www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ    ΑΣΤΕΙΕΣ

ΑΣΤΕΙΕΣ    ΑΣΤΕΙΕΣ

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία - κεφάλαιο Γ' -- ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ

γ) Λογική και λογισμοί
Πρωτεύοντα ρόλο στην ασθένεια της ψυχής και στην θεραπεία της  διαδραματίζουν η λογική και οι λογισμοί. Εκεί γίνεται η προσβολή του πονηρού, οι απλοί λογισμοί γίνονται σύνθετοι και στην συνέχεια συλλαμβάνεται η επιθυμία που οδηγεί τον άνθρωπο στην πραγματοποίηση της αμαρτίας. Γι’ αυτό μια ορθόδοξη θεραπευτική μέθοδος πρέπει να δη το θέμα των λογισμών και την σημασία της λογικής. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θα εξετάσουμε εδώ αφ’ ενός μεν την λογική, αφ’ ετέρου δε τους λογισμούς για να δούμε πως επιτυγχάνεται η θεραπεία της ψυχής μας.

Ι) Η λογική


Ήδη στα προηγούμενα έχουμε πη ότι η ψυχή του ανθρώπου, κτισθείσα από τον Θεό, είναι λογική και νοερά. Ο όσιος Θαλάσσιος γράφει ότι ο Δημιουργός Θεός δημιούργησε την λογική και νοερά ουσία «δεκτικήν του παντός και της εαυτού γνώσεως», την δε αίσθηση και τα αισθητά «εις χρήσιν αυτής παρήγαγεν»[365]. Ενώ οι άγγελοι έχουν λογική και νου, οι άνθρωποι έχουν λογική, νου και αίσθηση, αφού είναι σμικρογραφία του σύμπαντος, και περίληψη όλης της δημιουργίας. Επομένως με τον νου και την λογική γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό. Η λογική ενέργεια της ψυχής συνδέεται με την νοερά ενέργεια. Δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Άλλο είναι το έργο της λογικής και άλλο είναι το έργο του νου, όπως θα δούμε στα επόμενα.
Μιλώντας για την ψυχή είδαμε ότι είναι δημιουργημένη κατ’ εικόνα Θεού. Και επειδή ο Θεός είναι Τριαδικός, Νους, Λόγος και Πνεύμα, το ίδιο ισχύει και για την ψυχή∙ έχει νου, λόγο και πνεύμα. Το ότι η ψυχή έχει νου, λόγο και πνεύμα λέγεται με ορισμένες προϋποθέσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι, σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η απεικόνιση υπό του ανθρώπου του Τριαδικού μυστηρίου νοείται με την έννοια ότι δεν είναι «ανθρωπόμορφος» η Τριαδολογία, αλλά «τριαδόμορφος» η ανθρωπολογία[366]. Δηλαδή δεν ερμηνεύεται ο Τριαδικός Θεός βάσει του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος ερμηνεύεται βάσει του Τριαδικού Θεού. Και αυτή η ερμηνεία δεν είναι απλώς ψυχολογική και ανθρώπινη, αλλά αποκαλυπτική. Αυτό σημαίνει ότι μόνον όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην αποκάλυψη, όπως την εβίωσαν όλοι οι άγιοι, μπορεί να αντιληφθή αυτήν την πραγματικότητα. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι έχει μεν ο άνθρωπος νου, λόγο και πνεύμα, κατά τον τριαδικό τρόπο υπάρξεως, όμως ο νους, ο λόγος και το πνεύμα του ανθρώπου δεν είναι υποστάσεις, όπως συμβαίνει με τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αλλά ενέργειες της ψυχής. Επομένως «τα τρία ταύτα είναι «αχώριστα αλλήλων», αλλά δεν έχουν υποστατικόν χαρακτήρα»[367].
Ο νους είναι ο οφθαλμός της ψυχής, τον οποίο μερικοί Πατέρες  ονομάζουν καρδία. Ο λόγος είναι «έμφυτος τω νω, ως αεί συνυπάρχουσα αυτώ γνώσις»[368]. Όπως ο Λόγος Χριστός είναι εκείνος που αποκαλύπτεται το θέλημα του Νου, δηλαδή του Πατρός, έτσι και ο λόγος του ανθρώπου είναι εκείνος που αποκαλύπτει τα όσα αισθάνεται και βιώνει ο νους. Και όπως δεν μπορεί κανείς να εννοήση λόγο άνευ πνεύματος, έτσι και στον άνθρωπο ο λόγος συνδέεται με το πνεύμα[369]. Και όπως το Πνεύμα, που είναι ιδιαίτερα υπόσταση, είναι «έρως απόρρητος του Γεννήτορος προς αυτόν τον απορρήτως γεννηθέντα Λόγον»[370], έτσι και το πνεύμα στον άνθρωπο είναι η ορμή του νου «τω ημετέρω λόγω συνδιατεινομένη χρονικώς και διαστημάτων δεομένη των αυτών και εξ ατελούς προϊούσα εις τελείωσιν»[371].
Ελέχθησαν αυτά για να φανή ποια είναι η θέση του λόγου στην ψυχή του ανθρώπου και ποια η αξία του. Ο λόγος είναι εκείνος που εκφράζει την εμπειρία και την ζωή του νου και αυτό γίνεται εν τω πνεύματι.
Σε πολλούς Πατέρας, όπως στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο λόγος λέγεται και λογιστικόν. Ο λόγος στον άνθρωπο είναι ενδιάθετος και προφορικός. Λέγεται εσωτερικά, αλλά εκφράζεται και εξωτερικά. Σιωπή εξωτερική δεν σημαίνει ανυπαρξία εσωτερικού λόγου. Μπορεί όμως κανείς, μετά από μελέτη των Πατερικών έργων, να ισχυρισθή με κάποια επιφύλαξη ότι ο λόγος είναι ενδιάθετος και προφορικός και είναι ενωμένος με τον νου, ενώ η λογική που συνδέεται με την διάνοια είναι το όργανο εκείνο δια του οποίου εκφράζεται ο λόγος. Έτσι μπορεί κανείς να ισχυρισθή ότι υπάρχει μια λεπτή διαφορά μεταξύ του λόγου και της λογικής, καθώς  επίσης μεταξύ του λόγου και της διανοίας. Ο όσιος Θαλάσσιος διδάσκει ότι «ίδιον του λογικού, το υποταγήναι τω λόγω»[372]. Ο λογικός άνθρωπος πρέπει να υποταγή στον λόγο. Η διάνοια, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, δεν είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Ο νους είναι ο οφθαλμός της ψυχής, ενώ η διάνοια καθιστά τα αισθητά και νοερά διανοητά. Γράφει χαρακτηριστικά: «Οφθαλμούς δε ψυχής ακούων αυτή πείρα γινώσκοντας τους επουρανίους θησαυρούς, μη την διάνοιαν νομίσης. Αύτη γαρ και τα αισθητά και τα νοερά επίσης διανοητά δ’ εαυτής ποιεί»[373]. Δηλαδή η διάνοια δεν είναι εκείνη που γνωρίζει τους επουρανίους θησαυρούς, πράγμα το οποίο κάνει ο νους του ανθρώπου. Η διάνοια απλώς κάνει διανοητά όσα εμπειρικώς ζη ο νους του ανθρώπου. Στον νου αποκαλύπτεται ο Θεός, η δε διάνοια καταγράφει αυτήν την εμπειρία σε λογικές προτάσεις.
Λέγεται συνήθως ότι ο άνθρωπος είναι λογικό ον, και αυτό με την έννοια ότι έχει λογική και σκέπτεται. Αλλά στην πατερική θεολογία λογικός δεν είναι ο άνθρωπος εκείνος που έχει απλώς λογική ή προφορικό λόγο, αλλά εκείνος που δια του λόγου και του λογικού ζητεί να εύρη τον Θεό και να ενωθή μαζί Του[374]. Όποιος καθαρίζει τον νου του μέσα στον οποίο αποκαλύπτεται ο Θεός και εν συνεχεία, δια του λόγου και της διανοίας, εκφράζει αυτήν την εσωτερική εμπειρία, αυτός ο άνθρωπος είναι λογικός. Έξω από αυτήν την τοποθέτηση ο άνθρωπος είναι άλογος και δεν διαφέρει από τα άλογα ζώα. Βέβαια έχει λογικό και λόγο, αλλά επειδή δεν συνδέεται με τον Θεό είναι νεκρός. Η νεκρά ψυχή δείχνει και την νέκρωση του λόγου.
Στον προπτωτικό άνθρωπο έτσι λειτουργούσε ο λόγος. Δηλαδή ο νους αισθανόταν τον Θεό και ο λόγος εξέφραζε τις εμπειρίες του νου. «Νους μεν καθαρός, ορθά βλέπει τα πράγματα. Λόγος δε γεγυμνασμένος, υπ’ όψιν άγει τα οραθέντα»[375]. Σύμφωνα με την θεολογία του οσίου Θαλασσίου, την οποία υπεμνήσθημεν προηγουμένως, ίδιον γνώρισμα του λογικού ανθρώπου είναι να υποταγή στον λόγο και να υπωπιάση και να δουλαγωγήση το σώμα, ενώ ύβρις στον λογικό άνθρωπο είναι να υποταγή στο άλογο, δηλαδή στο σώμα και «πρόνοιαν αυτού ποιείσθαι εις επιθυμίας αισχράς». Επίσης πονηρό έργο της λογικής ψυχής είναι να εγκαταλείπη τον κτίσαντα και να λατρεύη το σώμα[376]. Έτσι στον προπτωτικό άνθρωπο ο νους είχε σχέση με τον Θεό και ο λόγος εξέφραζε αυτή την εμπειρία και την ζωήν με την βοήθεια της διανοίας, του ιδιαιτέρου εκείνου σωματικού οργάνου.
Αλλά μετά την πτώση συνετελέσθη η νέκρωση και ο θάνατος της ψυχής, που είχε σαν συνέπεια την αδυναμία να λειτουργήση φυσικά όλος ο εσωτερικός κόσμος της ψυχής και να υφίστανται ενηρμοσμένες όλες οι εσωτερικές λειτουργίες. Ο νους του ανθρώπου σκοτίσθηκε, καλύφθηκε από τα πάθη και κυριεύθηκε από αδιαπέραστο σκοτάδι. Ο λόγος, μη έχοντας να εκφράση τις εμπειρίες του νου, ταυτίσθηκε με την διάνοια. Έτσι το λογικό υψώθηκε πιο πάνω από τον νου και κυριαρχεί στον μεταπτωτικό άνθρωπο. Αυτό στην πραγματικότητα είναι η ασθένεια του λόγου και του λογικού. Το λογικό είναι υπερτροφικό, ανυψώθηκε σε μεγαλύτερη θέση από τον νου και αιχμαλώτισε τον λόγο. Το υπερτροφικό λογικό καθίσταται πηγή μεγάλης ανωμαλίας στον πνευματικό οργανισμό. Εκεί κυρίως μαίνεται η υπερηφάνεια και όλες οι ενέργειες του εγωϊσμού, που είναι η πηγή της ανωμαλίας. Είναι χαρακτηριστικά όσα αναγράφει ο αρχιμ. Σωφρόνιος για τις κινήσεις του λογικού στον μεταπτωτικό άνθρωπο και για την ανωμαλία που δημιουργεί σε όλο τον πνευματικό οργανισμό. Το παραθέτω ολόκληρο γιατί είναι πολύ εκφραστικό: «Ποικιλλόμορφοι είναι οι πνευματικοί πόλεμοι, αλλ’ ο κατά της υπερηφανείας πόλεμος είναι ο βαθύτερος και ο βαρύτερος. Η υπερηφάνεια είναι εχθρά του Θείου νόμου. Διαστρέφουσα την Θείαν τάξιν των όντων, παντού φέρει την διάσπασιν και τον θάνατον. Εμφανίζεται και  επί του επιπέδου της σαρκός, αλλά κυρίως μαίνεται επί του διανοητικού και πνευματικού επιπέδου. Εγκαθιστώσα η υπερηφάνεια εαυτήν εις την πρώτην θέσιν, διεξάγει αγώνα προς κυριαρχίαν επί πάντων,  έχουσα κεφαλαιώδές της όπλον το λογικόν (RATIO).
