδα φορές!
Ο Άγγλος Παλαιοντολόγος L. Μ. Davis (Ντέϊβις) παρατηρεί σχετικά:
«Έχει βρεθεί ότι στο έργο του Δαρβίνου «Η Καταγωγή των Ειδών» τουλάχιστον 800 φράσεις είναι διατυπωμένες στην υποθετική διατύπωση (π.χ. Ας υποθέσουμε», ή «μπορούμε να συμπεράνουμε»). Ήταν η συνήθεια του Δαρβίνου να συγχέει το πιθανό με το απίθανο, μια συνήθεια πού, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί προσβολή εναντίον της Επιστήμης» (22).
Ο μαθηματικός William Hopkins (Ουίλλιαμ Χόπκινς), ένας από τους επιφανείς επιστήμονες των χρόνων του, και μάλιστα των εφαρμοσμένων μαθηματικών στη Φυσική και στη Γεωλογία, γράφει:
«Τολμούμε να βεβαιώσουμε χωρίς το φόβο να πέσουμε σε αντίφαση, ότι μια φυσική θεωρία σχετική με τα οργανικά υλικά, που δεν στηρίζεται σε άριστα δεδομένα, θα απορριπτόταν αμέσως και ολοκληρωτικά από κάθε πρόσωπο, που θα επιφορτιζόταν να την κρίνει».
Ο Χόπκινς, δίνοντας την αυστηρή και στενή έννοια στη λέξη «εξηγώ», πρόσθετε:
«Η θεωρία του Δαρβίνου δεν εξηγεί τίποτε, διότι αυτή βρίσκεται μέσα στην αδυναμία να διαγράψει μια σχέση απαραίτητη μεταξύ των φαινομένων και των αιτιών, που τα προκαλούν» (23).
Αλλά κι ένας άλλος επιστήμονας, σύγχρονος του Δαρβίνου, ο John F. W. Herschell (Τζών Χέρσιελλ), κορυφαία επιστημονική αυθεντία της εποχής του, καταδίκασε τη θεωρία του Δαρβίνου. Αυτός συνόψισε την κρίση του σε μια φράση, που έγινε φημισμένη. Είπε:
«Η θεωρία της φυσικής επιλογής είναι «ο νόμος του φύρδην - μίγδην, του ανάκατα» κι επομένως μία θεωρία ασύστατη (la theorie de la selection etait «la loi de higgledy - piggledy», c’ est - a - dire une speculation inconsistante) (24).
Παραδεχόμαστε μαζί με το Δαρβίνο, πως οι κριτικές του Χόπκινς και του Χέρσιελλ είναι αρκετά σκληρές. Είναι τέτοιες, γιατί δε λαμβάνουν υπόψη ότι πρόκειται για ένα αντικείμενο με φοβερή παραλλακτικότητα, ιδιομορφία, ποικιλομορφία, διαφοροποίηση, ισχυρές αποκλίσεις και παρεκκλίσεις από το μέσο όρο. Αυτό το αντικείμενο έπρεπε να διαμορφωθεί, να ενταχθεί και να υπακούσει στη θεωρία του Δαρβίνου, που ήταν αδύνατο να έχει την επιστημονική ακρίβεια και αυστηρότητα π.χ. της Νευτονίου Μηχανικής ή οποιουδήποτε αλλού μαθηματικού νόμου.
Όμως υπάρχει ένα ουσιαστικό σημείο, για το οποίο ο Δαρβίνος έχει πολύ μεγάλη ευθύνη. Το σημείο αυτό είναι η ολοφάνερη, η προκλητική, θα λέγαμε, έλλειψη αποδείξεων, προς τις οποίες φαίνεται ότι ο Δαρβίνος δεν έτρεφε καθόλου συμπάθεια! Τούτο άλλωστε είναι φανερό και από ένα γράμμα του προς το φίλο και θερμό υποστηρικτή του, το Γεωλόγο Κάρολο Λάϊελλ (Lyell). Έντονα δυσαρεστημένος και φανερά πειραγμένος ο Δαρβίνος από την κριτική του Χόπκινς έγραφε στο Λάϊελλ: «Με το κριτήριο των αποδείξεων (του Χόπκινς), οι φυσικές επιστήμες δεν πρόκειται να κάνουν καμιά πρόοδο, γιατί είμαι πεπεισμένος πως χωρίς θεωρία δεν μπορεί να υπάρχει έρευνα» (25). Σωστά γράφει ο Δαρβίνος «πως χωρίς θεωρία δεν μπορεί να υπάρχει έρευνα». Γιατί «μια καλή θεωρία πρώτα απ’ όλα προκαλεί καλές ερωτήσεις και σωστές παρατηρήσεις». Αυτές επιτρέπουν τη δημιουργία ενός διαλόγου με τα φαινόμενα, και ο διάλογος αυτός μας οδηγεί στο να βρούμε αποδείξεις. Όμως είναι και βασική αλήθεια ότι χωρίς αποδείξεις — αν όχι μαθηματικές, τουλάχιστο πειραματικές — δεν μπορεί να θεμελιωθεί σοβαρή επιστημονική θεωρία.
