www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ. Η θεωρία του Δαρβίνου

  Είπαμε πως ο Δαρβίνος διάβασε τη θεωρία του Μάλθους το 1838. Είχε επίσης διαβάσει το 1844 το αμφιλεγόμενο βιβλίο «Ίχνη» η «Λείψανα της Φυσικής Ιστορίας της Δημιουργίας» (Vestiges of the Natural History of Creation) του Ρόμπερτ Τσέϊμπερς (Robert Chambers). Η σφοδρή κριτική όμως, που δέχτηκε το τελευταίο, έκανε το Δαρβίνο να διστάζει στο να εκθέσει ανοικτά τη θεωρία του. σε συζητήσεις με φίλους του έβλεπε πώς οι εξελικτικές ιδέες δεν ήσαν ευπρόσδεκτες. Τελικό έπαψε να συζητεί και μ’ αυτούς. Κυμαινόταν πολύ αν έπρεπε να προβάλει τις ιδέες του φοβόταν όμως πως, αργά -ή- γρήγορα, κάποιος άλλος θα δημοσίευε ιδέες όμοιες με τις δικές του, οπότε θα ’παιρνε εκείνος τη δόξα. Οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν μέσα στις αμφιταλαντεύσεις. Ήθελε να δημοσιεύσει τη θεωρία του, ήταν όμως και ευχαριστημένος που κάτι έμπαινε στη μέση και τον αναχαίτιζε. Αυτή η αβεβαιότητα τον βασάνιζε, του προξενούσε νευρικότητα, ταραχή, άγχος. Από το άλλο μέρος η ιδέα της εξελίξεως τον είχε κυριολεκτικά διαποτίσει τόσο πολύ τον είχε αιχμαλωτίσει, ώστε συζητήσεις, αλληλογραφία κλπ. είχαν μόνιμα αυτό το θέμα. Επί τέλους τα πράγματα τον εβίασαν να προχωρήσει.
Τον Ιούνιο του 1858 πήρε ένα γράμμα από τον Άγγλο φυσιοδίφη Alfred Russel Wallace (Άλφρεντ Ράσσελ Ουάλλας, 1823-1913), που ταξίδευε στο Μαλαϊκό Αρχιπέλαγος (Malay Archipelago). Ο θεμελιωτής της Ζωογεωγραφίας Ουάλλας ζητούσε τη γνώμη του Δαρβίνου για το κείμενο ενός άρθρου, που εσώκλειε και που ήθελε να δημοσιεύσει. Το άρθρο είχε τίτλο: «Τάση των ποικιλιών ν’ απομακρύνονται από τις αρχικές τους μορφές». Ο Δαρβίνος διαβάζοντας το άρθρο διαπίστωσε πως όσα έγραφε ο Ουάλλας ήταν μια επιτομή της δικής του θεωρίας, για την οποία δεν είχε δημοσιεύσει ακόμη τίποτε. Αυτό ήταν. Ο Δαρβίνος ξύπνησε! Θυμήθηκε πως ο φίλος του Κάρολος Λάϊελλ (Sir Charles Lyell, 1797-1875), διάσημος γεωλόγος, δυο χρόνια πριν, τον ειδοποίησε ότι έπρεπε να βιαστεί, γιατί ο Ουάλλας θα τον προλάμβανε και θα του ’κλεβε τη φήμη έτσι ο Δαρβίνος θα ’χάνε την αίγλη της προτεραιότητας σ’ ένα σπουδαίο επιστημονικό θέμα.
