www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Κριτική στο βιβλίο ''Το μεγάλο ψέμα'' -- Β' ΜΕΡΟΣ

Πρώτα θα παραθέσουμε την αριστερή του στήλη,  δηλαδή το δήθεν απόσπασμα από τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, όπως μας το παραθέτει ο κ. Κ.:
 
1 (...)
 
2  Αρχή των όντων ο θεός
  και νους και φύσΗ και ύλη...
 
4 αδιορίστων δε Ωντων απάντων και ακατασκευάστων...
 
3 ην γαρ σκότος άπειρον
 εν αβύσσου και ύδωρ και πνεύμα (ΛΕΠΤΟΝ) νοερόν,
 δυνάμει θεία, όντα εν χάει (.)
 ανείΦθη δε φως άγιον (...) 
 
5 (...)
 
Να πούμε εδώ ότι:
 
(Α) Προσθέσαμε τους αριθμούς αριστερά για να δει ο αναγνώστης πως ανακατέταξε το ξένο κείμενο ο κ. Κ., δηλαδή, με τη σειρά 4, 3 και όχι την κανονική 3, 4.
 
(Β)
Όσα πιο πάνω δίνονται με κεφαλαία και υπογραμμισμένα είναι ορθογραφικά λάθη του κ. Κ. κατά τη μεταφορά του κειμένου.
 
(Γ) Όσα βάζουμε σε παρενθέσεις είναι αυτά που παρέλειψε να παραθέσει, χωρίς και να πει τίποτε.
 Ίσως κάποιος στο σημείο αυτό να σκεφθεί ότι αυτά αποτελούν μικρολεπτομέρειες. Όμως, όχι. Τα σημειώνουμε όλα αυτά για να υπογραμμίσουμε αφενός μεν το γεγονός ότι ο κ. Κ. δούλεψε πολύ επιπόλαια, αλλά και να τονίσουμε για μια φορά ακόμα ότι, ο απόλυτος σεβασμός απέναντι στα ξένα κείμενα – νόμος ιερός και απαράβατος – ποδοπατήθηκε επανειλημμένα και βάναυσα, και για τον λόγο αυτό διαπράχθηκε βαρύτατο ηθικό έγκλημα και ενάντια στην αλήθεια και ενάντια στους καλόπιστους αναγνώστες, τη στιγμή μάλιστα που εξετάζονται θέματα τόσο μεγάλης σημασίας.
 Τώρα, παραθέτουμε το Βιβλικό κείμενο,  δηλαδή τη δεξιά στήλη:
 
Εν αρχή εποίησεν ο θεός
 Τον ουρανόν και την γην.
 η δε γη ην αόρατος (.)
 και ακατασκεύαστος,
 και σκότος επάνω
 της αβύσσου, και πνεύμα θεού
 επεφέρετο επάνω του ύδατος.
 και είπεν ο θεός• (γ)ενηθήτω φως.
 Στην παράθεση αυτή ο κ. Κ. πρόσθεσε μια τελεία, που περικλείεται στην πρώτη παρένθεση, η οποία δεν υπάρχει στο κείμενο, το δε «γ», στη δεύτερη παρένθεση, έπρεπε να μπει με κεφαλαίο, κάτι που – ακόμα και να μη το πρόσεξε – μιλάει από μόνο του ότι χρειάζεται το κεφαλαίο, επειδή εκεί ξεκινάει ο άμεσος λόγος.
 

Μένει τώρα να δούμε αν, τελικά, τα δύο αυτά κείμενα μοιάζουν μεταξύ τους και ποιο δανείστηκε – αν αυτό έγινε – από ποιο;
 


1. Το πρώτο κείμενο του «Ερμή» έχει τη γενική διακήρυξη, ότι
 «αρχή των όντων ΕΙΝΑΙ ο Θεός»,
 ενώ η Βίβλος διακηρύττει μεγαλόπρεπα,
 «ένα αρχή ΕΠΟΙΗΣΕΝ ο Θεός»!
 Η διαφορά, υπέρ του μεγαλείου του Βιβλικού κειμένου είναι καταφάνερη. Κι αν πράγματι υπάρχει δανεισμός, τότε αυτός έγινε από πλευράς του κειμένου του «Ερμή», που δανείστηκε από τη Βίβλο, όχι μόνον επειδή οι πληγές λένε πως τα «Ερμητικά κείμενα» «έχουν μέσα τους… ΕΝΤΟΝΑ στοιχεία από την εβραϊκή και χριστιανική σκέψη»,  αλλά και επειδή όλοι οι ειδικοί δέχονται ότι τα Ερμητικά κείμενα είναι γραμμένα αιώνες μετά Χριστόν, τα δε κείμενα της Βίβλου, ιδιαίτερα αυτό της Γένεσης με τη Δημιουργία, είναι γραμμένα 1500 χρόνια ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ. Κι αυτό, αποδεικνύεται (α) όχι μονάχα από το αναντίρρητο ιστορικό γεγονός της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα, που έχει γίνει ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ, (β) όχι ακόμα ότι έχουν βρεθεί οι Πάπυροι της Νεκράς θάλασσας, που έχουν ΠΡΟ-Χριστιανική προέλευση, αλλά και (γ) επειδή οι ειδικοί – που, στην ώρα τους θα τους αναφέρουμε, για να δούμε εκεί και ποια και πόση βιβλιογραφία παρέλειψε ο κ. Κ. – μιλούν για την παλαιότητα της προέλευσής της.
 Και θα ρωτήσουμε τον κ. Κ.: Ποιος, λοιπόν, έχει δίκιο; Ας μας πει: Ποιος;!
 