Το λογικόν προβάλλει τα ιδικά του επιχειρήματα και απορρίπτει ως παραλόγους τας εντολάς του Χριστού, και μάλιστα την λέγουσαν «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Ματθ. ζ’, 1). Λέγει ότι η ικανότης της κρίσεως αποτελεί το διακριτικόν προτέρημα του ανθρώπου εις αυτήν την ικανότητα περικλείεται η υπεροχή του έναντι όλου του κόσμου, χάρις δε εις αυτήν και μόνον δύναται ο άνθρωπος να δεσπόζη του παντός.
Προκειμένου να στερεώση την υπεροχήν του εν τω είναι, επιδεικνύει τας επιτεύξεις του, τον πολιτισμόν του. Προσάγει πλήθος  αποδείξεων, ισχυρών φαινομενικώς, αι οποίαι δεικνύουν δήθεν δια της ιστορικής πείρας, ότι εις αυτό και μόνον ανήκει το δικαίωμα της αποφάσεως, το δικαίωμα της συστάσεως ή διαπιστώσεως της αληθείας. Αυτοκαλείται – ο ρυθμίζων το είναι λόγος.
Απρόσωπον κατά τους νόμους της λειτουργίας του το λογικόν μη ον, κατ’ ουσίαν, παρά μία από τας εκδηλώσεις της ανθρωπίνης υποστάσεως, μία από τας ενεργείας της – εν η περιπτώσει του παρέχεται πρωτεύουσα θέσις εις την πνευματικήν οντότητα του ανθρώπου, βαθμηδόν καταλήγει εις το σημείον να αγωνίζηται πλέον κατά της πηγής του. τουτέστιν της «υποστατικής» αρχής.
Αναβαίνον, καθώς φαντάζεται, μέχρι των υψίστων κορυφών, καταβαίνον, καθώς νομίζει, μέχρι των εσχάτων αβύσσων, το λογικόν προσπαθεί να ψηλαφίση τα όρια του είναι, δια να δώση εις το παν τον ιδιάζοντα εις τούτο (το λογικόν) «ορισμόν». Μη επιτυγχάνον δε του σκοπού τούτου, καταπίπτει εξηντλημένον και αποφασίζει: «Ουκ έστι Θεός».
Συνεχίζων τον αγώνα επικρατήσεως, μετά τόλμης εν ταύτω και μετά νοσταλγίας, λέγει:
«Εάν υπάρχη Θεός, πως είναι δυνατόν να αποδεχθώ, ότι αυτός ο Θεός δεν είμαι εγώ;» (Η έκφρασις ανήκει εις συγκεκριμένον πρόσωπον, το οποίον επορεύθη την οδόν ταύτην).
Μη φθάσαν τα όρια του κοσμικού είναι, και αποδούν εις εαυτό το άπειρον τούτο, εγείρεται υπερήφανον έγερσιν και συμπεραίνει:
«Εξηρεύνησα το παν και ουδαμού εύρόν τι μεγαλύτερον εμού∙ άρα εγώ ειμί Θεός».
Και πράγματι, ο νους – λογικόν, όταν επ’ αυτού και εις αυτόν συγκεντρούται η πνευματική ύπαρξις του ανθρώπου, βασιλεύει και εξουσιάζει εις την προσιδιάζουσαν αυτώ αφηρημένην σφαίραν τόσον, ώστε δεν ευρίσκει τι υψηλότερόν του και τελειώνει δια της παραδοχής θείας εν εαυτώ αρχής.
Τούτο αποτελεί το έσχατον όριον της διανοητικής φαντασίας και συγχρόνως το έσχατον βάθος πτώσεως και σκότους»[377].
Όλοι οι σοφοί άνθρωποι έξω από τον Θεό δεν μπορούν να έχουν καθαρό λόγο και καθαρό λογικό. Μόνον οι άγιοι είναι οι κατά φύσιν λογικοί, Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης εντοπίζει αυτήν την πραγματικότητα: «οι κατά φύσιν λογικοί, μόνοι οι δια της καθαρότητος ώφθησαν άγιοι∙ λόγον γαρ καθαρόν ουδείς των εν λόγω σοφών έσχηκε, το λογικόν άνωθεν δια λογισμών διαφθειράντων»[378].
Για να δούμε την διαφθορά της λογικής στον μεταπτωτικό άνθρωπο και το τι δημιουργεί σε όλο τον πνευματικό μας οργανισμό θα εξετάσουμε τρία επίπεδα στα οποία εισέρχεται η πεπτωκυΐα λογική.
Πρώτον, στις σχέσεις μας με τον Θεό. Ενώ ο νους ήταν εκείνος που αποκτούσε την εμπειρία του Θεού, τώρα επιχειρεί να κάνη το έργο αυτό η λογική. Έτσι η λογική προσπαθεί να δημιουργήση επιχειρήματα για να αποδείξη την ύπαρξη του Θεού και αυτό φυσικά δεν μπορεί απόλυτα να ικανοποιηθή. Γιατί το μόνο επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού είναι η εμπειρία του καθαρού νου. Γι’ αυτό στην προσπάθειά του το λογικό να προχωρήση μόνο του στην οδό της θεογνωσίας αποτυγχάνει γιατί ή δεν συναντά καθόλου τον Θεό ή δημιουργεί μια εσφαλμένη εικόνα για τον Θεό. Έτσι δημιουργήθηκαν, κατά καιρούς, διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες για τον Θεό και διάφορες θρησκείες. Οι αιρέσεις που συνετάραξαν την Εκκλησία του Χριστού οφείλονται σ’ αυτήν την αλαζονική έπαρση της λογικής. Γι’ αυτό τονίζεται από τους Πατέρας ότι οι άγιοι δεν θεολογούν αριστοτελικώς, δηλαδή με την λογική και την φιλοσοφία, αλλ’ αλιευτικώς, δηλαδή με την εμπειρία, ύστερα από εσωτερική κάθαρση και αποκάλυψη του νου.
Είναι χαρακτηριστικός στο σημείο αυτό ο διάλογος που έγινε μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του φιλοσόφου Βαρλαάμ. Ο δεύτερος (Βαρλαάμ) ισχυριζόταν ότι το λογικό του ανθρώπου είναι το μόνο άξιο να δεχθή την γνώση του Θεού. Αυτό είναι ευγενέστερο στοιχείο της υπάρξεως του ανθρώπου. Στην συνέχεια ισχυριζόταν ότι αυτό που έβλεπαν οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη και οι Απόστολοι επάνω στο Θαβώρ ήταν σύμβολο, γι’ αυτό οι φιλόσοφοι είχαν αυθεντικότερη γνώση Θεού από τους Προφήτας και τους Αποστόλους. Έτσι αποκαλούσε την θεωρία του ακτίστου Φωτός «χείρω της ημετέρας νοήσεως». Απαντώντας ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι η θεωρία των αγίων δεν γίνεται έξωθεν, αλλά έσωθεν δια της εσωτερικής μεταμορφώσεως και καθάρσεως. Επομένως το Φως δεν είναι απλώς σύμβολο εξωτερικό και υλικό, αλλά φυσικό σύμβολο, δηλαδή ενέργεια της ακτίστου Χάριτος. Το άκτιστο Φως δεν είναι φάσμα και σύμβολο το οποίο  γίνεται και απογίνεται, και επομένως δεν είναι «χείρω νοήσεως ενέργεια», αλλά είναι «απόρρητον, άκτιστον, αΐδιον, άχρονον, απρόσιτον, άπλετον, άπειρον, απεριόριστον. Αγγέλοις και ανθρώποις αθέατον, αρχέτυπον κάλλος και αναλλοίωτον, δόξαν Θεού, δόξαν Χριστού, δόξαν Πνεύματος, ακτίνα θεότητος...»[379]. Στην άποψη του Βαρλαάμ ότι το άκτιστο Φως είναι «χείρον της ημετέρας νοήσεως» γράφει: «Χείρον νοήσεως, ω γη και ουρανέ, και πάντες οι εν αυτοίς το φως ορώντες της  θείας Βασιλείας, την καλλονήν του μέλλοντος αιώνος, την δόξαν της φύσεως της θείας;»[380]. Το άκτιστο Φως είναι η δόξα της θείας φύσεως, η καλλονή του μέλλοντος αιώνος.
Η νοοτροπία του Βαρλαάμ να εξυψώση την φιλοσοφία παρά πάνω από την θεραπεία από την θεοπτία, πράγμα το οποίο εξηνάγκασε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά να τον αποκαλή όχι θεόπτη αλλά φιλόσοφο, είναι νοοτροπία όλων των αιρετικών, που ήθελαν να αντικαταστήσουν την αποκάλυψη δια της φιλοσοφίας, την θεωρία του Θεού δια της γνώσεως που προέρχεται από την υπερτροφική λογική σκέψη. Πράγματι, όταν η ανθρώπινη λογική κυριαρχεί στον άνθρωπο, τότε τον οδηγεί σε ποικίλες αιρετικές θεωρίες. Και νομίζω στο σημείο αυτό φαίνεται  η διαφορά των φιλοσόφων και των θεολόγων. Οι πρώτοι φιλοσοφούν για τον Θεό, οι δεύτεροι, αφού καθαρίσουν τον νου, θεωρούν τον Θεό. Οι πρώτοι (φιλόσοφοι) έχουν εσκοτισμένο νου και όλα τα ερμηνεύουν μονομερώς με την λογική, ενώ οι άγιοι Πατέρες, οι πραγματικοί θεολόγοι, αποκτούν εμπειρία του Θεού με τον νου, οπότε η λογική είναι υπηρέτης του νου στο να εκφράζη σε προτάσεις αυτήν την εσωτερική εμπειρία.
Η οδός της θεογνωσίας στην πατερική θεολογία είναι διαφορετική από την οδό θεογνωσίας των φιλοσόφων. Η αληθής θεογνωσία στηρίζεται στην ταπείνωση: «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. ε’, 3), στην κάθαρση της καρδιάς: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8), στην τήρηση των εντολών του Χριστού: «πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει∙ ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει» (Β’ Ιω, 9), στην αγάπη: «ει δε τις αγαπά τον Θεόν, ούτος έγνωσται υπ’ αυτού» (Α’ Κορ. η’, 3). Με την ανθρώπινη σοφία, δηλαδή με τον πλούτο της διανοίας και της λογικής, δεν μπορεί κανείς να γνωρίση τον Θεό. Την σοφία του Θεού «ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκεν∙ ει γαρ έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν» (Α’ Κορ. β’, 8). Πράγματι «ψυχικός άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού» (Α’ Κορ. β’, 14).
