www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Β΄ ενότητα

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ - ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ
Τον ταπεινό «υψώνει» και δοξάζει ό Θεός
Όπως ή χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονται στους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ό ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ό σκληρόκαρδος και ολιγόπιστος βρίσκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές πού δέχθηκες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, και θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις και να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, και να υποκλίνεσαι μπροστά τους, και έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί πού προσφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό.
Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, και θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί αφθονεί ή δόξα του Θεού. Εάν αγωνισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώπους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου και τον εγωισμό σου, ό Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οί άλλοι, τότε ό Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα αξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις και χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός και αδύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώπων, και θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Δε βλέπεις μέσα σου τα πολλαπλά τραύματα της αμαρτίας σου και ζητάς να σε τιμήσουν; Απόφυγε τίς τιμές των ανθρώπων, για να σε τιμήσει ό Θεός, και μην αγαπήσεις τίς τιμές, για να μην ατιμασθείς. Όποιος κυνηγάει την τιμή, αύτη φεύγει από μπροστά του, και όποιος την αποφεύγει, ή τιμή θα τον κυνηγήσει | και θα γίνει κήρυκας της ταπείνωσης του σε όλους τους ανθρώπους. Εάν καταφρονείς τον εαυτό σου ότι τίποτε δεν είσαι χωρίς τη χάρη του Θεού, για να μην τιμηθείς από τους ανθρώπους, θα σε φανερώσει για την ταπείνωση σου. Εάν από αληθινή ταπείνωση κατηγορήσεις τον εαυτό σου, θα επιτρέψει ό Θεός σε όλα τα κτίσματα του να σε επαινέσουν. Και θα ανοίξει μπροστά σου ή πόρτα της δόξας του Πλαστουργού σου, και θα σε επαινέσουν, διότι έγινες στην πραγματικότητα κατ' εικόνα και καθ' όμοίωσιν του Θεού.
Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς αρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή και να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνημα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του και τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Και αν κανείς υπομένει και πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι και οί Μάρτυρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του. Και όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρσίας και της δόξας. Και όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον αληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος και οί Άγιοι, και χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι άμαθης. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή ή ταπείνωση του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (ή ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους;
Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, και θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, και θα θεωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε ή υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέληση σου απαρνήθηκες, μοναχέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθηκες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ' αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες και να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.
Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπείνωση, και θα μάθεις και συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.
Να τιμάς τον πλησίον σου
Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια και τα πόδια, και κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή και βάλε τα στα μάτια σου, και παίνεψε τον και γι' αυτά πού δεν έχει. Και όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι' αυτόν ότι καλό και σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρόμοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, και τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Και σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού αποκτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρακτήρας, και αποκτάς πολλή ταπείνωση, και χωρίς κόπο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς εσύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέδωσες.
Ή ταπείνωση είναι στολή της θεότητας
Θέλω ν' ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, και να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης. Όμως φοβάμαι πολύ, όπως φοβάται εκείνος πού πρόκειται να μιλήσει για το Θεό με τους δικούς του συλλογισμούς. Γιατί ή ταπείνωση είναι στολή της Θεότητας. Ό Υιός δηλ. και Λόγος του Θεού, πού έγινε άνθρωπος, την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε, και συναναστράφηκε μαζί μας με αυτήν μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Και οποίος ντυθεί την ταπεινοφροσύνη, πραγματικά γίνεται όμοιος με το Λόγο του Θεού, πού κατέβηκε από το δικό του ύψος και σκέπασε με την ταπεινοφροσύνη τη μεγαλοσύνη και τη δόξα του, για να μην καταφλεχθή ή κτίση, βλέποντας τη θεότητα του. Διότι ή κτίση δεν μπορούσε να τον αντικρίσει, αν δεν έπαιρνε ένα μέρος από αυτήν, δηλ. το ανθρώπινο σώμα, ώστε να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε μπορούσαν οί κτιστές υπάρξεις να ακούσουν τα λόγια του πρόσωπο με πρόσωπο. Διότι ούτε οί Ισραηλίτες μπόρεσαν να ακούσουν τη φωνή του, όταν λάλησε προς αυτούς μέσα από τη νεφέλη. Γι' αυτό είπαν στο Μωϋσή (Εξ. 20, 19): "Ας λαλήσει ό Θεός μαζί σου, και συ πες μας τους λόγους του, και ας μη λαλήσει ό Θεός μαζί μας, για να μην πεθάνουμε.
Τώρα όμως, πού ό Θεός έχυσε τη χάρη του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατέβηκε σε μας με σεισμό και φωτιά, ούτε με φοβερή και δυνατή φωνή, αλλά ήρθε όπως ή βροχή στο κουρεμένο μαλλί του προβάτου και όπως ή σταγόνα πού στάζει στο χώμα απαλά, και συναναστράφηκε μαζί μας με ανθρώπινη μορφή. Σκέπασε δηλ., όπως σκεπάζουμε ένα θησαυρό, με την ανθρώπινη σάρκα τη δόξα του, και επικοινωνούσε μαζί μας με κείνο το σώμα πού κατασκεύασε το θείο του νεύμα από τον κόλπο της παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, ώστε βλέποντας τον ως άνθρωπο να συναναστρέφεται μαζί μας, να μη ταραχθούμε από τη θεωρία του. Γι' αυτό το λόγο, οποίος φορέσει εκείνη τη στολή της ταπεινοφροσύνης, με την οποία τον είδε ή κτίση μέσα στο ανθρώπινο σώμα πού φόρεσε ό κτίστης, τον ίδιο το Χριστό ντύνεται. Και αντί να ντύνεται την κοσμική τιμή και την εξωτερική δόξα, στολίζεται με το εσωτερικό ένδυμα της ταπεινοφροσύνης. Γι' αυτό και τα λογικά κτίσματα, βλέποντας έναν οποιοδήποτε άνθρωπο να φοράει αυτό το ομοίωμα της ταπεινοφροσύνης, ακόμη και με τη σιωπή τους τον προσκυνούν, τιμώντας τον Κύριο τους, πού τον είδαν να τη φοράει και να συναναστρέφεται μαζί τους μέσω αυτής. Ποιο κτίσμα, αλήθεια, δεν ευλαβείται τη θεωρία του ταπεινόφρονα; Όμως μέχρι πού αποκαλύφθηκε σε όλους ή δόξα της ταπεινοφροσύνης, ήταν ευκαταφρόνητη ή θεωρία της, μόλο πού ήταν γεμάτη αγιότητα. Τώρα όμως ανέτειλε σαν τον ήλιο ή δόξα της στα μάτια των ανθρώπων. Και κάθε συνετός άνθρωπος την τιμά, οπού και αν φανεί. Γι' αυτό ούτε οί εξ αγνοίας εχθροί της αλήθειας δεν τη θεωρούν ευκαταφρόνητη, αν και αυτός πού την απέκτησε φαίνεται φτωχότερος άπ' όλα τα κτίσματα. Ωστόσο, όποιος έμαθε την ταπείνωση, τιμάται από τα λογικά κτίσματα σαν να φοράει στεφάνι και βασιλική πορφύρα.
Στο ταπεινόφρονα υποτάσσεται ή λογική και ή άλογη κτίση. Ό αληθινός ταπεινόφρων
Όποιος υποτάξει τον εαυτό του στο Θεό, είναι κοντά στο να υποταγούν σ' αυτόν τα πάντα. Τον καιρό δηλ. πού κυριαρχεί ή ταπείνωση στη διαγωγή σου, υποτάσσεται σε σένα τον ταπεινό ό ψυχικός σου κόσμος, και μαζί μ' αυτόν υποτάσσονται σε σένα τα πάντα. Διότι γεννιέται μέσα στην καρδιά σου ή ειρήνη του Θεού. Και όσο είσαι έξω από την ειρήνη του Θεού, θα καταδιώκεσαι συνεχώς όχι μόνο από τα πάθη σου, αλλά και από διάφορα δυσάρεστα περιστατικά. Αλήθεια, Κύριε, αν δεν ταπεινωθούμε, δεν παύεις συ να μας ταπεινώνεις. Ή αληθινή ταπείνωση γεννιέται από τη γνώση. Και ή αληθινή γνώση γεννιέται από τους πειρασμούς.
Τον ταπεινόφρονα κανένας μυαλωμένος άνθρωπος ποτέ δεν τον μισεί, δεν τον πληγώνει με λόγια, δεν τον καταφρονεί. Όλοι οί καλοί άνθρωποι τον αγαπούν, διότι τον αγαπά ό Κύριος του. Όλους τους αγαπάει και όλοι τον αγαπούν. Όλοι τον θέλουν, και σε κάθε τόπο, όπου πλησιάζει, τον βλέπουν ως άγγελο φωτός και του αποδίδουν ξεχωριστή τιμή. Και όταν μιλήσει, ό σοφός και ό δάσκαλος σιωπούν μπροστά του, διότι δίνουν το λόγο στον ταπεινόφρονα. Τα μάτια όλων προσέχουν στα λόγια του στόματος του. Κάθε άνθρωπος περιμένει τι θα πει, σαν να είναι λόγια Θεού. Τα σύντομα και κοφτά λόγια του είναι σαν τους λόγους των σοφών, πού προσέχουν ένα ένα τα νοήματα τους. Τα λόγια του είναι γλυκά για τους σοφούς πού τα ακούνε, πιο γλυκά από την κηρήθρα στο φάρυγγα. Και όλοι τον λογαριάζουν ότι έχει το Θεό μέσα του, κι ας είναι αμαθής στην έκφραση του, και στη θεωρία ευκαταφρόνητος και ευτελής.
Πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα σαρκοβόρα θηρία και, όταν πέσει το βλέμμα τους επάνω του, γίνεται ήμερη ή αγριότητα τους, και τον πλησιάζουν σαν κύριο τους, και κινούν περιποιητικά τα κεφάλια τους και γλείφουν τα χέρια και τα πόδια του διότι οσφραίνονται σ' αυτόν εκείνη την εύωδία, πού εξέπεμπε ό Αδάμ πριν από την παράβαση, όταν μαζεύτηκαν κοντά του και τα 'δωσε ονόματα στον παράδεισο. Το σώμα πού έλαβε από μας τους ανθρώπους ό Ιησούς το ξανάκτισε και το χάρισε σε μας με την ανθρώπινη παρουσία του. Αυτό είναι πού σκόρπισε την εύωδία του στο ανθρώπινο γένος.
