www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
Η Μονή του Αγίου Νικολάου, Ανάληψης. Βαλτεσινίκο.    Μονή Κοίμησης της Θεοτόκου, Βαλτεσινίκο.

Μονή Αγίας Παρασκευής, Βάχλια.    Ο ¶γιος Νικόλαος, Κοντοβάζαινα.

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία - κεφάλαιο Γ' -- ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

Τι είναι καρδιά
Όταν η Αγία Γραφή και οι άγιοι Πατέρες μιλούν για την καρδιά εννοούν την μεταφυσική (πνευματική) καρδιά, αλλά και την σαρκική καρδιά. Δηλαδή καρδια είναι αφ’ ενός μεν το σαρκικό όργανο, αφ’ ετέρου δε το κέντρο της υπάρξεώς μας, μέσα στο οποίο γίνεται η κοινωνία και η ένωσή μας με τον Θεό. Σ’ ένα σημείο συναντώνται οι δυο αυτές έννοιες της καρδιάς, αλλά και συγχρόνως διαφοροποιούνται. Θα το δούμε αυτό αναλυτικότερα στα επόμενα.
Και πρώτα-πρώτα ας δούμε τα περί της μεταφυσικής (πνευματικής) καρδιάς. Είναι αρκετά δύσκολο να δώση κανείς ορισμό αυτής της πνευματικής καρδιάς, γιατί «άβυσσος γαρ ακατάληπτος αληθώς η καρδία»[206]. Ιδίως στον σαρκικό άνθρωπο, που διακατέχεται από την κυριαρχία της λογικής και ο οποίος βιώνει την ζόφωση της μεταπτωτικής ζωής, είναι αδύνατη η γνώση αυτής της πνευματικής καρδιάς. Γι’ αυτό δεν μπορεί να ευρεθή κανείς ορισμός ο οποίος θα μπορέση να περιγράψη αυτήν την πραγματικότητα που βιώνει ο πνευματικός άνθρωπος. Μόνον χαρακτηρισμούς και εικόνες μπορεί κανείς να διατυπώση.
Ο πνευματικός άνθρωπος που ζη με την προσευχή «γνωρίζει, ότι η καρδία του δεν είναι μόνον εν φυσικόν όργανον ή το όργανον της ψυχικής ζωής, αλλά μεταφυσικόν τι, μη υπαγόμενον εις ορισμόν, ικανόν να εγγίση τον Θεόν, την πηγήν πάσης υπάρξεως»[207]. Η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος, που αναπτύσσεται όλη η πνευματική ζωή, που ενεργεί η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Αυτή «η βαθεία καρδία» είναι εν πολλοίς άγνωστος όχι μόνον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί η Χάρη του Θεού εργάζεται  μυστικά την σωτηρία του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του. Είναι χαρακτηριστικά όσα λέγει ο αρχιμ. Σωφρόνιος: «Πεδίον του πνευματικού αγώνος δι’ έκαστον άνθρωπον προ παντός είναι η εαυτού καρδία. Και όστις αγαπά να εισέρχεται εις την καρδίαν του, κατανοεί τον λόγον του προφήτου Δαβίδ: «Προσελεύσεται άνθρωπος, και καρδία βαθεία» (Ψαλμ. ξγ’, 7). Η γνησία εν Χριστώ ρέει εκεί, εν τη βαθεία καρδία, κεκρυμμένη ουχί μόνον από τα ξένα βλέμματα αλλά εν τω πληρώματι αυτής και από αυτόν τον ίδιον τον άνθρωπον. Όστις εισήλθεν εις τον μυστικόν τούτον νυμφώνα, αυτός αναμφιβόλως εδοκίμασεν άφραστον έκπληξιν προ του μυστηρίου της υπάρξεως. Όστις κεκαθαρμένη διανοία παρεδόθη εις την εντατικήν παρατήρησιν της βαθείας αυτού καρδίας, αυτός κατανοεί ότι είναι αδύνατον να παρακολουθήση εν παντί την ροήν της ζωής, έστω και δια βραχύ τι χρονικόν διάστημα. Αυτός αντιλαμβάνεται το αδύνατον να συλλάβη την πορείαν της πνευματικής ζωής της καρδίας, το βάθος της οποίας εισέρχεται εις επαφήν με εκείνο το Είναι, όπου δεν υπάρχουν πλέον πορείαι»[208].
Ο Απόστολος Πέτρος ονομάζει την καρδία κρυπτόν άνθρωπον: «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» (Α’ Πέτρ. γ’, 4). Είναι πράγματι ο χώρος εκείνος στον οποίο αγιάζεται ο Θεός: «Κύριον δε τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών» (Α’ Πέτρ. γ’ 15). Μέσα στην καρδιά ανατέλλει η Χάρη του Θεού: «... έως ου ημέρα διαυγάση και φωσφόρος ανατείλη εν ταις καρδίαις υμών» (Β’ Πέτρ. α’, 19). Παρά την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα στην καρδιά, η καρδιά παραμένει το «έλασσον» και ο Θεός το μείζον. «Μείζων εστίν ο Θεός της καρδίας ημών» (Α’ Ιω. γ’, 20).
Αναφέρθηκαν αυτά τα αγιογραφικά χωρία όχι για να παρουσιάσουμε τους χαρακτηρισμούς της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων για την καρδιά, πράγμα το οποίο θα κάνουμε σε άλλη παράγραφο, αλλά για να γίνη αντιληπτό ότι σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων γίνεται λόγος για την καρδιά.

Έχουμε αλλού εντοπίσει το γεγονός ότι ο νους είναι κυρίως ο οφθαλμός της ψυχής. Επίσης έχουμε σημειώσει ότι σε πολλά χωρία των αγίων Πατέρων ο νους συνδέεται με την καρδιά. Πράγματι η καρδιά ταυτίζεται με τον νου. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είναι χαρακτηριστικός: «... τον νουν καθαίρειν σπευδόντων από μίσους και ακρασίας, ον καρδίαν ονομάζει ο Κύριος»[209]. Ο νους είναι οφθαλμός της ψυχής, η καρδιά είναι το κέντρο της υπάρξεως του ανθρώπου, το κέντρο του πνευματικού κόσμου, αλλά φαίνεται ότι αυτά τα δυο συνδέονται μεταξύ τους. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμισθή ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ενώ ομιλεί περί της καθαρότητος της καρδιάς, στην συνέχεια αναλύει τον νου και την καθαρότητα του νου[210].