Δεύτερον, στις σχέσεις με τον εαυτό μας, δηλαδή στην γνώση του εαυτού μας. Πολλοί επηρεασμένοι από την πυθαγόρεια αυτογνωσία προσπαθούν με την λογική να ερευνήσουν τον εαυτό τους και να αποκτήσουν γνώση του εαυτού τους. Αλλά, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά αυτό είναι αίρεση των Πυθαγορείων και των Στωϊκών φιλοσόφων. Όταν ο άνθρωπος με την λογική προσπαθή να ερευνήση τον εαυτό του, τότε μπορεί να καταλήξη γρήγορα στην σχιζοφρένεια. Διότι θα αποδώση σε άλλους λόγους την ύπαρξη των εσωτερικών προβλημάτων και έτσι θα περιπέση στην μελαγχολία και το άγχος. Η μέθοδος της ορθοδόξου θεραπευτικής αγωγής και της ορθοδόξου αυτογνωσίας έγκειται στο να καταστήση τον νου άτυφο και απόνηρο όχι με συλλογιστικές, αναλυτικές και διαιρετικές μεθόδους, αλλά με την επίπονη μετάνοια και την σύντονη άσκηση, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και έχουμε αναπτύξει στον οικείο τόπο[381]. Έτσι αποκτούμε γνώση του εσωτερικού μας κόσμου, όχι με την λογική, αλλά με την νήψη, την κάθαρση του νου, με την άσκηση και την μετάνοια. Στην προσπάθεια του ο άνθρωπος να διαφυλάξη τον νου του καθαρό γνωρίζει τα εσωτερικά προβλήματα, ανακαλύπτει τα πάθη που κυριαρχούν μέσα του.
Τρίτον, στις σχέσεις με τους άλλους. Η έξαψη της λογικής φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο πλησιάζουμε τους συνανθρώπους μας. Συνήθως οι ψυχίατροι παρακολουθούν την σκέψη των ασθενών και διεισδύουν σ’ αυτήν για να μπορέσουν να διακρίνουν τη ασθένειά τους. Έτσι χρησιμοποιείται πολλή λογική η οποία μπορεί να οδηγήση σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Αυτό επεκτεινόμενο στις διαπροσωπικές σχέσεις οδηγεί στην καταστροφή τους, στην ανάπτυξη των παθών της κρίσεως και της κρίσεως και της κατακρίσεως, που δεν αρέσουν στον Θεό. Η δική μας συμπεριφορά απέναντι στους συνανθρώπους μας δεν χαρακτηρίζεται από την λογική, αλλά από την αγάπη. Αποφεύγουμε να κρίνουμε τους άλλους και να τους κατατάξουμε σε διάφορα σχήματα. Μάλιστα προσπαθούμε να κάνουμε το αντίθετο από ό,τι μας υπαγορεύει η ανθρώπινη λογική. Προσπαθούμε να μη βλέπουμε την αμαρτία και τις άστοχες κινήσεις του αδελφού μας και να διακατεχόμαστε από αγάπη και μακροθυμία προς αυτόν. Οι Χριστιανοί οφείλουν, κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, να αγωνίζωνται «μήτε κρίνει όλως τινά, μη πόρνην προεστώσαν, μη αμαρτωλούς ή ατάκτους, αλλ’ απλή προαιρέσει και καθαρώ οφθαλμώ πάντας οράν...». Πρέπει να διάγουμε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε και αν κάποιος πάσχη από κάποια σωματική ασθένεια, να μη μπορούμε να την κρίνουμε[382].
Και ως πνευματικοί πατέρες ακόμη στεκόμαστε απέναντι στους ανθρώπους υποστατικά. Δηλαδή απεκδυόμεθα κάθε εικόνος, χαρακτηρισμού και ιδέας και προσευχόμαστε να μας αποκαλύψη ο Θεός το πραγματικό πρόβλημα του ανθρώπου και να μας φωτίση να δώσουμε την κατάλληλη γι’ αυτόν θεραπευτική αγωγή. Μας ενδιαφέρει ο κάθε άνθρωπος προσωπικά. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε να κρίνουμε τον ψυχικά άρρωστο, αποφεύγουμε να τον κατατάξουμε σε κατηγορίες, προσπαθούμε να προσφέρουμε αληθινή προσωπική θεραπευτική αγωγή. Αυτό σημαίνει ότι στεκόμαστε απέναντι των εξομολογουμένων υποστατικά.
Με όσα ελέχθησαν γίνεται φανερό ότι ο πεπτωκώς άνθρωπος διακατέχεται από το κράτος και την εξουσία της λογικής τόσο στις σχέσεις του με τον Θεό, όσο στις σχέσεις του με τον πλησίον και ακόμη στην προσπάθεια να δη τον εαυτό του. Η λογικοκρατία (λογοκρατία), που είναι η βάση όλου του δυτικού πολιτισμού, είναι το θεμέλιο κάθε εσωτερικής και εξωτερικής ανωμαλίας. Ζώντας μέσα στην  Ορθόδοξη Εκκλησία, προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε τα πράγματα.  Ο στόχος μας είναι διπλός. Αγωνιζόμαστε αφ’ ενός μεν να περιορίσουμε την εξουσία της λογικής, αφ’ ετέρου δε να ανακαλύψουμε τον νου μας. Εφ’ όσον στον μεταπτωτικό άνθρωπο ο νους βρίσκεται σε σκοτάδι βαθύ και η λογική αποτελεί την μόνη πηγή της υπάρξεως, αυτό φανερώνει ότι για να φθάσουμε στην προπτωτική κατάσταση και να οδηγηθούμε στην κατά φύσιν ζωή πρέπει να αντιστραφούν οι όροι, δηλαδή τόσο ο νους όσο και η λογική να τεθούν στην φυσική τους θέση, όπως την περιγράψαμε προηγουμένως. Δηλαδή η λογική πρέπει να περιορισθή, να αναπτυχθή ο νους, ο λόγος να γεννιέται από τον φωτισθέντα νου και στην συνέχεια η λογική (διάνοια) να διατυπώνη σε λέξεις και σε προτάσεις την γνώση του νου.
Στο να περιορισθή η λογική σημαντικό  ρόλο διαδραματίζει η υπακοή στο θέλημα του Θεού. Αγωνιζόμαστε να μη δίδουμε εμπιστοσύνη στην δική μας σύνεση και στην δική μας γνώμη, που είναι απόρροια της λογικής. Ο αββάς Δωρόθεος λέγει ότι «εν παντί πράγματι συμβαίνοντί μοι ουδέποτε ηθέλησα ανθρωπίνη φρονήσει περιδραμείν εμαυτώ, αλλ’ αεί ποιώ μικρόν την δύναμίν μου είτι δήποτε και αφώ το παν τω Θεώ»[383]. Αποφεύγουμε να έχουμε εμπιστοσύνη στην φρόνηση και στην σύνεσή μας. Μάλιστα ο ίδιος άγιος αναπτύσσει ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο «περί του μη οφείλειν τινά στοιχείν τη ιδία συνέσει»[384]. Ο διάβολος όταν βρη στον άνθρωπο ένα θέλημα και ένα δικαίωμα «δι’ αυτού καταβάλλει αυτόν»[385]. Παράλληλα απαιτείται να κάνουμε υπακοή, άνευ διακρίσεως, στο θέλημα του Θεού, όπως εκφράζεται στην Αγία Γραφή και στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας. Η λογική βέβαια θα επαναστατή και θα διαμαρτύρεται, αλλά είναι ανάγκη να την υποτάξουμε στο θέλημα του Θεού. Και επειδή είναι δυνατόν να μη γνωρίζουμε το θέλημα του Θεού στις τόσες πολλές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, γι’ αυτό απαιτείται υπακοή στον πνευματικό πατέρα, που θα μας καθοδηγή στην πνευματική μας πορεία. Κατά τον αββά Δωρόθεο, «ουδέν εστιν αθλιώτερον, ουδέν ευαλωτότερον των μη εχόντων τινά οδηγούντα αυτούς εις την οδόν του Θεού»[386]. Έτσι η παρακοή είναι θάνατος, ενώ η υπακοή είναι ζωή. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα σημειώνει για την υπακοή ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Υπακοή εστιν, άρνησις ψυχής οικείας παντελής, δια σώματος επιδεικνυμένη εναργώς∙ ή τάχα το έμπαλιν∙ υπακοή εστι, νέκρωσις μελών, εν ζώση διανοία. Υπακοή εστιν, ανεξέταστος κίνησις, εκούσιος θάνατος, απερίεργος ζωή, αμέριμνος κίνδυνος... ακίνδυνος πλους, υπνούσα οδοιπορία. Υπακοή εστι, μνήμα θελήσεως και έγερσις ταπεινώσεως... Υπακοή εστιν, απόθεσις διακρίσεως εν πλούτω διακρίσεως... η υπακοή γαρ εστιν, απιστείν εαυτώ εν τοις καλοίς μέχρι τέλους ζωής»[387].
Η υπακοή είναι νέκρωση του ιδίου θελήματος, της ιδίας συνέσεως, όχι για να φθάση ο άνθρωπος στην νέκρωση του πάθους, αλλά στην μεταμόρφωση του. Η υπακοή, που γίνεται με τον τρόπο που υποδεικνύει η Εκκλησία, δεν συντελεί στην καταστροφή του λογικού, αλλά στην θεραπεία του, στην τοποθέτησή του στην φυσική του θέση. Επομένως είναι ζωή. Η μακρά πείρα της Εκκλησίας έχει αποδείξει ότι όποιος μπορεί να κάνη υπακοή αυτός μπορεί να θεραπευθή από εσωτερικές ψυχικές ασθένειες, μπορεί να μεταμορφώση όλο τον εσωτερικό κόσμο. Η υπακοή είναι μέσον προόδου του ανθρώπου.
Συγχρόνως με τον περιορισμό του λογικού προσπαθούμε με την μετάνοια και την ασκητική ζωή της Εκκλησίας να καθαρίσουμε τον νου, ώστε να φωτισθή από την άκτιστη ενέργεια του Θεού. Αυτό επιτυγχάνεται με την νήψη, την προσευχή, κυρίως την λεγομένη νοερά και καρδιακή προσευχή, με όλη την πρακτική και θεωρητική ζωή. Με όλους τους τρόπους που περιγράφει η Ορθόδοξη Παράδοση ο νους χαριτώνεται, ζωοποιείται, υψώνεται στην θέση του και στην συνέχεια χαριτώνει και την λογική. Με αυτόν τον τρόπο η λογική γίνεται υπηρέτης του «χαριτωμένου» νου και ο άνθρωπος επανέρχεται στην φυσική του κατάσταση.
Η λογική, όταν δεν είναι υποτεταγμένη στον «χαριτωμένο» νου, είναι άρρωστη και δημιουργεί πάμπολλες ανωμαλίες στην ζωή μας, ενώ, όταν υποτάσσεται στον νου, τότε είναι υγιής και φυσική. Και σ’ αυτόν τον σκοπό αποβλέπει η ασκητική θεραπευτική αγωγή της Εκκλησίας.


