www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
c3    c4

c5    c6

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ορθόδοξη γνωσιολογία - κεφάλαιο ΣΤ'

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ  ΣΤ’

Ορθόδοξη γνωσιολογία


Το θέμα της γνωσιολογίας έχει θέση σ’ αυτό το βιβλίο και μάλιστα τίθεται σαν τελευταίο κεφάλαιο, γιατί έχει στενή σχέση με την θεραπεία της ψυχής του ανθρώπου. Έχει αποδειχθή στα προηγούμενα ότι πτώση, ασθένεια και νέκρωση του ανθρώπου είναι κυρίως πτώση, ασθένεια και νέκρωση της ψυχής, του νου, της καρδίας και της λογικής, που δέχεται την επήρεια των λογισμών. Κυρίως, πτώση είναι η πτώση του νου. Όταν η ψυχή, ο νους και η καρδία του ανθρώπου θεραπεύωνται, τότε ο άνθρωπος αποκτά γνώση Θεού. Και μάλιστα όχι όταν θεραπεύωνται, αλλά και όσο θεραπεύονται αποκτά γνώση Θεού. Όταν δε θεραπευθή, κατά το δυνατόν, τελείως ο άνθρωπος τότε αποκτά γνώση του Θεού, που δεν είναι γνώση των λόγων περί του Θεού, αλλά γνώση του Ίδιου του Θεού. Με άλλα λόγια, στην θεραπευμένη καρδιά αποκαλύπτεται ο Θεός και προσφέρει την γνώση Του. Έτσι φαίνεται καθαρά ότι η ορθόδοξη γνωσιολογία  έχει μεγάλη σχέση με την θεραπεία της ψυχής. Η θεογνωσία αυξάνεται, αυξανομένης της θεραπείας, και η καθαρά θεογνωσία δίδεται στον άνθρωπο εκείνον που έχει καθαρθή και θεραπευθή.
Για να δούμε καθαρότερα αυτό το θέμα θεωρούμε σκόπιμο να συγκεκριμενοποιήσουμε την διδασκαλία σε δυο Πατέρες της Εκκλησίας, δηλαδή στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο και στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Συγκεκριμένα θα δούμε πρώτον, τις τρεις γνώσεις κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο και δεύτερον, την γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.


