www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
56    58

65    72

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ορθόδοξη Παθολογία - κεφάλαιο Δ' -- ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

4. Απάθεια
Η ανάπτυξη της απαθείας θα επιδιώξουμε να είναι συντομωτέρα, γιατί ήδη τα προηγούμενα μας δείχνουν και τον τρόπο της αποκτήσεως της μακαρίας καταστάσεώς της.
Η αξία της απαθείας για την πνευματική ζωή είναι πολύ μεγάλη. Ο άνθρωπος που την απέκτησε προσήγγισε τον Θεό και ενώθηκε μαζί Του, αφού άλλωστε η κοινωνία με τον Θεό δείχνει την ύπαρξη της απαθείας. Η απάθεια, κατά την διδασκαλία των Πατέρων, είναι «υγεία της ψυχής»[180]. Εάν τα πάθη είναι η ασθένεια της ψυχής, η απάθεια είναι η υγιής κατάσταση της ψυχής. Η απάθεια είναι «ανάστασις ψυχής προ του σώματος»[181]. Απαθής είναι εκείνος που αφθαρτοποίησε τις αισθήσεις, ανύψωσε τον νου πάνω από την κτίση, υπέταξε όλες τις αισθήσεις στον νου και παρέστησε την ψυχή μπροστά στο πρόσωπο του Κυρίου[182]. Έτσι η απάθεια είναι η είσοδος στην γη της επαγγελίας[183]. Εκείνος που πλησίασε τους όρους της απαθείας, ανερχόμενος, ανάλογα με την καθαρότητά του, από την καλλονή των κτισμάτων προς τον Ποιητή, «δέχεται τας φωτοχυσίας του Πνεύματος»[184]. Με άλλα λόγια η απάθεια έχει μεγάλη αξία και υμνείται από τους αγίους Πατέρας, γιατί είναι ελευθέρωση του νου. Εάν τα πάθη υποδουλώνουν και αιχμαλωτίζουν τον νου, η απάθεια τον ελευθερώνει και τον οδηγεί προς την γνώση των όντων και την γνώση του Θεού. «Η απάθεια τον νουν προς την γνώσιν των όντων» οδηγεί[185]. Είναι επομένως «οδός επί την γνώσιν»[186]. Αποτέλεσμα αυτής της γνώσεως είναι η απόκτηση του μεγάλου χαρίσματος της διακρίσεως. Ο άνθρωπος εν Χάριτι μπορεί να ξεχωρίζη το κακό από το καλό, τις κτιστές ενέργειες από τις άκτιστες, τις σατανικές ενέργειες του Θεού. «Η απάθεια τίκτει την διάκρισιν»[187].
Οι σύγχρονοί μας μιλούν πολύ για την κοινοκτημοσύνη και την ακτημοσύνη. Αλλά το λάθος των περισσοτέρων είναι ότι περιορίζουν την ακτημοσύνη στα υλικά αγαθά και λησμονούν ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτά. Όταν ο νους του ανθρώπου ελευθερωθή από κάθε κτιστό και παύση να είναι υποδουλωμένος στα κτιστά πράγματα και ανέρχεται προς τον Θεό, τότε βιώνει την πραγματική ακτημοσύνη. Αυτήν την πραγματική ακτημοσύνη του πνεύματος την απολαμβάνει ο απαθής: «Ακτημοσύνη εστί νοητή, η παντελής απάθεια∙ καθ’ ην γενόμενος ο νους, αναχωρεί των ενταύθα»[188].

Αλλά πρέπει να ορίσουμε τι είναι η απάθεια. Από την αρχαία εποχή οι Στωϊκοί φιλόσοφοι μιλούσαν για την απάθεια ως νέκρωση του παθητικού της ψυχής. Έχουμε τονίσει ότι το παθητικό της ψυχής είναι το θυμικό και το επιθυμητικό. Όταν αυτά νεκρωθούν, κατά την αρχαία ερμηνεία, τότε έχουμε την απάθεια. Όταν όμως οι Πατέρες μιλούν για την απάθεια δεν εννοούν την νέκρωση του παθητικού της ψυχής, αλλά την μεταμόρφωση του. Εφ’ όσον με την πτώση βιώνουμε την παρά φύσιν κατάσταση των δυνάμεων της ψυχής, με την απάθεια, δηλαδή την ελευθέρωση από τα πάθη, έχουμε την κατά φύσιν κατάσταση της ψυχής.

Η απάθεια στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων είναι η ακινησία της ψυχής προς την κακία, και βέβαια αυτό είναι αδύνατον να επιτευχθή χωρίς έλεος του Θεού[189]. Κατά τον άγιο Μάξιμο η απάθεια είναι ειρηνική κατάσταση της ψυχής, κατά την οποία «δυσκίνητος γίνεται ψυχή προς κακίαν»[190]. Αυτό σημαίνει ότι η απάθεια είναι το να μη πάσχη κανείς με τα νοήματα των πραγμάτων[191]. Δηλαδή η ψυχή είναι ελεύθερη από τους λογισμούς που κινούνται από τις αισθήσεις και από τα ίδια τα πράγματα. Όπως στην αρχαία εποχή η φλεγομένη βάτος, ενώ φλέγονταν δεν κατακαίονταν, έτσι και ο απαθής άνθρωπος, έστω κι αν έχη σώμα «βαρύ λίαν και θερμότατον», όμως η θερμότης του σώματος «ουδέν την σάρκα ή τον νουν ενοχλεί ή λυμαίνεται». Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση «φωνή Κυρίου διέκοψε την φλόγα της φύσεως»[192]. Έτσι ο απαθής βιώνει την ελευθερία του νοός, δεν τον ενοχλεί κανένα γήινο πράγμα, ούτε η θερμότης του σώματος. Βέβαια αυτή η ελευθερία του νου από όλες τις κινήσεις της σαρκός και των νοημάτων των πραγμάτων είναι ακατανόητη για  τους ανθρώπους που δεν ζουν την κατάσταση της απαθείας, αλλά μάλλον ζουν τις ενέργειες των παθών. Αλλά για τους ανθρώπους του Θεού τα λεγόμενα από τον κόσμο φυσικά είναι παρά φύσιν και τα λεγόμενα υπερφυσικά τα ζουν ως φυσικά. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αντιμετωπίζοντας κατηγορίες ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να ζήση τέτοιες υπερφυσικές καταστάσεις, να ζήση την ελευθερία της σαρκός, έγραφε ότι εκείνος που δεν είναι απαθής δεν γνωρίζει τι είναι απάθεια, «αλλ’ ουδέ πιστεύειν είναί τινα τοιούτον επί της γης δύναται»[193].