Αναστατωμένος και ταραγμένος ο Δαρβίνος έγραψε αμέσως στο Λάϊελλ λέγοντάς του πως τα λόγια του βγήκαν αληθινά. Αλλά το χειρόγραφο του Ουάλλας έπρεπε να δημοσιευθεί. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει; Ν’ αφήσει τον Ουάλλας να προηγηθεί;
Το πρόβλημα λύθηκε στα γρήγορα από τους δυό φίλους του Δαρβίνου, το Λάϊελλ και το γιατρό Χούκερ (Dr Hooker). Μεταξύ του Δαρβίνου και των Λάϊελλ - Χούκερ υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση και θαυμασμός. Μια κι ο Ουάλλας βρισκόταν μακριά και δεν ήταν δυνατό να μάθεί τι γινόταν στο Λονδίνο, οι Λάϊελλ και Χούκερ παρουσίασαν εσπευσμένα στην «Εταιρεία Λινναίου» (Linnean Society) του Λονδίνου δυό κείμενα του Δαρβίνου σχετικά με τη φυσική επιλογή. Το ένα ήταν απλώς σχέδιο ιδεών για τη φυσική επιλογή, γραμμένο το 1842 το άλλο ήταν μια επιστολή προς τον Καθηγητή Άζα Γκρέυ (Dr. Asa Grey). Το επιστημονικό άρθρο του Ουάλλας δημοσιεύθηκε μετά την επιστολή αυτή. Έτσι ο Δαρβίνος απαλλαγμένος... από κάθε αίσθημα ενοχής και... εντελώς αθώος, πέτυχε την προτεραιότητα. Όλα όμως αυτά, όταν τα κρίνουμε με αυστηρή επιστημονική δεοντολογία, φωνάζουν πως η προτεραιότητα στην ανακοίνωση δεν ανήκει στο Δαρβίνο!
Είτε έτσι είτε αλλιώς ο κύβος είχε ριφθεί. Ο Δαρβίνος δεν μπορούσε πια να αναβάλλει έπρεπε να βιαστεί. Τώρα ήταν υποχρεωμένος να υποστηρίξει τη θεωρία του, να την αποδείξει πριν την πολεμήσουν οι σύγχρονοι του επιστήμονες. Το υλικό όμως, που είχε στα χέρια του, ήταν αφθονότατο. Γι’ αυτό αποφάσισε να περιορισθεί σε μια περίληψη, και δήλωσε πως αργότερα θα εξέδιδε ογκώδη τόμο με όλο το υλικό, που διέθετε. Τελικά η περίληψη εκείνη έγινε ένας πολυσέλιδος τόμος, και δημοσιεύθηκε στα τέλη του 1859 με τίτλο «Περί της Καταγωγής των Ειδών» (1). Ο ογκωδέστερος τόμος δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Πάντως με το έργο του «Περί της Καταγωγής των Ειδών» έγινε πολύ σύντομα διάσημος σ’ όλο τον κόσμο (2).
Ο Δαρβίνος εξήγησε πως για τις επιστημονικές του απόψεις δεν είχε δεχθεί επιδράσεις από το Λαμάρκ, ούτε από τον παππού του Έρασμο Δαρβίνο (πρόδρομο του λαμαρκισμού). Είναι όμως φανερό πως ο Δαρβίνος επωφελήθηκε κι από τους δυό. Άλλωστε στα βιβλία παππού και εγγονού βρίσκουμε παράλληλες ιδέες. Μάλιστα ο εγγονός μεμφόταν τον παππού, ότι στήριξε τις αόριστες θεωρίες του περί εξελίξεως σε ανεπαρκείς παρατηρήσεις, ενώ ο ίδιος είχε να παρουσιάσει πλουσιότατο υλικό από τα ταξίδια του.