Οι τρεις γνώσεις κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο

Αναλύοντας την διδασκαλία του αγίου Ισαάκ του Σύρου σχετικά με τις τρεις γνώσεις, έχουμε υπ’ όψη τους λόγους του αγίου Πατρός ΞΒ’ – ΞΣΤ’ στο βιβλίο Ισαάκ Σύρου Ασκητικά (εκδ. Ρηγοπούλου 1977), στους οποίους κυρίως αναπτύσσεται η διδασκαλία του περί των τριών γνώσεων.
Κατ’ αρχάς κάνει ο άγιος Πατήρ την διάκριση μεταξύ της ανθρωπίνης γνώσεως και της πίστεως. Η ανθρώπινη γνώση έχει ως γνώρισμα ότι δεν πράττει τίποτε «εκτός εξετάσεως και ερεύνης», αλλά εξετάζει αν υπάρχη δυνατότης να γίνη αυτό που επιθυμεί και θέλει (σελ. 251). Δηλαδή στην ανθρώπινη γνώση υπάρχει πολλή λογική, και μάλιστα λειτουργεί η πεπτωκυΐα λογική, η οποία έχει αποστή των φυσικών όρων λειτουργίας, δηλαδή είναι η λογική που κυριαρχεί  και του νοός. Η πίστη όμως ορίζεται διαφορετικά και εκεί φαίνεται κυρίως η μεγάλη διαφορά της από την ανθρώπινη γνώση και ακόμη η μεγάλη της αξία. Ο άγιος Ισαάκ, μιλώντας για την πίστη, λέγει ότι με την λέξη αυτή δεν εννοούμε την παραδοχή των δογματικών αληθειών γύρω από τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, και τα σχετικά με την ενανθρώπιση του Χριστού και την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως από το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, «ει και αυτή υψηλή εστι λίαν», αλλά κυρίως εννοούμε «την πίστιν την εκ του φωτός της χάριτος ανατέλλουσαν εν τη ψυχή», η οποία με την μαρτυρία της διανοίας στηρίζει την καρδιά για να είναι αδίστακτη στην πληροφορία της ελπίδος (σελ. 261). Η πνευματική αυτή πίστη δεν μαθαίνει με την ακοή τα μυστήρια, «αλλ’ εν τοις πνευματικοίς οφθαλμοίς τα μυστήρια τα κεκρυμμένα εν τη ψυχή, και τον κρυπτόν και θείον πλούτον, τον κεκρυμμένον εκ των οφθαλμών των υιών της σαρκός και αποκαλυπτόμενον εν τω πνεύματι τοις εν τη τραπέζη του Χριστού διαιτωμένοις εν τη αδολεσχία των νόμων αυτού...» (σελ. 261). Δηλαδή ενώ η ανθρώπινη γνώση αποκτάται με την ενέργεια της λογικής και με την ανθρώπινη αναζήτηση, η θεία γνώση αποκτάται με την πίστη. Και αυτή η πίστη είναι κυρίως εκείνη που ανατέλλει στην ψυχή από το Φως της Χάριτος, και με την δύναμη αυτή μαθαίνει ο άνθρωπος όλα εκείνα τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τους οφθαλμούς των σαρκικών ανθρώπων του αιώνος τούτου. Γι’ αυτό η «πίστις λεπτοτέρα της γνώσεως, καθώς η γνώσις των πραγμάτων των αισθητών» (σελ. 261). Όπως η ανθρώπινη γνώση είναι λεπτοτέρα των αισθητών πραγμάτων, έτσι και η πίστη, που είναι θεία γνώση, είναι λεπτοτέρα της ανθρωπίνης γνώσεως.
Ο άγιος Ισαάκ παρουσιάζει την διαφορά μεταξύ της ανθρωπίνης γνώσεως και της πίστεως. Η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί να μάθη χωρίς εξέταση, ενώ η πίστη «φρόνημα εν καθαρόν και απλούν επιζητεί το απέχον πάσης πανουργίας... ο οίκος της πίστεως έννοια νηπιώδης εστί, και καρδία απλή» (σελ. 251). Ενώ η ανθρώπινη γνώσης έχει κέντρο την λογική, η πίστη έχει κέντρο την απλή και απονήρευτη καρδιά. Η ανθρώπινη γνώση «όρος της φύσεώς εστι», ενώ η πίστη «υπέρ την φύσιν ενεργεί την εαυτής οδοιπορίαν» (σελ. 251). Δηλαδή η ανθρώπινη γνώση είναι καθαρά μια φυσική κατάσταση, λειτουργεί με φυσικούς όρους, ενώ η πίστη είναι υπερφυσική κατάσταση. Επίσης η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί να κατασκευάση τίποτε χωρίς την ύλη, δηλαδή κινείται σε υλικό κόσμο, ενώ η πίστη έχει εξουσία να δημιουργήση καινή κτίση, καθ’ ομοιότητα του Θεού (σελ. 251). Η ανθρώπινη γνώση δεν τολμά και δεν θέλει να υπερβή τους όρους της φύσεως, ενώ η πίστη «εν εξουσία διαβαίνει ταύτα» (σελ. 252). Αυτό αποδεικνύεται από την ζωή όλων των αγίων, οι οποίοι με την δύναμη της πίστεως «εις την φλόγα εισήλθον, και την δύναμιν την καυστικήν του πυρός εχαλίνωσαν, και αβλαβώς εν μέσω αυτής διέβαινον και επί νώτων της θαλάσσης, ως επί ξηράς εβάδισαν» (σελ. 252). Και όλα αυτά που κάνει η πίστη είναι υπέρ την φύσιν και αντίθετα με τους τρόπους της ανθρωπίνης γνώσεως. Η ανθρώπινη γνώση «φυλάττει τους όρους της φύσεως», ενώ η πίστη «υπεράνω της φύσεως διαβαίνει» (σελ. 252). Η ανθρώπινη γνώση ζητεί πάντοτε τρόπους «προς φυλακήν των κτωμένων αυτήν», δηλαδή λαμβάνει πάντοτε προφυλακτικά μέσα και επιδιώκει με ανθρώπινα μέσα να φυλάξη τον άνθρωπο. Η πίστη όμως αφήνεται εξ ολοκλήρου στον Θεό. «Ουδέποτε ε εν πίστει προσευχόμενος, εν τρόποις χρήται και αναστρέφεται» (σελ. 252). Η ανθρώπινη γνώση δεν αρχίζει ένα έργο, αν από την αρχή δεν εξετάση το τέλος αυτού του έργου, ενώ η πίστη λέγει «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. Αδυνατεί γαρ ουδέν τω Θεώ» (σελ. 253).
Βέβαια κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, δεν είναι κατηγορήσιμη η ανθρώπινη γνώση, αλλά η πίστη είναι ανωτέρα της γνώσεως. «Ουχί ψεκτή εστιν η γνώσις, αλλ’ η πίστις υψηλοτέρα αυτής εστί» (σελ. 254). Η γνώση τελειούται «εν τη πίστει», αφού «η γνώσις βαθμίς εστι, δι’ ης ανέρχεταί τις εις το ύψος της πίστεως» (σελ. 254). Όταν έλθη η πίστη, τότε καταργείται το επί μέρους. Τότε «εν τη πίστει ημών μανθάνομεν εκείνα τα ακατάληπτα, και ουκ εν τη εξετάσει και τη δυνάμει της γνώσεως» (σελ. 254). Όλα τα έργα της δικαιοσύνης που είναι οι αρετές, δηλαδή η νηστεία, η ελεημοσύνη, η αγρυπνία, ο αγιασμός και όλα τα «λοιπά τα δια του σώματος ενεργούμενα» και όλα εκείνα που εκτελούνται στην ψυχή, δηλαδή η αγάπη προς τον πλησίον, η ταπεινοφροσύνη της καρδίας, η συγχώρηση «των επταισμένων», η ενθύμηση των αγαθών, η εξέταση των μυστηρίων που είναι  κεκαλυμμένα στις Γραφές, η αδολεσχία της διανοίας στα καλύτερα έργα, η φύλαξη των όρων των παθών της ψυχής και όλες οι άλλες αρετές, «ταύτα πάντα χρήζουσι της γνώσεως». Η γνώση «φυλάττει αυτά, και διδάσκει την τάξιν αυτών». Και όλα αυτά είναι βαθμίδες δια των οποίων ανέρχεται η ψυχή «εις το ύψος το ανώτερον της πίστεως». Αλλά όμως «η πολιτεία της πίστεως υπέρ την αρετήν εστι, και η εργασία αυτής ουκ έργα εστίν, αλλά ανάπαυσις τελεία, και παράκλησις, και εν καρδία, και εν ταις της ψυχής τελειούται» (σελ. 254-255).