Και αυτό είναι φυσικό, κατά κάποιον τρόπο, αφού κάθε ένας «εκ της οικείας καταστάσεως και τα του πλησίον κρίνει ως έχει, είτε αρετής ειπείν είτε κακίας»[194]. Κάθε ένας κρίνει ανάλογα με το περιεχόμενο της ζωής και τον τρόπο με τον οποίο ζη. Πάντως βέβαιο, για τους έχοντας πείρα, είναι, ότι χαρακτηριστικό γνώρισμα του απαθούς είναι, «το εν πάσιν ατάραχον είναι και άφοβον», αφού έλαβε από τον Θεό το «πάντα ισχύειν»[195].
Με όλα αυτά θέλουμε να υπογραμμίσουμε την αλήθεια ότι η απάθεια είναι κατά πάντα φυσική κατάσταση, είναι η μεταμόρφωση του παθητικού και η επαναφορά του στην κατά φύσιν ζωή. Στο θέμα αυτό έγινε μεγάλη συζήτηση τον ΙΔ’ αιώνα μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του φιλοσόφου Βαρλαάμ. Ο δεύτερος, κατηγορώντας τον τρόπο προσευχής που έκαναν και κάνουν οι ησυχασταί, ισχυριζόταν ότι απάθεια είναι η νέκρωση του παθητικού, αλλά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, έχοντας προσωπική πείρα του θέματος και εκφράζοντας όλη την εμπειρία της Εκκλησίας, αντέκρουσε αυτήν την άποψη. «Αλλ’ ημείς ου τουτ’ είναι απάθειαν εδιδάχθημεν, ω φιλόσοφε, την του παθητικού νέκρωσιν, αλλά την από των χειρόνων επί τα κρείττω μετάθεσιν αυτού και την επί τα θεία καθ’ έξιν ενέργειαν, ολικώς απεστραμμένου τα πονηρά και επεστραμμένου προς τα καλά»[196]. Απαθής είναι ο «ούτω ποιωθείς ταις αρεταίς ως οι εμπαθείς ταις μη καλαίς ηδοναίς». Οι εμπαθείς υποτάσσουν το λογιζόμενον μέρος της ψυχής στο παθητικό, ενώ ο απαθής υποτάσσει το παθητικό μέρος της ψυχής, δηλαδή το θυμικό και το επιθυμητικό «τω γνωστικώ και κριτικώ και λογιζομένω της ψυχής»[197]. Με το λογιστικό μέρος της ψυχής δια της γνώσεως των όντων θα αποκτήση την θεογνωσία και με το παθητικό θα εργασθή «τας καταλλήλους αρετάς», «τω μεν επιθυμητικώ την αγάπην ενστερνιζόμενος, τω δε θυμοειδεί την υπομονήν κατακτώμενος»[198]. Απάθεια λοιπόν είναι η μεταμόρφωση του παθητικού, η υποταγή του στον νου, που κατέχει  εκ φύσεως την ηγεμονία και κίνηση, «δια της αδιαλείπτου μνήμης του Θεού προς τον Θεόν», και έτσι αποκτά την θεία διάθεση και την αρίστη έξη που είναι «η προς Θεόν αγάπη»[199].

Έτσι καταλαβαίνουμε ότι δεν νεκρώνεται το παθητικό, αλλά αποκτά μεγάλη δύναμη και ζωή. Σε άλλο σημείο ο άγιος Γρηγόριος διδάσκει ότι το να σταυρώσουμε την σάρκα «συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» δεν σημαίνει να νεκρώσουμε κάθε ενέργεια του σώματος και κάθε δύναμη της ψυχής, δηλαδή να αυτοκτονήσουμε, αλλά να απομακρυνθούμε από τις φαύλες ορέξεις και πράξεις «και την απ’ αυτών φυγήν ανεπίστροφον επιδειξιώμεθα», δηλαδή να μη επιστρέψουμε, και έτσι να γίνουμε άνδρες πνευματικών επιθυμιών και να προχωρούμε ανδρικώς προς τα εμπρός, κατά το πρότυπο του Λωτ που εξήλθε από τα Σόδομα. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, οι απαθείς δεν νεκρώνουν το της ψυχής παθητικόν, αλλά «ζων έχουσι και τα κρείττω ενεργούν»[200].
Έτσι λοιπόν η απάθεια συνδέεται με την αγάπη και είναι ζωή, κίνηση. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη όπως το φως, το πυρ και η φλόγα «εις μίαν συντρέχουσιν ενέργειαν», το ίδιο συμβαίνει με την αγάπη, την απάθεια και την υιοθεσία. «Αγάπη, και απάθεια, και υιοθεσία, τοις ονόμασι μόνοις διακέκρινται»[201]. Η απάθεια είναι στενά συνδεδεμένη με την αγάπη και την υιοθεσία και είναι ζωή και κοινωνία με τον Θεό.
Βέβαια όταν λέμε απάθεια δεν εννοούμε ότι ο άνθρωπος δεν πολεμείται από τον διάβολο. Ο εχθρός της ζωής μας εξακολουθεί να ενοχλή και τον απαθή άνθρωπο, αφού πείραξε και αυτόν τον Κύριο στην έρημο με τους γνωστούς τρεις πειρασμούς, αλλά απάθεια είναι «το πολεμουμένους υπ’ αυτών απολεμήτους μένειν»[202].

Υπάρχουν πολλά στάδια ή βαθμοί απαθείας τα οποία θέλουμε να αναφέρουμε, παρουσιάζοντας την διδασκαλία των αγίων Πατέρων.