2. Τα Ερμητικά κείμενα συνεχίζουν τις γενικότητες, οι οποίες φαίνονται, αν παραθέσουμε και τη συνέχεια – μαζί, δηλαδή, με εκείνα που παρέλειψε ο κ. Κ. – και μάλιστα σε μετάφραση, ώστε το πράγμα αυτό να φανεί ξεκάθαρα:
 
ΕΡΜΗΣ:
 «και του νου και της φύσης και της ύλης,
 αφού είναι η σοφία για την αποκάλυψη των πάντων.
 Αρχή είναι το θεϊκό που είναι και φύση
 και ενέργεια και ανάγκη και τέλος και ανανέωσης».
 ΒΙΒΛΟΣ:  «(ο Θεός εποίησεν) τον ουρανόν και την γην».
 
Στη συνέχεια, ενώ ο ΕΡΜΗΣ μιλάει απλά
     «άναψε φως»,
χωρίς Δημιουργό, από μόνο του (επειδή το «ανείθη» είναι παθητικός αόριστος του ρήματος «ανίημι»). Δηλαδή, το φως ήρθε μέσα από το άγνωστο και αχανές του χώρου, άγνωστο πως, από μόνο του, τυχαίως! 
 
Η ΒΙΒΛΟΣ, όμως, με τρόπον ηγεμονικό και πάλι προβάλλει την ύπαρξη έλλογου, προσωπικού Θεού Δημιουργού, που ενεργεί κυριαρχικά και λέει

    «γενηθήτω φως• και εγένετο φως».
 
Και δεν είναι μόνον το γεγονός ότι ο κ. Κ. απέκρυψε πολλά, αλλά όσα απέκρυψε είναι σημαντικά.

Για παράδειγμα:
Ο μεν ΕΡΜΗΣ μιλάει

(α)
  για πολλούς θεούς,

(β)
ότι όλα τα όντα υπήρχαν ήδη (αυτά θυμίζουν Βραχμανισμό και Νεοπλατωνισμό, αντιλήψεις που κατέκλυσαν τη μεταχριστιανική εποχή),

(γ)
τα όντα δεν προσδιορίζονται, αλλά παίρνουν αργότερα μορφή, μιλώντας έτσι για την ανακύκληση των αιώνων, της «αέναης» ύλης και της αεί-δημιουργίας, ενώ η ΒΙΒΛΟΣ θα μιλήσει για έναν Θεό Δημιουργό, για μια εξαρχής  Δημιουργία των όντων, και ότι τα όντα αυτά έχουν τη δική τους ξεκάθαρη, οριστική και προσδιορισμένη μορφή.
 
Και το ερώτημα τίθεται ξανά, αλλά και φοβερά αμείλικτο: Ποιος δανείστηκε από ποιον; Οι προχωρημένες και πρωτότυπες ιδέες της Βίβλου δεν μπορούν να είναι δάνεια – κατά κανέναν τρόπο. Η Δημιουργία στη Βίβλο δεν περιέχει μυθολογικά στοιχεία, από τα οποία όμως – αντίθετα – βρίθουν τα Ερμητικά κείμενα που παρουσιάζει ο κ. Κ. 
 