Με όλα αυτά φαίνεται ότι, κατά την διδασκαλία του αγίου Ισαάκ και όλων των αγίων Πατέρων, η πίστη είναι ανωτέρα της ανθρωπίνης γνώσεως, και αυτής ακόμη της γνώσεως που αποκτά κανείς με την εξάσκηση της αρετής, γιατί η πίστη είναι μια χαρισματική κατάσταση, κοινωνία με τον Θεό, είναι «νόησις και όρασις καρδίας», είναι η ζωή που αναπτύσσεται στην ψυχή με την έλευση του Φωτός της θείας Χάριτος. Θα δούμε στην συνέχεια, στην διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αυτήν την γνώση του Θεού, που είναι κυρίως «κοινωνία εν τη υπάρξει», που είναι κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Γι’ αυτό αυτή η γνώση του Θεού είναι ανωτέρα από κάθε ανθρώπινη γνώση και ακόμη από αυτήν την γνώση που αποκτούμε με την εξάσκηση των αρετών, αφού τότε βρίσκουμε αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό, που κρύπτεται στο βάθος των εντολών.
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος κάνει λόγο για τις τρεις γνώσεις. Νομίζω πως είναι καλό στην συνέχεια να δούμε την διαφορά των τριών γνώσεων, γιατί πιστεύω ότι έτσι θα φανή η διαφορά της Ορθοδόξου Παραδόσεως από την ανθρώπινη πολιτιστική παράδοση, θα φανή η διαφορά της θείας γνώσεως από την ανθρώπινη γνώση.
Υπάρχουν τρεις νοητοί τρόποι δια των οποίων η γνώση αναβαίνει και καταβαίνει. Οι τρόποι αυτοί είναι το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα (σελ. 255). Βέβαια όταν οι άγιοι Πατέρες μιλούν για το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα, δεν εννοούν το τρισύνθετο του ανθρώπου, αλλά με την λέξη πνεύμα εννοούν το χάρισμα, δηλαδή την θεία Χάρη που χαριτώνει την ψυχή του ανθρώπου. Χωρίς την Χάρη του Θεού ο άνθρωπος λέγεται ψυχικός ή σαρκικός, ενώ με την ύπαρξη της Χάριτος λέγεται πνευματικός. Και ενώ η φύση της γνώσεως είναι μία, εν τούτοις λεπτύνεται και αλλάσσει τους τρόπους της ανάλογα με τους τόπους αυτούς τους νοητούς και αισθητούς: «Και ει μία εστιν η γνώσις εν τη φύσει αυτής, αλλά προς τας χώρας ταύτας των νοητών και των αισθητών, και λεπτύνεται, και επαλλάττει τους τρόπους αυτής, και τας εργασίας των νοημάτων αυτής» (σελ. 255). Έτσι όπως υπάρχουν τρεις αισθητοί και νοητοί τρόποι, σώμα, ψυχή και πνεύμα, έτσι υπάρχουν και  τρεις γνώσεις, η σωματική, η ψυχική και η πνευματική. Ανάλογα με ποια γνώση κατέχει ο άνθρωπος, δείχνει την πνευματική του πρόοδο και την πνευματική του κατάσταση. Ακόμη ανάλογα σε ποια γνώση βρίσκεται φανερώνει την κάθαρση και την θεραπεία του. Ο ψυχικά άρρωστος κατέχει την σωματική γνώση, ενώ ο θεραπευόμενος κατέχει την ψυχική γνώση και ο θεραπευθείς κατέχει την πνευματική γνώση και γνωρίζει τα μυστήρια του Πνεύματος, που για τον σαρκικό άνθρωπο είναι άγνωστα και ακατάληπτα.
Η πρώτη γνώση αποκτάται με την διαρκή μελέτη και την σπουδή της μαθήσεως, η Δευτέρα γνώση προέρχεται από την καθαρά και αγαθή πολιτεία του ανθρώπου και από την πίστη της διανοίας και η Τρίτη γνώση «τη πίστει και μόνη κεκλήρωται. Διότι εν αυτή καταργείται η γνώσις, και τα έργα περαίωσιν λαμβάνει, και αι αισθήσεις γίνονται περισσαί εις χρείαν» (σελ. 263).
Ας δούμε αναλυτικότερα, με βάση την διδασκαλία του αγίου Ισαάκ του Σύρου, τις τρεις αυτές γνώσεις, που δείχνουν ή την ψυχική ασθένεια ή την θεραπεία του ανθρώπου.
Η πρώτη γνώση δηλαδή η σωματική. Χαρακτηριστικά στοιχεία της ανθρωπίνης γνώσεως που συνδέεται με την σαρκική επιθυμία είναι ο πλούτος, η κενοδοξία, η κόσμηση, η ανάπαυση του σώματος, η σπουδή της λογικής σοφίας, που αρμόζει στην διοίκηση του κόσμου τούτου, και που εφευρίσκει τις ανανεώσεις των ευρέσεων και των τεχνών και των μαθήσεων (σελ. 256). Η γνώση αυτή είναι αντίθετη με την πίστη, όπως αναπτύξαμε προηγουμένως, διότι νομίζει πως «τη εαυτής προνοία τα πάντα είναι» (σελ. 256). Η σοφία και η γνώση των πραγμάτων αυτού του κόσμου, όταν δεν υπάρχη η ψυχική και πνευματική γνώση, είναι μάταια και δημιουργεί πολλά προβλήματα στον άνθρωπο. Αυτή η γνώση είναι ψιλή, απλή γνώση, γιατί είναι»γυμνή πάσης θείας μερίμνης» (σελ. 256). Η μέριμνα αφορά μόνο τον κόσμο τούτο και επειδή εξουσιάζεται από το σώμα, γι’ αυτό «αδυναμίαν άλογον εισφέρει κατά της διανοίας» (σελ. 256).
Οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής μας, αθεράπευτοι ψυχικώς, κατέχουν αυτήν την γνώση και αυτήν καλλιεργούν διαρκώς. Εδώ βρίσκεται όλος ο σύγχρονος πολιτισμός, που δημιουργεί πολλές ψυχικές και σωματικές ανωμαλίες. Διότι αυτή η μονομέρεια της γνώσεως δημιουργεί πολλά προβλήματα. Να πως τα περιγράφει ο άγιος Ισαάκ. Τον άνθρωπο αυτής της σωματικής γνώσεως τον κατέχει η μικροψυχία, η λύπη και η απόγνωση, ο φόβος των δαιμόνων, η δειλία από τους ανθρώπους, η φήμη περί των ληστών, οι ακοές των θανάτων, η φροντίδα των νοσημάτων, η μέριμνα της πτωχείας και της ανάγκης της αποκτήσεως, ο φόβος του θανάτου και ο φόβος των παθών και των πονηρών θηρίων και πολλά άλλα που συμβαίνουν στην θάλασσα της παρούσης ζωής (σελ. 256-257). Ο άνθρωπος που κατέχει αυτήν την γνώση, την ανθρώπινη και σωματική, δεν γνωρίζει να εγκαταλείπη τον εαυτό του στο έλεος του Θεού, αλλά προσπαθεί με τους δικούς του τρόπους να λύση τα διάφορα προβλήματα. Όταν όμως αδυνατή να δώση λύσεις, από διάφορες αιτίες, τότε «μάχεται μετά των ανθρώπων των εμποδιζόντων αυτήν, και εναντιουμένων αυτή» (σελ. 257). Διαπληκτίζεται με τους ανθρώπους, γιατί γίνονται εμπόδια στην κατοχή των αγαθών της σαρκικής γνώσεως.
Η σωματική αυτή γνώση, η μέριμνα του κόσμου τούτου, εκριζώνει τελείως την αγάπη. Κάνει τον άνθρωπο να εξετάζη τα μικρά αμαρτήματα και σφάλματα των άλλων ανθρώπων, τις αιτίες και τις ασθένειες αυτών, τον κάνει να δογματίζη και να εναντιούται στους λόγους των άλλων, να πονηρεύεται σε όλα τα έργα του, και να ασχολήται με τους τρόπους που καθυβρίζουν τον άνθρωπο. Σ’ αυτήν την γνώση υπάρχει φυσίωση και υπερηφάνεια (σελ. 257).