Ο άγιος Μάξιμος αναφέρει τέσσερεις βαθμούς απαθείας. Η πρώτη απάθεια παρατηρείται στους εισαγωγικούς και είναι η «αποχή των κατ’ ενέργειαν παθών». Ο άνθρωπος δεν πράττει σ’ αυτόν τον βαθμό τις πράξεις εξωτερικώς. Η δεύτερη απάθεια που απαντάται στους εναρέτους είναι η παντελής αποβολή των κατά διάνοιαν εμπαθών λογισμών. Η τρίτη απάθεια, που είναι η παντελής ακινησία της επιθυμίας περί τα πάθη, παρατηρείται στους θεουμένους και η τέταρτη απάθεια, που είναι η παντελής κάθαρση και αυτής ακόμη της απλής φαντασίας, στους τελείους[203]. Φαίνεται από αυτό το χωρίο ότι ανάλογα με το βαθμό της καθάρσεως του ανθρώπου εκδηλώνεται και η αντίστοιχη απάθεια.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος χωρίζει την απάθεια σε δυο κατηγορίες. Η μια είναι η απάθεια της ψυχής και η άλλη η απάθεια  του σώματος. Η απάθεια της ψυχής καθαγιάζει και το σώμα με την οικεία λαμπρότητα και την φωτοχυσία του Πνεύματος, η δε απάθεια του σώματος αυτή καθ’ εαυτή, αν δεν υπάρχη και η απάθεια της ψυχής, δεν μπορεί να ωφελήση σε τίποτε τον κάτοχό της. «Άλλο απάθεια ψυχής και άλλο απάθεια σώματος∙ η μεν γαρ και το σώμα καθαγιάζει τη οικεία λαμπρότητι και τη φωτοχυσία του Πνεύματος, η δε αυτή μόνη καθ’ εαυτήν εις ουδέν τον κεκτημένον ωφελείν δύναται»[204]. Ακόμη και αν ο άνθρωπος μετέλθη όλη την πρακτική αρετή δεν πρέπει να θαρρήση ότι έφθασε στην απάθεια[205].
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, βρισκόμενος μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, γράφει ότι υπάρχει απαθής και υπάρχει «απαθούς απαθέστερος». Ο πρώτος μισεί ισχυρώς τα πονηρά, ο δεύτερος «απλήστως πλουτεί εν αρεταίς»[206]. Επομένως η  απάθεια φαίνεται και εδώ ότι δεν είναι αρνητικό έργο μόνον, αλλά και θετικό. Είναι η απόκτηση τω αρετών, που είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος.
Ο Νικήτας ο Στηθάτος μιλώντας για την απάθεια την χωρίζει σε δυο κατηγορίες. Στους σπουδαίους είναι διττή η απάθεια. Η πρώτη έρχεται μετά το τέλος της εμπράκτου φιλοσοφίας, μετά δηλαδή την  νόμιμη άθληση, όταν νεκρώνωνται τα πάθη και μένουν άπρακτες οι ορμές της σαρκός, οι δε δυνάμεις της ψυχής κινούνται προς το κατά φύσιν. Η Δευτέρα και τελειοτέρα απάθεια «έπειτα από της αρχής της φυσικής θεωρίας... σοφώς αυτοίς επιγίνεται». Αυτή η τελεία απάθεια «εκ νοεράς ησυχίας των λογισμών, εις ειρηνικήν του νοός ανυψωθείσα κατάστασιν, διορατικώτατόν τε και προορατικώτατον οίδε τον νουν απεργάζεσθαι».

Ο νους του απαθούς γίνεται διορατικότατος στα πράγματα του Θεού, στις οπτασίες και στις αποκαλύψεις των μυστηρίων του Θεού, προορατικότατος δε στα ανθρώπινα πράγματα, όταν βλέπη από μακρυά ανθρώπους μέλλοντας να έλθουν σ’ αυτόν»[207].
Οι Πατέρες γενικά συνιστούν μεγάλη προσοχή στο θέμα της απαθείας, γιατί είναι δυνατόν να μη οχλήται κανείς από τα πάθη όταν απουσιάζουν τα πράγματα, αλλά όταν αναφανούν τα πράγματα, τότε τα πάθη περισπούν τον νου. Αυτή είναι μερική απάθεια[208]. Η απάθεια έχει βαθμούς και εκείνος που αγωνίζεται να την αποκτήση πρέπει να μη σταματά ποτέ, αλλά να αγωνίζεται συνέχεια, αφού η τελειότητα είναι ατέλεστη. Γενικά πρέπει να υπογραμμισθή ότι άλλο είναι η άφεση των αμαρτιών και άλλο είναι η απάθεια. Γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος «άφεσιν μεν συντόμως πολλοί, απάθειαν δε ουδείς εκτήσατο∙ τούτο γαρ χρόνου πολλού και πόθου, και Θεού»[209]. Γι’ αυτό έχουμε τονίσει σε άλλη ενότητα ότι δεν αρκεί μόνον η εξομολόγηση, αλλά χρειάζεται και η θεραπεία της ψυχής, δηλαδή η απόκτηση της μερικής ή ακόμη και τελείας απαθείας.
Από αυτά φαίνεται καθαρά ότι υπάρχουν μερικά στοιχεία που διακρίνουν την πραγματική από την ψευδή απάθεια. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, γνώστης της εσωτερικής ζωής της ψυχής και έχοντας το χάρισμα της διακρίσεως, γράφει ότι τα πάθη και οι δαίμονες φεύγουν από την ψυχή για ορισμένο καιρό ή πάντοτε. Αλλά λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν τους τρόπους και τις αιτίες της αναχωρήσεως. Πρώτον, εξαφανίζονται τα πάθη με το θείον πυρ. Η θεία Χάρη ως φωτιά κατακαίει τα πάθη και καθαρίζει την ψυχή. Δεύτερον, υποχωρούν οι δαίμονες μόνοι τους για να μας κάνουν να αμεριμνήσουμε, ώστε αιφνιδίως να επιτεθούν και να αρπάξουν την ψυχή. Τρίτον, υποχωρούν οι δαίμονες, όταν η ψυχή έχη συνηθίσει στα πάθη «αυτεπίβολον ούσα λοιπόν, και αυτοπόλεμον», δηλαδή η ίδια η ψυχή γίνεται εχθρός και επίβουλος του εαυτού της. Συμβαίνει ό,τι με τα παιδιά που μετά την μακροχρόνια συνήθεια του θηλασμού «και χωρίς μαστού τους οικείους δακτύλους θηλάζουσιν».