Και πάλι, πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα θανατηφόρα ερπετά, και μόλις αισθανθούν επάνω στο σώμα τους το χέρι του, ή οξύτητα και ή σκληρότητα της θανατηφόρας πικρότητάς τους σταματάει, και στα χέρια του τα τρίβει σαν να 'ναι ακρίδες. Έρχεται κοντά στους ανθρώπους και τον προσέχουν όπως τον Κύριο. Και γιατί αναφέρω μόνο τους ανθρώπους; Άλλα και οι δαίμονες με όλη την ορμητικότητα και την πικρία τους και το καυχησιάρικο φρόνημα τους, μόλις πλησιάσουν στον ταπεινόφρονα, γίνονται αδρανείς σαν το χώμα, και μαραίνεται όλη ή κακία τους, και καταστρέφονται οι μηχανορραφίες τους, και μένουν ανενέργητες οί πανουργίες τους.
Όποιος άνθρωπος είναι από τη φύση του επιεικής και ήσυχος, ή συνετός, ή πράος, δε φτάνει μόνο άπ' αυτό στο βαθμό της ταπεινοφροσύνης. Αληθινός ταπεινόφρων είναι αυτός πού έχει ένα κρυφό ταλέντο, πού να τον κάνει να υπερηφανεύεται, αλλά δεν υπερηφανεύεται, παρά συλλογίζεται ότι είναι χωματένιο. Άλλα ούτε κι αυτόν πού, από την ενθύμηση των αμαρτημάτων, συντρίβεται ή καρδιά του, και ταπεινοφρονή και δεν αφήνει στο νου του να περηφανευτεί, ούτε κι αυτόν τον λέμε ταπεινόφρονα, αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο. Διότι ακόμη έχει το λογισμό της υπερηφάνειας, και δεν απέκτησε την αληθινή ταπείνωση, αλλά την προσεγγίζει απλώς με τους παραπάνω τρόπους. Αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο, όπως είπα, όμως ακόμη θέλει την ταπείνωση, γιατί δεν την έχει αποκτήσει. Αληθινός και τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός πού δε χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του και ή χοικότητά του, για να ταπεινοφρονή, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψηλό βαθμό και σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλ. μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση, και, εντούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό και ευτελή και ευκαταφρόνητο.
Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα
Αγάπησε τα πενιχρά ενδύματα, για να σβήσεις τους λογισμούς της υψηλοφροσύνης πού αναδύονται μέσα σου. Γιατί αυτός πού αγαπά την πολυτέλεια και τα λαμπερά ρούχα δεν μπορεί να αποκτήσει ταπεινούς λογισμούς. Διότι ή καρδιά μέσα στον άνθρωπο συμμορφώνεται με τα εξωτερικά σχήματα.
Πώς να προλάβεις την οίηση
Φυλάξου από την οίηση την ώρα των καλών αλλοιώσεων. Άμα αρχίσεις να αισθάνεσαι οίηση και έπαρση, να προσευχηθείς με την καρδιά σου και να παρουσιάσεις στον Κύριο την αδυναμία σου και την αμάθεια σου, για να μη σου συμβεί να πέσεις σε αισχρά αμαρτήματα. Διότι την υπερηφάνεια ακολουθεί ή πορνεία, και την οίηση ή πλάνη.
Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια
Αν κάνεις ένα καλό έργο αρετής και δεν αισθανθείς τη γεύση ότι σε βοηθάει πνευματικά, μη θαυμάσεις. Γιατί, μέχρι να ταπεινωθεί ό άνθρωπος, δεν απολαμβάνει το μισθό της εργασίας του. Ή αμοιβή, πάλι, δε δίνεται για τον κόπο της εργασίας, αλλά για την ταπείνωση πού συνοδεύει την εργασία. Όποιος περιφρονεί την ταπείνωση χάνει την αμοιβή της εργασίας του. Όποιος προλάβει και πάρει από το Θεό την αμοιβή της ταπεινής του καρδιάς, ή και των ταπεινών του έργων, αυτός είναι ανώτερος από τον εργαζόμενο την απλή αρετή. Την αρετή ακολουθεί ή λύπη και ό κόπος, και από τη λύπη γεννιέται ή ταπείνωση, και στον ταπεινό δίνεται ή χάρη του Θεού. Λοιπόν, ή ανταπόδοση της θείας Χάρης δε δίνεται για την απλή αρετή, ούτε για τον κόπο πού τη συνοδεύει, αλλά για την ταπείνωση πού γεννιέται άπ' αυτά. Και αν λείψει ή ταπείνωση, τα πρώτα, δηλ. τα ενάρετα έργα και ό κόπος τους, γίνονται μάταια.
Ό Κύριος σοφίζει τον ταπεινό
Όποιος εξευτελίζει τον εμπαθή εαυτό του και τον ταπεινώνει, αυτός θα γίνει σοφός από τον Κύριο. Και όποιος έχει την ιδέα ότι είναι σοφός, αυτός θα χάσει τη σοφία του Θεού.
Και μόνο ή ταπείνωση μπορεί να παρασταθεί ενώπιον τον Θεον και να πρεσβεύσει για μας
Ή κατάσταση της ταπείνωσης, και χωρίς να συνοδεύεται από έργα αγαθά, όπως στην περίπτωση του άρρωστου, ή του εγκλείστου μονάχου, πολλά αμαρτήματα συγχωρεί τα έργα όμως, χωρίς την ταπείνωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά και πολλά κακά μας προκαλούν. Λοιπόν, με την ταπείνωση, όπως ανέφερα, να περιμένεις τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Και όπως το αλάτι συντηρεί και νοστιμίζει κάθε τροφή, έτσι είναι και ή ταπείνωση για κάθε αρετή και μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτημάτων. Γι' αυτή λοιπόν την ταπείνωση είναι ανάγκη να λυπάσαι, αδιαλείπτως, ανάλογα βέβαια με τις δυνάμεις σου, μέχρι να την αποκτήσεις. Και όταν την αποκτήσουμε στο κελί της ησυχίας μας, όπου ζούμε εντελώς απομακρυσμένοι από τον κόσμο, μας κάνει παιδιά του Θεού και χωρίς να μπορούμε να κάνουμε αγαθά έργα, όπως οι άνθρωποι πού έχουν επαφή με τον κόσμο, μας φέρνει στο Θεό. Χωρίς αυτήν όλα τα έργα μας είναι μάταια, και όλες οι αρετές, και όλες οι εργασίες μας.
Λοιπόν, ό Θεός θέλει την αλλοίωση των λογισμών μας διότι με τους καλούς λογισμούς προοδεύουμε, και με τους κακούς λογισμούς εξαχρειωνόμαστε. Μόνη ή ταπείνωση, χωρίς άλλη βοήθεια, είναι ικανή να παρασταθεί ενώπιον του Θεού και να πρεσβεύσει για μας.
Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης
Αυτόν πού έφτασε σε πολύ μεγάλα ύψη ταπεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδικούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για κείνο το πράγμα, για το όποιο αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκοφαντίες σαν να είναι αλήθεια, και δε φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. Μερικοί μάλιστα, με τη θέληση τους, κατάφεραν να τους ονομάζουν οί άλλοι ακόλαστους, ενώ δεν ήταν άλλοι πάλι δέχτηκαν με υπομονή να τους ονομάζουν μοιχούς, χωρίς να είναι και, δακρύζοντας, φόρτωναν στον εαυτό τους την πικρή ανταμοιβή μιας αμαρτίας πού δε διέπραξαν, και κλαίγοντας ζητούσαν, άπ' αυτούς πού τους είχαν συκοφαντήσει, συγχώρηση για την αμαρτία πού δεν έκαμαν, ενώ ήταν στεφανωμένοι στην ψυχή με το στεφάνι της καθαρότητας και της αγνότητας. Άλλοι πάλι, για να μη δοξαστούν για την κρυμμένη μέσα τους ενάρετη κατάσταση τους, έκαναν τον παλαβό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σταθερά γαλήνιοι και καρυκευμένοι με το θεϊκό αλάτι, ώστε για την άκρα τελειότητα τους αξιώθηκαν να έχουν τους αγίους Αγγέλους κήρυκες των ανδραγαθημάτων τους.
Σύ λοιπόν νομίζεις πώς έχεις ταπείνωση άλλοι όμως κατηγορούσαν τον εαυτό τους, ενώ εσύ δεν μπορείς να υποφέρεις ούτε όταν οι άλλοι σε κατηγορούν. Ωστόσο σκέφτεσαι ότι είσαι ταπεινόφρων. Εάν πράγματι είσαι ταπεινόφρων, δοκίμασε τον εαυτό σου αν δε σε πιάνει ταραχή όταν σε συκοφαντούν και σε αδικούν.
Ποια είναι τα δείγματα της εξαιρετικής ταπείνωσης των ησυχαστών;
Όπως ή οίηση (ή υψηλοφροσύνη) με τους λογισμούς της αμαρτωλής φαντασίας διασκορπίζει την ψυχή και την κάνει να περιπλανάται σ' όλη την κτίση, έτσι και ή ταπείνωση συμμαζεύει την ψυχή στην ησυχία. Και όπως ή ψυχή δεν είναι γνωστή ούτε ορατή στους σωματικούς οφθαλμούς, έτσι και ό ταπεινόφρων παραμένει άγνωστος κατά την πρόθεση του μεταξύ των ανθρώπων. Και όπως ή ψυχή μέσα στο σώμα είναι κρυμμένη και δεν μπορούν να τη δουν οι άνθρωποι στις μεταξύ τους συναναστροφές, έτσι και ό ταπεινόφρων πού έφτασε σε πολύ μεγάλα μέτρα: όχι μόνο δε θέλει να τον βλέπουν και να τον ξεχωρίζουν οι άνθρωποι επειδή είναι απόμακρος και στερημένος των πάντων, αλλά τούτο κυρίως θέλει αν είναι δηλ. δυνατό, να διεισδύσει μέσα στα μυστικά βάθη της ύπαρξης του και να πάει να κατοικήσει σε ήσυχο τόπο, και να αφήσει όλες τίς παραστάσεις και τίς σκέψεις πού συνδέονται με τίς αισθήσεις της κοσμικής ζωής, και να γίνει σαν να μην υπάρχει και να μη γεννήθηκε για τον κόσμο, και να είναι παντελώς άγνωστος ακόμη και στον εαυτό του. Και όσο αυτός ό άνθρωπος παραμένει στον κόσμο σαν τον κρυμμένο θησαυρό, τόσο και ολόκληρη ή ύπαρξη του πλησιάζει στον Κύριο και Θεό του.