Βλέπουμε καθαρά ότι αυτή η σωματική γνώση είναι γνώση του συγχρόνου πολιτισμού. Ο άγιος Ισαάκ με ενόραση προφητική παρουσιάζει τις αιτίες και ασχολίες αυτού του σαρκικού ανθρώπου, περιγράφει την αγωνία και το άγχος του, ακόμη παρουσιάζει τα φρικτά αποτελέσματα αυτής της σαρκικής γνώσεως. Η διατάραξη των διαπροσωπικών σχέσεων, η έλλειψη της αγάπης, η ισχυρογνωμοσύνη και η πονηρία σε όλες της ενέργειες είναι εκείνα που προσδιορίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, τον ψυχικά αθεράπευτο, τον μακράν του Θεού ευρισκόμενο.
Η Δευτέρα γνώση, δηλαδή η ψυχική. Όταν ο άνθρωπος εγκαταλείψη την πρώτη, την σωματική και σαρκική γνώση, και στραφή στις επιθυμίες και τους διαλογισμούς της ψυχής, τότε ακολουθούν όλα τα καλά έργα της ψυχικής γνώσεως. Αυτά είναι η νηστεία, η ευχή, η ελεημοσύνη, η ανάγνωση των θείων Γραφών, οι τρόποι της αρετής, η πάλη προς τα πάθη κ.λ.π. (σελ. 258). Όλα αυτά τα έργα τα τελειοί το Πνεύμα το Άγιο. Δεν γίνονται απλώς με την δύναμη του ανθρώπου, αλλά με την συνέργεια του ανθρώπου και της δυνάμεως του Παναγίου Πνεύματος. Υπάρχει διαβάθμιση στην απόκτηση της γνώσεως. Η Δευτέρα γνώση τελειούται «ότε θήσει (ο άνθρωπος) το θεμέλιον της εργασίας αυτής εν τη ησυχία τη εκ των ανθρώπων, και εν τη αναγνώσει των γραφών, και τη ευχή» (σελ. 259). Δηλαδή ο κάτοχος αυτής της ψυχικής γνώσεως διάγει ησυχαστικά, με όλη την σημασία που περιγράψαμε σε προηγούμενο  κεφάλαιο, προσεύχεται αδιάλειπτα προς  τον Θεό, και μελετά την Γραφή μέσα σ’ αυτήν την ιερά ατμόσφαιρα της ησυχίας, με σκοπό να τρέφη την ψυχή του και όχι να μαθαίνη από περιέργεια τους λόγους του Θεού. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι άνθρωποι εκείνοι που θεραπεύονται από τα ψυχικά έλκη και τα τραύματα της ψυχής. Αυτή η θεραπεία προσφέρει μια γνώση, η οποία μπορεί να πη κανείς είναι προστάδιο και προθάλαμος της άλλης εκείνης πνευματικής γνώσεως, που θα προσπορίση η έλευση της Χάριτος του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου.
Η Τρίτη γνώση, δηλαδή η πνευματική. Όταν η γνώση του ανθρώπου υψωθή  στα γήϊνα και από την μέριμνα της εργασίας αυτών και αρχίση να βλέπη τους διαλογισμούς «εν τοις κεκαλυμμένοις έσωθεν των οφθαλμών» και καταφρονήση όλα τα πράγματα «εξ ων η σκολιότης των παθών γίνεται» και υψώση τον εαυτόν της άνω στην μέριμνα του μέλλοντος αιώνος, στις επιθυμίες των επηγγελμένων αγαθών και στην εξέταση των κρυπτών μυστηρίων, «τότε αύτη η πίστις καταπίνει ταύτην την γνώσιν, και στρέφεται, και τίκτει αυτήν εξ αρχής, (ως γένεσθαι αυτήν εξ αρχής), ως γενέσθαι αυτήν όλην εξ όλου πνεύμα» (σελ. 259).
Τότε μπορεί να πετάξη στους τόπους των ασωμάτων αγγέλων και γνωρίζει τα μυστήρια τα πνευματικά, τις κυβερνήσεις των νοητών και αισθητών, δηλαδή γνωρίζει τους λόγους των όντων, τότε ξυπνούν οι εσωτερικές αισθήσεις και δέχεται η ψυχή την ανάσταση που διαβεβαιοί την ανάσταση την μελλοντική των ανθρώπων. Γράφει χαρακτηριστικά ο άγιος Ισαάκ, ο οποίος απέκτησε αυτήν την πνευματική γνώση, που είναι η βίωση της πίστεως: «Τότε δύναται πετασθήναι εν ταις χώραις των ασωμάτων πτέρυξι και άψασθαι του βάθους της θαλάσσης της αναφούς, διανοούσα τας θείας και θαυμαστάς κυβερνήσεις, τας εν ταις φύσεσι των νοητών και αισθητών, και εξετάζει τα μυστήρια τα πνευματικά, τα εν διανοία απλή και λεπτή καταλαμβανόμενα. Τότε αι αισθήσεις αι έσω εξυπνίζονται εις εργασίαν του πνεύματος, κατά την τάξιν την γινομένην εν εκείνη τη διαγωγή της αθανασίας και της αφθαρσίας. Διότι την ανάστασιν την νοητήν, ως εν μυστηρίω, εκ των ώδε εδέξατο, προς μαρτυρίαν αληθινήν της ανακαινίσεως των πάντων» (σελ. 259-260).
Αυτήν την γνώση απέκτησαν όλοι οι άγιοι του Θεού, όπως ο Μωϋσής, ο Δαβίδ, ο Ησαΐας, ο Απόστολος Πέτρος, ο Απόστολος Παύλος και όλοι οι άγιοι που αξιώθηκαν αυτής της τελείας γνώσεως, «κατά το μέτρον της ανθρωπίνης φύσεως» (σελ. 257). Η γνώση αυτή στην πραγματικότητα είναι γνώση που προέρχεται από την θεωρία του Θεού και του ακτίστου Φωτός, από τις θείες αποκαλύψεις, όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ, «εκ των παρηλλαγμένων θεωριών, και των αποκαλύψεων των θείων, και εκ της θεωρίας της υψηλής των πνευματικών, και εκ των αρρήτων μυστηρίων...» (σελ. 257). Τότε η γνώση καταπίνεται από αυτές τις θεωρίες και ο άνθρωπος αισθάνεται τον εαυτό του γη και σποδόν (σελ. 257), αποκτά την μακαρία κατάσταση της ταπεινοφροσύνης και της απλότητος. Έτσι η πνευματική γνώση, δηλαδή η γνώση του Θεού, είναι καρπός θεωρίας του Θεού, που απολαμβάνει εκείνος ο άνθρωπος που προοδευτικά ανήλθε από την σαρκική γνώση στην ψυχική και από την ψυχική στην πνευματική γνώση.
Συνοπτικά μπορεί κανείς να πη ότι η πρώτη γνώση ψυχραίνει την ψυχή, «εκ των έργων του δρόμου οπίσω του Θεού». Η δευτέρα γνώση θερμαίνει την ψυχή στον ταχύ δρόμο «τοις εν τω βαθμώ της  πίστεως». Η τρίτη γνώση είναι ανάπαυση, «όπερ εστί τύπος του μέλλοντος, εν τη αδολεσχία μόνη της διανοίας τρυφώσα εν τοις μυστηρίοις των μελλόντων» (σελ. 260).
Αυτή η ανάπτυξη της διδασκαλίας του αγίου Ισαάκ έχει μεγάλη σημασία για το θέμα το οποίο αναπτύσσουμε για τον εξής λόγο. Στην αρχή του βιβλίου αναφέραμε ότι οι άνθρωποι μέσα στην Εκκλησία δεν χωρίζονται σε καλούς και κακούς ή ηθικούς και ανηθίκους, με κριτήρια μιας ανθρωπίνης ηθικής, αλλά σε ψυχικά αρρώστους, σε θεραπευομένους και θεραπευθέντας. Ακριβώς αυτές οι τρεις κατηγορίες αντιστοιχούν στις τρεις γνώσεις. Οι ψυχικά άρρωστοι είναι άνθρωποι της σαρκικής, κοσμικής γνώσεως, οι θεραπευόμενοι είναι εκείνοι που αποκτούν, σε διαφόρους βαθμούς, την ψυχική σοφία και γνώση, και οι θεραπευθέντες, που είναι οι άγιοι του Θεού, είναι εκείνοι που κατέχουν την πνευματική γνώση, την αληθινή γνώση του Θεού. Οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής μας, που είναι ψυχικά άρρωστοι, αφού αγνοούν τελείως τι είναι νους και καρδία, βρίσκονται στην πρώτη γνώση, την λεγομένη σωματική, σαρκική. Άλλοι ανήκουν στην δευτέρα γνώση, αφού αγωνίζονται, με όλη την ασκητική μέθοδο που διαθέτει η Ορθόδοξη Εκκλησία, να θεραπευθούν, και οι άγιοι, που και σήμερα υπάρχουν, ανήκουν στην τρίτη γνώση, αφού θεραπεύθηκαν από τις ασθένειες και έτσι απέκτησαν την γνώση του Θεού.


Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Η ανάπτυξη της διδασκαλίας του αγίου Ισαάκ του Σύρου περί των τριών γνώσεων μας δίδει την δυνατότητα να προχωρήσουμε και να δούμε το θέμα της γνώσεως του Θεού κατά τον αγιορείτη άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Όταν ο άνθρωπος ανέλθη από την σαρκική γνώση στην ψυχική και από την ψυχική στην πνευματική, τότε ορά τον Θεό και αποκτά την γνώση του Θεού, που είναι η σωτηρία του. Η γνώση του Θεού, όπως θα αναπτυχθή κατωτέρω, δεν είναι εγκεφαλική, αλλά υπαρξιακή, δηλαδή όλη η ύπαρξη του ανθρώπου πληροφορείται αυτήν την θεογνωσία. Αλλά για να φθάση ο άνθρωπος σ’ αυτήν την γνώση πρέπει να προηγηθή κάθαρση της καρδιάς, δηλαδή θεραπεία της ψυχής, του νοός και της καρδίας. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8).
Ας δούμε όμως τα πράγματα αναλυτικότερα.
Όπως έχει σημειωθή, ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι η γνώση του Θεού δεν είναι υπόθεση θεωρίας του Θεού, αλλά υπόθεση της νοήσεως του ανθρώπου. Μπορούμε, έλεγε, να αποκτήσουμε την θεογνωσία με την φιλοσοφία, γι’ αυτό τους Προφήτας και τους Αποστόλους, που έβλεπαν το άκτιστο Φως, κατέτασσε σε κατώτερη θέση από  τους φιλοσόφους. Το άκτιστο Φως το ονόμαζε αισθητό, κτιστό και «χείρον της ημετέρας νοήσεως». Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, φορεύς της Παραδόσεως και άνθρωπος της αποκαλύψεως, υποστήριζε τα αντίθετα. Στην θεολογία του παρουσιάζεται η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία, το άκτιστο Φως,  δηλαδή η όραση του Θεού, δεν είναι απλώς συμβολική όραση, δεν είναι αισθητή και κτιστή, ούτε κατωτέρα της νοήσεως, αλλά είναι θέωση. Δια της θεώσεως ο άνθρωπος αξιώνεται να δη τον Θεό. Και αυτή η θέωση δεν είναι αφηρημένη κατάσταση, αλλά ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δηλαδή ο άνθρωπος θεωρώντας το άκτιστο Φως, το βλέπει γιατί ενώνεται με τον Θεό, το βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς και με αυτούς ακόμη τους σωματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι έχουν μετασκευασθή από την ενέργεια του Θεού. Επομένως η θεωρία είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτή η ένωση  είναι γνώση του Θεού. Τότε ο άνθρωπος αξιώνεται να γνωρίση  τον Θεό. Και αυτή η γνώση είναι υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν και  υπέρ την αίσθησιν.
Όλη αυτήν την θεολογία ο άγιος την αναπτύσσει σποραδικά σε όλα του τα έργα. επειδή όμως δεν έχουμε την πρόθεση στο κεφάλαιο αυτό να παρουσιάσουμε συστηματικά όλη την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου σχετικά με την γνώση του Θεού, γι’ αυτό θα περιορισθούμε στην ανάλυση των κεντρικών σημείων της διδασκαλίας του, όπως παρουσιάζεται στο βασικό του έργο «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» (βλ. Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 2ος, Θεσσαλονίκη 1982, ΕΠΕ). Και πάλι πρέπει να προστεθή ότι δεν θα παρουσιάσουμε όλη την διδασκαλία, όπως εκτίθεται στο έργο αυτό «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων», αλλά τα κεντρικά σημεία. Αμέσως μετά το χωρίο θα παρατίθεται η σελίδα του βιβλίου στο οποίο παραπέμπουμε.
Χαρακτηριστικό χωρίο στο οποίο παρουσιάζεται συνοπτικά η διδασκαλία αυτή του αγίου είναι το ακόλουθο. «Ο δε πάσαν την προς τα κάτω σχέσιν της οικείας αφελών ψυχής και εκ πάντων απολυθείς δια της των εντολών τηρήσεως και της εκ ταύτης απαθείας, υπερβάς πάσαν γνωστικήν ενέργειαν δι’ εκτενούς και ειλικρινούς και αΰλου προσευχής, κακεί δι’ ενώσεως αγνώστου καθ’ υπεροχήν περιλαμφθείς τω απροσίτω φέγγει, μόνος ούτος, φως γεγονώς και δια του φωτός θεώμενος και φως ορών εν τη του φωτός εκείνου θέα τε και απολαύσει, και το υπερφαές και απερινόητον όντως γινώσκει του Θεού, ουχ υπέρ την νοητικήν μόνην δύναμιν του νου, την ανθρωπίνην ταύτην, δοξάζων τον Θεόν – πολλά γαρ και των κτιστών υπέρ αυτήν εισιν- , αλλά και υπέρ την υπερφυεστάτην ένωσιν εκείνην, δι’ ης μόνης τοις των νοητών επέκεινα ο νους ενούται «εν θειοτέρα μιμήσει των υπερουρανίων νόων» (σελ. 522-524).
Στο χωρίο αυτό φαίνεται η κεντρική διδασκαλία του αγίου. Για να φθάση ο άνθρωπος στην θεωρία του ακτίστου Φωτός χρειάζεται να αποκόψη κάθε σχέση της ψυχής προς τα κάτω, να αποσπασθή από όλα, με την τήρηση των εντολών του Χριστού, και με την απάθεια, που έρχεται από την τήρηση των εντολών, να υπερβή κάθε γνωστική ενέργεια «δι’ εκτενούς και ειλικρινούς και αΰλου προσευχής». Επομένως, απαιτείται προηγουμένως η θεραπεία του ανθρώπου, η οποία επιτυγχάνεται με τις εντολές του Χριστού και με την ελευθέρωση της ψυχής από την αμαρτωλή σχέση με όλα τα κτιστά. Ο άνθρωπος περιλάμπεται με το απρόσιτο φέγγος «δι’ ενώσεως αγνώστου καθ’ υπεροχήν». Ορά τον Θεό δια της ενώσεως. Έτσι γίνεται φως και θεάται δια του φωτός. «... φως γεγονώς και δια του φωτός θεώμενος...». Βλέποντας το άκτιστο Φως γνωρίζει τον Θεό, αποκτά γνώση Θεού, αφού τότε το «υπερφαές και απερινόητον όντως γινώσκει του Θεού».
Αυτήν την διδασκαλία αναπτύσσει ο άγιος και σε άλλα σημεία  του μνημονευθέντος έργου του.
Η όραση του Θεού, η θεωρία του ακτίστου Φωτός, δεν είναι μια αισθητική όραση, αλλά είναι θέωση του ανθρώπου. Μιλώντας για την όραση του Θεού στον Μωϋσή «εν είδει και ου δι’ αινιγμάτων», υπενθυμίζει το χωρίο του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού ότι «θέωσιν, την κατ’ είδος ενυπόστατον έλλαμψιν, ήτις ουκ έχει γένεσιν, αλλ' επινόητον εν τοις αξίοις φανέρωσιν, και την υπέρ νουν και λόγον εν τω αφθάρτω των όντων αιώνι μυστικήν ένωσιν προς τον Θεόν...» (σελ. 618). Η όραση λοιπόν του ακτίστου Φωτός είναι θέωση του ανθρώπου. Ορά τον Θεό δια της θεώσεως και όχι δια της καλλιεργείας της λογικής. Η όραση του ακτίστου Φωτός ονομάζεται θεοποιός δωρεά. Δεν είναι δωρεά της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως, αλλά του Αγίου Πνεύματος. «Ούτως η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος φως εστιν απόρρητον και φως ποιεί θείον τους πλουτήσαντας αυτήν, ου φωτός μόνον πληρώσασα τούτους αϊδίου, αλλά και γνώσιν και ζωήν θεοπρεπή χαρισάμενη» (σελ. 634). Έτσι η όραση του Θεού δεν είναι εξωτερική, αλλά γίνεται δια της θεώσεως (σελ. 458).