Και άλλη, τέλος, απάθεια που έρχεται «εξ απλότητος πολλής και ακεραιότητος»[210].
Έπειτα η πραγματική από την ψεύτικη απάθεια φαίνεται στην στάση που κρατούμε απέναντι των ανθρώπων. Η απάθεια συνδέεται με την αγάπη, γι’ αυτό συνήθως η στάση που κρατούμε προς τους αδελφούς μας φανερώνει την αληθινή ή ψευδή απάθεια. Δεν έχει απάθεια «ο δια σύμβασιν πειρασμού, το ελάττωμα του φίλου παραβλέπειν μη δυνάμενος». Γιατί τα ευρισκόμενα στην ψυχή πάθη ταρασσόμενα τυφλώνουν την διάνοια και δεν την αφήνουν «διαβλέψαι εις τας της αληθείας αυγάς». Ούτε μπορεί να ξεχωρίση το καλύτερο από  το χειρότερο[211]. Η άκρα και αναλλοίωτη απάθεια βρίσκεται σε εκείνους που έφθασαν στην τέλεια αγάπη και «δια θεωρίας διηνεκούς υπεραρθείσι των αισθητών και το σώμα υπεραναβάσι της ταπεινώσεως»[212]. Εκείνος που πλησίασε στους όρους της απαθείας έχει προς όλους τους ανθρώπους αγαθές υπολήψεις, «αεί λογίζεται περί πάντων καλά∙ αγίους τε πάντας ορά και αγνούς και περί θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων την κρίσιν ορθήν επιφέρεται». Ο νους του απαθούς ελευθερώνεται από όλα τα κτιστά «και όλος γίνεται των νοητών του Θεού αγαθών εν μόνω τω πνεύματι, και το θείον κάλλος ορά και θεοπρεπώς εμφιλοχωρεί τοις θείοις τόποις της μακαρίας Θεού δόξης, εν αρρήτω σιγή και χαρά, και τας αισθήσεις πάσας αλλοιωθείς, ως άγγελος εν υλικώ σώματι, άϋλος τοις ανθρώποις συναναστρέφεται»[213]. Και όταν ακόμη ο απαθής λέγη τα αμαρτήματα του αδελφού το κάνει για δυο αιτίες, ή να τον διορθώση ή να ωφελήση άλλον. Αν όμως κάποιος αναφέρη τα αμαρτήματα του αδελφού «ονειδίζων ή διασύρων αυτόν», δεν θα ξεφύγη την θεία εγκατάλειψη και  θα πέση στο ίδιο ή σε άλλο πταίσμα με αποτέλεσμα να καταισχυνθή ελεγχόμενος από άλλον[214].

Τελεία απάθεια είναι όταν ο άνθρωπος μένη ακίνητος στην εμφάνιση του πράγματος και στην μνήμη του. «Αρετή μεν χρονίζουσα, νεκροί τα πάθη∙ αμελουμένη δε, πάλιν εγείρει αυτά»[215]. Γι’ αυτό απάθεια δεν έχει εκείνος που άλλοτε ενοχλείται από τα πάθη και άλλοτε ηρεμεί και αναπαύεται, αλλά ο «διηνεκώς εντρυφών τη απαθεία, και των αιτιών, παρόντων των παθών, μένων ακίνητος»[216].
Επίσης ένα άλλο σημείο υπάρξεως τελείας απαθείας στον άνθρωπο είναι όταν στον καιρό της προσευχής δεν διενοχλή τον νου κανένα από τα νοήματα του κόσμου[217].
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης λέγει ότι πολλοί από τους υπερηφάνους που νόμισαν ότι ήσαν απαθείς «την οικείαν πενίαν εν εξόδω εωράκασιν»[218].
Η διάκριση αυτή μεταξύ της αληθινής και ψευδούς απαθείας μας οδηγεί στο σημείο να εξετάσουμε ποιες είναι οι αληθινές ιδιότητες της πραγματικής απαθείας.
Γνώρισμα της απαθείας είναι η αληθινή διάκριση[219].
Τονίστηκε προηγουμένως ότι διαχωριστικό σημείο μεταξύ της αληθινής και ψευδούς απαθείας είναι η αγάπη. Τώρα θέλουμε να το διευκρινήσουμε ακόμη περισσότερο. Κατά τον άγιο Μάξιμο εκείνος που έφθασε σε άκρα απάθεια δεν γνωρίζει διαφορά «ιδίου και αλλοτρίου ή ιδίας και αλλοτρίας ή πιστού και απίστου ή δούλου και ελευθέρου ή όλως άρσενος και θηλείας».

Αποβλέποντας στην μία φύση των ανθρώπων, «πάντας εξ ίσου θεωρεί και προς πάντας ίσως διάκειται»[220]. Πάλι ο άγιος Μάξιμος λέγει ότι, όπως ο Θεός είναι φύσει αγαθός και απαθής και αγαπά εξ ίσου όλους τους ανθρώπου, «τον μεν ενάρετον δοξάζει, ως και την γνώσιν οικειούμενον, τον δε φαύλον, δι’ αγαθότητα, ελεεί, και εν τω αιώνι τούτω παιδεύων, επιστρέφει», το ίδιο κάνει και ο απαθής. Αγαπά τον ενάρετο δια την φύση και την αγαθή προαίρεση, τον δε φαύλο δια την φύση και την συμπάθεια[221]. Επίσης απαθής είναι εκείνος που μεταξύ των άλλων δεν μνησικακεί εναντίον εκείνων που τον έβλαψαν ή τον κακολόγησαν [222]. Ο απαθής αγαπά όλους τους ανθρώπους, «ου διακρίνει του ανοσίου τον όσιον»[223]. Και πέρα από αυτά ο απαθής στενοχωρείται και προσεύχεται πολύ υπέρ του πλησίον του. «Μη λέγε, ότι ο απαθής θλίβεσθαι ου δύναται. Καν γαρ μη υπέρ εαυτού, αλλ’ υπέρ του πλησίον τούτο κεχρεώστηκεν»[224].
Επίσης εκείνος που έχει την απάθεια και τρέχει προς τον Θεό «πάσαν ημέραν εν η ου λοιδορείται, πολλήν ζημίαν υποστήναι λογίζεται»[225]. Δηλαδή όχι μόνον δεν στεναχωρείται από τις ατιμίες και τις ύβρεις των ανθρώπων, αλλά στεναχωρείται όταν δεν λοιδορήται. Αυτό δείχνει την καθαρότητα της καρδιάς από τα πάθη και αυτά ακόμη τα κρυφά.
Γενικά ο απαθής είναι πεπληρωμένος των χαρισμάτων του Παναγίου Πνεύματος, δηλαδή είναι αγλαόκαρπο και καρποβριθές δένδρο, που έχει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τις αρετές.
Οι Πατέρες όταν αναφέρουν τις αρετές δεν τις θεωρούν «αυτόνομες πράξεις μιας ηθικής δεοντολογίας», αλλά τις θεωρούν οντολογικές. Δηλαδή οι αρετές δεν είναι οι καλές πράξεις, οι αφηρημένες αξίες, άλλα πρόσωπο, φυσικά όχι ενυπόστατο με την έννοια του αυθύπαρκτου. Η αγάπη είναι κοινωνία με την πραγματική αγάπη που είναι ο Χριστός. Η ειρήνη δεν είναι αφηρημένη αξία, αλλά ο Ίδιος ο Χριστός. Το ίδιο και η δικαιοσύνη κ.λ.π. Εφ’ όσον ο απαθής έχει κοινωνία με τον Χριστό, είναι φυσικό οι αρετές του Χριστού να γίνωνται και δικές του. Δεν θέλουμε να ενδιατρίψουμε στο θέμα των αρετών. Μόνον λέμε ότι, όπως υπάρχουν σωματικά και ψυχικά πάθη, έτσι υπάρχουν ψυχικές και σωματικές αρετές. Και, όπως υπάρχουν στάδια και βαθμοί παθών, έτσι υπάρχουν στάδια και βαθμοί αρετών. Και, όπως υπάρχουν μητέρες και θυγατέρες παθών, έτσι υπάρχουν μητέρες και θυγατέρες αρετών. Αλλά δεν νομίζουμε ότι πρέπει να απαριθμηθούν εδώ. Παραπέμπουμε στους ακολούθους Πατέρας. Για τις σωματικές και ψυχικές αρετές στον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό[226]. Και για τις αρετές που αντιστοιχούν στις τρεις πνευματικές ηλικίες, στους εισαγωγικούς, τους μέσους και τους τελείους στον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη[227].