Ό ταπεινόφρων δεν αναπαύεται ποτέ στο να βλέπει μαζεμένους ανθρώπους σ' έναν τόπο ούτε αναπαύεται στην ταραχή του πλήθους, και στις κινήσεις και στις φωνές και στα ξανοίγματα και στις φροντίδες και στην ηδονή, από την οποία προέρχεται ή ασωτία ούτε αναπαύεται στα κοσμικά λόγια και στις συναναστροφές και στο διασκορπισμό των αισθήσεων αλλά μάλλον προτιμά να ζει μόνος του στην ησυχία, και να μη τον λογαριάζουν οί άλλοι. Και πιο πολύ ποθεί τη σμικρότητα, την ακτημοσύνη, την πενία. Και προτιμά πάντοτε να είναι εύκαιρος και αμέριμνος, χωρίς να συγχύζεται ό νους του από τα πράγματα του κόσμου, για να μην περιπλανιούνται οί λογισμοί του εδώ κι εκεί. Διότι έχει πεισθεί ότι, εάν αρχίσει ν' ασχολείται με πολλά πράγματα, δεν μπορεί να ξεφύγει τη σύγχυση των λογισμών διότι τα πολλά πράγματα συνεπάγονται πολλές φροντίδες και ποικίλους και σύνθετους λογισμούς, πού τον απομακρύνουν από την απλότητα. Εάν λοιπόν μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, θα παύσει να είναι υπεράνω των κοσμικών φροντίδων, θα γίνουν πολλές οί ανάγκες του, θα χάσει την ειρήνη και τη μοναδική απασχόληση του νου του με τους άριστους λογισμούς. Και εάν οί υλικές και σωματικές του ανάγκες τον εμποδίζουν από τους καλούς και σωτήριους λογισμούς, τότε αρχίζει να βλάπτεται ό ίδιος και να βλάπτει τους άλλους. Από δω και πέρα ανοίγει ή πόρτα για να μπαίνουν μέσα του τα πάθη, και φεύγει ή γαλήνη πού φέρνει ή διάκριση, και χάνεται ή ταπείνωση, και κλείνει ή πόρτα της ειρήνης. Επειδή λοιπόν όλα αυτά είναι επικίνδυνα, φυλάγει συνεχώς τον εαυτό του από τις πολλές φροντίδες και ενασχολήσεις και, έτσι, σε κάθε περίσταση βρίσκει τον εαυτό του στη γαλήνη του Θεού, και στην ανάπαυση, και στην ειρήνη, και στην επιείκεια, και στην ευλάβεια.
Στον ταπεινόφρονα δε βλέπεις ποτέ βιασύνη και σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερμούς και κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ό ουρανός με τη γη, ό ταπεινόφρων δε θορυβείται. Κάθε ήσυχος και πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος και ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συνεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμένους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυτό εννοούσε ό Κύριος, ό πράος και ταπεινός, όταν είπε: «Μάθετε άπ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και εύρήσετε άνάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11, 21). Ό ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι' αυτόν πού να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταράξει. Και όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ό νους του. Και αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ό ταπεινόφρων δεν ανήκει σ' αυτό τον κόσμο διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται και αλλοιώνεται ή ύπαρξη του, ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό και χαλαρώνει. Όλη ή ευφροσύνη και ή χαρά του ή αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου και Θεού του. Την ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει ή επιείκεια και ή αυτοσυγκέντρωση. Την ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημένη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά και αριστερά και περισπάται ή προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θύμου, αισθήσεις συμμαζεμένες, λίγα και ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπομονή, αφοβία, ανδρεία της καρδιάς, πού αποστρέφεται τις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. Και πάνω άπ' όλα αυτά, πρέπει να βρίσκεται ό ασκητής σε παντοτινή ησυχία και να μη γνωρίζει τα κοσμικά πράγματα και τα πάθη.
Ό ταπεινόφρων ποτέ δεν αισθάνεται αναγκασμένος να ταραχθεί ή να συγχυσθεί. Και όταν είναι μόνος του, ντρέπεται και ευλαβείται τον εαυτό του ως εικόνα Θεού. Και μου προκαλεί θαυμασμό ότι ένας πραγματικά ταπεινόφρων ασκητής δε θα τολμήσει να προσευχηθεί με δικά του λόγια, όταν αρχίσει την ευχή, ούτε θα θεωρήσει τον εαυτό του άξιο για προσευχή, ούτε θα τολμήσει να ζητήσει τίποτε άλλο εκτός από τη βασιλεία του Θεού ούτε έχει ανθρώπινη συναίσθηση της προσευχής, παρά μονάχα σιωπά ό νους του, και περιμένει το έλεος του Θεού. Και, καθώς κλίνει το πρόσωπο του προς τη γη και ή καρδιά του είναι υψωμένη στην αγιότατη και υψηλή πύλη του ουρανού, περιμένει να ακούσει ποιο είναι γι' αυτόν το θέλημα του ενδόξου και προσκυνητού Θεού του Θεού πού ό θρόνος του είναι στα σύννεφα, πού θαμπώνει τα μάτια των Σεραφείμ, και πού ή δύναμη και ή σοφία και ή αγαθότητα του κάνει να σιωπούν όλα τα αγγελικά τάγματα. Μόνο αυτό τολμά ό ταπεινόφρων να πει και να ζητήσει στην προσευχή του: Ας γίνει, Κύριε, ή ζωή μου κατά το πανάγιο θέλημα σου. Και εμείς την ίδια ευχή να λέμε για τον εαυτό μας. Αμήν.
Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση
Ρωτήσανε οι μοναχοί τον άββά Ισαάκ πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει ταπείνωση και είπε:
Να μην ξεχνάει ότι έκαμε αμαρτίες στη ζωή του και να ελπίζει ότι ό θάνατος είναι κοντά. Τα φορέματα του να είναι ευτελή, και σε κάθε περίσταση να προτιμά τον έσχατο τόπο, και πάντοτε να κάνει πρόθυμα τις παρακατιανές εργασίες. Να έχει υπακοή, να σιωπά, και να μην του αρέσει να τρέχει σε συντροφιές κοσμικού πνεύματος, αλλά να θέλει να παραμένει άγνωστος και ασήμαντος. Να μην έχει στο κελί του πράγματα πού να τα θεωρεί όλα δικά του και να αποφεύγει τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, και να μην αγαπά τα υλικά κέρδη. Και, εκτός άπ' αυτά, να μη μέμφεται στο νου του και να μην κατηγορεί κανέναν άνθρωπο, και να μη ζηλοφθονεί, να μην είναι εριστικός, αλλά να ασχολείται με τον εαυτό του, πώς θα ταπεινωθεί και θα αγαπά τον κόσμο. Με δυο λόγια, να ζει μέσα στον κόσμο πού έπλασε ό Θεός σαν ξένος και φτωχός και απομονωμένος από το κακό. Αυτά γεννούν την ταπείνωση και καθαρίζουν την καρδιά.
Ή ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει
Πήγα κάποτε σε έναν παλαιό και ενάρετο γέροντα, ό όποιος με αγαπούσε πολύ. Δεν ήξερε να μιλάει όμορφα, όμως είχε φωτεινή γνώση και βαθιά καρδιά, και έλεγε οσα του υπαγόρευε το άγιο Πνεύμα. Δεν έβγαινε συχνά από το κελί του, παρά μόνο έβγαινε για τις άγιες κοινές ακολουθίες. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του και ζούσε στην ησυχία. Του είπα λοιπόν.
-Πάτερ, μου ήρθε ένας λογισμός: να πάω την Κυριακή στο υπόστεγο της εκκλησίας κι εκεί να καθίσω το πρωί και να φάω, για να με δουν αυτοί πού θα μπαίνουν στο ναό και θα βγαίνουν, και να με καταφρονήσουν.
Σ' αυτά μου απάντησε ό γέροντας έτσι: -Είναι γραμμένο ότι οποίος σκανδαλίζει τον κοσμικό αδελφό του, δε θα δει το φως του Θεού. Εσένα λοιπόν, κανένας δε σε ξέρει σ' αυτό το μέρος, ούτε γνωρίζουν το είδος της ζωής σου και, γι' αυτό, θα πουν ότι οί Μοναχοί είναι λαίμαργοι και τρώνε από το πρωί. Μάλιστα εδώ ζούνε και αρχάριοι αδελφοί, πού έχουν ασθενή λογισμό και θα σκανδαλισθούν. Πολλοί άπ' αυτούς σου έχουν εμπιστοσύνη και ωφελούνται από την παρουσία σου και, άμα σε δουν να κάνεις τέτοιο πράγμα, θα βλάφτουν. Οί αρχαίοι πατέρες τα 'καμναν αυτά για να ταπεινωθούν για τις πολλές θαυματουργίες τους και για την τιμή πού απολάμβαναν και για το μεγάλο όνομα πού είχαν αποκτήσει. Και τα 'καμναν αυτά, για να ατιμασθούν, και για να αποκρύψουν τη δόξα της αγίας ζωής τους και για να αποφύγουν τίς αιτίες της υπερηφάνειας. Εσένα όμως, πού δεν έφτασες σε τέτοια μέτρα, τι σε αναγκάζει να κάνεις αυτό πού λες; Δε γνωρίζεις ότι κάθε βαθμίδα πνευματικής ζωής έχει τη δική της τάξη και το δικό της χρονικό στάδιο; Εσύ βέβαια ούτε τέτοια ξεχωριστή πολιτεία έχεις, ούτε τέτοιο μεγάλο όνομα. Γιατί είσαι ένας απλός μοναχός σαν τους άλλους και, άμα κάνεις αυτό πού σκέφτηκες, ούτε τον εαυτό σου θα ωφελήσεις, αλλά και τους άλλους θα βλάψεις. Και πάλι, αυτού του είδους οί υπερβολές δεν είναι για όλους ωφέλιμες, αλλά μόνο στους τέλειους και στους μεγάλους, οί όποιοι έτσι νεκρώνουν τίς αισθήσεις τους. Για τους μεσαίους και τους αρχάριους μια τέτοια πολιτεία είναι επιζήμια, διότι ακόμη χρειάζονται να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους και να επιβάλλονται στις αισθήσεις τους. Οί γεροντάδες πέρασαν αυτό το στάδιο και, όταν θέλουν, μπορούν από όλα να ωφεληθούν. Όπως συμβαίνει με τους εμπόρους πού, όταν είναι άπειροι και αρχίζουν μεγάλες επιχειρήσεις, προκαλούν μεγάλες ζημίες στους εαυτούς τους όμως στις μικρές επιχειρήσεις γρήγορα πηγαίνουν μπροστά. Και πάλι, όπως είπα, κάθε είδος εργασίας έχει τη δική της τάξη, και κάθε βαθμίδα πολιτείας έχει το δικό της χρονικό στάδιο. Όποιος λοιπόν αρχίζει υπέρμετρη άσκηση πριν να έλθει ό καιρός του, εκτός του ότι δεν κερδίζει τίποτε, διπλασιάζει τη βλάβη για τον εαυτό του. Εάν επιθυμείς την άσκηση πού έχει ό λογισμός σου, να υπομείνεις πρώτα με χαρά την ακούσια ατιμία πού επιτρέπει ή οικονομία του Θεού να σε βρει, και να μην ταραχθείς, μήτε να μισήσεις αυτόν πού σε ατιμάζει. Αυτά με συμβούλεψε αυτός ό σοφός γέροντας.