9. Ας παραβλέψουμε όλα τα σκοτεινά σημεία, την ατέλεια, τη νεφελώδη διατύπωση και τις αντιφάσεις της «φυσικής επιλογής». Ας παραδεχθούμε ότι όλα, όσα γράφει ο Δαρβίνος, είναι σαφή, κατανοητά και γνωστά γύρω από τον τρόπο λειτουργίας της «φυσικής επιλογής». Πέρα λοιπόν απ’ όλα αυτά υπάρχει ακόμα ένα σημείο αντιλεγόμενο στο όλο οικοδόμημα του Δαρβινισμού. Το σημείο αυτό είναι το ακόλουθο: Σε ποιες παραλλαγές των ατόμων δρα η φυσική επιλογή; Στις μικρές η στις μεγάλες;
Πιο αναλυτικά: Είναι γνωστό πως τα άτομα διαφέρουν και παραλλάσσουν μεταξύ τους κατά διάφορο τρόπο. Άλλα παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους και άλλα μικρές. Κι εδώ τίθεται το πρόβλημα: Πάνω σε ποιες διαφορές λειτουργεί η φυσική επιλογή; Ποιες διαφορές χρησιμοποιεί για να δώσει νέα είδη; Χρησιμοποιεί τις μικρές ή τις μεγάλες διαφορές;
Το πρόβλημα δεν είναι απλό• είναι βασικό και σπουδαίο. Γιατί αν η φυσική επιλογή δρα επάνω στις μεγάλες διαφορές, τότε υπάρχει μια εξέλιξη των ειδών απότομη, διακεκομμένη, ασυνεχής, χωρίς συνδετικούς κρίκους και ενδιάμεσες μορφές. Τότε υπάρχουν μεταξύ των ειδών κενά και χάσματα. Αν, αντίθετα, η φυσική επιλογή χρησιμοποιεί τις μικρές διαφορές και μεταβολές για να δημιουργήσει τα είδη, τότε έχουμε μια εξέλιξη βαθμιαία, συνεχή μ’ όλους τους ενδιάμεσους και μεταβατικούς τύπους.
Ο Δαρβίνος δε δυσκολεύθηκε ούτε αμφιταλαντεύτηκε στο σημείο αυτό. Άλλωστε δεν είχε και περιθώρια εκλογής. Γι’ αυτό είπε καθαρά πως η φυσική επιλογή λειτουργεί, ενεργεί, δρα στις μικρές διαφορές• δηλαδή δέχτηκε ανοιχτά πως η εξέλιξη είναι συνεχής μ’ όλες τις ενδιάμεσες και μεταβατικές μορφές.