Βέβαια, πρέπει να υπενθυμίσουμε και αυτό που ελέχθησε προηγούμενη παράγραφο, ότι οι Πατέρες ονομάζουν νου και την ουσία της ψυχής που βρίσκεται στην καρδιά και την ενέργεια της ψυχής που συνίσταται στους λογισμούς. «Νους λέγεται και η του νου ενέργεια εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι. Νους εστι και η ενεργούσα ταύτα δύναμις, ήτις και καρδία καλείται παρά της Γραφής»[211]. Και ο Νικηφόρος ο Μονάζων, αναλύοντας και περιγράφοντας την προσοχή, λέγει ότι άλλοι από τους Πατέρες την προσοχή χαρακτήρισαν τήρηση του νου, άλλοι καρδιακή φυλακή, άλλοι νήψη και άλλοι νοερά ησυχία. «Τα δε πάντα εν και το αυτό δηλούσιν∙ ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον και είποι και βουκίον, ούτω και περί τούτων νόει»[212]. Επομένως, κατά τον Νικηφόρο Μονάζοντα, είτε πούμε τήρηση του νου είτε φυλακή της καρδίας είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό σημαίνει ότι στην πατερική θεολογία ο νους συνδέεται και ταυτίζεται με την καρδιά. Γι’ αυτό όσα περί του νου γράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο ισχύουν και για την καρδιά, αλλά εδώ θα πούμε περισσότερα για την καρδιά.

Η σύνδεση νου και καρδιάς φαίνεται και στην διδασκαλία του αγίου Διαδόχου Φωτικής. Ο άγιος διδάσκει ότι από την στιγμή του Βαπτίσματος η Χάρη του Θεού «εν αυτώ τω βάθει του νου εγκρύπτεται», κρύπτουσα συγχρόνως από την αίσθηση του νου  την παρουσία της. Όταν ο άνθρωπος αρχίση να αγαπά τον Θεό «εκ πάσης προθέσεως», τότε με την αίσθηση του νου μεταδίδει μέρος των αγαθών της στην ψυχή. Όταν όμως σκορπίση όλο τον υλικό πλούτο, «τότε ευρίσκει τον τόπο εν ω η χάρις κατακέκρυπται του Θεού»[213]. Σε άλλο κεφάλαιο ο άγιος λέγει ότι η Χάρη με το άγιο Βάπτισμα κατασκηνώνει στο βάθος της ψυχής, «τούτ’ έστιν εις τον νουν». Και όταν θερμώς ενθυμούμαστε τον Θεό, τότε «εξ αυτού του βάθους της καρδίας ημών αισθανόμεθα του θείου»[214]. Βλέπουμε εδώ στα χωρία αυτά την σύνδεση νου, ψυχής και καρδιάς.
Επειδή στην εποχή του αγίου Διαδόχου κυριαρχούσε η αιρετική ιδέα των Μασσαλιανών, ότι στον ίδιο χώρο της ψυχής συνυπάρχουν η Χάρη του Θεού και ο σατανάς, ο άγιος διαχωρίζει τα πράγματα από την γνώση της Αγίας Γραφής και από την αίσθηση του νου. Ο άγιος τονίζει ότι προ του «αγίου βαπτίσματος έξωθεν η χάρις προς τα καλά προτρέπεται την ψυχήν, ο δε Σατανάς εν τοις αυτής εμφωλεύει βάθεσιν όλας τας του νου αποφράττειν δεξιάς πειρώμενος διεξόδους∙ από δε αυτής της ώρας εν ήπερ αναγεννώμεθα, έξωθεν μεν ο δαίμων γίνεται, έσωθεν δε η χάρις»[215]. Πριν από το Βάπτισμα στο βάθος της ψυχής βρίσκεται ο σατανάς και η Χάρη από έξω προτρέπει την ψυχή προς τα καλά, μετά όμως το άγιο Βάπτισμα εξέρχεται ο σατανάς από την ψυχή και εισέρχεται η θεία Χάρη.  Έτσι λοιπόν δεν συνυπάρχουν στο ίδιο μέρος η Χάρη και ο σατανάς. Η θεία Χάρη, δια της αισθήσεως του νου, ευφραίνει το σώμα με άρρητη αγαλλίαση, ενώ οι δαίμονες αιχμαλωτίζουν την ψυχή βιαίως δια των αισθήσεων του σώματος, ιδίως όταν βρουν τον άνθρωπο ράθυμο στον πνευματικό αγώνα[216].

Η Χάρη του Θεού που βρίσκεται μέσα στο βάθος της πνευματικής καρδιάς μετά το Βάπτισμα, όταν ενεργούμε κατά τις επιθυμίες της σαρκός, καλύπτεται από τα πάθη, οπότε η προσπάθεια του ανθρώπου είναι να ανακαλύψη αυτήν την Χάρη με την εν Χάριτι ασκητική ζωή. Δηλαδή η προσπάθεια του έγκειται στο να εκδιώξη την νέφωση που καλύπτει την καρδιά. Εφ’ όσον, κατά τον άγιο Διάδοχο, δια του αγίου Βαπτίσματος εκδιώκεται ο διάβολος από την καρδιά, «πως ουν δύναται ο μετά τοσαύτης αισχύνης εκβαλλόμενος πάλιν εισιέναι και τω αληθινώ συνδιατρίβειν οικοδεσπότη εν τω εαυτού, ως εάν και θέλοι, αναπαυομένω οίκω;»[217].

Η διδασκαλία αυτή του αγίου Διαδόχου παρετέθη στο σημείο αυτό να γίνη σαφές ότι με το άγιο Βάπτισμα η Χάρη του Θεού εισέρχεται μέσα στην βαθεία καρδία, στο βάθος της πνευματικής καρδιάς. Και όταν αυτή η καρδιά καλυφθή από τα πάθη, τότε κάνουμε μεγάλο αγώνα για να την αποκαλύψουμε.

Ο Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας διδάσκει ότι η καρδιά, δηλαδή ο νους, αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος ζήση την ησυχαστική μέθοδο. «Όταν δε τους έξω περισπασμούς καταργήσης και τους έσω λογισμούς καταλείψης, εγείρεται τότε ο νους εν τοις έργοις και τοις λόγοις του πνεύματος»[218]. Προτρέπει δε να σταματήσουμε τις συναναστροφές και να αγωνισθούμε εναντίον των εσωτερικών λογισμών, έως ότου βρούμε τον τόπο της καθαράς προσευχής, που είναι ο οίκος στον οποίο κατοικεί ο Χριστός. «Στήσον τοιγαρούν τας ομιλίας των έξω και πύκτευσον προς τους έσω λογισμούς, μέχρις αν εύρης τον τόπον της καθαράς προσευχή και τον οίκον, εν ω Χριστός κατοικεί»[219].