Πάντως όταν τον άνθρωπο δεν τον ενοχλή πάθος, όταν αυξάνεται ο θείος πόθος στην καρδιά του και δεν φοβείται τον θάνατο, θεωρώντας τον ως ύπνο, τότε απέκτησε τον αρραβώνα της σωτηρίας «και την βασιλείαν των ουρανών περιφέρει ένδοθεν, ανεκλαλήτω χαίρων χαρά»[228].
Το χάρισμα της απαθείας δεν το λαμβάνει ο άνθρωπος εική και ως έτυχεν. Απαιτείται εντατική προσπάθεια και μεγάλος αγώνας. Γι’ αυτό τώρα ερχόμαστε να δούμε πως επιτυγχάνεται η απάθεια. Βέβαια με όσα είπαμε στην προηγούμενη παράγραφο, σχετικά με τον αγώνα για την θεραπεία των παθών, φαίνεται ο τρόπος αποκτήσεως της απαθείας. Αλλά εδώ θέλουμε να απαριθμήσουμε συνοπτικότερα τους τρόπους που οδηγούν στην γη της επαγγελίας, δηλαδή στην γη της απαθείας. Αναγκαστικά πρέπει να είμαστε σύντομοι, παραθέτοντες τα πατερικά χωρία.
«Εξ υπακοής ταπείνωσις∙ εκ δε ταπεινώσεως απάθεια»[229]. Η ταπείνωση που γεννιέται από την υπακοή προξενεί την απάθεια.

Αν προχωρήση ο άνθρωπος από άλλη οδό, δεν θα μπορέση να βρη το ποθούμενο[230]. Η απάθεια δεν κατορθώνεται χωρίς την αγάπη[231]. Επειδή υπάρχουν στάδια αγάπης και επειδή υπάρχει αλληλοπεριχώρηση αρετών, αφού η πνευματική ζωή είναι ενιαία και οργανικά συνδεδεμένη, γι’ αυτό η βίωση της αγάπης φέρει την απάθεια και η απάθεια συνδέεται στενά με την αγάπη. Η αγάπη και η εγκράτεια «απαθή τον νουν διατηρούσι, προς τε τα πράγματα και προς τα τούτων νοήματα»[232]. Η απάθεια είναι «μισθός της εγκρατείας»[233]. Πολύ βοηθά στην ανάπτυξη της απαθείας η νηστεία, αγρυπνία και προσευχή: «Νηστεία λελογισμένη, αγρυπνίαν μετά μελέτης και προσευχής λαβούσα συνέμπορον, ταχέως τοις της απαθείας όροις επιβήναι ποιεί τον εργάτην αυτής», εάν βεβαίως και η ψυχή διακατέχεται από ταπείνωση καταντλουμένη στα δάκρυα και πυρπολήται ο άνθρωπος από την αγάπη του Θεού[234]. Επίσης η «ξηροτέρα και μη ανώμαλος δίαιτα» που συνδέεται με την αγάπη, πολύ γρήγορα «εισάγει τον μοναχόν εις τον της απαθείας λιμένα»[235]. Όταν ο άνθρωπος εργάζεται με υπομονή, με περιεκτική εγκράτεια και εκτενή δέηση και συγχρόνως φυλάσση όλα τα ειργασμένα με αυτομεμψία και άκρα ταπεινοφροσύνη, εκδέχεται «μετά ταύτα εν καιρώ ευθέτω την χάριν της απαθείας»[236]. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης λέγει ότι η απάθεια που κατορθώνεται με την ησυχία του σώματος, δεν παραμένει ασάλευτη, «κόσμω πολλάκις πλησιάζουσα», ενώ «η εξ υπακοής προσγινομένη, πανταχού δόκιμος, και ακράδαντος»[237]. Η καθαρότητα που προέρχεται από τις εντολές του Θεού γεννά την απάθεια[238]. Φαίνεται από αυτό ότι η τήρηση των εντολών του Θεού έχει μεγάλη αξία. «Τήρησις εντολών Θεού τίκτει απάθειαν»[239].

Αλλά δια μόνης «της σωματικής γυμνασίας, άνευ πίστεως», δεν μπορούν οι άνθρωποι να εισέλθουν «εις την της απαθείας κατάπαυσιν και την της γνώσεως τελειότητα»[240]. Επίσης ο όσιος Θεόγνωστος λέγει σαφώς ότι, όταν ο άνθρωπος κατορθώση την πρακτική αρετή, δεν μπορεί να προσπελάση στην απάθεια, «ει μη και πνευματικαί τον νουν διαδέχονται θεωρίαι, της τε φωτιστικής γνώσεως και της των όντων κατανοήσεως»[241]. Αυτό το χωρίο είναι πολύ σημαντικό. Γιατί υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που λένε πως με την πρακτική αρετή μπορούμε να φθάσουμε στην απάθεια. Αυτό δεν το δέχεται ο όσιος Θεόγνωστος. Χρειάζονται απαραίτητα να συνδράμουν και οι πνευματικές θεωρίες, η μετάνοια και η προσευχή, κυρίως η λεγομένη νοερά προσευχή.
Σημαντική βοήθεια για την κατόρθωση της απαθείας προέρχεται από το κατά Θεόν πένθος. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, «πένθος γαρ εστι, πεποιωμένον άλγημα ψυχής εμπύρου.