Ό θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο
Μην πιστέψεις στον εαυτό σου ότι είσαι δυνατός στην αρετή, μέχρι να δοκιμασθείς στους πειρασμούς και βεβαιωθείς ότι ή καρδιά σου είναι αμετάθετη. Να αποκτήσεις μέσα σου ορθή και σταθερή πίστη, για να μπορέσεις, με τη δύναμη της, να καταπατήσεις τους εχθρούς σου και να 'χεις το νου σου συμμαζεμένο, και να μην πάρεις θάρρος από τη δύναμη σου, οποία και να 'ναι, για να μην παραχωρήσει ό Θεός και δοκιμάσεις πόσο αδύνατος είσαι από τη φύση σου, και πέσεις στην αμαρτία, και τότε θα μάθεις για τα καλά την αδυναμία σου. Μήτε να πιστέψεις στις γνώσεις σου, για να μην μπει στη μέση ό διάβολος, και σου στήσει παγίδα με την πανουργία του. Ποτέ να μην καυχηθείς για τα έργα πού κατόρθωσες, για να μην καταντροπιαστείς. Γιατί για όποιο πράγμα καυχιέται ό άνθρωπος, σ' αυτό επιτρέπει ό Θεός να αλλάξει ή κατάσταση, για να ταπεινωθεί και να μάθει, έτσι, τι θα πει ταπείνωση. Γι' αυτό πρέπει, όσα συμβαίνουν, να τα αποδίδεις στη θεία πρόνοια, και να μην πιστεύεις ότι σ' αυτή τη ζωή υπάρχει τίποτε πού να μη μεταβάλλεται.
Ό υπερήφανος δεν έχει πνευματική δράση
Ό υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι και ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Γιατί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι και δε βλέπει; Γι' αυτό και υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος όλων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος και ασθενέστερος των ταπεινών, και δεν μπορεί να μάθει και να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Και ό Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέλημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών.
Ή υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό
Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Ή πίστη πηγαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ ή υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, πού κάνει λεπτούς και έξυπνους συλλογισμούς, και παρουσιάζει τα πράγμα τα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό.
Τα μεγάλα, αλλά χωρίς ταπείνωση, ασκητικά κατορθώματα συντρίβουν τον αγωνιστή και τον κάνουν καταγέλαστο στους δαίμονες
Το όνομα του ήταν Μαλπάς. Καταγόταν από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας και φαινόταν ότι ζούσε σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, υπομένοντας σκληραγωγίες και θλίψεις. Αυτός λοιπόν εφεύρε την αίρεση των Ευχιτών. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν μαθητής του μακαρίου Ιουλιανού, πού ονομαζόταν Σαβάς, και για μικρό διάστημα πήγε μαζί του στο Σινά και στην Αίγυπτο και συνάντησε τους μεγάλους πατέρες εκείνου του καιρού. Είδε και το Μέγα Αντώνιο και άκουσε άπ' αυτόν λόγια μυστικής θεολογίας για την καθαρότητα και τη σωτηρία των ψυχών, και τον άκουσε να απαντά σε ερωτήσεις λεπτές για τα πάθη. Ερμήνευσε λοιπόν, με τίς απαντήσεις του, ό Άγιος ότι ό νους, μετά την κάθαρση του, δέχεται θαυμαστό φωτισμό για τα μυστήρια του Πνεύματος, και ότι ή ψυχή μπορεί με τη χάρη του Θεού να αξιωθεί να δεχθεί την απάθεια, όταν βγάλει από πάνω της τα παλιά πάθη με την εργασία των εντολών του Θεού, και επανακτήσει την υγεία της φύσης της, πού είχε κατά τη δημιουργία του κόσμου. Και σαν άκουσε αυτά τα λόγια ό Μαλπάς, στην ακμή της νιότης του, έγινε θερμός σαν τη φωτιά και ήρθε στην πόλη του, οπότε άναψε μέσα του το πάθος της φιλοδοξίας, και βρήκε έναν έρημο και ήσυχο τόπο, όπου αναχώρησε και αφιέρωσε τον εαυτό του σε αγώνες και σε σκληρές δοκιμασίες και σε αδιάλειπτες προσευχές. Και άναψε για τα καλά μέσα του το πάθος της δοξομανίας, ελπίζοντας να φθάσει σε υψηλά μέτρα, για τα όποια είχε ακούσει από τον άγιο Αντώνιο. Όμως δεν έμαθε, δυστυχώς, την τέχνη πώς να πολεμά τους νοητούς εχθρούς της αγιοσύνης, και δεν κατάλαβε τι ενέδρες και δόλους και πανουργίες μετέρχεται ό αντίπαλος, για να εξαπατήσει τους ισχυρούς και να τους φέρει στην απώλεια. Γι' αυτό το λόγο στηρίχθηκε ό ταλαίπωρος μόνο στους αγώνες, και στις στενοχώριες, και στην ακτημοσύνη, και στην άσκηση, και στην εγκράτεια, χωρίς όμως να αποκτήσει την εξουδένωση του εγωισμού του, και την ταπείνωση, και τη συντριβή της καρδιάς (πού είναι όπλα αήττητα στον πόλεμο πού ξεσηκώνει ό πονηρός), και χωρίς να θυμηθεί το λόγο της Γραφής πού λέει: «Όταν κάμετε όλα τα έργα, και φυλάξετε όλες τίς εντολές, και υπομείνετε τίς θλίψεις, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ως άχρηστους δούλους» (Λκ. 17, 10). Έτσι λοιπόν, θερμαινόταν με την υψηλοφροσύνη του, πού την έτρεφε ή εργασία των ασκητικών του αγώνων, και φλεγόταν από την επιθυμία να αποκτήσει τα μεγάλα χαρίσματα πού άκουσε. Και υστέρα από πολύ καιρό, σαν τον είδε ό διάβολος κούφιο από ταπείνωση, και ότι το μόνο πού επιθυμούσε ήταν να γνωρίσει τα θαυμάσια μυστήρια του Θεού πού άκουσε, του παρουσιάσθηκε μέσα σε εξαίρετο φως λέγοντας του: Εγώ είμαι ό παράκλητος, και με έστειλε ό πατέρας σε σένα, για να σε αξιώσω επιτέλους να γνωρίσεις τα θαυμάσια του Θεού, πού επιθυμείς ως ανταμοιβή των αγώνων σου, και να σου χαρίσω την απάθεια, και να σε απαλλάξω στο εξής από τον κόπο της άσκησης. Ως αντίβαρο, θα λέγαμε, για όλα αυτά πού του υποσχέθηκε, ζήτησε από κείνων τον δύστυχο να τον προσκυνήσει! Κι εκείνος ό ανόητος, μη κατανοώντας τον πόλεμο πού άρχισε ό διάβολος, αμέσως και μετά χαράς τον δέχθηκε και τον προσκύνησε, και αμέσως πέρασε στη δαιμονική εξουσία. Και αντί της θεωρίας των θαυμάσιων του Θεού, τον γέμισε με δαιμονικές φαντασίες, και τον έκαμε ν' αφήσει την εργασία των αρετών του Θεού, και τον εξύψωσε, και τον χλεύασε για την κούφια ελπίδα της απάθειας, λέγοντας του: Τώρα πια δε χρειάζεσαι τα ασκητικά έργα, και τίς ταπεινώσεις του σώματος, και τον αγώνα ενάντια στα πάθη και τίς κατώτερες επιθυμίες. Στο τέλος τον έκαμε αρχηγό της αίρεσης των Ευχιτών.
----* Οί Ευχίτες, ή Μασσαλιανοί στη συριακή γλώσσα, εμφανίσθηκαν το β' μισό του Δ' αιώνα στη Μεσοποταμία. Ή πλάνη τους έφτασε μέχρι τη Θράκη και την Αίγυπτο. Είχαν μακριά μαλλιά και ζούσαν μαζί άνδρες και γυναίκες. Αποστρέφονταν την εργασία και ζούσαν ζητιανεύοντας. Ή διδασκαλία τους λέει ότι κάθε άνθρωπος κληρονομεί, με τη γέννηση του, και ένα δαίμονα, τον όποιο δεν μπορεί να εκδιώξει το βάπτισμα. Ή εκδίωξη του, και ή εκρίζωση της αμαρτίας, επιτυγχάνονται με επίμονη προσευχή. Γι' αυτό, περιφρονούσαν τα μυστήρια της Εκκλησίας και δέχονταν ότι με τη συνεχή προσευχή έρχεται το άγιο Πνεύμα, πού ή παρουσία του ήταν γι' αυτούς αισθητή και ορατή. Πίστευαν ότι έφταναν στην απάθεια, ότι αποκτούσαν προφητική δύναμη και ότι έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια τον Πατέρα και τίς αόρατες δυνάμεις. Υποστήριζαν ακόμη ότι έβλεπαν την κατάσταση των ψυχών των πεθαμένων, και τους στοχασμούς και τίς διαθέσεις των ανθρώπων. Καταδικάσθηκαν από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 8, 814π.
Όταν τελείωσε τη δουλειά του ό διάβολος, και φανερώθηκε ή βέβηλη και κάλπικη διδασκαλία του Μαλπά, αυτός και οι οπαδοί του διώχτηκαν από τον επίσκοπο της πόλης.
Ήταν κι ένας άλλος, ονομαζόμενος Άσινάς, πού ζούσε στην ίδια πόλη πού ανέφερα παραπάνω, στην Έδεσσα, και συνέθεσε πολλά τραγουδάκια με τρεις λέξεις στον κάθε στίχο. Αυτός φαινόταν να ζει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα και, χωρίς διάκριση, επιδόθηκε σε σκληρότερους ασκητικούς αγώνες, μέχρι να δοξαστεί από τον κόσμο ως άγιος. Αυτόν τον πλάνησε ό διάβολος, και τον έβγαλε από το κελί του, και τον έβαλε να σταθεί όρθιος επάνω σ' ένα βουνό, πού το λέγανε Στόριο, και έκαμε μια φανταστική σύνθεση (όχι πραγματική δηλ.) με άρματα και ιππείς, του τα 'δειξε και του είπε: ό Θεός με έστειλε να σε πάρω, όπως έγινε με τον προφήτη Ηλία. Και καθώς, αυτός ό Άσινάς, απατήθηκε από τον διάβολο εξαιτίας της ανοησίας του, ανέβηκε να καθίσει πάνω στο άρμα, οπότε διαλύθηκε όλο εκείνο το σκηνικό της φαντασίας, και κατέπεσε από μεγάλο ύψος κάτω στα ριζά του βουνού, και πέθανε γελοιοποιημένος.