Δείτε για παράδειγμα και την ακόλουθη φράση από τα  Ερμητικά κείμενα, που δεν θέλησε να παραθέσει ο κ. Κ., όταν έκανε τη σύγκριση με το Βιβλικό κείμενο:
 
ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:
«και ώφθη ο ουρανός εν κύκλοις επτά, και θεοί [ταις] εν  άστρων ιδέαις οπτανόμενοι…»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: «Και φάνηκε ο ουρανός σε επτά κύκλους και οι θεοί  εμφανίστηκαν με τη μορφή των άστρων…»
 
Όλα αυτά είναι στοιχεία δανεισμένα από τις θεογονίες  των Χετταίων και Βαβυλωνίων, στοιχεία που διαμορφώθηκαν ανάλογα στη ΜΕΤΑ-Χριστιανική εποχή. Επτά κύκλοι, πολλοί θεοί και η εξομοίωσή τους με τα αστέρια, δείχνουν  από μόνα τους, ποια προέλευση έχουν και ποια καταγωγή. Η Βίβλος έχει ένα άφθαστο, μοναδικό, θείο, ανεπανάληπτο μεγαλείο  περιγραφής της Δημιουργίας, μπροστά στην οποία υποκλίθηκαν και υποκλίνονται τα μεγαλύτερα πνεύματα όλων των εποχών.
 
Να, πως διατυπώνουν τη γνώμη τους μερικά επιστημονικά αναστήματα, που υπήρξαν μάλιστα και θεμελιωτές των επιστημών: 
 Ο Κυβιέ, ιδρυτής της Συγκριτικής Ανατομίας και της Παλαιοντολογίας, έλεγε: «Ο Μωυσής άφησε μια κοσμογονία, η ακρίβεια της οποίας αποδεικνύεται κατά θαυμαστό τρόπο, καθημερινά».
 Ο γνωστός μας Αμπέρ, φυσικός και μαθηματικός, που έθεσε τις βάσεις του Ηλεκτρισμού και των Μαγνητικών Πεδίων, είπε: «Η τάξη της εμφάνισης των ενόργανων όντων είναι ακριβώς η τάξη του εξαήμερου έργου, όπως την περιγράφει η Γένεση».
 Ο Γερμανός φυσικός φον Μπερ γράφει: «Οι επιθέσεις κατά της ιστορίας του Μωυσή περί Δημιουργίας είναι κωμικοί αναχρονισμοί, επειδή, η επιστήμη έχει προ πολλού αποφανθεί γι’ αυτές».
 Και να κλείσουμε με μια ακόμα γνώμη, που είναι σαν να ειπώθηκε σήμερα, για να αποστομώσει τον κ. Κ., ο οποίος θέλει να οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο πίσω στις μυθολογίες του παρελθόντος. Ας την ακούσουμε:
 
Ο Γερμανός φυσικός – πολύ γνωστός για τις υλιστικές του αντιλήψεις, και καθόλου συμπαθής απέναντι στη Βίβλο – ο Έρνεστ  Χαίκελ, στην ιστορία του περί της Φυσικής Δημιουργίας, αναγνωρίζει ότι «η εξαιρετική επιτυχία του Α’ κεφαλαίου της Γένεσης εξηγείται από την απλή φυσική ανάπτυξη ιδεών, οι οποίες αντιτίθεται καταπληκτικά απέναντι  στη σύγχυση των μυθολογικών κοσμογονιών των περισσοτέρων αρχαίων λαών».
 Ας το ακούσει αυτό προσεκτικά ο κ. Καλόπουλος.
 


3
ΚΑΙ ΠΑΛΙ
ΤΑ «ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ»
ΚΑΙ Η ΘΕΟΓΟΝΙΑ

 
Στο προηγούμενο κεφάλαιο δείξαμε πόσο λαθεμένα είναι όσα υποστηρίζει ο κ. Κ. για την αρχαιότητα των γραπτών που τάχα προέρχονται από τον Ερμή τον Τρισμέγιστο και είδαμε ότι τα κείμενα αυτά δεν έχουν αρχαία προέλευση, αλλά πολύ μεταγενέστερη, δηλαδή προέρχονται από τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ., με στοιχεία μάλιστα και Χριστιανικά και Ιουδαϊκά. Κι ενώ αυτά είναι γενικώς γνωστά, ο κ. Κ. – εντελώς ανιστόρητα – γράφει: «Ο ιερέας αυτός της αρχαίας Ηλιούπολης ο Μανέθων, σε συνεργασία με τον Έλληνα Τιμόθεο στα τέλη του 4ου π.Χ. (sic) δίνουν  στην κρατούσα τότε ελληνική γλώσσα τη μετάφραση των Ερμητικών βιβλίων, που ο χρονολογικός κατάλογος αυτού  του ίδιου ανεβάζει την παλαιότητά τους στα 9000 χρόνια π.Χ.!» (Καλόπουλος, σελ. 6). Όμως – οι ειδικοί, τις γνώμες μερικών απ’ αυτούς ήδη αναφέραμε – με βάση τις πηγές  που παραθέτουν, αντικρούουν μετωπικά τον ανιστόρητο αυτόν ισχυρισμό του κ. Καλόπουλου.
 