Φαίνεται από το χωρίο αυτό ότι η καρδιά είναι ο χώρος ο οποίος ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο φανερώνεται ο Χριστός. Αυτό το γνωρίζει ο άνθρωπος που καθαίρεται από τα πάθη και όλα τα έργα της αμαρτίας. Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο που ζη μακράν του Θεού, η καρδιά καλύπτεται, είναι παντελώς άγνωστη, δεν γνωρίζει ο άνθρωπος αν υπάρχη. Ενώ για τον άνθρωπο που ζη κατά Θεόν η καρδιά είναι γνωστή, είναι πραγματικότης.

Αυτή η διδασκαλία μας οδηγεί στην άποψη ότι η αποκάλυψη της καρδιάς στην πραγματικότητα είναι αποκάλυψη του προσώπου. Όταν ο άνθρωπος , με την εν Χάριτι άσκηση, ανακαλύψη την καρδιά μέσα στην οποία αποκαλύπτεται και βασιλεύει ο Χριστός, τότε γίνεται πρόσωπο, αφού το πρόσωπο κυρίως είναι το «καθ’ ομοίωσιν». Έτσι η αποκάλυψη της καρδιάς είναι η αποκάλυψη του προσώπου.

Δεν έχουμε πρόθεση στο σημείο αυτό να αναπτύξουμε την οντολογία του προσώπου, όπως παρουσιάζεται στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έχουν γραφή αξιόλογες μελέτες πάνω σ’ αυτό το θέμα. Πιστεύουμε, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ότι το κατ’ εικόνα είναι δυνάμει ομοίωσις και το καθ’ ομοίωσιν είναι ενεργεία εικόνα. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος, δημιουργημένος από τον Θεό και αναδημιουργημένος με το άγιο Βάπτισμα από την Εκκλησία, είναι δυνάμει πρόσωπο. Όταν όμως με τον προσωπικό αγώνα και κυρίως με την Χάρη του Θεού φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, τότε είναι ενεργεία πρόσωπο. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι οντολογικά όλοι οι άνθρωποι  είμαστε πρόσωπα, ακόμη και αυτός ο διάβολος, αλλά σωτηριολογικά δεν είμαστε όλοι πρόσωπα, αφού δεν φθάσαμε όλοι στο καθ’ ομοίωσιν. Χωρίς να παραθεωρούμε την οντολογία του προσώπου, στο σημείο αυτό τονίζουμε ιδιαιτέρως την ασκητική του προσώπου, η οποία συνήθως παραθεωρείται από τους συγχρόνους θεολόγους.

Είναι χαρακτηριστικά στο σημείο αυτό όσα λέγει ο αρχιμ. Σωφρόνιος: «Στο θείο Ον η Υπόσταση συνιστά την εσώτατη αρχή του Όντος. Στο ανθρώπινο ον, ομοίως η υπόσταση είναι το πιο ουσιαστικό θεμελιώδες στοιχείο. Πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω... ο εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α’ Πέτρ. γ’, 4) – ο πιο πολύτιμος πυρήνας όλης της ανθρωπίνης υπάρξεως, που φανερώνεται στην ικανότητα του ανθρώπου για αυτογνωσία και αυτοδιάθεση∙ στο ότι κατέχει δημιουργική ενέργεια∙ στην δυνατότητα γνώσεως όχι μόνον του ορατού κόσμού, αλλά και του Θείου ακόμη. Φλεγόμενος από αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται τον εαυτό του ενωμένο με τον αγαπημένο Θεό. Μέσα από αυτήν την ένωση γνωρίζει τον Θεό και έτσι αγάπη και γνώση συγχωνεύονται σε μια μοναδική πράξη»[220].

Πρόσωπο είναι ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος». Μόνον αυτό μπορεί κανείς να διατυπώση για το πρόσωπο, γιατί δεν μπορεί να ορισθή με επιστημονικούς ορισμούς, αφού είναι μια μυστική κοινωνία και ένωση με τον Χριστό. Όπως για την Εκκλησία δεν μπορεί κανείς να δώση ορισμό, αλλά μόνον ότι είναι το Σώμα του Χριστού, το ίδιο συμβαίνει και με το ανθρώπινο πρόσωπο, την καρδιά, μέσα στην οποία γίνεται η μυστική κοινωνία Θεού και ανθρώπου. «Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώση μπορεί να διατυπωθή, αλλά το πρόσωπο είναι πέρα από κάθε ορισμό και επομένως αδύνατο να γνωσθή εκ των έξω, εκτός αν το ίδιο αποκαλυφθή. Εφ’ όσον ο Θεός είναι Μυστικός Θεός, έτσι και ο άνθρωπος έχει μυστικά βάθη. Δεν είναι ούτε η αρχή της υπάρξεως ούτε το τέλος της.

Ο Θεός και όχι ο άνθρωπος, είναι το Άλφα και το Ωμέγα. Η θεοειδής ποιότητα του ανθρώπου έγκειται στον τρόπο της υπάρξεώς του. Το καθ’ ομοίωσιν της υπάρξεως είναι το καθ’ ομοίωσιν για το οποίο μιλούν οι Γραφές»[221]. Εφ’ όσον λοιπόν δεν ορίζεται το πρόσωπο, δεν ορίζεται και η καρδιά που είναι το πρόσωπο.

Το πρόσωπο είναι μια πραγματικότητα που γεννιέται με την Χάρη του Θεού. «... Το πρόσωπο γεννιέται άνωθεν και γι’ αυτό δεν υπόκειται στους νόμους της Φύσεως. Το πρόσωπο υπερβαίνει τα γήϊνα όρια και κινείται σε άλλες σφαίρες. Δεν μπορεί να ερμηνευθή. Είναι ένα και μοναδικό»[222]. Επειδή πρόσωπο είναι η καρδιά, γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι και η καρδιά αναγεννάται άνωθεν. Δεν είναι φυσική κατάσταση. Μόνον με την Χάρη του Θεού μπορεί να κανείς να διακρίνη τον χώρο της καρδιάς.

Αυτή η αναγέννηση του προσώπου είναι στην πραγματικότητα αποκάλυψη. «Το πρόσωπο  είναι μια άνωθεν αναγέννηση. Ένα εξαίσιο άνθος αναπτύσσεται μέσα μας: η υπόσταση – πρόσωπο. Όπως και Βασιλεία του Θεού, το πρόσωπο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως» (Λουκ. ιζ’, 20). Η διαδικασία με την οποία το ανθρώπινο πνεύμα εισέρχεται στον χώρο της θείας αιωνιότητος διαφέρει στον καθένα από μας»[223]. Έτσι το πρόσωπο, όπως και η καρδιά, γεννιέται άνωθεν.