Για να στηρίξει τη θέση του αυτή, μπορούσε να χρησιμοποιήσει ορισμένα τουλάχιστον φαινομενικώς επιστημονικά επιχειρήματα από την Εμβρυολογία• θα μπορούσε, εάν ήθελε, να βασιστεί σ’ αυτά. Εντούτοις δεν προτίμησε τις επιστημονικές αποδείξεις, αλλά τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές θεωρήσεις. Αυτός είπε (το αναφέραμε και προηγουμένως): «Η φύση δεν κάνει πηδήματα» (26). Άρα δεν έχουμε κενά και χάσματα μεταξύ των ειδών, αλλά συνεχή εξέλιξη. Ο Δαρβίνος είπε πως είναι αδύνατο a priori (= εκ των προτέρων) να δεχθούμε, ότι τα είδη μεταλλάσσονται με τρόπο ασυνεχή. Ήταν δε τόσο επίμονος στη θέση αυτή, ώστε κατηγορούσε όλους τους θεωρητικούς. Αυτούς τους ονόμαζε «καταστροφείς», που ήθελαν να εξηγήσουν τη γεωλογική και βιολογική ιστορία του πλανήτη μας με τους διάφορους καταστροφικούς κατακλυσμούς (όπως αυτόν της Π. Διαθήκης) και με τις διαδοχικές δημιουργίες, που έγιναν με την επέμβαση του Δημιουργού Θεού. Τούτο όμως προϋποθέτει την παραδοχή μιας υπερφυσικής και μυστηριώδους δυνάμεως, που βρίσκεται πέρα και πάνω από την επιστήμη. Κάτι τέτοιο μας εισάγει στην «περιοχή του μυστηρίου, του θαύματος» από την επέμβαση του Θεού. Επομένως, πάντα κατά το Δαρβίνο, πρέπει ν’ απορριφθεί η ασυνεχής εξέλιξη.
Έτσι όμως οι μεγάλες παραλλαγές και διαφορές μεταξύ των ατόμων δεν μπορούν να ενταχθούν, δεν έχουνε θέση στη Δαρβινική θεωρία της φυσικής επιλογής. Η θεωρία αυτή δε σχετίζεται καθόλου με τις μεγάλες παραλλαγές και διαφορές, γιατί αλλιώς πρέπει να δεχθούμε ότι η φυσική επιλογή δημιουργεί τα είδη, εντελώς διάφορα μεταξύ τους, χωρίς μεταβατικές, ενδιάμεσες μορφές. Συνεπώς πρέπει να δεχθούμε μια ασυνεχή εξέλιξη ειδών ή ότι «ή φύση κάνει πηδήματα».
Παρόλα αυτά ο S. Herbert (Χέρμπερτ) σημειώνει — κι εδώ  βρίσκεται η πιο μεγάλη, η πιο τρομερή ίσως αντίφαση του Δαρβίνου προς τη θεωρία του — ότι ο Δαρβίνος πριν αναπτύξει τις απόψεις του για την εξέλιξη διοχέτευσε την ακόλουθη ιδέα: Αν ένα είδος μεταλλάσσει και δίνει άλλο είδος, τότε αυτό οφείλει να γίνεται με ένα πήδημα! (27) Αν αυτό που γράφει ο Χέρμπερτ για το συμπατριώτη του είναι αληθινό (εμείς δεν έχουμε λόγο ν’ αρνηθούμε την αξιοπιστία του), τότε πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ αμφιβάλλουμε για τη σοβαρότητα των απόψεων του Δαρβίνου.
Ύστερα απ’ αυτά ξαναγυρνούμε στο πρόβλημα, που θέσαμε πιο πάνω. Είπαμε πως για το Δαρβίνο σημασία για την εξέλιξη έχουν οι μικρές διαφορές κι όχι οι μεγάλες. Τότε όμως ποια είναι η σημασία των μεγάλων διαφορών, ποιος ο ρόλος της φυσικής επιλογής στις μεγάλες διαφορές; Ο Δαρβίνος ήθελε να ξεμπερδέψει απ’ αυτές τις ενοχλητικές διαφορές. Και τι έκανε; Τις κατέταξε στην κατηγορία των... «τεράτων»! Δέχτηκε πως αυτά είναι αφύσικα κι ανεξήγητα, γι’ αυτό θα ’πρεπε να τα... παραμερίσει.
Αλλά μ’ αυτό τον παραμερισμό το πρόβλημα μένει άλυτο. Διότι παρουσιάζονται αμέσως νέες δυσκολίες. Όπως το υπογράμμιζε σε άρθρο του και ο Fleeming Jenkin (Τζένκιν), ένας από τους πιο διορατικούς κριτικούς του Δαρβίνου, πώς μπορούμε να φανταστούμε ότι τόσο μικρές διαφορές μεταξύ των ατόμων μπορούν να παραγάγουν νέα όργανα και κατ’ επέκταση νέα είδη; (28)
Ο Δαρβίνος έπρεπε και πάλι να βγει από το αδιέξοδο, στο οποίο τον οδήγησε η παραδοχή, ότι μόνο oι μικρές διαφορές συντελούν στην εξέλιξη. Αναγκαστικά λοιπόν δέχτηκε και έκανε την ακόλουθη υπόθεση• είπε:
Τέτοιες μικρές διαφορές εμφανίζονται συγχρόνως μέσα στην ίδια τη γενιά σε τεράστιο αριθμό ατόμων (ώστε να μπορούν να διατηρούνται και στην επόμενη γενιά)• ακόμη οι μικρές αυτές διαφορές έχουν την ευαισθησία να παρουσιάζονται και πάλι στη συνέχεια πολλές φορές.