ΙΙ) Οι λογισμοί

Στο λογιστικό μέρος της ψυχής ενεργούν οι λεγόμενοι λογισμοί οι οποίοι ερεθίζουν το επιθυμητικό και προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν τον νου του ανθρώπου με συνέπεια να τελεσθή η αμαρτία. Η εξέλιξη της αμαρτίας αρχίζει από τους λογισμούς. Γι’ αυτό εκείνος που θέλει να καθαρίση τον εσωτερικό του κόσμο, να απαλλαγή από την αμαρτία, να ελευθερωθή από την αιχμαλωσία του νου πρέπει να προσέξη το λογιστικό από την επίδραση των λογισμών. Έτσι στην παράγραφο αυτή θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τι είναι οι λογισμοί, ποια τα αίτια που τους προκαλούν, ποια τα αποτελέσματα που δημιουργούν στον πνευματικό μας οργανισμό και τελικά ποιες είναι οι μέθοδοι θεραπείας από τους λογισμούς. Το θέμα είναι κρισιμότατο, διότι από την αντιμετώπισή τους εξαρτάται ο πνευματικός θάνατος ή πνευματική ζωή. Ακόμη, όπως θα δούμε στην συνέχεια, και πολλές σωματικές ανωμαλίες, σωματικές ασθένειες προέρχονται από τους αχαλίνωτους λογισμούς.