Η καρδιά είναι ο χώρος όπου αποκαλύπτεται ο Θεός ως αγάπη και Φως. «Ο Θεός αποκαλύπτεται κυρίως δια της καρδίας, ως Αγάπη και Φως. Μέσα σ’ αυτό το Φως ο άνθρωπος θεωρεί τις εντολές του Ευαγγελίου σαν αντανάκλαση στην γη της Ουράνιας Αιωνιότητος, και την Δόξα του Χριστού ως μονογενούς του Πατρός – την δόξα την οποία είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ. Η προσωπική αποκάλυψη καθιστά την γενική αποκάλυψη της Καινής Διαθήκης πνευματικά  οικεία»[224].

Ελέχθησαν αυτά για να γίνη αντιληπτό ότι, όταν ο άνθρωπος ανακαλύψη την καρδιά, τότε κυρίως γίνεται πρόσωπο. Επίσης ελέχθησαν για να γίνη σαφές ότι η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος  που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και όπου αποκαλύπτεται ο Θεός. Εκεί αισθάνεται ο άνθρωπος το Φως του Θεού και εκεί πλημμυρίζει από την αγάπη του Θεού και την αγάπη προς τον Θεό. ο άνθρωπος αποκτά την αίσθηση της καρδιάς, αλλά όλη η ζωή που υπάρχει μέσα εκεί είναι αδύνατον να γίνη αντιληπτή. Αυτή η πνευματική καρδιά ευρίσκεται, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, μέσα στην σαρκική καρδιά, σαν σε όργανο. Έχουμε πη τα δέοντα όταν μελετούσαμε την θέση στην οποία βρίσκεται η ψυχή και ο νους. Τα ίδια ισχύουν και για την πνευματική καρδιά. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφέροντας τους λόγους του Κυρίου: «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19), και τον λόγο του αγίου Μακαρίου: «η καρδία ηγεμονεύει όλου του οργάνου και, επάν κατάσχη τας νομάς της καρδίας η χάρις, βασιλεύει όλων των λογισμών και των μελών∙ εκεί γαρ εστιν ο νους και πάντες οι λογισμοί της ψυχής», γράφει ότι «η καρδία ημών εστι το του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν»[225]. Ο ίδιος άγιος, για να υποστηρίξη την διδασκαλία ότι στην καρδιά, το σαρκικό όργανο, υπάρχει η πνευματική καρδιά, αναφέρεται στον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών... φανερούμενοι ότι εστέ επιστολή Χριστού διακονηθείσα υφ’ ημών, εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλ’ εν πλαξί καρδίαιας σαρκίναις» (Β’ Κορ. γ’, 2-3), και στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «εν γουν τη καρδία ταύτη γεγονώς ο Θεός αξιοί τα ίδια γράμματα δια του πνεύματος εγχαράττεσθαι, καθάπερ τισί μωσαϊκαίς πλαξί»[226].

Όταν ο νους επιστρέφη από την διάχυσή του, τότε πρώτον ευρίσκει την φυσική καρδιά και στην συνέχεια εισέρχεται στην πνευματική καρδιά, στην βαθεία καρδία. Αυτή είναι κοινή πείρα όσων ασχολούνται με την ευχή του Ιησού και ασκούνται στην ιερά εργασία της επιστροφής του νου στην καρδιά. «Δια της καθαράς νοεράς προσευχής διδάσκεται ο ασκητής τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Εισερχόμενος δια του νοός εις την καρδίαν, πρώτον εις αυτήν την σαρκίνην καρδίαν, αρχίζει να διεισδύη εις εκείνα τα βάθη της, όπου δεν είναι πλέον σαρξ. Ευρίσκει την «βαθείαν» καρδίαν, την πνευματικήν, την μεταφυσικήν, και εντός της βλέπει, ότι η ύπαρξις όλης της ανθρωπότητος δεν είναι δι’ αυτόν ξένόν τι και αλλότριον, αλλ’ είναι αχωρίστως συνδεδεμένη μετά της προσωπικής του υπάρξεως»[227]. Επομένως, ο αθλητής της ησυχαστικής αυτής μεθόδου μπορεί να διακρίνη σαφώς την πνευματική από την σαρκική καρδιά.

Αισθάνεται την ύπαρξη και την ενέργεια και των δύο αυτών καρδιών. Στην αρχή ο νους βρίσκει την σαρκική καρδιά και έπειτα αποκαλύπτει και την πνευματική και μπορεί να αισθάνεται ταυτόχρονα τις κινήσεις και των δύο καρδιών. Επομένως δεν υπάρχει σύγχυση στην περίπτωση αυτή.
Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, εντεταγμένος οργανικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, αναφέρει για την σαρκική καρδιά ότι είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό[228]. Είναι κέντρο φυσικό γιατί η καρδιά πλάθεται πρώτη από όλα τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, σύμφωνα με τα λεγόμενα από τον Μ. Βασίλειο: «Εν τη γενέσει των ζώων η καρδία πρώτη καταβληθείσα παρά της φύσεως αναλογούσα τω μέλλοντι συνίστασθαι ζώω, την παρά φύσεως, λαμβάνει καταβολήν»[229]. Είναι κέντρο παραφυσικό γιατί από εκεί προέρχονται όλα τα πάθη και οι βλάσφημοι λογισμοί. Βέβαια αυτό πρέπει να ερμηνευθή, σύμφωνα με τα προηγηθέντα, ότι μετά το άγιο Βάπτισμα η Χάρη του Θεού βρίσκεται στο κέντρο της καρδίας, ενώ ο διάβολος ενεργεί από έξω. Ο Απόστολος Πέτρος είπε στον Ανανία: «Ανανία, διατί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε το Πνεύμα το άγιον...;» (Πράξ. ε’, 3). Ο σατανάς εβλήθη στην καρδιά του Ιούδα: «Και δείπνου γενομένου, του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ’, 2). Επίσης είναι γνωστή η διδασκαλία του Κυρίου, ότι «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19). Η καρδιά ακόμη είναι κέντρο υπερφυσικό, γιατί εκεί ενεργεί η Χάρη του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Εξαπέστειλέν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον∙ αββά ο πατήρ» (Γαλ. δ’, 6). Επίσης αλλού γράφει: «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών» (Ρωμ. ε’, 5). Ο όσιος Θαλάσσιος γράφει ότι αγαθή καρδία φέρει αγαθές έννοιες, διότι τα ενθυμήματα της καρδίας είναι ανάλογα με τον θησαυρό της[230].