Ποιες όμως είναι οι θέσεις της θεωρίας του Δαρβίνου; Ας δούμε τις κύριες γραμμές της:
α) ο Δαρβίνος υποστηρίζει ότι ουσιαστικός παράγοντας εξελίξεως είναι «η φυσική επιλογή» (Natural Selection). Είπε: Οι καλλιεργητές κι οι ζωοτέχνες μπορούν και υποβάλλουν σε ειδική καλλιέργεια ορισμένα φυτά η ζώα ή εκλέγουν από κάποιο είδος τα πιο εξαιρετικά και προνομιούχα, τα απομονώνουν από τα άλλα και κατόπιν τα διασταυρώνουν με όμοιά τους. Έτσι επιτυγχάνουν την παραγωγή από το προνομιούχο είδος νέας παραλλαγής ή νέας φυλής ή νέας ράτσας. Το φαινόμενο αυτό, σκέφτηκε ο Δαρβίνος, φανερώνει μια τάση των οργανισμών για μεταβολή και στη φύση. Είπε: Γιατί να μη φαντασθούμε ότι και η φύση έχει την ίδια ικανότητα επιλογής; Γιατί να μην κατέχει κι αυτή τον ίδιο τρόπο, που χρησιμοποιείται από τους καλλιεργητές και ζωοτέχνες, για να σχηματίσει νέους χαρακτήρες, νέες ράτσες; Βέβαια, πρόσθετε ο Δαρβίνος, η μεταβολή αυτή στη φύση γίνεται με ρυθμό βραδύ. Συντελείται κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών και πάντως μέσα σ’ ένα μεγάλο πλήθος φυτών η ζώων.
Έτσι, κατά τον Δαρβίνο, πραγματοποιείται αδιάκοπα, αυτόματα, τυχαία, χωρίς σκοπό και χωρίς περιορισμό η μεταβολή και η εξέλιξη των ειδών. Αυτή η τάση των οργανισμών για μεταβολή με την ασύνείδη φυσική επιλογή μέσα στη φύση και χωρίς τη συνεργασία κάποιου λογικού παράγοντα, δημιούργησε το πλήθος των φυτικών και ζωικών ειδών. Γιατί, όσα φυτά ή ζώα ήσαν προνομιούχα και μπόρεσαν να επιζήσουν μέσα στο περιβάλλον, πολλαπλασιάστηκαν. Στη συνέχεια κληροδότησαν στους απογόνους τους τα δικά τους πλεονεκτήματα. Έτσι με τη «φυσική επιλογή», όπως την ονόμασε ο Δαρβίνος, ή τη «διατήρηση του πιο προσαρμοσμένου», εντελώς τυχαία κάτω από την πίεση εξωτερικών παραγόντων (των παραγόντων του περιβάλλοντος) γεννήθηκαν νέες ράτσες, νέοι απόγονοι. Τελικά οι νέες αυτές ράτσες, οι νέοι αυτοί απόγονοι ήσαν διαφορετικοί από τους πρώτους παλιούς - παλιούς προγόνους τους.
Ώστε η πρώτη έννοια στη θεωρία του Δαρβίνου, η έννοια κλειδί, είναι η ασύνειδη, αργή και αποτελεσματική φυσική επιλογή, η οποία μας δίνει την ποικιλία των ειδών που παρατηρείται στη φύση. Τα άτομα, ακόμα και τα πιο συγγενικά, παρουσιάζουν μεταξύ τους διαφορές μικρές η μεγάλες.
β) Ένας από τους βασικούς συντελεστές της φυσικής επιλογής είναι, κατά τον Δαρβίνο, «ο αγώνας για την ύπαρξη» (the Struggle for Existence) και την επικράτηση. Τον αγώνα αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα το πλήθος των ενόργανων όντων, που πολλαπλασιάζονται με μεγάλη ταχύτητα ακόμη τον δημιουργούν και οι κίνδυνοι, που αντιμετωπίζει το άτομο από τους εχθρούς του, όπως επίσης και άλλες δυσκολίες, προκειμένου να επιζήσει. Έτσι ένα φυτό π.χ. στην έρημο, για να επιζήσει, μάχεται εναντίον της ξηρασίας (αν και το πιο σωστό θα ήταν να πούμε, ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από την υγρασία).