Όμως οι παραδοχές κι οι υποθέσεις αυτές του Δαρβίνου βρίσκονται μάλλον στην περιοχή του απίθανου• εξάλλου δεν ικανοποιούν ούτε και το Δαρβίνο...
Γι’ αυτό ακριβώς δεν εδίστασε να προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Έτσι απέδωσε σημαντικό ρόλο στις μεταβολές του περιβάλλοντος και διατύπωσε τη βοηθητική θεωρία για την «επίδραση του περιβάλλοντος», την οποία παρουσιάσαμε και κρίναμε προηγουμένως.
Όλες όμως αυτές οι αναθεωρήσεις και ανασκευές του Δαρβίνου από την αρχική θέση, μπορούν να χαρακτηρισθούν, το λιγότερο αρκετά αυθαίρετες, σημειώνει ο P. Thuillier (Τυϊγιέρ). Εξάλλου πρέπει να πούμε ότι ο Δαρβίνος στο βιβλίο του «Περί της Καταγωγής του Ανθρώπου» διατυπώνει την επιφύλαξη (αλλά μάλλον φαίνεται σα να εκφράζει συγγνώμη):
«Είχα ίσως αποδώσει υπερβολική σημασία στο ρόλο της φυσικής επιλογής ή της επιβίωσης του ικανότερου. Γι’ αυτό κι άλλαξα», γράφει, «την πέμπτη έκδοσή του (= του βιβλίου «Περί της Καταγωγής του Ανθρώπου»), έτσι που να περιορίσω τις παρατηρήσεις μου στις προσαρμογές κατασκευής».
Κα! παρακάτω ομολογεί:
Αν διέπραξα κάποιο σφάλμα είτε, πράγμα που δυσκολεύομαι πολύ να παραδεχτώ, αποδίδοντας μεγάλη σημασία στη δύναμη της φυσικής επιλογής είτε, πράγμα που καθαυτό είναι πιθανό, παριστάνοντας υπερβολικότερη αυτή τη δύναμη, ελπίζω τουλάχιστο, πως πρόσφερα κάποια υπηρεσία, συμβάλλοντας στο να ανατραπεί το δόγμα της ξέχωρης δημιουργίας των ειδών» (29).
Δηλαδή ούτε πολύ ούτε λίγο ο ίδιος ο Δαρβίνος μειώνει τη σημασία του πυρήνα της θεωρίας του• αποδυναμώνει σημαντικά το... Δαρβινισμό!...
Και γιατί όλα αυτά τα λυπηρά πράγματα; Γιατί όλες αυτές οι αντιφατικές ανασκευές, οι υποχωρήσεις και παλινδρομήσεις; Απλούστατα, για να αποδειχθεί και να διατηρηθεί η συνεχής προοδευτική εξέλιξη. Ή ορθότερα για ν’ αποκλεισθεί η εξέλιξη με πηδήματα. Διότι μια τέτοια εξέλιξη ερχόταν σ’ αντίθεση προς το αγαπημένο δόγμα του Δαρβίνου «η φύση δεν κάνει πηδήματα». Και ακόμη, «για να ανατραπεί», όπως γράφει, «το δόγμα της ξέχωρης δημιουργίας των ειδών». Διότι μια τέτοια εξέλιξη κι ένα τέτοιο δόγμα οδηγεί σε περιοχές μεταφυσικές και μυστηριώδεις• με μια λέξη, οδηγεί στο Θεό!... Είναι δηλαδή ολοφάνερη και πάλι η ψύχωσή του κατά της «ειδικής δημιουργίας», που προϋπέθετε Θεό -Δημιουργό του κόσμου. Αλλά ο Δαρβίνος είχε γίνει αγνωστικιστής• με το Θεό δε βρισκόταν πια σε αγαθές σχέσεις• πώς να τον παραδεχθεί; Έτσι λοιπόν αρνιόταν την παρουσία του, τη δύναμη του και το δημιουργικό του έργο δογματικά, αποφαντικά, χωρίς αποδείξεις!...