Το ότι από την καρδιά προέρχονται αγαθοί και κακοί λογισμοί δεν σημαίνει ότι υπάρχει ταυτοχρόνως στο ίδιο μέρος η Χάρη και ο σατανάς. «Φέρει μεν η καρδία και εξ αυτής λογισμούς καλούς τε και ου καλούς» όμως τις κακές έννοιες, δεν τις γεννά από την φύση της, αλλά από την μνήμη του κακού. Τους πιο πολλούς πονηρούς λογισμούς τους συλλαμβάνει η καρδιά από την πικρία των δαιμόνων. Πάντως εμείς αισθανόμαστε ότι προέρχονται από την καρδία[231]. Ο άγιος Διάδοχος τονίζει ακόμη ότι η Χάρη του Θεού με το άγιο Βάπτισμα κρύπτει τον εαυτό της «εκδεχόμενη την της ψυχής πρόθεσιν». Όταν ο άνθρωπος τηρή τις εντολές του Χριστού και μνημονεύη το Όνομα του Χριστού ακατάπαυστα, τότε το πυρ της θείας Χάριτος κινείται και στα εξωτερικά αισθητήρια της καρδίας και καταφλέγει «τα ζιζάνια της ανθρωπείας γης». Η αύρα του Αγίου Πνεύματος στην κατάσταση αυτή σβήνει τα τόξα του διαβόλου στην εξωτερική αίσθηση του σώματος, σβήνει ακόμη και τα ευρισκόμενα τόξα στον αέρα[232].
Επομένως μέσα στην καρδιά γίνεται η μεγαλύτερη μάχη. Όταν εκεί νικήση ο Χριστός και ηττηθή ο διάβολος, έρχεται ειρήνη εσωτερική και εξωτερική. Γι’ αυτό το κυριότερο έργο του αθλητού είναι, «ίνα εισελθών εις την εαυτού καρδίαν, ποιήση πόλεμον προς τον σατανάν και μισήση αυτόν»[233]. Η καρδιά που είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό είναι πηγή της σαρκικής και πνευματικής ζωής, αλλά μπορεί να γίνη και πηγή του πνευματικού θανάτου.


Χαρακτηρισμοί της καρδιάς

Με όσα έχουμε γράψει γίνεται φανερό ότι ενώ δεν μπορεί να δοθή επακριβής ορισμός της πνευματικής καρδιάς, εν τούτοις μπορεί να ειπωθή ότι καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Ίδιος ο Θεός. Αυτός ο χώρος είναι ανιτληπτός από τον εντεταγμένο οργανικά και ουσιαστικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση.
Οι άγιοι Πατέρες, που βίωσαν αυτήν την πραγματικότητα, έχουν δώσει μερικούς χαρακτηρισμούς και εικόνες αυτής της ζωής. Θα προσπαθήσουμε στην συνέχεια να δούμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς – προσδιορισμούς, που δείχνουν καθαρότερα την καρδιά και τον ρόλο της σε όλη την πνευματική ζωή.
Η καρδιά είναι ο χώρος όπου κατοικεί ο Θεός. «Κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Εφεσ. γ’, 17). «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. ε’, 5). Όπως ο άνθρακας γεννά την φλόγα, «ούτω πολλώ μάλλον ο ενοικών τη καρδία Θεός από του αγίου Βαπτίσματος». Και εάν βρη τον αέρα της διανοίας μας καθαρό από ανέμους πονηρίας και εάν τηρήται από την φυλακή του νου, τότε «ανάπτει το διανοητικόν ημών προς θεωρίας, ως φλοξ κηρόν»[234]. Επειδή κατοικεί εκεί ο Θεός γι’ αυτό εκεί υπάρχουν όλοι «οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως» οι απόκρυφοι. Φανερώνονται δε στην καρδιά ανάλογα με την κάθαρση του καθενός, που επιτυγχάνεται με τις εντολές[235]. Μέσα στο ψυχικό έσοπτρο «τυπούσθαι και φωτεινογραφείσθαι Ιησούς Χριστός πέφυκεν, η του Θεού Πατρός σοφία και δύναμις». Μέσα στην καρδιά πρέπει να αναζητήσουμε την Βασιλεία του Θεού και εάν καθαρίσουμε το όμμα του νου θα βρούμε εκεί πραγματικά την Βασιλεία του Θεού, τον κόκκο και τον μαργαρίτη, την ζύμη και πολλά άλλα. Μέσα στην καρδιά θα βρούμε την θεότητα. «Η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστι∙ δηλών μένουσαν ένδον καρδίας την θεότητα»[236].
Μένοντας μέσα στην καρδιά ο Θεός διδάσκει και γράφει τα δόγματα και τον νόμο Του. Επομένως η καρδιά είναι εκείνος ο χώρος όπου γράφονται οι εντολές του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει: «Οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών» (Ρωμ. β’, 15). Μέσα στην καρδιά ο Θεός «τους ιδίους νόμους εγγράφει»[237]. Εκεί ο άνθρωπος γνωρίζει «τους λόγους, αλλά και αυτόν ποσώς μετά την των όλων διάβασιν ενορά τον Θεόν»[238]. Μέσα στην καρδιά βρισκόμενος και αναπαυόμενος ο Θεός «αξιοί τα ίδια γράμματα δια του Πνεύματος εγχαράττειν»[239]. Έτσι οι άγιοι, έχοντες τον Θεό μέσα στην καρδιά και αξιούμενοι της εγγραφής του νόμου του Θεού, αποκτούν τον νου του Χριστού, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου «ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. β’, 16). Ο νους του Χριστού τον οποίον λαμβάνουν οι άγιοι δεν είναι κατά στέρηση της νοεράς δυνάμεως ούτε «ως συμπληρωματικός του ημετέρου νοός» ούτε «μεταβαίνων ουσιωδώς καθ’ υπόστασιν εις τον ημέτερον νουν, αλλ’ ως τη οικεία ποιότητι την του ημετέρου νοός λαμπρύνων δύναμιν και προς την αυτήν εαυτώ φέρων ενέργειαν». Δηλαδή η δύναμη του νου μας, χωρίς να χάνεται, λαμπρύνεται από την ενέργεια του Χριστού. Το «νουν Χριστού έχομεν» σημαίνει, κατά τον άγιο Μάξιμο, «τον κατ’ αυτόν νοούντα και δια πάντων αυτόν νοούντα»[240]. Ο άνθρωπος σκέφτεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έχει αέναη μνήμη Θεού. Αυτό το ίδιο γίνεται και με την επιθυμία. Διαρκώς επιθυμεί ό,τι θέλει ο Θεός και επιθυμεί ακόρεστα Αυτόν. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός αναφέρει τον λόγο του Μ. Βασιλείου, ότι, όταν ο Θεός βρη καθαρή την καρδιά του ανθρώπου από κοσμικά πράγματα και μαθήματα, τότε «ως πτυχείον άγραφον γράφει τα εαυτού δόγματα»[241]. Έτσι σ’ αυτήν την κατάσταση γίνεται λόγος για την «δογματική συνείδηση». Ο άνθρωπος γνωρίζει από την πείρα του τα δόγματα της Εκκλησίας, αφού έχει την ζωή του Θεού μέσα στην καρδιά του. Χρειάζεται να αγωνισθούμε για να ενοικήσουμε τον Χριστό μέσα στην καρδιά μας, γιατί τότε αυτός ο Ίδιος ο Θεός «διδάσκει ημάς ασφαλώς του νόμους αυτού τηρείν»[242].