Τι είναι λογισμοί

Όταν οι άγιοι Πατέρες μιλούν για τους λογισμούς δεν εννοούν απλώς τις σκέψεις, αλλά τις εικόνες και τις παραστάσεις κάτω από τις οποίες υπάρχουν και οι κατάλληλες κάθε φορά σκέψεις. Οι εικόνες μαζί με τις σκέψεις λέγονται λογισμοί. «Αι εικόνες εις άλλας μεν περιπτώσεις φέρουν χαρακτήρα μάλλον εποπτικόν, εις άλλας δε κυρίως νοητικόν, συχνότερον δε μικτόν. Εφ’ όσον όμως και αι εποπτικαί εικόνες έλκουν οπίσω των αυτήν ή εκείνην την σκέψιν, υπό των ασκητών πάσαι αι εικόνες καλούνται «λογισμοί»[388]. Οι διάφορες διαβολικές σκέψεις χρησιμοποιούν ως όχημα άλλοτε ό,τι φέρουν οι αισθήσεις στον νου και άλλοτε επιστρατεύουν την φαντασία και την διαιρεθείσα μνήμη και προσβάλλουν τον άνθρωπο με απώτερο σκοπό να επιτύχουν την αιχμαλωσία του.
Κατά τον Ησύχιο τον Πρεσβύτερο όλοι οι άνθρωποι αγνοούν ότι οι λογισμοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά «φαντασίαι αισθητών και κοσμικών πραγμάτων»[389]. Όπως φαίνεται από το κείμενο αυτό η φαντασία παίζει σπουδαιότατο ρόλο στον σχηματισμό εντός της εικόνος. Έτσι μπορεί να πη ότι οι λογισμοί είναι ζωγράφοι που ζωγραφίζουν στο λογιστικό διάφορες εικόνες και παραστάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μνήμες του παρελθόντος. Ένας αδελφός επολεμείτο από τις μνήμες του παρελθόντος, γι’ αυτό έλεγε: «παλαιοί και νέοι ζωγράφοι εισίν οι λογισμοί μου∙ μνήμαί εισιν οχλούσαί μοι και γυναικών είδωλα»[390].
Όλα τα πράγματα έχουν τους λόγους τους με τους οποίους μιλούν και επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, η Αγία Γραφή ονομάζει λογισμούς και αυτούς τους λόγους των πραγμάτων, Οι λόγοι των πραγμάτων λέγονται και νοήματα αντιστρόφως. Η κίνηση αυτών «καθ’ εαυτήν μεν άϋλος εστι, μορφούται δε δια των πραγμάτων εις είδος και μεταπλάττεται∙ και ούτω το προσβαλόν δια της επιφανείας, γνωρίζεταί τε και λέγεται»[391]. Οι λόγοι των πραγμάτων χρησιμοποιούνται από τον διάβολο, γι’ αυτό και μπορεί να ονομασθούν και λόγοι των δαιμόνων[392]. Ο ίδιος άγιος χαρακτηρίζει τους λογισμούς ή μάλλον την έφοδο των λογισμών, «ρεύμα ποτάμιον» το οποίο με την συγκατάθεση της αμαρτίας μεταβάλλεται σε πλημμύρα που καλύπτει την καρδιά[393].
Μιλώντας για τους λογισμούς και προσπαθώντας να εντοπίσουμε τι ακριβώς είναι, νομίζω ότι πρέπει να αναφερθούμε στην διαίρεση  των λογισμών που κάνει ο άγιος Μάξιμος. Κατά τον άγιο, άλλοι από τους λογισμούς είναι απλοί και άλλοι σύνθετοι. Απλοί λογισμοί είναι οι απαθείς, οι  οποίοι δεν συνδέονται με πάθος, ενώ σύνθετοι λογισμοί είναι οι εμπαθείς, δηλαδή οι «εκ πάθους και νοήματος συγκείμενοι»[394]. Η μνήμη ενός πράγματος, όταν συμπλέκεται με το πάθος κάνει τον λογισμό εμπαθή ή σύνθετο. Νομίζω πως στο σημείο αυτό είναι καλό να διαγράψουμε την διάκριση μεταξύ του πράγματος, του νοήματος και του πάθους, όπως τα αναλύει ο άγιος Μάξιμος. Πράγμα είναι ο χρυσός, η γυνή, ο ανήρ κ.λ.π. Νόημα είναι η ψιλή μνήμη των προηγουμένων, δηλαδή του χρυσού, της γυναικός και του ανδρός. Πάθος δε είναι «φιλία άλογος ή μίσος άκριτον τινός των προειρημένων». Νόημα εμπαθές είναι λογισμός σύνθετος, αποτελούμενος από πάθος και νόημα. Γι’ αυτό πρέπει να αγωνιζόμαστε να γνωρίσουμε το πάθος από το νόημα, ώστε ο λογισμός να παραμείνη απλός. Και αυτός ο χωρισμός γίνεται με την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια[395].
Οι εμπαθείς λογισμοί ή ερεθίζουν το επιθυμητικό της ψυχής ή εκταράσσουν το θυμικό και το λογιστικό[396].
Ο Ευάγριος τονίζει ότι υπάρχουν λογισμοί που τέμνουν και υπάρχουν λογισμοί που τέμνονται. Οι πονηροί λογισμοί τέμνουν τους αγαθούς, αλλά και οι πονηροί τέμνονται από τους αγαθούς. Αναφέρει ένα παράδειγμα. Ο λογισμός φιλοξενίας δια την δόξαν του Κυρίου τέμνεται από τον πονηρό, που υποβάλλει λογισμό φιλοξενίας για την ανθρώπινη δόξα. Επίσης ο λογισμός φιλοξενίας για την ανθρωπαρέσκεια τέμνεται «επελθόντος κρείττονος λογισμού» που μας αναγκάζει να φιλοξενήσουμε δια τον Κύριο και δια την αρετή[397]. Επομένως μπορεί ένας λογισμός να ξεκινήση ως κακός, αλλά με την προσπάθεια την δική μας και την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος να μεταμορφωθή σε καλό και αντιστρόφως. Αλλά αυτό θα το δούμε αναλυτικότερα σε άλλο σημείο, στο οποίο θα κάνουμε λόγο για την θεραπεία από τους λογισμούς. Πάντως εδώ βλέπουμε ότι υπάρχουν  λογισμοί που τέμνουν και λογισμοί που τέμνονται, λογισμοί καλοί  και λογισμοί πονηροί.