Είναι αλήθεια πως τα διάφορα είδη των φυτών και των ζώων δεν πολλαπλασιάζονται ανάλογα με το πλήθος των σπόρων ή των σπερμάτων. Αν π.χ. αναπτύσσονταν σε τέλεια ψάρια όλα τα αυγά, που γεννούν τα δισεκατομμύρια των ψαριών, θα έπηζαν οι θάλασσες από ψάρια! Αν όλοι οι σπόροι των δένδρων βλαστούσαν, η γη θα σκεπαζόταν με πυκνότατη βλάστηση κλπ...
Ας αναφέρουμε δυό παραδείγματα: Κάποιοι υπολόγισαν πως αν ένα ζευγάρι ελεφάντων άρχιζε να γεννά απογόνους από το 30ό μέχρι το 90ό έτος, στο διάστημα αυτό των 60 χρόνων θα γεννούσε μονάχα έξι νέους ελέφαντες. Το ζευγάρι όμως αυτό, παρόλο που πολλαπλασιάζεται με τόσο βραδύ ρυθμό, θα ’ταν αρκετό ώστε σ’ ένα διάστημα 500 χρόνων να γεννήσει 15.000.000 (δεκαπέντε εκατομμύρια) ελέφαντες αρκεί βέβαια ο κάθε απόγονος να ζει ενενήντα χρόνια και ν’ αφήνει κατά τη διάρκεια της ζωής του έξι απογόνους. Αλλά το παράδειγμα των ελεφάντων είναι ένα τίποτε, αν λάβουμε υπόψη τα ψάρια, τους βατράχους, ή κάποια παράσιτα. Γιατί, όπως υπολογίζουν οι ειδικοί, ένα μονάχα ψάρι μπορεί να γεννήσει 120 (εκατόν είκοσι) εκατομμύρια ωάρια και ένας μεγάλος βάτραχος γεννά γύρω στις 20.000 (είκοσι χιλιάδες) αυγά το χρόνο. Επίσης ένα συνηθισμένο παράσιτο χοίρων (Ασκαρίδα η σκωληκοειδής) γεννά σ’ ένα μονάχα 24ωρο 700.000 (επτακόσιες χιλιάδες) αυγά...(3)
Είναι φανερό πως από τα σπέρματα των φυτών και των ζώων το μεγαλύτερο μέρος εξαφανίζεται η καταστρέφεται. Αλλά και από όσα βλαστήσουν η γεννηθούν, κατορθώνουν τελικά να επιζήσουν τα πιο ισχυρά και προνομιούχα, τα πιο πανούργα και τα πιο ευκίνητα (αν είναι ζώα η πτηνά) κλπ. Έτσι, καταλήγει ο Δαρβίνος, χάρη στον αγώνα για την ύπαρξη «που προέρχεται αναπόφευκτα από τη μεγάλη ταχύτητα, με την οποία όλα τα οργανικά όντα τείνουν να πολλαπλασιαστούν»(4), μπόρεσαν να επιζήσουν μέσα στη φύση, εντελώς ασύνειδα, το πιο ισχυρά και προνομιούχα άτομα.
Εκτός από τη φυσική επιλογή και τον αγώνα για ύπαρξη ο Δαρβίνος διατύπωσε κι άλλες βοηθητικές θεωρίες για να ερμηνεύσει τη βασική του θέση. Έτσι διατύπωσε:
γ) το «νόμο της κληρονομικότητας» (Law of Inheritance). Είπε πως κάθε μεταβολή χρήσιμη ή ωφέλιμη, που παρατηρήθηκε σε κάποιο φυτό η ζώο, μεταβιβάζεται στους απογόνους. Μ’ αυτό τον τρόπο η μεταβολή, που παρουσιάστηκε, γίνεται μόνιμη, σταθερή. Τα έκτακτα προσόντα, χάρη στα όποια το φυτό ή το ζώο κατόρθωσε να επιζήσει και να νικήσει τους αντιπάλους και τους εχθρούς του, συνεχίζουν να υπάρχουν πια σταθερά και στους απογόνους τους. Γράφει: «Ίσως ο σωστός τρόπος θεωρήσεως του όλου ζητήματος (της κληρονομικότητας) θα ήταν να θεωρήσουμε πως η κληρονομικότητα οποιουδήποτε χαρακτήρα, αποτελεί τον κανόνα, ενώ η μη κληρονομικότητα αποτελεί ανωμαλία, εξαίρεση». Ωστόσο, είπε πάλι ο Δαρβίνος, «οι νόμοι που κατευθύνουν την κληρονομικότητα είναι εξολοκλήρου άγνωστόι»(5).