Η καρδιά είναι ο άδης στο οποίο κατεβαίνει ο Χριστός και ελευθερώνει την ψυχή του ανθρώπου. Όπως κατέβηκε στον άδη στον ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων, έτσι ο Χριστός κατεβαίνει στον άδη, που λέγεται βάθος της καρδιάς. Ο άγιος Μακάριος διδάσκει ότι, όταν ακούμε ότι ο Κύριος, αφού κατήλθε στον άδη, ελευθέρωσε τις ψυχές, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι αυτά είναι μακράν από ό,τι και τώρα γίνεται. Το μνημείο είναι η καρδιά. Ο Κύριος έρχεται «εις τας εν άδου επιβοωμένας αυτόν ψυχάς», στο βάθος δηλαδή της καρδιάς, και μετά από διάλογο με τον θάνατο, «τον βαρύν λίθον διάρας, τον τη ψυχή επικείμενον, τον τε τάφον ανοίγει και τον εν αληθεία νεκρόν ανιστά και της αφεγγούς φυλακής την εγκεκλεισμένην ψυχήν απαλλάττει»[243].

Καρδιά είναι η γη όπου σπείρεται από τον Κύριο ο κόκκος σινάπεως. Κατά τον άγιο Μάξιμο «κόκκος του σινάπεώς εστίν ο Κύριος, κατά πίστιν εν πνεύματι σπειρόμενος εν ταις καρδιαίς των δεχομένων»[244].
Καρδιά είναι ο ναός και το θυσιαστήριο, ο ιερός εκείνος χώρος στον οποίο δοξάζεται και αγιάζεται ο Κύριος. Ο Απόστολος Πέτρος παραγγέλλει:» Κύριον τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών» (Α’ Πέτρ. γ’, 15). Όλα τα φαινόμενα, κατά τον Μακάριο, είναι σκιαί των κρυφίων. Ο ορώμενος ναός είναι τύπος του ναού της καρδίας. Ο ιερεύς που τελεί τα άγια Μυστήρια είναι τύπος «του αληθινού ιερέως της του Χριστού χάριτος»[245]. Μέσα στον πνευματικό και αληθινό αυτόν ναό, που είναι το βάθος της καρδιάς, γίνεται αέναη λειτουργία στον αναγεννημένο άνθρωπο: «Λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω» (Εφεσ. ε’, 19). Η καρδιά που δεν έχει λογισμούς και ενεργείται υπό του Πνεύματος είναι «ιερατείον αληθινόν και  προ της μελλούσης βιώσεως»[246]. Η καρδιά είναι ναός και θυσιαστήριο. Ο άγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδάσκει ότι άλλο είναι «επισκοπείν συχνοτέρως τη καρδία και άλλο επισκοπεύσαι καρδίας», δηλαδή άλλο είναι να επισκοπή κανείς, να εποπτεύη συχνότερα την καρδιά, και άλλο να επισκοπεύη, δηλαδή να κάνη χρέη επισκόπου.

Στην πρώτη περίπτωση ο νους είναι άρχοντας, στην δεύτερη περίπτωση είναι αρχιερεύς που προσφέρει λογικές θυσίες[247]. Η καρδιά ακόμη είναι και το αγιαστήριο όπου βρίσκεται το πυρ[248]. Είναι αυτό που ένοιωθαν οι δυο Μαθηταί πορευόμενοι προς Εμμαούς την ώρα που τους μιλούσε ο Χριστός: «ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;» (Λουκ. κδ’, 32). Η καρδιά είναι «αίθουσα δεξιώσεως Κυρίου»[249].
Καρδιά είναι το αγγείον που έχει το έλαιον, δηλαδή την θεία Χάρη. Κατά τον Μακάριο τον Αιγύπτιο «αι νήψασαι πέντε παρθένοι εκείναι και το ξένον της εαυτών φύσεως έλαιον εν τοις αγγείοις παραλαβούσαι της καρδίας, τούτο δε εστιν η Χάρις του Πνεύματος, εδυνήθησαν εις τον νυμφώνα συνεισελθείν τω νυμφίω»[250]. Έτσι η καρδιά είναι το αγγείο, στο οποίο ο φρόνιμος άνθρωπος διαφυλάττει την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος και κατ’ αυτόν τον τρόπο εισέρχεται στον νυμφώνα για να ευφραίνεται με τους γάμους του νυμφίου.
Η καρδιά είναι ο αγρός μέσα στον οποίο είναι κεκρυμμένος ο θησαυρός, που, όταν τον βρη ο άνθρωπος, πωλεί τα πάντα για να τον αγοράση[251]

Η καρδιά είναι η εικόνα της Καινής Διαθήκης ή μάλλον η Καινή Διαθήκη είναι τύπος της καθαρότητος της καρδιάς και της τηρήσεως και φυλακής του νου[252]. Η Παλαιά Διαθήκη είναι εικών της εξωτέρας και αισθητής σωματικής ασκήσεως, «το δε άγιον Ευαγγέλιον, ο εστιν η Καινή, εικών της προσοχής, ήγουν της καθαρότητος της καρδίας»[253].
Η καρδιά είναι ο ουρανός. Όπου υπάρχει ταπείνωση και μνήμη Θεού «εκ νήψεως συνεστώσα και προσοχής, προσευχής τε πυκνότης κατ’ εχθρών εστηλωμένη, έστιν άρα εκεί ο τόπος του Θεού∙ ήτοι καρδιακός ουρανός»[254].

Μέσα στην καρδιά γίνεται ο αρραβών του Πνεύματος: «Ο Θεός ο «δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β’ Κορ. α’, 22).

Η καρδιά είναι οι πλάκες επάνω στις οποίες εγγράφεται η επιστολή του Θεού. «Η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών... εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντο, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλά εν πλαξί καρδίαις σαρκίναις» (Β’ Κορ. γ’, 2-3).

Η καρδιά είναι ο χώρος στον οποίο λάμπει το Φως του Θεού. «Ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. δ’, 6).
Μέσα στην καρδιά βεβαιώνεται ο άνθρωπος για την υιοθεσία και εκεί ακούγεται καθαρά η φωνή του Θεού: «ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον∙ αββά ο πατήρ» (Γαλ. δ’, 6). Αφού εκεί αναπαύεται ο Θεός, εκεί ομιλεί με τον άνθρωπο. Εκεί ακούγεται καθαρά και ευκρινώς ο λόγος του Θεού.