Πρόδρομον εν πολλοίς της μακαρίας απαθείας το πένθος γέγονε, προευτρεπίσαν, και προσαρώσαν και αναλώσαν την ύλην»[242]. Γι’ αυτό το πένθος είναι τρόπος ζωής. Αυτό καθαρίζει την ψυχή, εξαγνίζει τον νου και τον καθιστά ικανό να δεχθή τις θείες παρακλήσεις. Το πένθος αυτό συνδέεται με την μετάνοια και η αληθινή μετάνοια με το μίσος του εαυτού μας. Ο Κύριος μίλησε για το μίσος της ψυχής μας, προκειμένου να ακολουθήσουμε τον Χριστό και να επιτύχουμε της Βασιλείας των Ουρανών. «Ο φιλών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν» (Ιω. ιβ’, 25), και «ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα... έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου μαθητής είναι» (Λουκ. ιδ’, 26). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει ότι και αυτοί που ζουν στον κόσμο πρέπει να εξασκούν βία για να χρησιμοποιούν τα πράγματα σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού. Αυτή η βία, εγχρονίσασα με την συνήθεια κάνει γλυκεία την σχέση προς τις εντολές του Θεού και μετατρέπει την διάθεση σε έξη. Αυτή η έξη χαρίζει το μονιμότατο μίσος «προς τας πονηράς έξεις τε και σχέσεις» και αυτό το μίσος καρποφορεί την απάθεια[243]. Ώστε το μίσος εναντίον του κακού και διεστραμμένου εαυτού μας γίνεται πηγή της απαθείας. Και όταν ο άνθρωπος αποκτήση την απάθεια, τότε η αμαρτία δεν τον κυριεύει και σχολάζει στην ελευθερία και τον νόμο του Πνεύματος[244].

Όταν βλέπουμε ότι υπάρχουν μερικοί άνθρωποι πολύ σπουδαίοι στην πνευματική ζωή οι οποίοι έχουν μερικά ελαττώματα και  μικρά πάθη, δεν πρέπει να σκανδαλιζόμαστε, γιατί ο Θεός παραχωρεί οικονομικώς μερικά τέτοια ευτελή πάθη, ώστε δι’ αυτών να μέμφωνται τους εαυτούς των και να προσλαμβάνουν πλούτον άσυλον την ταπεινοφροσύνην[245].
Αυτός είναι ο μεγάλος θησαυρός της απαθείας. Συνδέεται με όλες τις αρετές και την πνευματική ζωή. Γι’ αυτό χρειάζεται να προσευχόμαστε για να αποκτήσουμε την μακαρία απάθεια. Όλοι οι εμπαθείς προτρέπει ο άγιος Ιωάννης Σιναΐτης ας παρακαλέσωμε «επιμόνως τον Κύριον∙ πάντες γαρ οι απαθείς εξ εμπαθείας εις απάθειαν προέκοψαν»[246]. Βέβαια αυτήν την απάθεια δεν πρέπει να την ζητούμε με υπερηφάνεια και εγωϊσμό για να έχουμε μεγάλα και υπερφυσικά δώρα. Γιατί είναι ενδεχόμενο ο άνθρωπος να ζητά ένα τέτοιο δώρο, όπως την απάθεια, και να του δοθή από τον διάβολο, με την έννοια να αποχωρήση για λίγο το πάθος και ο διάβολος, για να τον πλανήση με την κενοδοξία. Γι’ αυτό ο όσιος Θεόγνωστος προτρέπει: «Και απάθειαν μεν μη ζήτει, ως ανάξιος ταύτης της δωρεάς∙ αίτει δε σωτηρίαν εμπόνως και λήψη συν ταύτη και την απάθειαν»[247].

Παρά την προσευχή την οποία θα κάνουμε και τον αγώνα τον εντατικό που θα εξασκούμε, είναι δυνατόν να μη επιτρέπη ο Θεός να απαλλαχθούμε από ένα πάθος, για να γευθούμε εν μέρει ή ολοκληρωτικά την απάθεια. Αυτό συμβαίνει γιατί ζητήσαμε από τον Θεό ή προ καιρού ή αναξίως ή κενοδόξως ή λαμβάνοντες αυτό επρόκειτο να επαρθούμε ή να αμελήσουμε μετά την απόκτηση. Δεν πρέπει λοιπόν να λυπούμαστε «αιτούμενοί τι τον Κύριον επί χρόνους, και μη εισακουόμενοι». Ο Θεός μπορούσε να μας καταστήση απαθείς «εν μια καιρού ροπή», αλλά οικονομεί για το συμφέρον μας, όπως προαναφέραμε[248]. Άλλωστε στην ιστορία της Εκκλησίας έχουμε περιπτώσεις που άνθρωποι λαμβάνοντες την απάθεια ζητούσαν από τον Θεό να τους άρη αυτήν την ευλογία για να αγωνισθούν εναντίον του εχθρού. Ο άγιος Εφραίμ, αφού νίκησε με την Χάρη του Χριστού όλα τα σωματικά και ψυχικά πάθη, για να μη ευρεθή αργός εκ των πολεμών του εχθρού και έτσι κατακριθή, «εζήτει την χάριν της απαθείας αρθήναι απ’ αυτού»[249].

Η μερική ή ολική απάθεια δείχνει την θεραπεία της ψυχής. Η ψυχή θεραπεύεται, ανίσταται από την νέκρωσή της. Η ψυχή αποκτά την υγεία. Ο νους που νεκρώνεται από τα πάθη ανίσταται, εγείρεται. «Ανιστά από γης πένητα νουν, και από κοπρίας παθών εγείρει πτωχόν η μακαρία απάθεια∙ η δε πανύμνητος αγάπη ποιεί του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων Αγγέλων, μετά αρχόντων λαού Κυρίου»[250].
 