10. Υπάρχει ακόμη ένα πρόβλημα, μια ένσταση, που πρέπει να εξετάσουμε. Ας δεχτούμε αυτό που λέει ο Δαρβίνος• ότι δηλαδή υπήρξε προοδευτική εξέλιξη με τη βαθμιαία καταγωγή ενός είδους από το άλλο. Τότε όμως πώς εξηγείται η φανερή διάκριση, που παρατηρείται μεταξύ των διαφόρων μορφών ζωής; Πώς εξηγείται η απουσία αναρίθμητων κρίκων μεταξύ της μιας μορφής και της άλλης;
Σ’ αυτό το πρόβλημα, σ’ αυτή την ένσταση ο Δαρβίνος ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος. Γι’ αυτό διακήρυττε θεωρητικά πως υπάρχουν χιλιάδες διαβαθμίσεις, που ενώνουν όλες τις μορφές, οι οποίες έζησαν η εξαφανίστηκαν στο πέρασμα των μεγάλων γεωλογικών περιόδων. Αναγνώριζε και δεχόταν πως δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Εξάλλου η δηκτική κριτική του συγχρόνου του Γεωλόγου και Παλαιοντολόγου Louis Aggassiz (Λουΐ Αγκασσί), διακεκριμένου Αμερικάνου επιστήμονα (30), τον είχε πληγώσει. Μεγάλες σειρές απολιθωμάτων ήσαν ελλιπείς• δεν υπήρχαν σ’ αυτά ενδιάμεσες μορφές• στα απολιθώματα παρουσιάζονταν μεγάλα κενά. Ο Παλαιοντολόγος Aggassiz, Καθηγητής της Ζωολογίας και Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο του Harvard (Χάρβαρντ, Η.Π.Α.), είχε δηλώσει: Η γενεαλογική συγγένεια των διαδοχικών ειδών δεν έχει καθόλου αποδειχθεί (31). Εξάλλου σήμερα ισχύουν τα όσα υποστήριξαν στη δεκαετία του 1970 οι ερευνητές Carson (Κάρσον), Stephen Jay Gould (Γκοόλντ) και Niles Eldredge (Έλντρετζ). Νεώτερα επιστημονικά δεδομένα των L. Η. Arita (Άριτα, 1979), Κ. Υ. Kaneshiro (Κενισιήρο, 1979) και J. Ν. Ahern (Αέρν, 1970) επιβεβαιώνουν τη θεωρία του Carson (Κάρσον). Αλλά για τα δεδομένα αυτά θα μιλήσουμε, όταν θα πούμε τι ισχύει σήμερα• τι δέχεται η σύγχρονη επιστήμη, από το 1970 κι εδώ σ’ επίπεδο πειραμάτων κι όχι θεωριών.
11. Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο της κριτικής του Δαρβινισμού, θα πρέπει να προσθέσουμε μερικές γενικές παρατηρήσεις, τόσο στη θεωρία της φυσικής επιλογής, όσο και στη θεωρία, που ασχολείται με τον αγώνα για την ύπαρξη ή για τη ζωή (the struggle for existence ή the struggle for life).