Αυτά τα παραδείγματα τα ανέφερα όχι χωρίς λόγο, αλλά για να μάθουμε πώς μας εμπαίζουν οι δαίμονες, πού διψούν για την απώλεια των αγωνιστών, και να μην επιθυμήσουμε, προτού να μάθουμε καλά την ταπείνωση, τις υψηλές πνευματικές αναβάσεις, για να μη γίνουμε καταγέλαστοι από τον πονηρό εχθρό μας. Διότι βλέπω, ακόμη και σήμερα, ότι νέοι άνθρωποι, γεμάτοι με τα πάθη τους, φλυαρούν και αποφαίνονται χωρίς κανένα δισταγμό για τα μυστήρια του Θεού! (392-4).
Και οι άγιοι υπόκεινται σε πτώσεις. Να μην υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έχεις από το Θεό. Να ταπεινωθείς μόλις αισθανθείς το άγγιγμα της υψηλοφροσύνης
Ό άγιος Μακάριος έγραψε μια επιστολή με πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα, για να την έχουν στη μνήμη τους οι αδελφοί και να διδαχθούν, ώστε να μην πέσουν στην απόγνωση, όταν μεταπίπτουν από την κατάσταση της θείας χάρης στον πνευματικό κίνδυνο και στη σύγχυση. Διότι, όσοι βρίσκονται στην κατάσταση της καθαρότητας, υπόκεινται σε πτώσεις, και μάλιστα ενώ δε ζουν σε αμέλεια και δε βρίσκονται σε πνευματική παραλυσία. Όπως δηλ. συμβαίνει και με τον καιρό, όπου το ψύχος διαδέχεται τη ζέστη. Ενώ λοιπόν πορεύονται σύμφωνα με τον μοναχικό τους κανόνα, συμβαίνουν σ' αυτούς πτώσεις, πού είναι βέβαια αντίθετες προς τη βούληση τους. Άλλα και ό άγιος Μάρκος, έχοντας, όπως και ό άγιος Μακάριος, ακριβή πείρα του πράγματος, μας δίνει τη δική του μαρτυρία γι' αυτό το θέμα, σε επιστολές πού έγραψε. Έχοντας, τώρα πια, δύο μάρτυρες, θα μπορεί ό άνθρωπος, όταν βρεθεί στην ανάγκη, να δεχθεί την παρηγοριά του χωρίς κανένα δισταγμό. τι λέγει λοιπόν ό άγιος Μάρκος; «Αλλοιώσεις, λέει, γίνονται στον καθένα, όπως συμβαίνει με τίς τέσσερις εποχές». Πρόσεξε εκείνη τη λέξη, «στον καθένα», πού σημαίνει ότι ή ανθρώπινη φύση είναι μία και, επομένως, όλοι υποκείμεθα σε μεταβολές. Μη νομίσεις δηλ. ότι ό άγιος είχε στο νου του μόνο τους αρχάριους και τους ελάχιστους, και ότι οι τέλειοι και προχωρημένοι δεν υπόκεινται τάχα σε πνευματικές μεταβολές, και ότι βρίσκονται πάντα, χωρίς να παρεκκλίνουν, σε μια ανώτερη κατάσταση, χωρίς εμπαθείς λογισμούς. Αυτά τα λένε, δυστυχώς, οι Ευχίτες. Γι' αυτό λοιπόν ανέφερε στο κείμενο του «στον καθένα».
Λέει ό άγιος Μακάριος: Τώρα έχουμε ψύχος, και μετά, ακολουθεί καύσωνας, και ίσως χαλάζι, φουρτούνα, και καλοσύνη. Έτσι γίνεται, λέει, και με την άσκηση μας. Πόλεμος από τον πονηρό, και βοήθεια από τη θεία χάρη. Καμιά φορά γίνεται στην ψυχή τρικυμία, και την προσβάλλουν κύματα δυνατά. Και πάλι, υστέρα, έχουμε την καλή αλλοίωση, καθώς επισκέπτεται την καρδιά ή θεία χάρη, και την γεμίζει με θεϊκή χαρά και ειρήνη, και με λογισμούς σώφρονες και ειρηνικούς.
Αναφέροντας ό άγ. Μακάριος, εδώ, τους «σώφρονες λογισμούς», υπονοεί ότι οι προηγούμενοι ήταν κτηνώδεις και ακάθαρτοι. Συνεχίζει λοιπόν και συμβουλεύει: Εάν μετά άπ' αυτούς τους λογισμούς, τους σώφρονες και τους επιεικείς, ακολουθούν πονηροί λογισμοί, να μη λυπηθούμε και φτάσουμε στην απόγνωση κι όταν βρισκόμαστε στην ανάπαυση πού δίνει ή θεία χάρη, να μην καυχηθούμε, παρά, ενώ χαιρόμαστε, να περιμένουμε τη θλίψη. Όμως μας συμβουλεύει να μην αφήνουμε και κάνει κατοχή στην καρδιά μας ή λύπη, όταν ακολουθήσουν πτώσεις
Και ενώ οι πτώσεις στρέφονται εναντίον μας, όμως εμείς να τίς δεχόμαστε με χαρά, λέει, ως κάτι το φυσικό και ανθρώπινο. Και να μην απελπιστούμε σαν εκείνον πού περιμένει τέλεια και αναλλοίωτη ανάπαυση, και δεν μπορεί να δεχθεί ότι και πάλι θα αγωνισθεί, και θα λυπηθεί στη ζωή του, και ότι θα του συμβούν ανεπιθύμητα και ενάντια στο θέλημα του Θεού πράγματα. Και αυτό πού είπαμε, το οικονόμησε ό Θεός, για να μη μείνουμε τελείως άνεργοι -εννοώ σε ασκητικούς αγώνες- και αποχαυνωθούμε και πέσουμε στην απόγνωση, και μείνουμε ακίνητοι στο δρόμο της αρετής. Και συμπληρώνει ό άγιος: Να ξέρεις ότι όλοι οι άγιοι καταπιάνονταν με τους συνεχείς ασκητικούς αγώνες. Όσο είμαστε σ' αυτό τον κόσμο, ή μεγάλη παρηγοριά μας από τα λυπηρά έρχεται μέσα μας με τρόπο μυστικό. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ό Θεός ζητάει να δοκιμάσει την προς αυτόν αγάπη μας με την πάλη και τον αγώνα μας κατά των πειρασμών. Να μη μας καταβάλλει ή λύπη, θα πει να μην παραμελούμε τον αγώνα μας. Έτσι προκόβουμε, ό κάθε μοναχός, στο δρόμο της αρετής. Όποιος θέλει να ξεφύγει από τούτο τον αγώνα και να παρεκκλίνει, αυτός είναι σαν τους λύκους. Και με αύτη τη σύντομη και θαυμαστή παρομοίωση θέλει να πει ότι, όπως ό λύκος δε θέλει να βαδίζει στον κανονικό δρόμο, έτσι και ό μοναχός πού δε θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι, πού δεν περπατήθηκε από τους αγίους πατέρες. Γι' αυτό χρειάζεται οι θλίψεις να διαδέχονται τη χαρά. Όμως μετά τίς θλίψεις, με την ενέργεια της χάρης του Θεού έρχονται μέσα μας καλοί λογισμοί και εκπλήξεις θαυμαστές, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση μας, όπως είπε ό άγιος Μάρκος. Όταν οί άγιοι Άγγελοι μας πλησιάσουν, γεμίζουμε με πνευματική κατάσταση, οπότε όλα τα λυπηρά και τα ενάντια αναχωρούν, και γίνεται ειρήνη και άρρητη γαλήνη, για όσο καιρό ζει κανείς σ' αυτή την κατάσταση. Όταν λοιπόν σε επισκιάσει ή χάρη του Θεού, και έρθουν κοντά σου και σε περιτειχίσουν οί άγιοι Άγγελοι, και απομακρυνθούν όλοι οί πειρασμοί, τότε να μη σε πιάσει ή έπαρση και βάλεις ιδέα ότι έφτασες στο λιμάνι, οπού δεν πιάνει πια τρικυμία, και ότι ό αέρας πού σε περιβάλλει είναι αμετάβλητος, και ότι μια για πάντα γλίτωσες από την ταραχώδη θάλασσα και τους άνεμους της, και ότι δε θα σε βρει ξανά ό εχθρός και το κακό. Διότι πολλοί, όπως είπε και ό μακάριος άββάς Νείλος, έκαναν τέτοιες σκέψεις, και έπεσαν σε κινδύνους. Η, πάλι, μην ξεχαστείς και βάλεις στο νου σου, ότι τάχα έγινες ανώτερος από τους άλλους, τους πολλούς, και ότι σε σένα αρμόζει να είσαι μόνιμα σε τέτοια χαρισματική κατάσταση, και όχι σε άλλους, επειδή τάχα ή πολιτεία τους είναι κατώτερη, και ή γνώση τους είναι ελλιπής. Μην υποβαθμίζεις λοιπόν τους άλλους και λες ότι «εγώ έπρεπε και έφθασα στην τελειότητα της αγιότητας, και σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, και στη χαρά την αμετάβλητη», διότι όλα αυτά είναι υπερήφανοι στοχασμοί. Αντί γι' αυτά, να καθίσεις και να συλλογισθείς τους ακάθαρτους λογισμούς σου, και τίς απρεπείς φαντασίες πού μπήχτηκαν στο μυαλό σου τον καιρό της πνευματικής σου τρικυμίας και της ταραχής και της αταξίας των λογισμών σου, πού πριν από λίγο, ενώ ήσουν σκοτισμένος, επαναστάτησαν εναντίον σου να συλλογισθείς δηλ. πώς τόσο γρήγορα έκλινες τότε προς τα πάθη, και έζησες μαζί τους με το σκοτεινό νου σου, και δεν ντράπηκες, ούτε σ' έπιασε δέος για τη θεϊκή δράση πού είχες, και για τα χαρίσματα πού είχες δεχθεί πρωτύτερα. Και να ξέρεις ότι όλα αυτά -την ταραχή, την αταξία των λογισμών κ.τ.λ.- ή πρόνοια του Θεού τα έφερε σε μας για να ταπεινωθούμε, γιατί ό Θεός μας νοιάζεται και οικονομεί στον καθένα μας ξεχωριστά τι πρέπει να πάθει, για να βάλει μυαλό. Εάν λοιπόν υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έλαβες, και δεν είναι δικά σου, σε αφήνει και πέφτεις τότε σ' εκείνα τα αμαρτήματα, για τα όποια είχες μόνο λογισμούς και πειρασμούς.
Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος και να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου αρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, πού σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, και όταν αρχίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ό άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε και δάκρυσε και να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτήσεις ταπείνωση και να γλιτώσεις από την πτώση. Όμως και πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλλά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό και άφησε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.
Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ό πειρασμός της πορνείας
Όταν το σώμα σου ημερέψει με την εγκράτεια, με την αγρυπνία και με την προσοχή της καρδιάς, πού ευνοείται από την ησυχία των αισθήσεων, και εντούτοις αρχίζεις και αισθάνεσαι στο σώμα σου την οξύτητα του πάθους της πορνείας, το όποιο δεν προέρχεται από τη φυσική λειτουργία του οργανισμού, να ξέρεις ότι δέχθηκες λογισμούς υπερηφάνειας και γι' αυτό σε πειράζει ό δαίμονας. Σ' αυτή την περίπτωση ταπείνωσε πολύ την τροφή σου και το στομάχι σου, και ψάξε να βρεις τι λογισμούς δέχθηκες, και μάθε ότι αλλοιώθηκε ή φύση σου και ότι τα έργα της είναι έξω από τη φυσική τους τάξη, και τότε, αν ή μετάνοια σου είναι αληθινή, θα σε ελεήσει ό Θεός και θα σε φωτίσει να μάθεις την ταπείνωση, για να μην αυξηθεί ή υπερηφάνεια σου. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε πρόθυμα, μέχρις ότου δούμε μέσα μας τη μετάνοια, και βρούμε την ταπείνωση, και αναπαυθεί ή καρδιά μας εν τω Θεώ.

 
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Ό Θεός δεν ακούει αμέσως τις ικεσίες των αμελών και ανώριμων

Όταν είσαι άρρωστος, να πεις: Μακάριος είναι οποίος αξιώθηκε από το Θεό να υποστεί άγιες δοκιμασίες, με τις όποιες κληρονομούμε την αιώνια ζωή. Διότι ό Θεός επιφέρει τις αρρώστιες για να αποκτήσει ή ψυχή υγεία. Ένας άγιος είπε ότι ό μοναχός πού δεν υπηρετεί τον Κύριο θεαρέστως, και πού δεν αγωνίζεται με ζήλο για τη σωτηρία της ψυχής του, αλλά είναι αμελής στην άσκηση των αρετών, εξάπαντος, με την παραχώρηση του Θεού, πέφτει στις θλίψεις, για να μη μείνει αργός και πέσει, από την πολλή αργία, στα χειρότερα πάθη. Γι' αυτό ό Θεός επιφέρει τους πόνους στους ράθυμους και αμελείς, για να μελετούν σ' αυτούς τη σοφία του, και να μην πηγαίνει το μυαλό τους στα μάταια.
Και ό Θεός το κάνει αυτό σ' αυτούς πού τον αγαπούν, για να τους παιδέψει, και να τους δώσει σοφία, και να τους διδάξει το άγιο θέλημα του. Αυτοί οι αμελείς μοναχοί, όταν παρακαλούν το Θεό, κάνει πώς δεν τους ακούει αμέσως, μέχρι να ατονήσει ή ραθυμία τους και μάθουν πολύ καλά, ότι όλες αυτές οι θλίψεις τους βρήκαν εξαιτίας της αμέλειας και της τεμπελιάς τους. Στον προφήτη Ησαΐα γράφει: « όταν απλώνετε ικετευτικά τα χέρια σας σε μένα, λέει ο Κύριος, θα πάρω τα μάτια μου από πάνω σας. Εάν πληθύνετε τις ικεσίες σας, δε θα σας ακούσω»! (Ήσ. 1, 15). Αυτό βέβαια λέχθηκε για άλλους ανθρώπους, του καιρού εκείνου, αλλά σίγουρα το νόημά του αναφέρεται σ' αυτούς πού εγκαταλείπουν τον άγιο δρόμο του Κυρίου.
Αφού λέμε ότι ό Θεός είναι πολυέλεος και ,πολύ εύσπλαχνος, για ποιο λόγο, στις θλίψεις μας, ενώ τον παρακαλούμε συνέχεια στις προσευχές μας, δε μας ακούει, αλλά παραβλέπει τη δέηση μας; Την απάντηση τη βρίσκουμε και πάλι στον προφήτη Ησαΐα (59, 1): «Δεν είναι κοντό το χέρι του Κυρίου, ώστε να μη φτάνει να σας σώσει, ούτε είναι βαρήκοος, ώστε να μη σας ακούει, αλλά είναι οι αμαρτίες σας πού έκαμαν το Θεό να μη σας ακούει». Να θυμάσαι πάντοτε το Θεό, σε κάθε περίσταση, και θα σε θυμηθεί ό Θεός, όταν πέσεις σε πειρασμούς.
Ένας από τους αγίους πατέρες μας έγραψε ότι οποίος δε λογαριάζει τον εαυτό του για αμαρτωλό, ή προσευχή του δεν είναι ευπρόσδεκτη από τον Κύριο.
Εάν ζητήσεις κάτι από το Θεό, και δεν εισακουσθείς γρήγορα, μη λυπάσαι γιατί εσύ δεν είσαι πιο σοφός από το Θεό. Αυτό το κάνει ό Θεός από μακροθυμία: ή δηλ. γιατί είσαι ανάξιος να δεχθείς την εκπλήρωση του αιτήματος σου, και άρα θα ζημιωθείς αν το λάβεις, ή γιατί ή κατάσταση και ή πορεία της καρδιάς σου δεν είναι ανάλογη με τα αιτήματα σου, , ή γιατί δεν έφθασες ακόμη σε τέτοια πνευματικά μέτρα, ώστε να μπορείς να δεχθείς το χάρισμα πού ζητάς
Διότι δεν πρέπει να επιβάλλουμε στον εαυτό μας να δέχεται πράγματα πού ακόμη δεν αντέχουν τα μέτρα μας, για να μην αχρηστευθεί αυτό πού θα μας χαρίσει ό Θεός, με το να το λάβουμε γρήγορα. Διότι ότι λαμβάνουμε εύκολα, γρήγορα το χάνουμε ενώ ένα πράγμα πού το αποκτάμε με καρδιακό πόνο, το φυλάγουμε σαν θησαυρό, με μεγάλη προσοχή.
Ή προσευχή διαλύει τα σύννεφα των παθών
Συμβαίνει συνήθως στους μοναχούς πού αγωνίζονται στην ησυχία, να ταραχθεί ή ψυχή από το σκοτάδι των παθών. Όπως δηλ. οι ηλιακές ακτίνες καλύπτονται από τα σύννεφα, έτσι μπορεί και συ να στερηθείς για λίγο την πνευματική παρηγοριά, από το νέφος των παθών πού επισκιάζει την ψυχή σου, και να φύγει για λίγο από μέσα σου ή χαροποιός δύναμη του Θεού, και να σκεπάσει το νου σου ασυνήθης ομίχλη όμως ας μην ταραχθεί ό λογισμός σου, αλλά να κάνεις υπομονή, και να διαβάζεις τα βιβλία των αγίων διδασκάλων μας, και να ζορίσεις τον εαυτό σου στην προσευχή, και να περιμένεις τη θεία βοήθεια. Και θα 'ρθει αμέσως, χωρίς να καταλάβεις το πώς. Όπως δηλ. οι ακτίνες του ήλιου διώχνουν το σκοτάδι και φωτίζουν τη γη, έτσι μπορεί και ή προσευχή να διαλύσει και να διασκορπίσει από την ψυχή τα σύννεφα των παθών, και να φωτιςει το νου με το φως της θείας χαράς και της παρηγοριάς
Να προσεύχεσαι με το ταπεινό και άκακο φρόνημα τον νηπίου
Όταν παρασταθείς ενώπιον του Θεού να προσευχηθείς, έτσι να θεωρείς τον εαυτό σου σαν το μυρμήγκι, και σαν τα ερπετά της γης, και σαν βδέλλα, και ταπεινό σαν το παιδάκι πού ψελλίζει Να μην πεις στο Θεό λόγια πού προδίδουν τις γνώσεις σου, αλλά να τον πλησιάσεις, και να σταθείς ενώπιον του με το ταπεινό και άκακο φρόνημα του νηπίου, για να αξιωθείς να προστατευθείς και να καθοδηγηθείς από την πατρική εκείνη πρόνοια, πού έχει ό πατέρας για τα παιδάκια του γιατί έχει λεχθεί ότι «ό Κύριος φυλάσσει τα νήπια» (Ψ. 114 6).
Ή ταπεινή και επίμονη προσευχή ελκύει τη βοήθεια και τα χαρίσματα τον Θεού
Όταν ένας άνθρωπος καταλάβει ότι του λείπει ή θεία βοήθεια, κάνει πολλές προσευχές και όσο τις αυξάνει, τόσο ταπεινώνεται ή καρδιά του. Διότι οποίος ικετεύει και ζητάει, δεν μπορεί παρά να ταπεινωθεί, και ό Θεός μια τέτοια καρδιά, «συντριμμένη και ταπεινωμένη, δε θα την περιφρονήσει» (Ψ. 50, 19). Όσο ή καρδιά δεν ταπεινώνεται, δεν μπορεί να πάψει να τριγυρνάει σκόρπια εδώ και κει. Ή ταπείνωση συμμαζεύει την καρδιά. Και όταν ταπεινωθεί ό άνθρωπος, αμέσως τον κυκλώνει το θείο έλεος, και τότε ή καρδιά αισθάνεται τη βοήθεια του Θεού, γιατί νιώθει μέσα της να κινείται μια δύναμη πού τη στηρίζει, και τότε είναι πού ή καρδιά γεμίζει εμπιστοσύνη στο Θεό και άπ' αυτό καταλαβαίνει ό άνθρωπος ότι ή προσευχή είναι ένα φυσικό καταφύγιο βοήθειας, και πηγή σωτηρίας, και θησαυρός ακλόνητης πίστης, και λιμάνι πού σώζει από την τρικυμία, και φως στους σκοτισμένους, και στήριγμα για τους αρρώστους, και σκέπη την ώρα των πειρασμών, και βοήθεια στην ένταση της αρρώστιας, και ασπίδα πού σώζει από τους ακοντισμούς στον αόρατο πόλεμο, και βέλος αιχμηρό κατά των δαιμόνων. Με δυο λόγια, ό άνθρωπος με την προσευχή αποκτά όλα τα αγαθά πού ανέφερα. Και καθώς εντρυφά στην προσευχή, ή καρδιά του χαίρει και αγάλλεται από την εμπιστοσύνη της στο Θεό, και δε μένει πια, όπως πρώτα, χλιαρή, να λέει λόγια χωρίς νόημα. Όταν ό άνθρωπος καταλάβει πολύ καλά αυτά πού είπα, τότε θα αποκτήσει αληθινή προσευχή στην ψυχή, πού θα την έχει σαν θησαυρό. Και τότε είναι πού, από την πολλή του ευφροσύνη, ή συμβατική του προσευχή θα αλλάξει και θα γίνει έντονη ευχαριστήρια δοξολογία. Έτσι, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει ότι «ή προσευχή είναι χαρά, πού στέλνει την ευχαριστία της στο Θεό». Όταν φτάσει σ' αυτό το σημείο ό άνθρωπος, δεν προσεύχεται πια με κόπο και μόχθο, όπως πρωτύτερα πού δεν είχε αυτή τη χάρη αλλά με χαρούμενη καρδιά και με θαυμασμό για τα μυστήρια του Θεού, αναβρυεί συνεχώς ευχαριστίες άρρητες και βάζει μετάνοιες και από τη μεγάλη του συγκίνηση φτάνει στη γνώση του Θεού, και θαυμάζει, και εκπλήσσεται για τη χάρη πού του δίνει ό Θεός, και τότε, ξαφνικά, υψώνει τη φωνή του υμνολογώντας και δοξάζοντας και ευχαριστώντας το Θεό. Και ή γλώσσα του τότε κινείται γεμάτη έκπληξη.