Θα προσθέσουμε τώρα και τα ακόλουθα, έτσι ώστε να φανεί, για άλλη μια φορά ότι, τα φερόμενα ως «Ερμητικά κείμενα» ΔΕΝ είναι καν του Ερμή και ότι, όχι μόνον δεν προέρχονται απ’ αυτόν ή από την εποχή ΠΡΟ-Χριστιανική, αλλά και από πολύ κατοπινές, ΜΕΤΑ-Χριστιανικές εποχές.
 
Για τον σκοπό αυτό, παραθέτουμε επιπλέον και τα ακόλουθα, τα οποία, με τη σειρά τους είναι πολύ αποκαλυπτικά και ανατρέπουν τους ισχυρισμούς του κ. Κ.:
  
1. «Ο καθηγητής Hadas του Πανεπιστημίου της Columbia έχει δείξει τη  στενή σχέση μεταξύ της Αινειάδος και της Εξόδου – της υπό θεία καθοδήγηση  εξόδου των προσφύγων προς τη Γη της Επαγγελίας – και συμπεραίνει ότι ο  Βιργίλιος έχει δανειστεί από τους Εβραίους» (Ρόμπερτ Γρέιβς και Ραφαέλ  Πατάι, Οι Εβραϊκοί Μύθοι. Το Βιβλίο της Γένεσης, μετάφρ. Στ. Ροζάνης, σελ.  16, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991).
 Ο δανεισμός, λοιπόν, των αρχαίων συγγραφέων γίνεται από τα κείμενα της Βίβλου, που είναι αρχαιότερη ως προς τη συγγραφή της.
 Αυτά όσον αφορά τον Βιργίλιο. Το ίδιο ισχύει και για τον Λίβιο. Ο ίδιος πανεπιστημιακός δάσκαλος, γράφει:
  «Είναι επίσης πιθανό ότι τα ηθικά ανέκδοτα του Λιβίου απ’ την αρχαία  Ρώμη ήταν επηρεασμένα απ’ τη συναγωγή» (όπ. παρ., σελ.8).
 
2. Σε σχέση τώρα με τα ίδια τα κείμενα, που φέρουν ως συγγραφέα τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, ο καθηγητής Walter Burkert, ο οποίος είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, αλλά και ειδικός ερευνητής πάνω στις αρχαίες θρησκείες, θα γράψει τα ακόλουθα:
  «Η πραγματεία Poimandres (σ. σ. Ποιμάνδρης) συγκεκριμένα, η οποία εγκαινιάζει το Corpus Hermeticum (σ. σ. δηλαδή, τα Ερμητικά κείμενα), έχει ΙΟΥΔΑΪΚΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ υπόβαθρο, το οποίο παράβλεψε ο Reitzenstein» (Walter Burket,  Μυστηριακές Λατρείες της Αρχαιότητας, σελ. 86, μετάφρ. Έφη Ματθαίου, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, τα κεφαλαία δικά μας).
 Βλέπουμε, λοιπόν, για άλλη μια φορά ότι, τα Ερμητικά κείμενα έχουν ως υπόβαθρο Ιουδαϊκές και Χριστιανικές πηγές, και όχι όπως ισχυρίζεται ο κ. Κ. ότι τάχα η Βίβλος δανείστηκε από τον Ερμή! Η αλήθεια, επομένως, είναι ότι τα κείμενα του Ερμή δανείστηκαν από τη Βίβλο και όχι αντίστροφα.
 
3. Ας ακούσουμε τώρα και τα επόμενα:
  «Ατυχώς εκ του έργου του Μανέθωνος, συγγραφέντος ελληνιστί κατά μετάφρασιν εκ των ιερών αιγυπτιακών κειμένων, το σπουδαιότατον μέρος από της βασιλείας των θεών και ημιθέων εν Αιγύπτω μέχρι της βασιλείας του Μεγ. Αλεξάνδρου, ΑΠΩΛΕΣΘΗ, ελαχίστων μόνον και ουχί αξιολόγων  λειψάνων διασωθέντων υπό του Ιωσήπου και του Ιουλίου Σέξτου Αφρικανού, από τον οποίον ηρύσθη και ο Ευσέβιος, αν και πολλοί κριτικοί δέχονται ότι ο τελευταίος δεν έλαβε τας πληροφορίας του απ’ ευθείας παρά του Αφρικανού, αλλά από άλλην πραγματείαν, ψευδώς, αποδιδομένην εις τον Μανέθωνα  (…). Επίσης, και ο Γεώργιος Σύγκελλος έγραψε χρονολογικόν πίνακα των αιγυπτιακών δυναστειών και βασιλειών κατά την ιστορίαν του Μανέθωνος, αλλ’ οι ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΤΕΡΟΙ Αιγυπτιολόγοι φρονούν ότι αι χρονολογίαι του Συγκέλλου ΔΕΝ προέρχονται εκ του Μανέθωνος, αλλ’ εκ του «Ψευδομανέθωνος»… έργου πολύ μεταγενεστέρου του Μανέθωνος, αναγομένου εις τον 3ον αιώνα μ.Χ.» (σ. σ. ΜΕΤΑ Χριστόν!), (Εγκυκλ. ΗΛΙΟΣ, τόμος 12, σελ. 918, τα κεφαλ. και οι υπογρ. δικές μας).
 