Η θέωση αυτή είναι ένωση και κοινωνία με τον Θεό. Κατά τον άγιο, η θεωρία του ακτίστου Φωτός δεν είναι αφαίρεση απλώς και απόφαση, αλλά ένωση και εκθέωση. «Ούκουν αφαίρεσις και απόφασις μόνη εστίν η θεωρία, αλλ’ ένωσις και εκθέωσις, μετά την αφαίρεσιν πάντων των κάτωθεν τυπούντων τον νουν, μυστικώς και απορρήτως χάριτι γινομένη του Θεού, μάλλον δε μετά την απόπαυσιν ή και μείζόν εστι της αφαιρέσεως» (σελ. 186). Η θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι μέθεξη και «θεουργός κοινωνία» (σελ. 1858, 188 και 190). Έτσι η θεωρία του Φωτός είναι ένωση, έστω κι αν δεν είναι διαρκής στους ατελείς, η δε του Φωτός ένωση είναι όραση. «Η γουν του φωτός τούτου θεωρία ένωσίς εστιν, ει και μη διαρκής τοις ατελέσιν∙ η δε του φωτός ένωσις τι γε άλλο ή όρασίς εστιν;» (σελ. 478).
Ο άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για την έκσταση. Αλλά αυτή η έκσταση, στην πατερική διδασκαλία, δεν έχει καμμιά σχέση με την έκσταση της Πυθείας και των άλλων θρησκειών. Έκσταση είναι όταν ο νους προσευχόμενος αποθέτη τις σχέσεις του προς τα όντα, πρώτα «προς τα αισχρά και πονηρά και τα φαύλα πάνθ’ απλώς, είτα τας προς τα μέσως έχοντα...» (σελ. 476). Η έκσταση είναι κυρίως απομάκρυνση από το κοσμικό και σαρκικό φρόνημα. Με την ειλικρινή προσευχή ο νους «εξίσταται των όντων πάντων» (σελ. 476). Αυτή η έκσταση είναι υψηλοτέρα της κατ’ αφαίρεσιν θεολογίας, δηλαδή  της στοχαστικής θεολογίας, και προσιδιάζει μόνον σ’ αυτούς που απέκτησαν την απάθεια, αλλά δεν είναι ακόμη ένωση, «εάν μη ο παράκλητος εν υπερώω των φυσικών ακροτήτων καθημένω τω προσευχομένω και προσδοκώντι την επαγγελίαν του Πατρός επιλάμψη άνωθεν και δια της αποκαλύψεως προς την του φωτός αρπάση θεωρίαν» (σελ. 476-478). Με άλλα λόγια η έκσταση, που είναι η αδιάλειπτη νοερά προσευχή κατά την οποία ο νους του ανθρώπου έχει μνήμη αδιάλειπτη του Θεού και δεν έχει καμμιά σχέση με τα πάθη και τον λεγόμενο κόσμο της αμαρτίας, δεν είναι ακόμη ένωση με τον Θεό. Η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό γίνεται όταν έλθη ο Παράκλητος στον προσευχόμενο, που κάθεται στο υπερώο των φυσικών ακροτήτων και αναμένει την επαγγελία του Θεού, και τον αρπάζει στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Η έλλαμψη του Θεού είναι εκείνη που δείχνει την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.
Η όραση, η θέωση και η ένωση με τον Θεό είναι εκείνα που προσφέρουν την υπαρξιακή γνώση του Θεού στον άνθρωπο. Τότε ο άνθρωπος αποκτά την πραγματική γνώση του Θεού. Η θεοποιός δωρεά του Παναγίου Πνεύματος που είναι Φως απόρρητο καθιστά θείο φως αυτούς που την απέκτησαν και όχι μόνον τους γεμίζει με το αΐδιο Φως «αλλά και γνώσιν και ζωήν θεοπρεπή χαρισάμενη» (σελ. 634). Ο άνθρωπος σ’ αυτήν την κατάσταση αποκτά την γνώση του Θεού. Στην διδασκαλία του Βαρλαάμ ότι ο Θεός γνωρίζεται από τους θεωρητικότατους από όλα τα όντα, δηλαδή από τους φιλοσόφους, και ότι η γνώση του Θεού «δια νοεράς φωτοφανείας... ουδαμώς εστιν αληθής» (σελ. 564), ο άγιος Γρηγόριος απαντά ότι «ουκ εκ των όντων μόνον ο Θεός γινώσκεται, αλλά και εκ των καθ’ υπεροχήν μη όντων, τουτέστι των ακτίστων, προς δε και δια φωτός αιωνίου και των όντων πάντων υπερανωκισμένου». Αυτή η γνώση προσφέρεται από τώρα στους αξίους δια του ακτίστου Φωτός εν είδει αρραβώνος  «και κατά το άληκτον αιώνα περιαυγάζοντας αυτούς αλήκτως». Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η θεωρία των αγίων είναι αληθινή, «και ο μη αληθή λέγων ταύτην Θεού θείας γνώσεως εκπέπτωκεν» (σελ. 564-566). Έτσι όποιος παραγνωρίζει και παραθεωρεί την θεωρία του Θεού, που προσφέρει την αληθινή γνώση, αυτός εκπίπτει από την θεία γνώση, αγνοεί στην πραγματικότητα τον Θεό.
Αυτά δείχνουν ότι η όραση του Θεού, η θέωση, η ένωση και η γνώση του Θεού είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Δεν μπορούν να νοηθούν ανεξάρτητα. Η διάσπαση αυτής της ενότητος απομακρύνει τον άνθρωπο από την γνώση του Θεού. Η βάση της ορθοδόξου γνωσιολογίας είναι η έλλαμψη και αποκάλυψη του Θεού μέσα στην κεκαθαρμένη καρδιά του ανθρώπου.
Όπως φάνηκε αυτή η θεογνωσία είναι πέρα από την ανθρώπινη γνώση. Η θεωρία του ακτίστου Φωτός είναι υπέρβαση πάσης γνωστικής ενεργείας και γίνεται «υπέρ όρασιν και γνώσιν» (σελ. 508). Επειδή η θεωρία του ακτίστου Φωτός προσφέρεται στις καρδιές των πιστών και των τελείων, γι’ αυτό και «υπερέχει του φωτός της γνώσεως» (σελ. 448). Και δεν υπερέχει μόνον του φωτός της ανθρωπίνης γνώσεως «της από των ελληνικών μαθημάτων», αλλά το Φως της θεωρίας αυτής διαφέρει και «της από των θείων Γραφών γνώσεως», αφού το φως των Γραφών παρομοιάζεται με λύχνο που φέγγει σε τόπο σκοτεινό, ενώ η θεωρία του ακτίστου Φωτός μοιάζει με το άστρο το λαμπρό που λάμπει την ημέρα, δηλαδή με τον ήλιο, «εν ημέρα λάμποντι φωσφόρω, ος εστιν ο ήλιος» (σελ. 448). Η Χάρη της θεώσεως είναι υπέρ φύσιν αρετή και υπέρ την ανθρώπινη γνώση (σελ. 616).
Η θεωρία του ακτίστου Φωτός και η εξ αυτής προερχομένη γνώση δεν είναι εξέλιξη της λογικής δυνάμεως, δεν είναι τελείωση της λογικής φύσεως, όπως ισχυριζόταν ο Βαρλαάμ, αλλά είναι υπεράνω της λογικής. Είναι γνώση που προσφέρεται από τον Θεό στους καθαρούς στην καρδιά. Εκείνος που ισχυρίζεται ότι το θεοποιό δώρο είναι εξέλιξη της λογικής φύσεως, αυτός αντιτίθεται στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Εάν ήταν φυσικό δώρο η θέωση, τότε όλοι έπρεπε να ήταν Θεοί, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Όμως «υπέρ φύσιν γίνονται οι άγιοι θεούμενοι», γεννώνται εκ του Θεού, σ’ αυτούς έδωσε ο Θεός εξουσία «τέκνα Θεού γενέσθαι» (σελ. 620-622).