Π Α Ρ Α Π Ο Μ Π Ε Σ

[1] P G 59, 203
[2] Φιλοκαλία Β’, σελ. 285, λε’
[3] ένθ. ανωτ. Γ’, σελ. 282, λζ’
[4] ένθ. ανωτ. Δ’, σελ.. 147-148, μ’
[5] ένθ. ανωτ. Δ’, σελ.. 145, λστ’
[6] Βλ. Φιλοκαλία Δ’, σελ. 144 κ.ε. και Αμφιλοχίου Ράντοβιτς: «Το Μυστήριον της αγίας Τριάδος κατά τον άγ. Γρηγόριον Παλαμά», Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών μελετών, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 55
[7] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 133, γ’
[8] ένθ. ανωτ. Δ’, σελ. 100
[9] ένθ. ανωτ. Β’, σελ. 32, λε’
[10] Αββά Δωροθέου, εις Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1981, τόμος 12ος, σελ. 592
[11] ένθ. ανωτ. σελ. 594
[12] Φιλοκαλία Β’, σελ. 213, νβ’
[13] Νικολάου Καβάσιλα: Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος ΣΤ’, σελ. 574, τόμος 22ος, εις Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών, εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979
[14] Αββά Δωροθέου, ένθ. ανωτ. σελ. 510
[15] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 131, μα’
[16] ένθ. ανωτ. σελ. 142, μα’
[17] ένθ. ανωτ. σελ. 142, μα’
[18] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 6, λε’
[19] ένθ. ανωτ. σελ. 16, ιστ’
[20] ένθ. ανωτ. σελ. 16, ιζ’
[21] Ιερομονάχου Αρτεμίου Ραντοσάβλιεβιτς: «Το Μυστήριον της Σωτηρίας κατά τον άγ. Μάξιμον τον Ομολογητήν¨, Αθήνα 1975, σελ. 130, σημείωση
[22] Φιλοκαλία Β’, σελ. 28, γ’
[23] ένθ. ανωτ. σελ. 28, δ’
[24] P G 88, 1728 Α, βλ. Ιερομονάχου Αρτεμίου Ραντοσάβλιεβιτς ένθ. ανωτ. σελ. 125
[25] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 32, λε’
[26] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 133
[27] Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 388, στ. 30-32
[28] ένθ. ανωτ. σελ. 370
[29] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 9, ξε’
[30] ένθ. ανωτ. σελ. 22, νθ’
[31] ένθ. ανωτ. σελ. 28, ζ’
[32] Ιερομ. Αρτεμίου Ραντοσάβλιεβιτς, ένθ. ανωτ. σελ. 131, σημ. 1
[33] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 100-104
[34] ένθ. ανωτ. Α’, σελ. 137
[35] ένθ. ανωτ. Β’, σελ. 234-235
[36] Παν. Νέλλα, Ζώον θεούμενον, Αθήνα 1979, σελ. 203-204
[37] Φιλοκαλία Β’, σελ. 9, ξδ’
[38] ένθ. ανωτ.  Β’, σελ. 311, ρκβ’
[39] Φιλοκαλία Β’, σελ. 233
[40] P G 150, 1260-1261, βλ. και Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου. Ανατολικός Ορθόδοξος Μοναχισμός, σελ. 643
[41] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 132, μδ’
[42] ένθ. ανωτ. σελ. 95, οε’
[43] ένθ. ανωτ. σελ. 126, ιε’
[44] ένθ. ανωτ. σελ. 128-129, κθ’
[45] Φιλοκαλία Β’, σελ. 218, λβ’
[46] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 219, λδ’
[47] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 274, στ’
[48] ένθ. ανωτ.
[49] αγ. Μαξίμου, ένθ. ανωτ. Β’, σελ. 14, β’
[50] Γεροντικόν, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1970 εκδ. Β’, σελ. 114, μδ’
[51] Φιλοκαλία Β’, σελ. 12, πδ’
[52] ένθ. ανωτ. Α’, σελ. 148-149, μστ’
[53] ένθ. ανωτ. Δ’, σελ. 105
[54] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 94-95, ογ’
[55] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 100-105
[56] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 130, λζ’
[57] ένθ. ανωτ. σελ. 133, νστ’
[58] ένθ. ανωτ. σελ. 154, ι’
[59] ένθ. ανωτ. σελ. 141, λ’
[60] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 648, 18
[61] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 218, λ’
[62] ένθ. ανωτ. σελ. 33, μβ’
[63] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 264-266
[64] οσ. Μάρκου ασκητού, Φιλοκαλία Α’, σελ. 114, οζ’
[65] Φιλοκαλία Β’, σελ. 12, πε’
[66] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 219, μα’
[67] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 92, νε’
[68] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 221, οζ’
[69] ένθ. ανωτ. σελ. 225, μα’
[70] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 498
[71] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 19, λδ’
[72] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλίαι Οικονόμου, σελ. 106
[73] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 101, ρπγ’
[74] Φιλοκαλία Β’, σελ. 12, πγ’
[75] ένθ. ανωτ. σελ. 17, κγ’
[76] Αββά Δωροθέου, ένθ. ανωτ. σελ. 646, 16
[77] αγ. Μακαρίου Αιγυπτίου: Ομιλίαι Πνευματικαί, βλ. Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου, Ανατολικός  Ορθόδοξος Μοναχισμός, σελ. 371
[78] ένθ. ανωτ. σελ. 372
[79] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 396
[80] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 14, γ’
[81] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 140, κε’
[82] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 104
[83] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 32
[84] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 143, μστ’
[85] ένθ. ανωτ.
[86] ένθ. ανωτ. σελ. 132, μη’
[87] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 460
[88] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 38, οζ’
[89] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 62, γ’
[90] ένθ. ανωτ. σελ. 62, δ’
[91] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια, μον. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 230, ρ’
[92] ένθ. ανωτ. 231, ρ’
[93] ένθ. ανωτ. 231, ρ’
[94] P G 48, 643
[95] ένθ. ανωτ. στ. 643
[96] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 30, ιγ’
[97] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 301, ια’
[98] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 42, ξγ’
[99] ένθ. ανωτ. σελ. 41, νε’
[100] ένθ. ανωτ. σελ. 41, νστ’
[101] ένθ. ανωτ. σελ. 41, νστ’
[102] ένθ. ανωτ. σελ. 42, νη’
[103] ένθ. ανωτ. σελ. 108, λα’
[104] ένθ. ανωτ. σελ. 113, ιδ’
[105] Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 292, λα’
[106] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 110, ια’
[107] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 310, ν’
[108] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 311, νδ’
[109] ένθ. ανωτ. σελ. 311, νγ’
[110] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 210, ρα’
[111] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 148, μζ’
[112] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ 281, λδ’
[113] ένθ. ανωτ.
[114] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 106
[115] ένθ. ανωτ. σελ. 103
[116] ένθ. ανωτ. σελ. 105
[117] ένθ. ανωτ. σελ. 108
[118] ένθ. ανωτ. σελ. 109
[119] ένθ. ανωτ. σελ. 111
[120] ένθ. ανωτ. σελ. 114
[121] ένθ. ανωτ. σελ. 114
[122] ένθ. ανωτ. Β’, σελ. 234-235
[123] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 128, κδ’, και σημ. 3
[124] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 215, πδ’
[125] Φιλοκαλία Α’, σελ. 138
[126] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 315, ξη’
[127] ένθ. ανωτ. σελ. 282-283
[128] Αββά Δωροθέου, ένθ. ανωτ. σελ. 522-524
[129] ένθ. ανωτ. σελ. 644, 2
[130] αγ. Ισαάκ του Σύρου: Τα ευρεθέντα ασκητικά, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 20
[131] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 424