Αίτια των λογισμών

Τα όσα εγράφησαν για το τι είναι λογισμοί μας φανερώνουν και τα αίτια από τα οποία προέρχονται. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, αρχή και αιτία των λογισμών είναι «η διαιρεθείσα ενοειδής δια της παραβάσεως του ανθρώπου απλή μνήμη»[398]. Πριν από την παράβαση η μνήμη του ανθρώπου ήταν απλή, δηλαδή δεν είχε πάθος, εστρέφετο ολοκληρωτικά προς τον Θεό. Όλες οι δυνάμεις της ψυχής είχαν κέντρο τον Θεό. Αμέσως μετά την παράβαση αυτή η ενοειδής μνήμη διαιρέθηκε. Ο όσιος Θαλάσσιος διδάσκει ότι τρία είναι τα αίτια από τα οποία έρχονται οι λογισμοί, ήτοι η αίσθηση, η μνήμη και η κράση του σώματος. Χειρότεροι είναι οι λογισμοί που προέρχονται από την μνήμη[399].
Νομίζω ότι αφετηριακό χωρίο για να δούμε καθαρότερα τα αίτια από τα οποία προέρχονται και προκαλούνται οι λογισμοί είναι του αγίου Ισαάκ του Σύρου. Ο άγιος διδάσκει ότι η κίνηση των λογισμών στον άνθρωπο γίνεται από τέσσερα αίτια. Πρώτον, από το φυσικό θέλημα της σαρκός, δεύτερον, από την φαντασία των αισθήσεων των πραγμάτων του κόσμου δια των οποίων ακούει και βλέπει, τρίτον, από τις προλήψεις και την έκκληση της ψυχής που έχει κατά νουν και τέταρτον, από τις προσβολές των δαιμόνων που μας πολεμούν σε όλα τα πάθη. Γι’ αυτόν τον λόγο όσο ο άνθρωπος παραμένει στην ζωή αυτή δεν μπορεί να μη έχη λογισμούς. «Δια τούτο έως θανάτου ου δύναται ο άνθρωπος μη έχειν λογισμούς, και πόλεμον, όσον εστίν εν τη ζωή της σαρκός ταύτης»[400].
Βασική αιτία των λογισμών είναι ο πόλεμος του διαβόλου. Οι πιο πολλοί λογισμοί είναι διαβολικοί. Ο σκοπός του διαβόλου είναι να οδηγήση τον άνθρωπο ή στην κατά διάνοιαν ή στην κατ’ ενέργειαν αμαρτία. Άλλωστε και τον Ίδιο τον Χριστό πολέμησε, χωρίς φυσικά να κατορθώση τίποτε. Οι δαίμονες, που ζητούν πάντοτε την ψυχή μας, «δια των εμπαθών λογισμών ζητούσιν» να την φέρουν στην κατά διάνοιαν ή στην κατ’ ενέργειαν αμαρτίαν[401]. Όταν ο άνθρωπος σκέπτεται το κακό, τότε αμαρτάνει στην διάνοια, ενώ όταν πράττη το θέλημα του διαβόλου και ικανοποιή την επιθυμία του, τότε αμαρτάνει κατ’ ενέργειαν. Η διάπραξη της αμαρτίας λέγεται κατ’ ενέργειαν αμαρτία. Οι δαίμονες σπείρουν συνεχώς λογισμούς για να αιχμαλωτίσουν τον νου. Οι άγιοι γνωρίζουν «τας σποράς των δαιμόνων» και αναλόγως δίδουν συμβουλές στον άνθρωπο[402].
Οι λογισμοί, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, είναι λόγοι των δαιμόνων και πρόδρομοι των παθών. Προηγείται ο λογισμός και ακολουθεί η διάπραξη της αμαρτίας[403]. Κατά τον Ηλία τον Πρεσβύτερο οι δαίμονες πολεμούν την ψυχή μας πρώτα δια των λογισμών και όχι δια των πραγμάτων. Των πραγμάτων αίτιος είναι η  ακοή και η όραση, αλλά των λογισμών η συνήθεια και οι δαίμονες[404]. Οι δαίμονες ενσπείρουν διαρκώς ακαθάρτους και αισχρούς λογισμούς. Κάθε πάθος έχει τον αντίστοιχο δαίμονα, γι’ αυτό τονίζει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ότι οι αισχροί και ακάθαρτοι λογισμοί στην καρδιά έρχονται από τον απατεώνα της καρδίας δαίμονα[405]. Η πονηρία των δαιμόνων στον πόλεμο αυτό είναι μεγάλη και μόνον οι άγιοι που έχουν καθαρό νου, διορατικό χάρισμα μπορούν να την διακρίνουν. Έτσι ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει ότι επεσήμανε κάποτε τον δαίμονα της κενοδοξίας να κάνη διπλό έργο. Σε έναν αδελφό έσπειρε λογισμούς κενοδοξίας και σε άλλον την ίδια στιγμή αποκάλυψε αυτούς τους λογισμούς, ώστε να μακαρισθή ως προορατικός και έτσι να πέση στην αμαρτία και το πάθος της κενοδοξίας[406]. Γι’ αυτό ο πόλεμος του διαβόλου εναντίον μας δια των λογισμών είναι χαλεπότερος από τον πόλεμο δια των πραγμάτων[407].
Αλλά τις περισσότερες φορές ο διάβολος λαμβάνει αφορμή από τα πάθη που υπάρχουν στην ψυχή μας για να εξαπολύση τον κατάλληλο πόλεμο των λογισμών. Γνωρίζει εκείνος τα υπάρχοντα πάθη και ερεθίζει την ψυχή σ’ αυτά τα σημεία. «Εκ των υποκειμένων τη ψυχή παθών, λαμβάνουσιν οι δαίμονες τας αφορμάς του κινείν εν ημίν τους εμπαθείς λογισμούς»[408]. Και επειδή το βασικότερο πάθος από το οποίο γεννώνται όλα τα άλλα πάθη είναι η φιλαυτία, γι’ αυτό από το πάθος της φιλαυτίας γεννώνται «οι τρεις γενικώτατοι της επιθυμίας λογισμοί»[409]. Η καρδιά του ανθρώπου όταν είναι ηδυπαθής, δηλαδή όταν ρέπη προς την ηδυπάθεια, γίνεται αφορμή κακών λογισμών: «Καρδίας ηδυπαθούσης, λογισμοί και λόγοι λοιμοί αναφύονται»[410]. Επειδή υπάρχουν λογισμοί εκούσιοι και ακούσιοι, δηλαδή λογισμοί που έρχονται χωρίς να τους επιδιώκουμε εμείς και λογισμοί που έρχονται με την δική μας θέληση – γιατί ακούσιοι λογισμοί  αναφύονται από διαπραχθείσα αμαρτία, ενώ οι εκούσιοι από το αυτεξούσιο θέλημα – γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι οι εκούσιοι λογισμοί είναι αίτιοι των ακουσίων[411]. Η αιτία των λογισμών  είναι τα πάθη και αιτία των παθών είναι οι πράξεις κάθε αμαρτίας[412].
Γενικά μπορούμε να πούμε ότι οι λογισμοί, οι εκ δαιμόνων προερχόμενοι, αιχμαλωτίζουν τον νου και τον οδηγούν στην διάπραξη της κατά διάνοιαν και κατ’ ενέργειαν αμαρτίας, η οποία (αμαρτία) όταν επαναλαμβάνεται πολλές φορές και αποκτά συνήθεια ο οργανισμός, τότε γίνεται πάθος. Έπειτα από τα πάθη, που είναι τρόπον τινά οι πληγές της ψυχής, έρχονται οι ανάλογοι λογισμοί. Γίνεται ό,τι με τις πληγές του σώματος. Από κάποια αιτία πληγώνεται το σώμα και στην συνέχεια η πληγή προκαλεί ερεθισμό, οπότε συντηρείται και αυξάνεται περισσότερο το πρόβλημα.
 Ο Κύριος σε πολλά σημεία της διδασκαλίας Του αναφέρει ότι οι λογισμοί προέρχονται μέσα από την καρδιά. «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19). Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ότι εισήλθεν διαλογισμός στους Μαθητάς του Χριστού «το τις αν είη μείζων αυτών». «Ο δε Ιησούς ιδών τον διαλογισμόν της καρδίας αυτών, επιλαβόμενος παιδίου έστησεν αυτό παρ’ εαυτώ» (Λουκ. θ’, 46-47). Όταν ενεφανίσθη ο Κύριος, μετά την Ανάσταση, στους Μαθητάς Του είπεν: «τι τεταραγμένοι εστέ, και διατί  διαλογισμοί αναβαίνουσιν εν ταις καρδίαις υμών;» (Λουκ. κδ’, 38). Όλα αυτά τα χωρία δείχνουν ότι οι διαλογισμοί έρχονται μέσα από την καρδιά του ανθρώπου. Βέβαια, πρωτίστως ο νους προσβάλλεται από τον λογισμό, αλλά επειδή μέσα στην καρδιά ενεργούν τα πάθη, δια των οποίων ο διάβολος λαμβάνει αφορμή να κινήση τους δικούς του λογισμούς, γι’ αυτό λέγεται ότι εξέρχονται μέσα από την καρδιά οι διαλογισμοί.
Ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής διδάσκει σχετικά. Η καρδιά παράγει  λογισμούς καλούς και κακούς, δεν γεννά όμως κακούς λογισμούς  από την φύση της, αλλά από την μνήμη του κακού, της πρώτης εκείνης αμαρτίας την οποία διέπραξε και που οδήγησε στην έξη. Τους πιο πολλούς λογισμούς τους συλλαμβάνει η καρδιά από την κακία των δαιμόνων. Εμείς όμως τους αισθανόμαστε ότι προέρχονται μέσα από την καρδιά. Ο νους του ανθρώπου, επειδή έχει κάποια ενέργεια λεπτοτάτης αισθήσεως, γι’ αυτό ιδιοποιείται τους λογισμούς που ενσπείρουν τα πονηρά πνεύματα.  Το ίδιο συμβαίνει και με την σάρκα. Επειδή η σάρκα αγαπά να κολακεύεται από την απάτη και επειδή υπάρχει μια σύζευξη μεταξύ ψυχής και σώματος, γι’ αυτό και οι λογισμοί που σπείρονται από τους δαίμονες στην ψυχή φαίνονται ότι προέρχονται από την καρδιά[413]. Ο νους είναι τροφοδότης της καρδιάς. Ό,τι έχει το διαβιβάζει αμέσως στην καρδιά, είτε καλό είτε κακό. Και επειδή συνήθως είμαστε άπειροι σ’ αυτό το πνευματικό άθλημα και επειδή γίνεται πολύ γρήγορα αυτή η μεταβίβαση, γι’ αυτό εμείς αισθανόμαστε ότι οι λογισμοί γεννώνται από την καρδιά.
Εκτός από τον διάβολο και τα πάθη, λογισμούς γεννά η ύλη των πραγμάτων. Αλλά, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, η ύλη των πραγμάτων γεννά απλούς λογισμούς, ενώ η δαιμονιώδης προσβολή τεκταίνει τους πονηρούς λογισμούς[414]. Γι’ αυτόν τον λόγο η ύλη δεν είναι κακή, αλλά κακή είναι η εντός ημών αισχρά επιθυμία, τα υπάρχοντα εν ημίν πάθη και η προσβολή εκ μέρους των δαιμόνων. Όπως ο μύλος που κινείται από τα ύδατα «αδύνατον αργήσαι της κινήσεως» και ό,τι του βάλλουμε ή σιτάρι ή ζιζάνιο εκείνο θα αλέση, το ίδιο συμβαίνει και με την διάνοια. Διαρκώς κινείται. Από μας εξαρτάται να της δώσουμε πνευματική μελέτη ή σαρκική εργασία. Γι’ αυτό όταν ασχολούμαστε με κοσμικές φροντίδες και σαρκικά πράγματα και όταν παραδιδόμαστε σε μάταιες και αργές ομιλίες, τότε «πλεονάζουσιν εν ημίν οι φαύλοι λογισμοί»[415]. Επομένως δεν είναι κακή η χρήση του κόσμου και αυτή η ύπαρξη του κόσμου, αλλά η δική μας διάθεση, το δικό μας αυτεξούσιο θέλημα.