Η θεωρία του ακτίστου Φωτός, που προσφέρει την γνώση του Θεού στον άνθρωπο, είναι κατ’ αίσθησιν και υπέρ αίσθησιν. Οι σωματικοί οφθαλμοί μετασκευάζονται και έτσι βλέπουν το άκτιστο Φως, «το απόρρητον, το απρόσιτον, το άϋλον, το άκτιστον, το θεοποιόν, το αΐδιον», που είναι «η λαμπρότης της θείας φύσεως, η δόξα της θεότητος, η της ουρανίου βασιλείας ευπρέπεια» (σελ. 606). Το Φως αυτό είναι αθέατο στην αίσθηση, εάν δεν μετασκευασθή από το Πνεύμα το Άγιο. «Οράς ως αθέατον ην εκείνο το φως τη αισθήσει μη μετασκευασθείση δια του Πνεύματος;» (σελ. 454). Οι Απόστολοι είδαν το άκτιστο Φως, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, του οποίου την διδασκαλία παραθέτει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «τη εναλλαγή των κατ’ αίσθησιν ενεργειών, ην αυτοίς το Πνεύμα ενήργησεν» (σελ. 454).
Η θεωρία του ακτίστου Φωτός και η γνώση που προέρχεται από αυτή είναι όχι μόνον υπέρ την φύσιν και υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν, αλλά κα υπέρ την αρετήν. Η αρετή και η μίμηση του Θεού μας προετοιμάζει προς την θεία ένωση, αλλά αυτήν την απόρρητη ένωση τελετουργεί η Χάρη. «Αρετή μεν γαρ πάσα και  η εφ’ ημίν του Θεού μίμησις προς την θείαν ένωσιν επιτήδειον ποιείται τον κεκτημένον, η δε χάρις αυτήν τελετουργεί την απόρρητον ένωσιν» (σελ. 616).
Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη στην ψυχή. Διότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γνώρισμα του Φωτός εκείνου είναι η εγγινομένη στην ψυχή κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών, των λογισμών ειρήνη και κατάσταση, ανάπαυση και πνευματική χαρά, περιφρόνηση της δόξης των ανθρώπων, ταπείνωση που είναι συνδεδεμένη με απόρρητη αγαλλίαση, μίσος του κόσμου, έρως των ουρανίων, μάλλον δε μόνον του Θεού των ουρανών, θέα του ακτίστου Φωτός έστω κι αν σκεπάση κανείς τα μάτια ή τα εξορύξη (σελ. 634).
Από τα προηγούμενα φαίνεται  καθαρά ότι το τέλος της θεραπείας του  ανθρώπου είναι η θέα του ακτίστου Φωτός. Επειδή όμως γίνεται λόγος στο κεφάλαιο αυτό περί της θεωρίας νομίζω πως είναι καλό να παρουσιασθή και η διδασκαλία του αγίου ότι υπάρχουν πολλοί βαθμοί θεωρίας. Λέγει ο άγιος ότι της θεωρίας αυτής υπάρχει αρχή και τα μετά την αρχή, που διαφέρουν κατά το αμυδρότερο και το τηλαυγέστερο, δεν υπάρχει όμως τέλος γιατί η πρόοδος αυτής, καθώς επίσης και της εν αποκαλύψει αρπαγής, συνεχίζεται επ’ άπειρον . Γιατί άλλο είναι η έλλαμψη και άλλο η διαρκής θέα του Φωτός και άλλο η θέα των εν τω Φωτί πραγμάτων. Χαρακτηριστικά γράφει ο άγιος: «Της δε θεωρίας ταύτης εστί και αρχή και τα μετά την αρχήν, κατά τε το αμυδρότερον και τηλαυγέστερον διαφέροντα προς άλληλα, τέλος δ’ ουμενούν∙ επ’ άπειρον γαρ η πρόοδος αυτής, ωσαύτως και της εν αποκαλύψει αρπαγής∙ άλλο γαρ έλλαμψις και άλλο διαρκής φωτός θέα, και άλλο των εν τω φωτί πραγμάτων, εν ω και τα μακράν γίνεται υπ’ οφθαλμούς και τα μέλλοντα ως όντα δείκνυται» (σελ. 478).  Υπάρχουν λοιπόν βαθμοί θεωρίας και κατ’ επέκταση βαθμοί γνώσεως.
Στο σημείο αυτό νομίζω πως είναι καλό να δούμε και την διδασκαλία του οσίου Πέτρου Δαμασκηνού περί των οκτώ πνευματικών θεωριών (Φιλοκαλία Γ’, 32-33). Κατά τον όσιο Πέτρο Δαμασκηνό υπάρχουν οκτώ πνευματικές θεωρίες, δηλαδή οκτώ βαθμοί θεωρίας. Οι επτά πρώτες είναι του αιώνος τούτου, ενώ η ογδόη είναι εργασία του μέλλοντος αιώνος. Πρώτη θεωρία είναι η γνώση των θλίψεων και πειρασμών του βίου τούτου. Δευτέρα θεωρία η γνώση των «ημετέρων πταισμάτων και των του Θεού ευεργεσιών». Τρίτη, η γνώση των δεινών προ του θανάτου και μετά τον θάνατο. Τετάρτη η κατανόηση της διαγωγής του Κυρίου Ιησού στον κόσμο αυτόν και των Μαθητών Του και των άλλων αγίων, δηλαδή τα έργα και λόγια των μαρτύρων και των οσίων Πατέρων. Πέμπτη, η γνώση της φύσεως και της αλλοιώσεως των πραγμάτων. Έκτη, η  θεωρία των όντων, δηλαδή η γνώση και η κατανόηση των αισθητών κτισμάτων του Θεού. Εβδόμη, η κατανόηση των νοητών κτισμάτων του Θεού, δηλαδή των αγγέλων. Ογδόη η γνώση του Θεού, δηλαδή η θεολογία.
Επομένως η θεωρία έχει πολλά στάδια και βαθμούς και πολλά προηγούνται για να φθάση κανείς στην θεωρία του ακτίστου Φωτός, που είναι «η καλλονή του μέλλοντος αιώνος», «το βρώμα των επουρανίων». Η μνήμη του θανάτου, που είναι χάρισμα από τον Θεό, η αδιάλειπτη προσευχή, η έμπνευση για να τηρήση κανείς ολοκληρωτικά τις εντολές του Χριστού, η γνώση της πνευματικής μας πτωχείας, δηλαδή η κατανόηση των αμαρτιών και των παθών μας και η ακολουθούσα αυτήν μετάνοια είναι βαθμοί θεωρίας. Όλα αυτά γίνονται με την ενέργεια της θείας Χάριτος. Βέβαια η τελεία θεωρία είναι η θέα του ακτίστου Φωτός, που και αυτή διακρίνεται στην θέα και την διαρκή θέα, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος.
Έτσι η κάθαρση που γίνεται με την Χάρη του Θεού δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάση κανείς στην θεωρία που είναι κοινωνία με τον Θεό, θέωση του ανθρώπου και γνώση του Θεού. Η ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας οδηγεί σ’ αυτό το σημείο. Δεν γίνεται με ανθρώπινα κριτήρια και  δεν σκοπεύει να κάνη τον άνθρωπο «καλόν καγαθόν», αλλά να τον θεραπεύση τελείως και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται μακράν της κοινωνίας και ενώσεως με τον Θεό, δεν έχει ακόμη επιτύχει την σωτηρία του. Ο ασκούμενος πνευματικά και θεωρών το άκτιστο Φως λέγεται στην γλώσσα των Πατέρων «θεούμενος». Την έκφραση αυτή την χρησιμοποιεί ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και επαναλαμβάνει, όπως είδαμε προηγουμένως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (σελ. 620).
Η θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς οδηγεί τον άνθρωπο στην θέα του Θεού και τον καθιστά γνώστη της θείας ζωής και αυτή η γνώση είναι σωτηρία του ανθρώπου.
Διάπυρη πρέπει να είναι η προσευχή να μας αξιώση ο Θεός να φθάσουμε σ’ αυτήν την θεογνωσία. Η προτροπή είναι σαφής:


«Δεύτε αναβώμεν εις το όρος Κυρίου,
και εις τον οίκον του Θεού ημών,
και θεασώμεθα την δόξαν της Μεταμορφώσεως αυτού,
δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός∙
φωτί προσλάβωμεν φως∙
και μετάρσιοι γενόμενοι τω πνεύματι,
Τριάδα ομοούσιον υμνήσωμεν εις τους αιώνας».
(Δοξαστικόν Λιτής Μεταμορφώσεως)


Ενταύθα ανιστάμεθα και ψάλλομεν:

Μετεμορφώθης εν τω όρει Χριστέ ο Θεός,
δείξας τοις μαθηταίς σου την δόξαν σου,
Καθώς ηδύναντο. Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς,
Το φως σου το αΐδιον∙ πρεσβείαις της Θεοτόκου,
φωτοδότα δόξα σοι».
(Απολυτίκιον Μεταμορφώσεως)
 

Προσευχές
α) Για την θεραπεία
«Δέσποτα Κύριε Παντοκράτορ, ευχαριστώ σοι ότι εμακροθύμησας μέχρι του νουν και ουκ είασάς με συναπολέσθαι ταις αμαρτίαις μου. Ευχαριστώ σοι ότι μυριάκις επιστρέψας παρεκάλεσάς με και εν ημέρα κακών εσκέπασάς με. Έδωκάς με υπερασπισμόν σωτηρίας, και η δεξιά σου αντελάβετό μου και η παιδεία σου ηνώρθωσέ με εις τέλος. Ευχαριστώ σοι, ότι εγένου μοι οδηγός και αντίληψις, και ότι εν λόγοις και λογισμοίς και υποδείγμασιν αεί προς σωτηρίαν οδηγείς  και φωτίζεις με. Ευχαριστώ σοι, ότι ανάξιον όντα ευεργετείς και καλείς και παρακαλείς, και λίαν ημαρτηκότι φιλανθρωπεύη επ’ εμοί τω αγνώμονι δούλω σου, τω όλην μου την ζωήν εν αμαρτίαις καταναλώσαντι.
Νυν ουν, πολυέλεε και  φιλάνθρωπε Κύριε, ο μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού αλλά την επιστροφήν αυτού αναμένων και προσδεχόμενος ο σώζων τους απηλπισμένους και αναζωών τους τεθανατωμένους, επίβλεψον επ’ εμέ τον ανάξιον δούλόν σου, και κατερραγμένον ανάστησον, και συντετριμμένον θεράπευσον• και τη απ’ αιώνος ακαταλήπτω σου χρηστότητι, των εμών επιλάθου ανομιών, ων εν έργω και λόγω και διανοία κατά γνώσιν ή άγνοιαν επλημμέλησα. Λύσον την πώρωσιν της ολισθηράς μου καρδίας και δώρησαί μοι δάκρυα κατανύξεως εις κάθαρσιν του ρύπου της διανοίας μου. Και μη αποστραφής με τον ρυπαρόν, μη καταισχύνης με τον εναγή τη προαιρέσει και εβδελυγμένον εκ της σαπρίας των έργων μου.
Εισάκουσόν Κύριε, και των εν εμοί βασιλευόντων παθών την αθλίαν μου ψυχήν ελευθέρωσον• ίνα εν καθαρώ συνειδότι προσεύχωμαι τω φοβέρω και υπερενδόξω ονόματί σου. Και μηκέτι κατακρατήτω μου η αμαρτία, μηδέ καταδυναστευέτω με ο πολέμιος δαίμων, μηδέ εις το αυτού με θέλημα υπαγαγέτω• αλλά τη παντοδυνάμω νεύσει της ευσπλαγχνίας σου της αμφοτέρων με λύτρωσαι δεσποτείας. Ότι σον το κράτος και η δύναμις και η δόξα, συν τω μονογενεί σου Υιώ και τω αγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πατριάρχου Νεοφύτου
        (Προσευχητάριον Σιμώνωφ, εκδ. Σχοινά,
         Βόλος 1964, σελ. 108-109)




β) Για την αποκάλυψη θεραπευτού

«Κύριε, ο μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν, ο κατελθών δια τούτο επί της γης, ίνα τους κειμένους και τεθανατωμένους υπό της αμαρτίας εξαναστήσης και σε κατιδείν αυτούς, το φως το αληθινόν, ως ιδείν ανθρώπω δυνατόν, καταξιώσης, πέμψον μοι άνθρωπον γινώσκοντά σε, ίνα ως σοι δουλεύσας αυτώ και πάση δυνάμει μου υποταγείς και το σον εν τω εκείνου θελήματι ποιήσας θέλημα, ευαρεστήσω σοι τω μόνω Θεώ και καταξιωθώ σου καγώ της βασιλείας σου ο αμαρτωλός».
Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου
        (S C 129, 186-188)



γ) Για την γνώση του Θεού και αγάπην προς Αυτόν

«Αξίωσόν με, Κύριε, γινώσκειν σε και αγαπάν, ουκ εν τη γνώσει τη εν τω σκορπισμώ του νου, τη εκ της γυμνασίας γινομένη, αλλ’ αξίωσόν με εκείνης της γνώσεως, εν η ο νους θεωρών σε, δοξάζει την φύσιν σου εν τη θεωρία τη κλεπτούση την αίσθησιν του κόσμου από της διανοίας. Αξίωσόν με υψωθήναι εκ της θέας του θελήματος της γεννώσης τας φαντασίας, και ιδείν σε εν τη βία του δεσμού του Σταυρού, εν τω μέρει τω δευτέρω της του νου σταυρώσεως, του εν ελευθερία αναπαυομένου από της ενεργείας των νοημάτων εν τη διηνεκεί σου θεωρία τη υπέρ φύσιν. Θες εν εμοί αύξησιν της αγάπης σου, ίνα οπίσω του έρωτός σου έλθω εκ του κόσμου τούτου. Κίνησον εν εμοί την κατανόησιν της ταπεινώσεώς σου, εν η εν τω κόσμω ανεστράφης, εν τω καταλύματι, ο εφόρεσας εκ των μελών ημών, μεσιτεία της αγίας Παρθένου• ίνα εν τη αδιαλείπτω μνήμη ταύτη δέξωμαι μεθ’ ηδονής την ταπείνωσιν της φύσεώς μου».
      Αγίου Ισαάκ του Σύρου
(Προσευχητάριον του Σιμωνώφ, εκδ. Σχοινά,
      Βόλος 1964, σελ. 159)



ΙΔ' Η γλώσσα
Mε την γλώσσαν οι άνθρωποι εξωτερικεύουν τους εσωτ ...
Περισσότερα >>
ΙΕ΄ Ποιός είναι ευτυχισμένος;
Στο ερώτημα, ποιος θα ημπορούσε να χαρακτηρισθή ευ ...
Περισσότερα >>