α) Ο Δαρβίνος, όπως είπαμε, εμπνεύσθηκε τη θεωρία της φυσικής επιλογής από τα επιτεύγματα των διασταυρώσεων, που έκαναν οι καλλιεργητές και ζωοτέχνες. Όμως κανένας γενετιστής δεν ισχυρίσθηκε ποτέ ότι με την τεχνητή επιλογή εδημιούργησε νέο είδος. Επέτυχε απλώς νέες ποικιλίες στο ίδιο είδος. Επομένως ο παραλληλισμός, που έκανε ο Δαρβίνος μεταξύ τεχνητής και φυσικής επιλογής, δεν έχει κανένα νόημα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμμιά πειραματική βάση, που θα μπορούσε να στηρίξει τη θεωρία ότι καινούργια είδη εξελίσσονται μέσω της φυσικής επιλογής. Σε όλα τα πειράματα, που έγιναν μέχρι σήμερα, είχαμε σαν αποτέλεσμα καινούργιες φυλές ή ποικιλίες στο ίδιο είδος, ποτέ όμως δεν είχαμε καινούργια είδη. Έτσι, για να φέρουμε κάποιο παράδειγμα, οι χελώνες παραμένουν χελώνες και η Drosophila παραμένει Drosophila, όσα εργαστηριακά πειράματα κι αν έγιναν. Ώστε μέχρι σήμερα επετύχαμε με τεχνητά μέσα να μεταβάλουμε τις ιδιότητες του ίδιου είδους και να σχηματίσουμε πολυάριθμες ποικιλίες (επετύχαμε π.χ. πάνω από 150 ποικιλίες περιστεριών, πάνω από 180 ποικιλίες σκύλων, πολλές ποικιλίες βοδιών, ίππων και άλλων κατοικιδίων ζώων), ουδέποτε όμως κατορθώσαμε να μεταμορφώσουμε τα είδη και να παραγάγουμε από ψάρια πτηνά, από βόδια πρόβατα ή από σκύλους λαγούς!...
Ο Καθηγητής και Ακαδημαϊκός Θεμ. Διαννελίδης συνοψίζει τη θέση αυτή με τα ακόλουθα:
«Πραγματική εικόνα της δράσεως της φυσικής επιλογής μπορούμε να έχουμε από την τεχνητή επιλογή, που πραγματοποιούν οι διατρέφοντες και επιλέγοντες φυλές (ράτσες) χρησίμων ζώων. Με αυτήν επιτυγχάνονται π.χ. καλύτερες γαλακτοπαραγωγοί αγελάδες ή φυλές σκύλων ποικίλες και απροσδόκητες, αλλά ποτέ δεν εδημιούργησαν με τον τρόπο αυτό νέα είδη» (32).
Εξάλλου «η φυσική επιλογή όχι μόνο δε δημιουργεί νέα είδη, αλλ’ ούτε καν θεωρείται δημιουργική δύναμη της εξελίξεως των ειδών• και ακόμη δρα σαν μηχανισμός διατηρήσεως της υπάρχουσας τάξεως και καταστάσεως» (33).
β) Ο Δαρβίνος έλεγε ότι η φυσική επιλογή, την οποία είχε περί πολλού, είναι τυχαία. Όμως δεν είναι καθόλου τυχαία. Σωστά παρατήρησε ο Ι. Μ. Lerner (Λέρνερ), ότι από απόψεως ορισμού, επιλογή είναι η μη τυχαία διαφορετική αναπαραγωγή γενοτύπων (γονότυπων) (34). Αυτή καθεαυτή λοιπόν η φυσική επιλογή δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο Λέρνερ δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Γι’ αυτό παρατηρεί πολύ ορθά ο Βασ. Νοϊτσάκης, Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Διδάκτορας του U.S.T.L. του Montpellier:
«Αλλά από τη στιγμή που αρχίζουμε ν’ αμφισβητούμε το ρόλο της τύχης στη φυσική επιλογή, δεχόμαστε έμμεσα την ύπαρξη σκοπιμότητας και προεγκατεστημένου σχεδίου. Από την άλλη μεριά, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι αυτός ο ίδιος όρος επιλογή αποκλείει εκ των προτέρων το τυχαίο. Επιλογή σημαίνει χρήση κριτηρίων για πραγματοποίηση επιδιωκομένου σκοπού• διαφορετικά δε χρειάζεται να επιλέξω• τύχη και επιλογή είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Ακόμη περισσότερο, επιλογή είναι η έκφραση μιας πραγματικής σκοπιμότητας και η βεβαίωση της τάξεως στη φύση, που εμφανίζεται παντού σ’ όλα και έξω από την οποία δε θα υπήρχε παρά αταξία, αναρχία και χάος» (35).
γ) Οι μεταβολές των οργανισμών, από τις οποίες ορμήθηκε ο Δαρβίνος για να διατυπώσει τη θεωρία του περί «φυσικής επιλογής», δεν είναι απεριόριστες. Το μεταβλητό των οργανισμών δεν είναι απεριόριστο. Περικλείεται σε πολύ στενά όρια, τα οποία όμως δε θίγουν καθόλου τους ουσιαστικούς χαρακτήρες του κάθε είδους. Ακόμη οι μεταβολές προχωρούν, όπως είπαμε, με άλματα και δημιουργούν, μόλις παρουσιασθούν, νέο διακριτικό γνώρισμα του ατόμου και κάποιο σοβαρό προσόν, που μπορεί να το προστατεύσει στον αγώνα του για την ύπαρξη.