δ) Υπάρχουν όμως στα ζώα και χαρακτηριστικά, που δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τη φυσική επιλογή. Πώς εξηγείται π.χ. το ωραιότατο και μεγαλοπρεπέστατο φτέρωμα των παραδεισένιων πουλιών; Τα πολύχρωμα φτερά δεν ωφελούν σε τίποτε στον αγώνα τους για την επιβίωση αντίθετα μπορεί και να βλάψουν, διότι τα ζωηρά χρώματα δίνουν στόχο στους εχθρούς, οι οποίοι επισημαίνουν ευκολότερα την τροφή τους. Για να εξηγήσει τη δυσκολία αυτή ο Δαρβίνος είπε: η μεταβίβαση τέτοιων χαρακτηριστικών δεν γίνεται με τη φυσική επιλογή γίνεται με τη «γενετήρια (ή σεξουαλική) επιλογή» (Sexual Selection). Έγραψε λοιπόν ο Δαρβίνος: «Αυτή η μορφή της επιλογής εξαρτάται όχι από έναν αγώνα για την ύπαρξη σε σχέση με άλλα ενόργανα όντα ή με τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά από μια πάλη ανάμεσα στα άτομα ενός φύλου, συνήθως τα αρσενικά, για την κατοχή του άλλου φύλου (του θηλυκού). Το αποτέλεσμα δεν είναι θάνατος για τον άτυχο ανταγωνιστή, αλλά λίγοι η κανένας απόγονος. Η σεξουαλική (γενετήρια) επιλογή είναι λοιπόν λιγότερο άτεγκτη, παρά η φυσική επιλογή»(6). Ώστε, σύμφωνα με το νόμο αυτό του Δαρβίνου, εκείνο που έπαιξε βασικό ρόλο στον πολλαπλασιασμό ενός ζώου, ήταν η δύναμη, η ομορφιά, η εξυπνάδα ή η πονηριά του. Τα δυνατότερα, τα πιο όμορφα, τα πιο πανούργα κατόρθωσαν, με τα προσόντα τους αυτά, να προσελκύσουν το άλλο φύλο του είδους των έτσι πολλαπλασιάστηκαν και διαιώνισαν τα προνομιούχα χαρακτηριστικά τους.
ε) Σπουδαίο παράγοντα στη φυσική επιλογή έπαιξε, κατά το Δαρβίνο, και «η επίδραση του περιβάλλοντος». Το περιβάλλον με τις συνθήκες του εξαφάνισε ή προστάτεψε ορισμένα άτομα. Όσα ζώα η έντομα (π.χ. πεταλούδες) κλπ. είχαν χρώματα, που έμοιαζαν με το περιβάλλον, όσα δηλαδή είχαν μια καλή παραλλαγή, ένα πετυχημένο καμουφλάζ, αυτά σώθηκαν από τους εχθρούς τους. Αφού δε πέτυχαν να επιζήσουν, πολλαπλασιάστηκαν, αυξήθηκαν και μπόρεσαν να διατηρηθούν σαν μοναδικοί εκπρόσωποι του είδους τους.
Είναι περιττό να πούμε πως η ιδέα για τη διαμόρφωση της βοηθητικής αυτής θεωρίας του Δαρβίνου είναι παρμένη από τη θεωρία του Λαμάρκ, για την οποία μιλήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο.