Στην καθαρή καρδιά υπάρχουν και οι οφθαλμοί με τους οποίους
βλέπει τα μυστήρια του Θεού. «Ο πατήρ της δόξης, δώη υμίν... πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών, εις το ειδέναι υμάς τις εστιν η ελπίς της κλήσεως αυτού...» (Εφεσ. α’, 17-18).

Στην καρδιά επικρατεί η ειρήνη του Θεού: «και η ειρήνη του Θεού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών» (Κολ. γ’, 15).
Η καρδιά είναι η κιθάρα, χορδές είναι οι αισθήσεις, πλήκτρο η διάνοια η οποία δια του λογικού κινεί ενδελεχώς το πλήκτρο που είναι η μνήμη του Θεού, «εξ ης ηδονή τις άρρητος τη ψυχή επιγίνεται και τω καθαρώ νοΐ τας θείας αυγάς ενοπτρίζεται»[255].
Η καρδιά είναι η πηγή από την οποία, με την προσευχή και την θέρμη, εξέρχεται ύδωρ «εκ του ζωοποιού πνεύματος»[256].
Η καρδιά είναι ο εντός ημών άνθρωπος[257].
Αυτές και πολλές άλλες εικόνες και χαρακτηρισμούς χρησιμοποιούν οι άγιοι Απόστολοι και άγιοι Πατέρες για να παρουσιάσουν και να εκφράσουν την καρδιά. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι καρδιά είναι «ο εντός ημών άνθρωπος», ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Θεός. Είναι ο πνευματικός ναός που τελείται αέναη θεία Λειτουργία, προσφέρεται αέναη δοξολογία προς τον Θεό. Αυτός ο χώρος, ο άγνωστος για τους πολλούς, αλλά γνωστός για τους αγίους, ζωογονεί τον άνθρωπο.


Ασθένεια της καρδίας

Σε όλη την βιβλικοπατερική παράδοση είναι γνωστό ότι η καρδιά του ανθρώπου, όταν παύη να εφαρμόζη το θέλημα του Θεού και πράττη τα θελήματα του διαβόλου, ασθενεί και νεκρούται. Γίνεται λόγος για την ασθένεια, την πώρωση, την ακαθαρσία, την πνευματική νέκρωση της καρδιάς. Στην παράγραφο αυτήν θα δούμε μερικές τέτοιες εκδηλώσεις της ασθενούς καρδίας.
Ο διάβολος εισέρχεται στην καρδιά του ανθρώπου, και την αιχμαλωτίζει. «Και δείπνου γενομένου, του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ’, 2). Βέβαια προηγήθηκε πολυχρόνια αιχμαλωσία του νου. Όπως είναι αδύνατον σε έναν σωλήνα να διέλθουν συγχρόνως το ύδωρ και το πυρ, έτσι είναι αδύνατον να εισέλθη η αμαρτία στην καρδιά, «εάν μη κρούση πρότερον εν θύρα καρδίας δια φαντασίας πονηράς προσβολής»[258]. Η φαντασία είναι εκείνη που οδηγεί στην καρδιά την προσβολή του διαβόλου. Στον μεταπτωτικό άνθρωπο η φαντασία, που είναι λεπτοτέρα της διανοίας και παχυτέρα του νου, είναι η αρχή του κακού. Γι’ αυτό συνιστούν οι άγιοι Πατέρες να φυλάττη κανείς την φαντασία του καθαρά ή μάλλον καλύτερα να ζη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη ενεργοποιήται η φαντασί, να νεκρώση το φανταστικό. Μόνο όταν αυτό νεκρωθή από την μεγάλη μετάνοια και το πολύ πένθος μπορεί να θεολογήση.
Στα έργα των αγίων Πατέρων γίνεται λόγος για την απώλεια της καρδίας. Αυτό νοείται με την έννοια ότι στην καρδιά δεν ενεργεί η Χάρη του Χριστού, αλλά από κέντρο υπερφυσικό γίνεται κέντρο  παραφυσικό. Η απώλεια της καρδίας είναι απώλεια της σωτηρίας.

Μια από τις ασθένειες της καρδιάς είναι η άγνοι  και η λήθη. Η καρδιά, απωλέσασα την Χάρη του Θεού, έχει μια νέφωση, ένα γνόφο, ένα κάλυμμα. Είναι αυτό που παρατηρείται στους Ιουδαίους και στους αιρετικούς. Διαβάζουν την Γραφή αλλά τους είναι εντελώς ακατανόητη, γιατί η καρδιά είναι κεκαλυμμένη. «... αλλ’ έως σήμερον, ηνίκα αναγινώσκεται Μωϋσής, κάλυμμα επί την καρδίαν αυτών κείται» (Β’ Κορ. γ’, 15). Δια της καρδίας αποκτά κανείς βεβαιότητα του Θεού, στην καρδιά αποκαλύπτεται ο Θεός, λαλεί και ερμηνεύει τον λόγο Του. Όταν αυτή είναι κεκαλυμμένη, τότε ο άνθρωπος βρίσκεται σε σκοτάδι βαθύ. Και μια καρδιά που έχει άγνοια είναι άδης. «Άδης γαρ εστιν άγνοια∙ αμφότερα γαρ εισιν αφάνερα. Απώλεια δε εστι λήθη, διότι εξ υπαρχόντων απώλοντο»[259]. 

Ασθένεια της καρδίας είναι η σκληρότης και η πώρωση. Αφού δεν δέχεται την Χάρη του Θεού, που αλλοιώνει τα πάντα, παραμένει σε σκληρότητα. «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία και τοις ωσίν...» είπε στους Ιουδαίους ο Πρωτομάρτυς Στέφανος (Πράξ. ζ’, 51). Αυτή η σκληρότης είναι εκείνη που θησαυρίζει οργή, ένεκα της οποίας θα καταδικασθή ο άνθρωπος. «Κατά δε την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού» (Ρωμ. β’, 5). Οι άνθρωποι θα δικασθούν για την σκληρότητα της καρδιάς. Η σκληρά καρδία είναι σιδηρά πύλη που εισάγει στην πόλη. Κεκλεισμένη η πύλη δεν αφήνει τον άνθρωπο να εισέλθη στην πόλη. Ενώ η καρδία στον τεθλιμμένο και κακοπαθούντα αυτομάτως θα ανοιχθή, όπως έγινε στον Πέτρο[260]. Έχουμε καθήκον να μη δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για να σκληρυνθή και πωρωθή η καρδιά. «Μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως εν τω παραπικρασμώ» (Εβρ. γ’, 8).