Όλα αυτά τα αγαθά, πού ανέφερα, έρχονται στον άνθρωπο, αν συναισθανθεί την πνευματική του φτώχεια και αδυναμία. Γιατί τότε, από τη μεγάλη επιθυμία πού έχει να τον βοηθήσει ό Θεός, έρχεται κοντά του με επίμονη προσευχή. Και όσο πλησιάζει το Θεό με πόθο, τόσο και ό Θεός έρχεται κοντά του δίνοντας του χαρίσματα και δε θα πάρει τη χάρη του από τον άνθρωπο, όσο αυτός μένει στην αληθινή ταπείνωση. Όπως ή χήρα του ευαγγελίου, ή οποία τρέχει πίσω από το δικαστή κράζοντας συνέχεια να αποδώσει το δίκαιο και να τη γλιτώσει από τον αντίδικο. Κάπως έτσι και ό εύσπλαχνος Θεός: κάνει πού δεν ακούει, και αναβάλλει να δώσει τα χαρίσματα του στον άνθρωπο, για να γίνει αυτό αιτία να έρθει πιο κοντά του και, εξαιτίας πού τον έχει ανάγκη, να παραμείνει κοντά του και να ωφελείται πνευματικά. Και κάποια αιτήματα, βέβαια, ό Θεός τα ικανοποιεί αμέσως, εκείνα δηλ. πού είναι αναγκαια για τη σωτηρία του ανθρώπου, άλλα αιτήματα όμως δεν τα ικανοποιεί. Και όταν ό δαίμονας μας καιει και παρακαλούμε το Θεό, έρχεται ή θεία χάρη και αποδιώχνει το καυτερό, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επιτρέπει τις θλίψεις και τον πόνο, για να γίνουν αυτά αιτία να προσεγγίσουμε, όπως είπα, το Θεό, και για να διαπαιδαγωγηθούμε και να αποκτήσουμε πείρα για τους αγώνες μας στους πειρασμούς.
Ή αξία της επίμονης προσευχής. ότι κάνουμε εν Κυρίω είναι προσευχή
Χρειάζεται να ασκηθεί ό άνθρωπος στην ευχή για μεγάλο διάστημα, για να αποκτήσει τη σοφία του Θεού. Μετά την ακτημοσύνη, πού λύνει τους λογισμούς μας από τα δεσμά των κοσμικών πραγμάτων, θέλει να επιμείνουμε στην προσευχή. Διότι με αυτή την επιμονή μας, για αρκετό διάστημα, ασκείται ό νους μας και μαθαίνει, με την πολλή πείρα πού αποκτά, πώς να αποδιώχνει τους πονηρούς λογισμούς, πράγμα πού δεν μπορεί να διδαχθεί με άλλο τρόπο. Και στην προσευχή βρίσκονται οι ρίζες και οί αιτίες για να αγαπήσουμε το Θεό
Και τούτο πρέπει, αγαπητοί μου, να γνωρίζουμε, ότι κάθε μυστική συνομιλία, και κάθε φροντίδα μας, πού γίνεται με αγαθή πρόθεση εν Κυρίω, και κάθε πνευματική μελέτη, βρίσκεται μέσα στον ορισμό της προσευχής, και ονομάζεται προσευχή, και περικλείεται στο όνομα της. Είτε, λοιπόν, είναι ανάγνωση διαφόρων ιερών αναγνωσμάτων, είτε εμφωνη δοξολογία του Θεού, είτε κάποια λυπηρή φροντίδα εν Κυρίω, είτε μετάνοιες, είτε ψαλμωδίες, και όλα τα όμοια, είναι ένα είδος προσευχής. Και άπ' αυτά γεννιέται ή καθαρή και ειλικρινής προσευχή, κι άπ' αυτήν ή αγάπη του Θεού.
Ή προσευχή του μοναχού, πού έγινε ξένος για τον «κόσμο», οδηγεί το νου στα θεία μυστήρια
Αν θέλεις να δώσεις τον εαυτό σου στο έργο της προσευχής, πού καθαρίζει το νου, και στην αγρυπνία της νύχτας, για να αποκτήσεις φωτεινή διάνοια, πάψε να βλέπεις αυτούς πού έχουν κοσμικό φρόνημα, και κόψε τις συναναστροφές μαζί τους, και κόψε τη συνήθεια να δέχεσαι φίλους στο κελί σου με το πρόσχημα του φιλότιμου και της φιλοξενία αλλά να δέχεσαι και να συναναστρέφεσαι μόνο τους ομοίους σου στον τρόπο της ζωής, στη σκέψη και στην κρυφή αρετή. Ακόμη, να φοβάσαι και την ψυχική ταραχή, πού προέρχεται από τη συνομιλία του νου με τον εχθρό. Και αυτή ή συνομιλία, συνήθως ενεργείται χωρίς να το θέλουμε συνειδητά. Και Αφού κόψεις και διαλύσεις και πάψεις εντελώς τις κοσμικές συνήθειες και επαφές, ένωσε με την προσευχή σου την ελεημοσύνη, και τότε θα δει ή ψυχή σου το φως της αλήθειας. Γιατί όσο ή καρδιά μένει ατάραχη και γαλήνια από τα κοσμικά πράγματα, τόσο μπορεί ό νους να κατανοήσει και να θαυμάσει τα θεία μυστήρια.
Ό κόπος και ό αγώνας στην προσευχή μπορεί να φέρει πνευματική αλλοίωση
Πολλές φορές βρίσκεται ό άνθρωπος να προσεύχεται κυρτωμένος και γονυκλινής, και έχοντας απλωμένα τα χέρια του στον ουρανό, και ατενίζοντας στο σταυρό του Χριστού, και μαζεύοντας το νου του στην προσευχή. Ενώ λοιπόν ό άνθρωπος παρακαλεί το Θεό με δάκρυα και κατάνυξη, ξαφνικά μια πηγή αναβλύζει μέσα στην καρδιά του με άφατη γλυκύτητα, οπότε παραλύουν τα μέλη του σώματος του, και δε βλέπει τίποτε γύρω του, και σκύβει το πρόσωπο του προς τη γη όμως οι έννοιες και οι λογισμοί του εξαλλάσσονται, ώστε να μην μπορεί να κάνει μετάνοιες από την πολλή χαρά, πού διαπερνάει όλο το σώμα του. Πρόσεχε λοιπόν, άνθρωπε μου, αυτά πού διαβάζεις. Γιατί, αν δεν αγωνισθείς, δε θα βρεις αυτά τα ουράνια αγαθά και αν δεν κρούσεις τη θύρα δυνατά και επίμονα και δεν αγρυπνήσεις απέξω, περιμένοντας ν' ανοίξει, δεν πρόκειται να εισακουσθείς.
Άλλο πράγμα είναι ή ηδονή της προσευχής και άλλο ή θεωρία της προσευχής
Άλλο πράγμα είναι ή ηδονή της προσευχής και άλλο ή θεωρία της προσευχής. Ή δεύτερη είναι ανώτερη από την πρώτη, όσο ό τέλειος άνθρωπος διαφέρει από το ατελές παιδάκι. Μερικές φορές οι στίχοι των ψαλμών παίρνουν μια γλυκύτητα μέσα στο στόμα, και ένας στίχος μπορεί να επαναλαμβάνεται πολλές φορές στην προσευχή, χωρίς να επιτρέπει να προχωρήσεις σε άλλο στίχο, και δεν μπορείς να τον χορτάσεις! Άλλοτε πάλι, από την προσευχή γεννιέται κάποια μορφή θεωρίας, ή οποία παύει την προσευχή των χειλέων, οπότε γίνεται ό προσευχόμενος σαν άψυχο σώμα, πού δεν αναπνέει, και μένει σε έκσταση. Αυτή την κατάσταση την ονομάζουμε θεωρία της προσευχής, και δεν είναι, όπως λένε οι άφρονες, ένα είδος ή μια μορφή ή κάποιο σχήμα φανταστικού πράγματος. Στη θεωρία αυτής της προσευχής υπάρχουν όρια, και μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα χαρίσματα. Προσευχή είναι όσο ό νους δεν πέρασε σε κάτι άλλο, υψηλότερο, Αφού ή γλώσσα και ή καρδιά, πού είναι τα κλειδιά της προσευχής, ακόμη δουλεύουν. Από δω και πέρα ανοίγει ή είσοδος για τα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Εδώ πια σταματάει να δουλεύει κάθε στόμα, κάθε γλώσσα και κάθε καρδιά, πού είναι ό κυβερνήτης και διαχειριστής των λογισμών σταματάει ακόμη ό νους, πού κυβερνά τις αισθήσεις, και ή φαντασία, αυτό το ταχύπτερο και αδιάντροπο όρνεο. Και ας μείνουν σ' αυτή την κατάσταση όσοι έφτασαν ζητώντας τη βασιλεία του Θεού, διότι ήδη είναι παρών ό οικοδεσπότης!
Ή «έκσταση» είναι γέννημα της καθαρής προσευχής
Την ώρα της προσευχής όταν ό νους του άνθρωπου αποδύεται τον παλιό άνθρωπο και ενδύεται το νέο, της θείας χάρης, τότε βλέπει την καθαρότητα να λάμπει όπως περίπου το χρώμα του ουρανού, που ονομάσθηκε από τη γερουσία του Ισραήλ «τόπος Θεού», όταν το είδαν στο όρος Σινά. Λοιπόν, αυτή τη δωρεά και χάρη του Θεού, δεν πρέπει να την ονομάζουμε πνευματική προσευχή, αλλά γέννημα της καθαρής προσευχής, πού κατεβαίνει δια του αγίου Πνεύματος. Τότε ό νους ανεβαίνει πιο ψηλά από την προσευχή, ή οποία παύει πια μπροστά στην ανώτερη κατάσταση. Και τότε ό μοναχός δεν προσεύχεται, αλλά βρίσκεται σε έκσταση μέσα στα ακατάληπτα μυστήρια, πού είναι ανώτερα από τον παρερχόμενο κόσμο, και σιωπά αγνοώντας όλα οσα έχουν σχέση με την εδώ ζωή. Αυτή ή άγνοια είναι ανώτερη από τη γνώση, και μακάριος είναι εκείνος πού έφθασε σ' αυτή την άγνοια, την αχώριστη από την προσευχή.