δ) Όσον αφορά στον αγώνα για ύπαρξη, υπογραμμίζουμε πως ο Δαρβίνος του έδωσε πάρα πολλή σοβαρότητα, ένταση και έκταση -•τόση  που ο αγώνας αυτός δεν έχει. Ο Ε. Μπιτσάκης παρατηρεί:
«Ο δημιουργός της θεωρίας της εξέλιξης (= ο Δαρβίνος) υπερτίμησε το ρόλο του αγώνα για την ύπαρξη, στην εξέλιξη των ειδών. Γιατί ανάμεσα στα άτομα του ίδιου είδους δεσπόζει η συνεργασία και όχι ο ανταγωνισμός, όπως συμβαίνει συχνά και με πληθυσμούς, που ανήκουν σε διαφορετικά είδη. Από το διαλεκτικό ζεύγος: συνεργασία -ανταγωνισμός, ο Δαρβίνος υπερτίμησε το δεύτερο. Και αυτό δεν ήταν τυχαίο: Ήταν μια ιδεολογική μεταφορά, στο χώρο της Βιολογίας, του ενδογενούς ανταγωνιστικού χαρακτήρα των αστικών κοινωνικών σχέσεων. Ο Χόμπς εξέφρασε επιγραμματικά αυτή την κατάσταση με τη φράση «πόλεμος των πάντων ενάντια στα πάντα» και ο Μάλθους τη θεώρησε πάγια κατάσταση στη θεωρία του για τον πληθυσμό (1798)» (36).
Ώστε έχουμε στο Δαρβίνο και μια προέκταση της θεωρίας του σε χώρο όχι επιστημονικό, αλλά καθαρά ιδεολογικό.
Πέρα απ’ αυτά όμως είναι γεγονός αναντίρρητο και τούτο: Υπάρχουν και πολλά είδη ζώων, που ζούνε ομαδικά και όχι μόνον δεν ανταγωνίζονται, αλλά προστατεύουν το ένα το άλλο και αμύνονται ομαδικά εναντίον των εχθρών τους. Τέτοια είναι π.χ. οι μέλισσες, τα μυρμήγκια, τα ψάρια, ορισμένα είδη πτηνών, ακόμη και ερπετών και θηλαστικών. Εξάλλου η απότομη εξαφάνιση ειδών πολύ γόνιμων και πολύ ισχυρών (όπως οι τριλοβίτες, οι αμμωνίτες, οι δεινόσαυροι κλπ.), για τα οποία μαρτυρεί η Παλαιοντολογία, μένει ολωσδιόλου ανεξήγητη και δεν επιβεβαιώνει καθόλου το νόμο του αγώνα για ύπαρξη. Αυτά τα είδη εξαφανίζονται ξαφνικά, χωρίς να προηγηθεί κανένας αγώνας για ύπαρξη• και χωρίς να παρουσιάσουν καμμιά αυξομείωση από τέτοιον αγώνα. Κι όλα αυτά τη στιγμή που άλλα άτομα, τα οποία ανήκουν σε κατώτατες και ατελέστατες κλάσεις {όπως π.χ. Τα εγχυματοειδή, τα μαλάκια, τα σκουλήκια, οι σπόγγοι, τα υδρόζωα), συνεχίζουν να υπάρχουν. Και όχι μόνο να υπάρχουν, αλλά και να ζούνε παράλληλα και μάλιστα κοντά σε ζώα, που είναι τέλεια εξελιγμένα και πολύ προικισμένα• κοντά σε ζώα, πολλά από τα οποία τα καταδιώκουν! Παρόλα αυτά και παρά την ατελή οργάνωσή τους τα είδη αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν, να αντιστέκονται και να νικούν στον αγώνα για την ύπαρξή τους (37).
 



Το φοβερότερο μυστήριο
ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ  ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙ ...
Περισσότερα >>
Β΄ Μέρος...
Περισσότερα >>