4.
Ας δούμε και τα παρακάτω:
  «Κατά την εποχή των Πτολεμαίων, ένας Αιγύπτιος ιερέας που ονομαζόταν  Μανέθων είχε συνθέσει, κατά παραγγελία του Έλληνα ηγεμόνα, μιαν ιστορία της Αιγύπτου. Αν το έργο αυτό μας είχε διασωθεί ανέπαφο,  θα ήταν πολύ πολύτιμο, γιατί ο Μανέθων καταλάβαινε ακόμα τα ιερογλυφικά (δυστυχώς ΧΑΘΗΚΕ και μας παραδόθηκε μόνον αποσπασματικά, μέσα στις μνείες διαφόρων συγγραφέων: του Εβραίου ιστορικού Ιώσηπου, του Έλληνα Σίξτου Ιούλιου, του λεγόμενου Αφρικανού, που κι αυτόν τον είχε συνοψίσει ο Ευσέβιος Καισαρείας. Ακόμη, αυτοί οι τελευταίοι συγγραφείς μας είναι γνωστοί μόνον μέσω των ερανισμάτων του Γεωργίου Συγκέλλου (2ο μισό του 8ου αιώνα μ.Χ.) (σ. σ. ας προσέξουμε ότι έχουμε να κάνουμε με «ερανίσματα», κι ακόμα, αυτά ανάγονται στον «8ο αιώνα ΜΕΤΑ Χριστόν»!) Επομένως, έτσι όπως έχει φτάσει σε μας, το έργο του Μανέθωνα δεν είναι παρά Η ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗΣ, και το μόνο όφελος που θα βγάζαμε από αυτό είναι η διαίρεση της ιστορίας της Αιγύπτου σε τριάντα δυναστείες. Όλες μαζί αυτές οι πηγές ΔΕΝ αντιπροσωπεύουν παρά λίγα πράγματα, γιατί είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν.

Πράγματι, ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ που τις είχε συνθέσει δεν ήταν πληροφορημένος ΑΠΟ ΠΡΩΤΟ ΧΕΡΙ, το έργο τους δεν ήταν παρά ΕΝΑ ΣΥΝΟΝΘΥΛΕΥΜΑ από λέγεται» (Jean Vercoutter, Η Αρχαία Αίγυπτος, μετάφρ. Αρ. Παρίση, σελ. 17-18, Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994, τα κεφαλ. και οι υπογρ. δικές μας).
Τα  παραπάνω – μαζί μάλιστα με όσας προαναφέραμε προηγούμενα – είναι περισσότερο από διαφωτιστικά και αληθινός καταπέλτης ενάντια στις ανακρίβειες του κ. Κ.
 

5.
Τώρα, ως προς το κατά πόσον υπάρχει ομοιότητα μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων στα ήθη και έθιμά τους, θάρθει ο δικός μας αρχαίος ιστορικός, ο Ηρόδοτος, να διαψεύσει κι εκείνος με τη σειρά του τον κ. Κ., επειδή ο Ηρόδοτος θα γράψει τα εξής ανεπανάληπτα:

  «Αιγύπτιοι άμα τω ουρανώ τω κατά σφέας εόντι ετεροίω και τω ποταμώ  φύσιν αλλοίην παρεχομένω ή οι άλλοι ποταμοί, τα πολλά πάντα έμπαλιν τοίσι  άλλοισι ανθρώποισι εστήσαντο ήθεά τε και νόμους…» (Μετάφραση: «Οι  Αιγύπτιοι, που και ο ουρανός τους είναι διαφορετικός και ο ποταμός τους  προσφέρει άλλα χαρακτηριστικά απ’ ότι οι άλλοι ποταμοί, καθιέρωσαν ήθη και  έθιμα που είναι, σχεδόν σε κάθε τι, αντίθετα απ’ ότι στους άλλους ανθρώπους)  (Ιστοριών Β’, 35β).
 