στ) Ο Δαρβίνος είπε ακόμη πως ένας νέος παράγοντας μεταβολής των ειδών είναι «η χρήση ή η αχρησία ενός οργάνου». Ο Δαρβίνος για να εξηγήσει τον μακρύ λαιμό του κύκνου, είπε: η χήνα, που ζούσε σε λίμνες βαθιές, αναγκαζόταν να βουτάει το λαιμό της ολοένα και πιο βαθιά στο νερό για να βρει την τροφή της. Η προσπάθειά της αυτή, το αδιάκοπο τέντωμα του λαιμού της, είχαν σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει ο λαιμός και έτσι να ’χουμε νέο είδος ξεχωριστό από τη χήνα, τον κύκνο. Με τον ίδιο νόμο εξηγούσε ο Δαρβίνος τη δημιουργία ουράς ή την εξαφάνισή της. Όσα ζώα δεν χρειάζονταν το όργανο αυτό, δεν το χρησιμοποιούσαν έτσι σιγά - σιγά η ουρά έπεσε σε αχρησία, ατρόφησε, αδυνάτισε και χάθηκε!... Ο Δαρβίνος μάλιστα τονίζει πως «η έξη» (habit), η εντονότερη χρήση ή η αχρησία ενός οργάνου στα ζώα έχει πολύ πιο σοβαρή επίδραση από ό,τι έχει στα φυτά. Γράφει: «Στα ζώα» η εντονότερη χρήση ή η αχρησία ενός μέρους «αποδείχθηκε ότι έχει ακόμα μια πιο σοβαρή επίδραση. Για παράδειγμα βρίσκω πως τα κόκκαλα της φτερούγας της κατοικίδιας πάπιας είναι ελαφρότερα από εκείνα της αγριόπαπιας, ενώ τα κόκκαλα των ποδιών της είναι βαρύτερα σε σύγκριση με το βάρος ολόκληρου του σκελετoύ. Και υποθέτω», συνεχίζει, «πώς αυτή η αλλαγή μπορεί ν’ αποδοθεί στο γεγονός ότι η κατοικίδια πάπια πετάει πολύ λιγότερο και περπατάει πολύ περισσότερο απ’ όσο οι άγριοι πρόγονοι της»(7).
Είναι ολοφάνερο πως τα όσα γράφει και γι’ αυτή τη βοηθητική θεωρία του ο Δαρβίνος, είναι έντονος επηρεασμός από το Λαμάρκ. Όλη αυτή η ιδέα (ή η θέση) είναι του Λαμάρκ.
ζ) Ο Δαρβίνος λέει ακόμη πως στους οργανισμούς παρατηρούνται διάφορες μεταβολές, που είναι φανερές στην τεχνητή επιλογή. Οι μεταβολές δε αυτές γίνονται σύμφωνα με ένα νόμο, που τον ονόμασε «νόμο της συσχετίσεως ή της αλληλεξαρτήσεως». Γράφει: Αν ο άνθρωπος συνεχίσει την τεχνητή επιλογή και μ’ αυτό τον τρόπο αναπτύξει και αυξήσει σε μέγεθος εντονότερα μια οποιαδήποτε ιδιομορφία σε κάποιο οργανισμό, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα μεταβάλει, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, και άλλα μέρη του οργανισμού η μεταβολή αυτή οφείλεται στους μυστηριώδεις νόμους της συσχετίσεως η αλληλεξαρτήσεως» (8).
Αυτές είναι σε αδρές γραμμές οι κύριες θέσεις της βασικής θεωρίας του Δαρβίνου και των βοηθητικών θεωριών του.