Βεβαίως, εκτός από τους πονηρούς λογισμούς, υπάρχουν οι αγαθοί λογισμοί, οι προερχόμενοι από τον Θεό. Πως μπορούμε να διακρίνουμε αυτούς τους λογισμούς; Όσο είμαστε αρχάριοι στην πνευματική ζωή πρέπει να ρωτούμε εμπείρους πνευματικούς πατέρας, και μάλιστα εκείνους που έχουν το χάρισμα της διακρίσεως  των πνευμάτων. Πάντως μια γενική διδασκαλία είναι ότι, όταν ο λογισμός μας υποβάλη κάτι και δημιουργείται μέσα μας χαρά, αυτό είναι δείγμα ότι ο λογισμός προέρχεται από τον Θεό. Οι δε λογισμοί του διαβόλου είναι γεμάτοι από ταραχή και λύπη. Ο όσιος Βαρσανούφιος διδάσκει: «Ότε υποβάλλει σοι ο λογισμός ποιήσαί τι κατά το θέλημα τούτο και ευρίσκεις χαράν εν τω πραγμάτι και θλίψην αντιστήκουσαν, μάθε ότι του Θεού εστι... Οι δε από των δαιμόνων λογισμοί, πρώτον τεταραγμένοι εισί και λύπης μεμεστωμένοι, και κρυφίως και λεπτώς επί τα οπίσω έλκουσιν∙ ενδύονται ενδύματα προβάτων, τουτέστιν υποβάλλουσι λογισμούς δικαιοσύνης, εισί δε έσωθεν λύκοι άρπαγες»[416]. Πρέπει να παρατηρηθή ότι ένας λογισμός δυνατόν να προκαλέση χαρά, αλλά αυτή η χαρά μπορεί να προέρχεται από κενοδοξία και ηδυπάθεια καρδίας. Γι’ αυτό την διάκριση των λογισμών την κάνει εκείνος που έχει γευθή την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος και έχει καθαρθή από τα πάθη που ευρίσκονται στην ψυχή. Όσοι δεν έχουν αυτήν την εμπειρία πρέπει να ανατρέχουν σε εμπείρους πνευματικούς πατέρας, γιατί ο διάβολος υποβάλλει λογισμούς δικαιοσύνης, ενώ είναι άδικος.
Αφού έχουμε εντοπίσει τι είναι λογισμοί και τα αίτια τα οποία  τους προκαλούν, πρέπει να δούμε με συντομία τα είδη των λογισμών. Υπάρχουν λογισμοί ανάλογοι με τα πάθη. Όσα πάθη υπάρχουν τόσοι και λογισμοί. Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος τους διαιρεί σε οκτώ και αναλύει διεξοδικά τους οκτώ της κακίας λογισμούς. Οι οκτώ της κακίας λογισμοί είναι της «γαστριμαργίας και πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφανείας»[417].
 Ο όσιος Θαλάσσιος λέγει ότι υπάρχουν οι τρεις βασικοί λογισμοί, ήτοι της γαστριμαργίας, της κενοδοξίας και της φιλαργυρίας, τους οποίους ακολουθούν όλοι οι εμπαθείς λογισμοί[418]. Αυτοί οι τρεις λογισμοί ανταποκρίνονται στα τρία μεγάλα γενικά πάθη, ήτοι της φιληδονίας, της φιλοδοξίας, και της φιλαργυρίας ή φιλοκτημοσύνης, στους οποίους αναφέρονται οι πειρασμοί του Χριστού.
Πρέπει να κάνουμε μνεία ενός αισχρού και μεγάλου λογισμού, του λογισμού της βλασφημίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης επειδή εγνώριζε την πονηρία και την βαρύτητα των λογισμών της βλασφημίας, καθώς επίσης ότι προσβάλλει κυρίως του αγωνιζομένους στην πνευματική ζωή, αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο για να τους περιγράψη και να παρουσιάση τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτούς τους λογισμούς. Γράφει ότι ο λογισμός της βλασφημίας προέρχεται από την υπερηφάνεια. Προσβάλλει τον άνθρωπο και σ’ αυτές ακόμη τις λατρευτικές συνάξεις και ακόμη κατά τον καιρό της προετοιμασίας για την θεία Κοινωνία. Προσβάλλει τον νου και τον διασπά από τα λόγια της ευχής. Πολλούς σταματά από την προσευχή και πολλούς ανακόπτει από τα Μυστήρια, σε άλλους από την λύπη κατέτηξε τα σώματα. Συνιστά ο άγιος Ιωάννης να μη θεωρήσουμε τον εαυτό μας αίτιο των λογισμών της βλασφημίας. Είναι λόγοι του δαίμονος για να μας απομακρύνη από τον Θεό και την Εκκλησία Του[419].
 Οι λογισμοί όμως είναι η αρχή του πολέμου του διαβόλου εναντίον μας. Π λογισμός ο οποίος ενσπείρεται από τον διάβολο υφίσταται  μια εξέλιξη, έως ότου συντελεσθή η αμαρτία και καταλήξει σε πάθος. Γι’ αυτό στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να δούμε, από την πείρα των αγίων Πατέρων, αυτήν την εξέλιξη των λογισμών.
Ο άγιος Μάξιμος διδάσκει ότι οι λογισμοί, που λαμβάνουν αφορμή από τα υποκείμενα στην ψυχή πάθη, πολεμούν τον νου και τον εκβιάζουν να έλθη στην συγκατάθεση της αμαρτίας. Όταν ηττηθή ο νους στον πόλεμο αυτό, «άγουσιν εις την κατά διάνοιαν αμαρτίαν και, ταύτης αποτελεσθείσης, φέρουσιν αυτόν λοιπόν αιχμάλωτον εις την πράξιν». Μετά την πράξη οι δαίμονες, που ερήμωσαν την ψυχή δια των λογισμών, υποχωρούν, μένει όμως μέσα στον νου το είδωλο της αμαρτίας[420]. Έτσι οι λογισμοί αιχμαλωτίζουν τον νου και τον οδηγούν αιχμάλωτο στην αμαρτία. Το δε είδωλο της αμαρτίας, αν δεν φύγη με την σύντονη και διαρκή μετάνοια, είναι πηγή ανωμαλιών στον πνευματικό οργανισμό.
Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η εξέλιξη και η πορεία του λογισμού. Αλλά είναι καλό να δούμε και μερικές λεπτομέρειες αυτής της πορείας, όπως μας τις περιγράφουν και πάλι οι άγιοι Πατέρες.
Ο λογισμός εισερχόμενος στο λογιστικό της ψυχής επιδιώκει να αιχμαλωτίση τον νου. Προς τον σκοπό αυτό επιδιώκει να προκαλέση την ηδονή του πάθους που ευρίσκεται μέσα στην ψυχή. Αυτό το στάδιο λέγεται πειρασμός και μπορεί κανείς να ισχυρισθή ότι δεν είναι αμαρτία[421]. «Η προτεινομένη εμπαθής ηδονή προσελκύει την προσοχήν του νοός»[422]. Αν ο άνθρωπος δεν αποκόψη τον νου από την ηδονή, εμφανίζεται η συμπάθεια, αρχίζει η ευνοϊκή με αυτήν συνομιλία, ακολουθεί ο συνδυασμός και φθάνει στην συγκατάθεση. Η αυξανόμενη ηδονή αιχμαλωτίζει όλο τον νου, και αυτήν ακόμη την θέληση. Έτσι ο άνθρωπος καθίσταται ανίσχυρος στο να αντισταθή. Στην συνέχεια πραγματοποιείται η αμαρτία. Όταν οι αιχμαλωσίες επαναλαμβάνωνται, ότε δημιουργείται η έξη του πάθους, «οπότε πάσαι αι φυσικαί του ανθρώπου δυνάμεις αρχίζουν να δουλεύουν εις αυτό το πάθος»[423]. Έχει μεγάλη σημασία η ύπαρξη και η παράταση  της ηδονής για την πραγματοποίηση της αιχμαλωσίας και την ενέργεια του πάθους. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες συνιστούν την νέκρωση κατά το δυνατόν, της ηδονής ή καλύτερα την μεταμόρφωσή της, αφού αυτή αιχμαλωτίζει τον νου του ανθρώπου. Ο αββάς Δωρόθεος λέγει ότι, όταν ανατέλλουν οι εμπαθείς λογισμοί στην ψυχή, τότε ανατέλλουν τα πάθη[424].
Ο Ησύχιος ο Πρεσβύτερος γράφει για την μείξη και ένωση των λογισμών της ψυχής με την προσβολή του δαίμονος δια της φαντασίας: «... μειγνύει (η ψυχή) τους εαυτής λογισμούς τη φαντασία της δαιμονιώδους προσβολής», και έτσι έρχεται σε συγκατάθεση και σε έργο[425]. Η φαντασία διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, ιδίως στις περιπτώσεις που το αντικείμενο ή το πρόσωπο είναι μακρυά από μας. Αλλά και όταν οράται το πρόσωπο ή το αντικείμενο, δηλαδή όταν συνδέεται με τις αισθήσεις, και τότε η φαντασία μεγαλοποιεί και ωραιοποιεί περισσότερο τα πράγματα για να αιχμαλωτήση τον νου και να τον φέρη στην συγκατάθεση. Κάτω από αυτό το πρίσμα μπορούμε να πούμε ότι οι εμπαθείς λογισμοί θολώνουν και συγχέουν τον νου, τον γεμίζουν από ακάθαρτα είδωλα και φέρουν αυτόν «βία και μη βουλόμενον εις την κατ’ ενέργειαν αμαρτίαν»[426].
Φαίνεται ότι η ελευθερία του ανθρώπου συγκατατίθεται όχι μόνο την ώρα εκείνη που δέχεται τον πειρασμό, την πρόταση εκ μέρους του δαιμονιώδους λογισμού, αλλά και προηγουμένως, όταν με την συγκατάθεση της ελευθερίας του ανθρώπου σκοτίζεται ο οφθαλμός και το ους της ψυχής. Όπως διδάσκει ο Φιλόθεος Σιναΐτης αίτιο του να βλέπη ο άνθρωπος μοιχικώς είναι «το εν έσω οφθαλμόν παραμοιχευθήναι και σκοτισθήναι» και αίτιο του να θέλη να ακούη αισχρά είναι «το ακούειν τοις ψυχοκοίς ωσί τους ένδον αισχρούς δαίμονας, οία καθ’ ημών ψιθυρίζουσιν»[427]. Αλλοιώνεται κανείς εσωτερικά, μοιχάται ο οφθαλμός της καρδίας και στην συνέχεια αλλοιώνονται και οι εξωτερικές σωματικές αισθήσεις. Γι’ αυτό και ο αγώνας του ανθρώπου πρέπει να γίνεται πρώτα στο εσωτερικό.
Επίσης, όταν κρατή κανείς μέσα του τους λογισμούς και τους επεξεργάζεται, τότε αναπτύσσεται η ηδονή και έρχεται ο νους στην συγκατάθεση και στην πράξη. «Ώσπερ τα ωά των ορνίθων εν κόπρω θαλπόμενα ζωογονούνται, ούτω και λογισμοί μη φανερούμενοι, ζωογονούνται, και εις έργα προβαίνουσιν»[428].
Τα όσα έχουν παρατεθή δείχνουν καθαρά και τα αποτελέσματα των χρονιζόντων και επεξεργαζομένων λογισμών, τα οποία (αποτελέσματα) ερχόμαστε στην συνέχεια να παρουσιάσουμε.