Στο σημείο αυτό, θα προσθέσουμε και κάτι ακόμα, παρόλο που επ’ αυτού έχουμε πει αρκετά. Και το κάνουμε αυτό, επειδή κρίνουμε ότι είναι κάτι που πρέπει να επαναληφθεί κατά κόρον, για τον λόγο ότι αποτελεί και τη ραχοκοκαλιά των σκέψεων του βιβλίου του κ. Κ.:
 
Ο άνθρωπος αυτός, σε ολόκληρο το βιβλίο του, βασίζεται πάνω στον ισχυρισμό ότι η Βίβλος δανείστηκε τάχα τις πληροφορίες της από αιγυπτιακά κείμενα, τα οποία κατ’ αυτόν είναι κληροδότημα «ελληνικής σοφίας» και ότι, ακόμα, αυτά τα κείμενα είναι «τα κείμενα της πανάρχαιας Ελληνικής Σοφίας»!!! (Καλόπουλος, σελ. 6, κ.α.). Ως τέτοια, επομένως, είναι για τον κ. Κ. δήθεν αρχαιότερα και δάνεισαν το υλικό τους σε όλα τα άλλα αρχαία γραπτά.
 
Δείξαμε, βέβαια, μέχρι τώρα ότι ο ισχυρισμός του κ. Κ. – πως τάχα η Βίβλος δανείστηκε απ’ αυτά – είναι πέρα για πέρα και αβάσιμος και αστήρικτος. Εντούτοις, είναι καλό να παραθέσουμε και τα ακόλουθα επιστημονικά συμπεράσματα μερικών ακόμα ειδικών, για να  δει ο κάθε ενδιαφερόμενος ότι, τόσο τα Ελληνικά όσο και τα Αιγυπτιακά κείμενα δεν περιέχουν πρωτότυπες ιδέες, αλλά έχουν τις ρίζες τους και την έμπνευσή τους σε λαούς άλλων περιοχών, όπως π.χ. των Χετταίων. Ελπίζουμε δε ότι, η παράθεση αυτή, ενδεχομένως, να βοηθήσει τον ίδιον τον κ. Κ. να διακρίνει τη μεγάλη του πλάνη, αλλά και να διαφωτίσει κι εκείνους που έχουν  επηρεαστεί από τις πλανεμένες θέσεις του βιβλίου του:
 6. Και πρώτα-πρώτα, παραθέτουμε τον Περικλή Ροδάκη, ο οποίος είναι και ο ένας από τους δύο μεταφραστές στα Ελληνικά των δύο τόμων του έργου «ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ». Ο Ροδάκης λέει:

  «…μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πάρα πολλά ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉΣ και  Δυτικής μυθολογίας και του φολκλόρ έχουν τις ρίζες τους στο παράξενο αυτό  Χιττιτικό υλικό». (Περ. Ροδάκης, Τα Μυστήρια της Μέσης Ανατολής. Ο  Θνήσκων Θεός, σελ. 71, Παρασκήνιο, Αθήνα 1996, οι υπογρ. και τα κεφαλ.  δικά μας).
 

7. Και, τώρα, παραθέτουμε τις θέσεις των Σταύρου και Αγγέλου Βλάχου, οι οποίοι, σε ειδικό βιβλίο τους αναλύουν τη θεογονία του Ησίοδου, γράφουν και τα εξής καταπληκτικά, που παρέβλεψε ή αγνόησε ο κ. Κ., χωρίς κανένας να γνωρίζει το «γιατί». Οι δύο αυτοί ερευνητές λένε:

  «… η πολυθεΐα και η θεογονία του Ομήρου και του Ησιόδου ΔΕΝ είναι  πρωτότυπες. Και οι δυο έχουν εμπνευσθεί από πολύ παλαιότερους μύθους,  χεττιτικούς (1.400 π.Χ.) που κι αυτοί κατάγονται από αρχαιοτέρους  μύθους,  ίσως σουμερικούς…». (Ησιόδου Θεογονία, σελ. 12, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα  1990, οι υπογρ. και τα κεφαλ.  δικά μας).

 Τα συμπεράσματα, έπειτα από όσα παραθέσαμε πιο πάνω, ας τα βγάλει ο αντικειμενικός αναγνώστης. Από τη δική μας πλευρά, νομίζουμε, ότι τα στοιχεία που δόθηκαν αποτελούν ένα βαρύ οδοστρωτήρα πάνω στις ψευδολογίες και ανακρίβειες του Κ. Καλόπουλου, τις οποίες και κονιορτοποιούν.