Είναι γνωστό πως η θεωρία του Λαμάρκ «απογυμνωμένη από πειραματικά δεδομένα είχε ελάχιστη απήχηση μεταξύ των βιολόγων και πολύ γρήγορα πέρασε στο περιθώριο της επικαιρότητας». δεν συνέβη όμως το ίδιο με τη θεωρία του Δαρβίνου. Αντίθετα, η θεωρία του Δαρβίνου, εξaκoλουθεί ν’ απασχολεί σειρές βιολόγων, γενετιστών, οικολόγων, σαγηνεύοντας τους με την όντως μεγαλοφυή της σύλληψη, αποκαλύπτοντας όμως συγχρόνως και τις αδυναμίες της» (9).
Αν θέλαμε να κάνουμε μια σύνοψη των αρχών της θεωρίας του Δαρβίνου, θα λέγαμε τούτο. Σύμφωνα μ’ αυτήν κάθε είδος προέρχεται απαραίτητα από κάποιο άλλο είδος, που υπάρχει πριν απ’ αυτό. Οι μεταβολές από τη μια μορφή στην άλλη πραγματοποιούνται κάτω από την επίδραση δυο αιτίων: α) εξωτερικών, δηλαδή παραγόντων του περιβάλλοντος β) εσωτερικών, δηλαδή παραγόντων, που υπάρχουν μέσα στον ίδιο τον οργανισμό. Οι αλλαγές αυτές ή μετατροπές γίνονται βαθμιαία, προοδευτικά και συνέχεια μέσα σε εκατομμύρια χρόνια. Δηλαδή από μορφές ατελείς και απλές προχωρούμε σε μορφές, που είναι πιο πολύπλοκες και τελειοποιημένες, και τελικά φθάνουμε σε μορφές ή είδη εντελώς νέα. Αυτό ακριβώς, που σήμερα οι βιολόγοι ονομάζουν «μακροεξέλιξη» δηλαδή μια διαδικασία προοδευτικής αντικαταστάσεως του ενός είδους από άλλο μια διαδικασία, που οδηγεί βαθμιαία στο σχηματισμό νέων ειδών, γενών, οικογενειών, τάξεων, κλάσεων κλπ. Αντίθετη προς την «μακροεξέλιξη» είναι η «μικροεξέλιξη» δηλαδή μια διαδικασία, που αφορά την εξέλιξη των γονιδίων μέσα σ’ αυτό το ίδιο το είδος, χωρίς όμως να του επιτρέπει να ξεφύγει από το όριά του.
Ώστε, σύμφωνα με τη θεωρία του Δαρβίνου, η ζωή εμφανίστηκε κάποια στιγμή... τυχαία από ανόργανο υλικό και έδωσε στην αρχή - αρχή οργανισμούς απλούς, που αποτελούνταν από ένα κύτταρο. Απ’ αυτούς (τους μονοκύτταρους οργανισμούς) με τη φυσική επιλογή και τον αγώνα για την ύπαρξη, κι ύστερα από μια μεταβατική εξελικτική διαδικασία, που είχε σταθερό σκοπό τη βελτίωση του είδους, και η οποία κράτησε εκατομμύρια χρόνια, προήλθαν από το ένα μέρος τα φυτά κι από το άλλο το ζώα. Από τα τελευταία δε προχωρώντας ολοένα φτάνουμε στον άνθρωπο. Ώστε οι βασικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το όλο οικοδόμημα του Δαρβίνου, είναι η φυσική επιλογή και ο χρόνος.
Είναι φανερό πως η θεωρία του Δαρβίνου ασκεί μια γοητεία στην ανθρώπινη λογική. Ωστόσο η γενίκευση των απόψεών της πάνω σ’ όλα τα έμβια όντα, με σκοπό να εξηγήσουμε την εμφάνιση και την καταγωγή τους, δημιουργεί προβλήματα, παρουσιάζει δυσκολίες και συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο, όπως παρατηρεί ο Γάλλος D. Vernet (Δανιήλ Βερνέ)(10).



''Ο κανόνας''
Περισσότερα >>
Α΄ Μέρος...
Περισσότερα >>