Η σκληρά καρδία είναι και πεπωρωμένη. Ο Κύριος πολλές φορές συνήντησε τέτοιες πωρωμένες καρδιές. Μετά το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και την τρικυμία «ην αυτών η καρδία πεπωρωμένη» (Μαρκ. στ’, 52). Σε άλλη συνάφεια ο Κύριος είπε: «έτι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών» (Μαρκ. η’, 17). Έχοντας μπροστά Του ο Κύριος ανθρώπους που Τον παρατηρούσαν αν θα θεραπεύση το Σάββατο, «περιβλεψάμενος αυτούς μετ’ οργής, συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της καρδίας αυτών», εθεράπευσε τον έχοντα εξηραμμένην χείρα (Μαρκ. γ’, 5).

Ασθένεια της καρδίας είναι και η ακαθαρσία. Όταν η καρδιά απωλέση την Χάρη του Θεού και ενεργούν πάνω σ’ αυτήν οι πονηροί  δαίμονες είναι φυσικό να είναι ακάθαρτη. Κατά τον Νικήτα τον Στηθάτο ακαθαρσία της καρδιάς δεν είναι μόνον το να έχη ο άνθρωπος  ακάθαρτα νοήματα, αλλά και το να επαίρεται για τα κατορθώματά του, το να φυσιούται για τις αρετές, το να νομίζη μεγάλα, δηλαδή το να υπερηφανεύεται για την σοφία και την γνώση του Θεού και το να κατηγορή τους ραθύμους και αμελείς από τους αδελφούς. Αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου[261]. Κάθε επιθυμία που γίνεται μέσα στην καρδιά, έστω κι αν εξωτερικά δεν εκτελείται, είναι ακαθαρσία και μοιχεία. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι «πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. ε’, 28). Αλλά και κάθε άλλη επιθυμία που δεν είναι σαρκική με την στενή έννοια του όρου, αντιβαίνει όμως στο θέλημα του Θεού, είναι μόλυνση της καρδίας, επομένως ασθένεια. Η καρδιά τότε ασθενεί.

Επίσης η ασύνετος καρδία είναι ασθενής. Των ειδωλολατρών που λατρεύουν τα κτίσματα περισσότερο από τον Κτίστη, «εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία» (Ρωμ. α’, 21).
Ασθένεια της καρδίας είναι και η έλλειψης ευθύτητος. Δηλαδή η καρδιά που πράττει τα θελήματα του πονηρού δεν είναι ευθεία, αφού η ευθύτης της καρδίας μόνον στην φυσική της κατάσταση είναι δυνατή, δηλαδή όταν είναι κατοικητήριο του Θεού. Ο Απόστολος Πέτρος στον Σίμωνα τον Μάγο, που ήθελε να αποκτήση την Χάρη του Θεού με χρήματα, είπε κατηγορηματικά: «η καρδία σου ουκ έστιν ευθεία ενώπιον του Θεού» (Πράξ. η’, 21).

Ασθένεια της καρδίας είναι και η τραχύτης. Τα πάθη τα οποία βρίσκονται στην καρδιά καθιστούν αυτήν τραχεία και αυτή η τραχύτης εκδηλώνεται και εξωτερικά. Επομένως μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται διαρκής λόγος για την ευγένεια όχι τόσο την εξωτερική όσο την εσωτερική. Η καρδιά πρέπει να είναι απλή, λεπτή. Ένας άνθρωπος με απλή καρδιά είναι και εξωτερικά ευγενής. Επομένως υπάρχει εξωτερική ευγένεια που δεν προέρχεται από την ευγένεια της καρδιάς ή μάλλον είναι σαφώς αντίθετη με την υπάρχουσα στην καρδιά τραχύτητα, και υπάρχει εξωτερική ευγένεια που είναι απόρροια και αντανάκλαση της εσωτερικής απαλότητος. Ο αρχιμ. Σωφρόνιος, μιλώντας για τον Γέροντα Σιλουανό, γράφει: «Εις την υπό διαφόρους συνθήκας επικοινωνίαν μετ’ αυτού ο άνθρωπος και της λεπτοτέρας ακόμη διαισθήσεως δεν ηδύνατο να παρατηρήση εις αυτόν (στον Γέροντα Σιλουανό) τραχείας κινήσεις της καρδίας: αντιπάθειαν, απροσεξίαν, περιφρόνησιν, προσποίησιν και τα παρόμοια. Ήτο ανήρ πράγματι ευγενής, καθώς δύναται να είναι μόνον ο Χριστιανός»[262]. Δηλαδή όταν υπάρχη προσποίηση, υποκρισία, ειρωνεία, αντιπάθεια είναι βέβαιο ότι η καρδιά είναι ασθενής, αφού έχει τραχείες κινήσεις.

Ασθένεια της καρδίας ακόμη είναι η εσωτερική φιληδονία. Η ηδονή της καρδίας αντί να στρέφεται και τέρπεται από την αγάπη του Θεού στρέφεται και ευχαριστείται από τα σαρκικά πράγματα, από τα απαρέσκοντα στον Θεό. Μια φιλήδονη καρδία είναι φυλακή της ψυχής, ιδίως κατά την ώρα της εξόδου. Κατά τον άγιο Μάρκο τον ασκητή «φιλήδονος καρδία, ειρκτή και άλυσις τη ψυχή εν καιρώ εξόδου γίνεται»[263]. Τα πάθη της ψυχής, όσο υπάρχει το σώμα, ικανοποιούνται. Όταν όμως η ψυχή ελευθερωθή από το σώμα δεν θα μπορή να ικανοποιήται, αφού θα εκλείψουν τα υλικά πράγματα. Γι’ αυτό αυτά τα πάθη, κυρίως η φιληδονία της ψυχής, μη βρίσκοντας ικανοποίηση, θα πνίξουν την ψυχή. Και αυτά είναι τα τελώνια για τα οποία γίνεται λόγος στα πατερικά έργα. Γι’ αυτό η φιλήδονη καρδία είναι φυλακή και αλυσίδα για την ψυχή, κατά τον καιρό της εξόδου.

Η ασθενής και νεκρά ψυχή μεταδίδει την ασθένεια και την σκότωση σε όλη την ψυχοσωματική ύπαρξη του ανθρώπου. Όσα σκέπτεται και επιθυμεί ο άνθρωπος είναι νεκρά. Γι’ αυτό λέγει ο αββάς Δωρόθεος ότι όσο είμαστε εμπαθείς δεν πρέπει καθόλου να πιστεύουμε στην καρδιά. Διότι ένας κανών που είναι στραβός και τα ορθά τα κάνει στραβά[264]. Και ο όσιος Μάρκος ο ασκητής συνιστά: «Προ αναιρέσεως των κακών, μη υπακούσης τη καρδία σου»[265].

Η ασθενής καρδία πρέπει να θεραπευθή. Αν αυτή δεν θεραπευθή, τότε όλος ο οργανισμός του ανθρώπου ασθενεί.



Οι εκδηλώσεις του κακού...
Περισσότερα >>
Ιερός Χρυσόστομος
  ...
Περισσότερα >>