 

 
4
ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΘΕΟΓΟΝΙΑ
 Ερχόμαστε τώρα ξανά στο θέμα της «θεογονίας, για το οποίο την προηγούμενη φορά είχαμε πει ότι θα ξαναγυρίζαμε σ’ αυτό, επειδή θέλουμε κι εδώ να προσθέσουμε μερικά πράγματα, τα οποία θα δείξουν εκείνο που κατ’ επανάληψη υποστηρίζουμε ότι, δηλαδή, ο κ. Κ. ισχυρίζεται πράγματα αστήρικτα, χωρίς ως όφειλε, να ελέγξει τις πληροφορίες του.
 Μιλήσαμε για τη θεογονία του Ερμή του Τρισμέγιστου, την οποία ο κ. Κ. την παρουσίασε στους αναγνώστες του ως αρχαιότατη, ότι δηλαδή φτάνει και στο 9.000 π.Χ.! Δείξαμε, όμως – πέρα από κάθε αμφιβολία – ότι τόσο την προηγούμενη φορά, αλλά και λίγο πιο πριν με τα στοιχεία που παραθέσαμε, όσο και με τους ειδικούς τους οποίους επικαλεστήκαμε, πως τα κείμενα αυτά δεν είναι καθόλου αρχαία, αλλ’ είναι πάρα πολύ νεότερα, επειδή ανήκουν σε ΜΕΤΑ-Χριστιανική εποχή• ανάγονται, δηλαδή, στον 3ο και 4ο αιώνα ΜΕΤΑ Χριστόν και είναι επηρεασμένα και από Ιουδαϊκά και Χριστιανικά γραπτά. 
 
Τώρα, θα προσθέσουμε εδώ λίγα λόγια για μια άλλη θεογονία,  την οποία ο κ. Κ. την ονομάζει «ο Πελασγικός μύθος της δημιουργίας» (σελ. 14 επ.). Διαβάζοντας κανείς εκεί όσα παραθέτει ο κ. Κ. διαπιστώνει αμέσως ότι δεν δίνονται, ούτε κι εδώ, κάποιες ιστορικές πληροφορίες, αλλά ο λόγος που γίνεται αφορά μύθους! Αυτό και μόνον ανατρέπει από μόνο του κάθε αξιοπιστία για όσα ισχυρίζεται ο κ. Κ., επειδή η μυθοπλασία δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με την ιστορία.
 
Προκειμένου μάλιστα ο κ. Κ. να εντυπωσιάσει τους αναγνώστες του, παραθέτει δίπλα από όσα λέει τα ονόματα ορισμένων αρχαίων συγγραφέων, όπως τους: Πλίνιο, Όμηρο, Απολλώνιο τον Ρόδιο, Ησίοδο, Παυσανία και Στράβωνα. Οι χρονολογίες που έζησαν οι παραπάνω είναι γνωστές: Το 23-79 μ.Χ. (αν πρόκειται για τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, ο κ. Κ. ή δεν το γνωρίζει ή σκόπιμα μας αφήνει στο σκοτάδι ή δεν τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο, παρά ο εντυπωσιασμό) ή το 62-113 μ.Χ. (αν πρόκειται για τον Νεότερο), μέσα 8ου αιώνα π.Χ. για τον Όμηρο, 295-215 π.Χ. για τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, μέσα 8ου αιώνα π.Χ. για τον Ησίοδο, 2ος αιώνας π.Χ. για τον Παυσανία και 63 π.Χ. – 20 μ.Χ. για τον Στράβωνα.
 
Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι, τις πληροφορίες που ο κ. Κ. δίνει για τον μύθο, τον οποίο περιγράφει, οι «πηγές του» - δηλαδή, οι συγγραφείς στους οποίους αναφέρεται – καλύπτουν το χρονικό διάστημα: Από τον 8ο ΠΡΟ-Χριστού αιώνα μέχρι τον 2ο ΜΕΤΑ-Χριστόν αιώνα. Από το άλλο μέρος, τώρα, όσον αφορά τη Δημιουργία της Βίβλου, γνωρίζουμε με σίγουρα στοιχεία ότι αυτή έχει γραφτεί τον 15ο αιώνα προ Χριστού,  δηλαδή είναι κατά πολύ αρχαιότερη από τον μύθο που έρχεται να προβάλει ο κ. Κ. Είναι, με άλλα λόγια, αρχαιότερη κατά επτά τουλάχιστον αιώνες από τον πρώτο πιο πάνω συγγραφέα (τον Όμηρο) και 17 αιώνες από τον τελευταίο (τον Πλίνιο). Η αρχαιότητα, όπως βλέπουμε, είναι εντυπωσιακά με το μέρος της Βίβλου, σε σχέση δε με το περιεχόμενο των δύο – του μύθου του κ. Κ. και της Βίβλου – το χάσμα που τις διαχωρίζει είναι αγεφύρωτο. Ο κ. Κ., λοιπόν, επικαλείται μύθους, ενώ η Βίβλος καταγράφει ιστορικά γεγονότα!
 