Αποτελέσματα των λογισμών


Όταν ο λογισμός εγχρονίζη μέσα μας, τότε καθιστάμεθα δούλοι στην προσπάθεια. «Λογισμός εγχρονίζων, δηλοί την του ανθρώπου προσπάθειαν»[429]. Προσπάθεια είναι η προσκόλληση του ανθρώπου στα κτιστά πράγματα και η επιθυμία να πραγματοποιήση και να αποκτήση μόνον αυτά. Όταν ο νους αποδεσμεύεται από την ουράνια τροφή, από την μνήμη των ουρανίων πραγμάτων, τότε προσφέρεται διαρκώς στα αισθητά και κτιστά του κόσμου. Αυτό λέγεται προσπάθεια. Εκεί τον οδηγεί ο λογισμός που χρονίζει μέσα του.
Ο άνθρωπος καθίσταται ακρατής. Δεν μπορεί να εγκρατευθή. «Ουκ έστιν εγκρατής ο λογισμοίς τρεφόμενος»[430].
Όπως έχουμε αναφέρει, εκείνος που αφήνει ανενόχλητο τον λογισμό να εργάζεται μέσα του και δεν τον πολεμεί, οδηγείται στην πραγματοποίησή του. «Ο κατά διάνοιαν προς την αμαρτίαν μη πολεμών μηδέ αντιλέγων, σωματικώς πράττει αυτήν»[431].
Ακόμη ο λογισμός όταν χρονίζη και δεν πολεμήται, αλλά πραγματοποιήται, τότε ενδυναμώνεται το πάθος και ισχυροποιείται, με συνέπεια να τον πολεμή περισσότερο και να τον θλίβη[432].
Οι λογισμοί μας σαπίζουν και μας συντρίβουν, δημιουργούντες προβλήματα και στις διαπροσωπικές σχέσεις. «... μένομεν όλον τον χρόνον ημών σηπόμενοι, εκ των λογισμών ημών κατ’ αλλήλων και συντρίβοντες εαυτούς...»[433].
Οι λογισμοί μιαίνουν, μολύνουν την ψυχή μας[434], την δηλητηριάζουν, την φαρμακώνουν. «Αύτη η τέχνη του πονηρού∙ και μετά τούτων των βελών φαρμακεύει πάσαν ψυχήν» [435].
Εκείνος που αιχμαλωτίζεται από τους λογισμούς τυφλώνεται και ενώ βλέπει τις ενέργειες της αμαρτίας, εν τούτοις δεν μπορεί να δη τα αίτια αυτών. «Ο λογισμοίς συναπαγόμενος, εκτυφλούται υπ’ αυτών∙ και τας μεν ενεργείας της αμαρτίας βλέπει, τας δε αιτίας αυτών ιδείν ου δύναται»[436]. Με την αποδοχή των λογισμών ο διάβολος αποκτά κυριαρχία επάνω του και μπορεί να τον οδηγήση και μέχρι την αυτοκτονία, αφού δεν μπορεί να αντισταθή στην δύναμη του διαβόλου.
Ο ρυπαρός λογισμός καταχθονίζει την ψυχή[437], δηλαδή ρίπτει κατά γης την ψυχή του ανθρώπου.
Οι λογισμοί ερεθίζουν το επιθυμητικό, εκταράσσουν το θυμικό και το λογιστικό, «και εκ τούτου συμβαίνει τον νουν οφθαλμιάσαι προς την πνευματικήν θεωρίαν και την της προσευχής εκδημίαν»[438]. Αυτό σημαίνει ότι ασθενεί ο οφθαλμός της ψυχής και δεν μπορεί  να δη την πνευματική θεωρία και να αισθανθή την εκδημία της προσευχής, οπότε ο άνθρωπος χωρίς Θεό καθίσταται νεκρός.
Εκείνος που αισθάνεται την συνεχή όχληση των λογισμών και φλέγονται τα υπογάστρια της σαρκός φανερώνει ότι βρίσκεται μακρυά από την ευωδία τον Πνεύματος[439].
Χάνεται η παρρησία προς τον Θεό. Όταν ο νους γίνη συνόμιλος με πονηρούς και ρυπαρούς λογισμούς, τότε «της προς Θεόν παρρησίας εκπίπτει»[440]. Δεν μπορεί ο Θεός να έχη κοινωνία με τον άνθρωπο του οποίου μολύνεται διαρκώς ο νους από λογισμούς πονηρούς και ρυπαρούς. Ιδίως ο Θεός βδελύσσεται εκείνον ο οποίος παρίσταται στην προσευχή και δέχεται ακαθάρτους λογισμούς, όπως ακριβώς είναι βδελυκτός σε επίγειο Βασιλέα εκείνος που παρίσταται μπροστά του και αποστρέφει το πρόσωπό του από αυτόν διαλέγεται με τους εχθρούς του[441].
Όχι μόνον χάνει ο άνθρωπος την παρρησία με τον Θεό και την ευωδία του Αγίου Πνεύματος έχοντας ρυπαρούς λογισμούς, αλλά και χωρίζεται τελείως από τον Θεό. «Οι γαρ ακάθαρτοι λογισμοί χωρίζουσι τον Θεόν από του ανθρώπου». Ο Θεός σε άνθρωπο που διακατέχεται από πονηρούς λογισμούς δεν αποκαλύπτεται τα μυστήριά Του[442]. Μάλιστα ο αββάς Δωρόθεος είναι σαφής λέγοντας ότι «και εις λογισμός δύναται χωρίσαι τινά από του Θεού, εάν καταδέξηται  και συγκατάθηται αυτώ»[443].
Επειδή οι λογισμοί χωρίζουν τον άνθρωπο από τον Θεό, γι’ αυτό, κατά συνέπεια, δημιουργούνται και άλλες σωματικές ανωμαλίες. Το άγχος και η ανασφάλεια, οι σωματικές ασθένειες έχουν αιτία τους λογισμούς. Αυτό το έχουν συνειδητοποιήσει ακόμη και οι γιατροί, γι’ αυτό δίδουν την παραγγελία να μη σκεπτόμαστε και να μη στενοχωριόμαστε. Ένας λογισμός μπορεί να αφήση τον άνθρωπο άϋπνο όλη την νύκτα. Γι’ αυτό λέμε ότι οι λογισμοί ταράσσουν τον άνθρωπο και σπάζουν ακόμη και τα νεύρα του. Ο αββάς Θεόδωρος έλεγε: «έρχεται ο λογισμός και ταράσσει με...»[444].
Φοβερά πράγματι είναι τα αποτελέσματα των κακών λογισμών. Τα εντοπίσαμε με μεγάλη συντομία, ενώ μπορούσαμε να αναφέρουμε περισσότερα πατερικά χωρία. Προσπαθήσαμε να εκθέσουμε τις γενικές ανωμαλίες που δημιουργούν στον ψυχοσωματικό μας οργανισμό.
Μια όμως ψυχοθεραπευτική μέθοδος πρέπει να διαγράψη και τους τρόπους της θεραπείας από τους κακούς, δαιμονιώδεις λογισμούς. Ακριβώς στο θέμα αυτό ερχόμαστε τώρα.
 


Ορθόδοξα ακούσματα...
  ...
Περισσότερα >>
Α΄ Μέρος...

Περισσότερα >>