[132] ένθ. ανωτ. σελ. 474
[133] αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Β’, σελ. 235, 30
[134] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 14, β’
[135] Γρηγορίου Παλαμά Ε.Π.Ε. τόμος 2ος σελ. 398
[136] οσ. Κασσιανού Ρωμαίου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 75, 14
[137] οσ. Μάρκου ασκητού, Φιλοκαλία Α’, σελ. 117, ριθ’
[138] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 624-626
[139] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 113, κβ’
[140] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 15, ια’
[141] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 213, λθ’
[142] αγ. Νικοδήμου τπυ αγιορείτου: Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 216-217
[143] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 129, κθ’
[144] ένθ. ανωτ. σελ. 142, μδ’
[145] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 208, ξε’
[146] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 5, λε’
[147] Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 306, οε’
[148] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 210, κγ’
[149] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 20, μζ’
[150] ένθ. ανωτ. σελ. 6, κζ’
[151] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 148-149, μστ’
[152] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Βίβλος Βαρσανουφίου, ένθ. ανωτ. σελ. 262
[153] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 224, ιη’
[154] ένθ. ανωτ. σελ. 212, ιγ’
[155] οσ. Φιλοθέου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 279, ιστ’
[156] ένθ. ανωτ. σελ. 279-280
[157] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 266
[158] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 143, μθ’
[159] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 300, θ’
[160] Φιλοκαλία Α’, σελ. 102, ρζ’
[161] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 150, ια’
[162] Φιλοκαλία Α’, σελ. 72
[163] ένθ. ανωτ. σελ. 61-62
[164] ένθ. ανωτ. σελ. 63
[165] ένθ. ανωτ. σελ. 68-70
[166] ένθ. ανωτ. σελ. 72-74
[167] ένθ. ανωτ. σελ. 75-76
[168] ένθ. ανωτ. σελ. 76-78
[169] ένθ. ανωτ. σελ. 78-79
[170] ένθ. ανωτ. σελ. 79-80
[171] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 24, η’
[172] ένθ. ανωτ. σελ. 90, λθ’
[173] ένθ. ανωτ. σελ. 131-132, μγ’
[174] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 53, γ’
[175] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 140, κε’
[176] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 54, ι’
[177] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 226, νγ’
[178] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια, ένθ. ανωτ. σελ. 228, κθ’
[179] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 99, ρξα’
[180] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 211, β’
[181] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 165, β’
[182] ένθ. ανωτ.
[183] Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 300, ιδ’
[184] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 295, κ’
[185] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 224, κ’
[186] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 46, νη’
[187] ένθ. ανωτ. σελ. 17, κε’
[188] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 215, κ’
[189] ένθ. ανωτ. σελ. 207, μ’
[190] ένθ. ανωτ. σελ. 6, λστ’
[191] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 32, λη’
[192] οσ. Ιωάννου Καρπαθίου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 276, γ’
[193] S C 51, σελ. 66, πε’
[194] ένθ. ανωτ.
[195] Πέτρου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 63
[196] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 388
[197] ένθ. ανωτ.
[198] ένθ. ανωτ. σελ. 390
[199] ένθ. ανωτ.
[200] ένθ. ανωτ. σελ. 398
[201] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 167, δ’
[202] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια, ένθ. ανωτ. σελ. 227, κη’
[203] P G 90, 1281
[204] S C 51, 66, πς’
[205] οσ. Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 260, κθ’
[206] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 165, δ’
[207] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 294, πθ’
[208] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 46, νγ’
[209] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 148, μθ’
[210] ένθ. ανωτ. σελ. 131, μ’
[211] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 50, κβ’
[212] οσ. Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 260, κθ’
[213] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 295, κ’
[214] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’ σελ. 37, οβ’
[215] ένθ. ανωτ. σελ. 46, νδ’
[216] οσ. Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 259, κε’
[217] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 12, πη’
[218] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 111, κζ’
[219] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 207, μγ’
[220] ένθ. ανωτ. σελ. 18, λ’
[221] ένθ. ανωτ. σελ. 5-6, κε’
[222] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 45, μβ’
[223] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 308, μδ’
[224] οσ. Μάρκου ασκητού, Φιλοκαλία Α’, σελ. 118, ρλβ’
[225] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 50, ρλ’
[226] Φιλοκαλία Β’, σελ. 232
[227] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 126, ιδ’
[228] οσ. Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 257, ιβ’
[229] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 42, ξε’
[230] οσ. Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ, 259, κε’
[231] ένθ. ανωτ. σελ. 262, λστ’
[232] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 32, λθ’
[233] ένθ. ανωτ. σελ. 17, κε’
[234] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 318, οθ’
[235] Αββά Ευαγρίου – Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 34, στ’
[236] οσ. Θεογνώστου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 261, λ’
[237] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 90, λδ’
[238] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 50, κα’
[239] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 212, κε’
240] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 346, οα’
[241] Φιλοκαλία Β’, σελ. 264, μστ’
[242] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 68, να’
[243] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 390
[244] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 347, οε’
[245] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 132, μδ’
[246] ένθ. ανωτ. σελ. 161, λ’
[247] Φιλοκαλία Β’, σελ. 261, λβ’
[248] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 130, λη’
[249] οσ. Πέτρου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 66
[250] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 167, ιθ’



Σημειώσεις προπονήσεων
ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ

Γενικές αρχές – ...
Περισσότερα >>
Μονογραφίες
ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ : η αξία το ...
Περισσότερα >>