Αν τώρα, υπάρχουν κάποιες – έστω και έμμεσες ομοιότητες – ας μη ξεχνάμε ότι ο κανόνας, όπως είδαμε και πιο πάνω, είναι τα μεταγενέστερα κείμενα να αντιγράφουν τα προγενέστερα, που είναι και αρχαιότερα. Δηλαδή, σε περίπτωση αντιγραφής, «ο Πελασγικός μύθος της δημιουργίας» του κ. Κ. αντιγράφει τη Βιβλική εξιστόρηση, και όχι αντίστροφα!
 Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να προσθέσουμε και κάτι ακόμα, προκειμένου ο αναγνώστης να διαπιστώσει, με ποιον τρόπο ο κ. Κ. – για μια ακόμα φορά – διαστρέφει τα πράγματα. Τι κάνει, δηλαδή; Με βάση ένα χωρίο της Βίβλου (Γένεση 3/21), το οποίο αναφέρεται στη φροντίδα του Θεού, καθώς κάνει δερμάτινους χιτώνες για τους διωγμένους εξαιτίας της πτώσης πρωτοπλάστους, ο κ. Κ. προσπαθεί να υποστηρίξει ότι ο δικός του πρώτος άνθρωπος, σύμφωνα με τον μύθο του, ήταν ο Πελασγός και ότι «το πρώτο πράγμα που φοράει είναι δερμάτινος χιτώνας ακριβώς όπως και στη βίβλο» (sic) (Καλόπουλος, σελ. 16). Εντούτοις, ο κ. Κ. κάνει αδικαιολόγητα σκεπτικά άλματα στην περιγραφή του, με βάση τον μύθο και μακριά από την αλήθεια. Και τούτο, επειδή: (α) Πουθενά τα κείμενα που ο ίδιος παραθέτει δεν λένε ότι ο πρώτος άνθρωπος του μύθου του, ο Πελασγός, φόρεσε δερμάτινο χιτώνα. (β) Τα κείμενα που παρέθεσε λένε ότι ο Πελασγός δίδασκε τους άλλους Πελασγούς να φτιάχνουν καλύβες, να τρώνε βελανίδια και να ράβουν χιτώνες από δέρμα. Αυτό, βέβαια, δεν επιτρέπει το σκεπτικό άλμα προς εξομοίωση όλων αυτών με την ξεκάθαρη διακήρυξη της Βίβλου. (γ) Επίσης, πουθενά τα κείμενα του κ. Κ. δεν κάνουν λόγο ΚΑΙ για τη γυναίκα του Πελασγού ότι, δηλαδή, κι αυτή, φόρεσε δερμάτινο χιτώνα, ενώ στη Βίβλο γίνεται λόγος και για τους δύο. Τούτο, τεχνηέντως, το αποσιωπά. Που να το σκεφτεί όλα αυτά – θα είπε – ο αφελής αναγνώστης! Σύγκριση, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει καμία!
 
Αν τυχόν υπάρχουν κάποιες έμμεσες ομοιότητες, όπως είπαμε και πιο πάνω, δεν μπορεί ένα κείμενο μυθολογικό, που μάλιστα είναι για πολλούς αιώνες μεταγενέστερο από τη Βίβλο, να θέλει να έχει την πρωτοπορία έναντι του πρωτοτύπου! Αυτός ο τρόπος, βρίσκουμε, ότι είναι τρόπος αλχημείας για την παραποίηση της πραγματικότητας και της αλήθειας. Και είναι αυτός ακριβώς ο τρόπος που ο κ. Κ. επέλεξε για να δυσφημήσει για άλλη μια φορά τη Βίβλο στη συνείδηση των αναγνωστών. Όφειλε, πάντως, να γνωρίζει ακόμα ότι η Βίβλος δέχθηκε διαμέσου των αιώνων ποικίλες άδικες επιθέσεις, όμως στάσθηκε πάντοτε όρθια και αγέρωχη, επειδή αποτελεί μοναδικότητα στο ανθρώπινο στερέωμα, είναι ο Λόγος του ζωντανού Θεού.

 


Μιά στιγμή του Πάσχα...
Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΡΩΣΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τ ...
Περισσότερα >>
Μεταλλαγμένα
ΕΦΕΤ: Προσοχή στα τρόφιμα με ΓΤΟ ή ΓΤ Περισσότερα >>