Όποιος είναι φτωχός από υλικά αγαθά, θα γίνει πλούσιος εν Κυρίω. Και οποίος έχει φίλους πλουσίους, θα πτωχεύσει από τα αγαθά του Θεού. Όποιος έχει εγκράτεια, και είναι ταπεινόφρων, και βδελύσσεται την ελευθεροστομία, και αποδιώχνει το θυμό από την καρδιά του, εγώ πιστεύω, ότι αυτός ό άνθρωπος, όταν σηκωθεί να προσευχηθεί βλέπει μέσα στην ψυχή του το φως του αγίου Πνεύματος κι όχι μόνο αυτό, αλλά και σκιρτά από τις ελλάμψεις του θείου φωτός, και ευφραίνεται από τη θέαση της θείας δόξας και από την αλλοίωση πού υφίσταται, ώστε να μπορεί να βλέπει τα θεία μυστήρια. Καμιά άλλη εργασία δεν υπάρχει, εκτός από τη θέαση των μυστηρίων του Θεού, πού να μπορεί να αφανίσει το τάγματα των ακαθάρτων δαιμόνων.
Ή σκάλα πού οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή
Βρες την ειρήνη μέσα σου, και θα ειρηνεύσει μαζί σου ό ουρανός και ή γη. Φρόντισε να εισέλθεις στο ιδιαίτερο δωμάτιο πού βρίσκεται μέσα σου, και θα δεις εκεί τον ουρανό γιατί και τούτο και ό ουρανός είναι ένα. Από μια είσοδο μπαίνεις, και βλέπεις μαζί και τα δυο. Ή σκάλα πού οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή σου. Βάφτισε μέσα στην καρδιά σου όλο σου το είναι, και θα σβήσει ή αμαρτία, και θα βρεις εκεί ανεβασιές θα σε φέρουν στη βασιλεία των ουρανών
Πώς να διαβάζεις τους ψαλμούς
Όταν διαβάζεις τους στίχους της ψαλμωδίας σου, μη σκέφτεσαι ότι είναι λόγια αλλουνού, πού τα επαναλαμβάνεις κι αυτό, για να μη νομίσεις ότι οι ψαλμοί, πού έχεις μπροστά σου για πνευματική μελέτη, είναι ατέλειωτοι, και παραβλέψεις τελείως την κατάνυξη και τη χαρά πού φέρνουν. Εσύ, λοιπόν, όταν προσεύχεσαι, να διαβάζεις με κατάνυξη τους στίχους, σαν να είναι δικά σου λόγια, και να καταλαβαίνεις οσα λες, σαν να είναι το έργο σου αυτό, πού πρέπει να το εκτελείς τέλεια.
Οί Ψαλμοί, οί μετάνοιες και ή γλυκύτητα της προσευχής
Μη νομίσεις ότι ή έκσταση πού έρχεται υστέρα από εκτενή και συμμαζεμένη προσευχή, είναι αργία, επειδή παράτησες τους ψαλμούς αρκεί να γίνεται (ή προσευχή) με συμμαζεμένο νου. Να αγαπήσεις όμως τις μετάνοιες στην προσευχή σου περισσότερο από τη μελέτη των Ψαλμών. Και όταν ή προσευχή σε γλυκάνει και σε ανεβάζει ψηλά, αναπληρώνει την ακολουθία σου. Και όταν, κατά την προσευχή σου, σου δοθεί το χάρισμα των δακρύων, αυτή τη χαρούμενη κατάσταση σου να μην την περάσεις για αργία γιατί το επιστέγασμα της προσευχής είναι ή χάρη των δακρύων.
Να κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι, για να έχεις καθαρή νυχτερινή προσευχή
Ή νυχτερινή προσευχή του μονάχου είναι ανώτερη από όλες τις εργασίες της ημέρας. Μην επιβαρύνεις, λοιπόν, το στομάχι σου με φαγητά και ποτά, για να μη βρεθεί ό νους σου σε σύγχυση, και ταραχθείς από την αδέσποτη περιπλάνηση του. Αλλιώς, θα σηκωθείς τη νύχτα για προσευχή, και τα μέλη του σώματος σου θα είναι παραλυμένα και συ ό ίδιος θα είσαι σαν αποχαυνωμένη γυναίκα, και ή ψυχή σου θα είναι σκοτισμένη, και τα νοήματα σου θολωμένα και δε θα μπορείς να συγκεντρώσεις το νου σου στην ακολουθία, και δε θα μπορείς να γευθείς και να χαρείς τα ιερά αναγνώσματα και την ψαλμωδία. Αυτό θα το πετύχεις, αν κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι και έχεις καθαρό το νου σου. .
τι είναι ευχή
Ρωτήσανε τον άββά Ισαάκ τι είναι ευχή, και απάντησε: Ευχή είναι να είσαι εύκαιρος και να απομακρυνθεί ό νους σου από όλα τα κοσμικά πράγματα, και ή καρδιά να επιστρέψει τελείως στη φυσική της δράση, και να ζει με τον πόθο και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Όποιος δε ζει με αυτό τον τρόπο πού είπα, σπέρνει στο χωράφι του ανάμεικτο και αταίριαστο σπόρο, ή μοιάζει με το γεωργό πού ζεύει στον ίδιο ζυγό το βόδι και το γαϊδούρι.
Ή αδιάλειπτη προσευχή
Ένας άνθρωπος φτάνει στην τέλεια πολιτεία, όταν αξιωθεί την αδιάλειπτη (αδιάκοπη) προσευχή διότι, όταν φτάσει σ' αυτή, έφτασε στο τέλος όλων των αρετών και, από κει και πέρα, γίνεται κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος. Εάν όμως δε δεχθεί, όπως πρέπει, ό άνθρωπος την παρακλητική χάρη του αγίου Πνεύματος, δεν είναι δυνατό να φτάσει στην αδιάλειπτη προσευχή. Διότι το άγιο Πνεύμα, όταν κατοικήσει σ' έναν άνθρωπο, δεν παύει να προσεύχεται. Και τότε, είτε τρώει κανείς, είτε πίνει, είτε κοιμάται, είτε κάνει κάτι άλλο, ακόμη και στο βαθύ του ύπνο, οι ευωδιές και οι ατμοί της προσευχής αναδίδονται αδιάκοπα από την καρδιά του χωρίς κόπο. Και τότε ή προσευχή δε χωρίζει πια άπ' αυτόν, αλλά όλες τις ώρες του, και αν ακόμη δε φαίνεται εξωτερικά ότι προσεύχεται, όμως, πάλι, ή προσευχή λειτουργεί μέσα του κρυφά. Ένας άγιος είπε, ότι ή σιωπή των καθαρών ανθρώπων είναι προσευχή. Κι αυτό, γιατί οι λογισμοί τους είναι θείες κινήσεις και οί κινήσεις της καθαρής καρδιάς και της καθαρής διάνοιας, είναι ήρεμες και γλυκιές φωνές, με τις όποιες ψάλλουν μυστικά στον αόρατο Θεό.
τι είναι πνευματική προσευχή; και πώς μπορεί να αξιωθεί αυτήν ό αγωνιζόμενος;
Πνευματική προσευχή είναι οί ψυχικές κινήσεις, πού ενεργούνται δια του αγίου Πνεύματος σε αυτούς πού έχουν την ακρίβεια της αγνότητας και της καθαρότητας. Ένας στους δέκα χιλιάδες αξιώνεται να λάβει αυτή την προσευχή, πού είναι μυστήριο της μέλλουσας ζωής διότι μέσω αυτής υψώνεται ό αγωνιστής, και ή φύση του μένει ανενέργητη, Αφού ούτε κινείται ούτε θυμάται τα πράγματα του κόσμου. Και τότε δεν προσεύχεται, αλλά ή ψυχή αισθάνεται, με τη δική της αίσθηση, τα πνευματικά πράγματα του μέλλοντος αιώνος, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη. Μόνο με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος μπορούν να κατανοηθούν. Και τούτο πού ειπώ είναι ή νοητή όραση και κίνηση, πού είναι το ζητούμενο της προσευχής. Γι' αυτό και μερικοί, πού είναι σ' αυτά τα μέτρα, έχουν φτάσει ήδη στην τέλεια καθαρότητα. Και δεν υπάρχει γι' αυτούς μια ώρα, που να μην προσεύχονται από μέσα τους. Και όταν τι Πνεύμα το άγιο, πού τους δίνει τη χάρη του, σκύψει για να τους δει, τους βρίσκει πάντοτε σε κατάσταση προσευχής και από αυτή την προσευχή τους βγάζει και τους οδηγεί στη θεωρία, ή οποία λέγεται πνευματική όραση. Δε χρειάζονται τότε ούτε προσευχή μεγάλης διάρκειας, ούτε πνευματική εργασία πού να το διακρίνει ιδιαίτερη στάση και τάξη. Αρκεί σ' αυτούς ή μνήμη του Θεού, και αμέσως αιχμαλωτίζονται στην αγάπη του. Ωστόσο δεν παραμελούν και τη στάση της προσευχής πέρα για πέρα, και στέκονται όρθιοι τις ορισμένες ώρες της προσευχής, εκτός του χρόνοι της αδιάλειπτης προσευχής Παράδειγμα ό άγιος Αντώνιος, πού στεκόταν όρθιος στην προσευχή της ενάτης ώρας, και αισθάνθηκε ότι αρπάχτηκε ό νους του σε έκσταση. Άλλος πάλι από τους πατέρες, ενώ έκαμνε την καθιερωμένη προσευχή του, έχοντας την αρμόζουσα στάση και έχοντας απλωμένα τα χέρια του στο Θεό, ήρθε σε έκσταση για τέσσερις ημέρες. Και άλλοι πολλοί, την ώρα της προσευχής τους, από την πολλή ενθύμηση του Θεού και από την αγάπη του αιχμαλωτίζονταν και έφταναν σε έκσταση. Και αξιώνεται αυτή την έκσταση ό άνθρωπος, όταν αποβάλλει την εσωτερική και την εξωτερική αμαρτία του, με το να τηρεί τις εντολές του Κυρίου. Αυτές τις εντολές, εάν τις αγαπήσει και τις φυλάξει με υπακοή και με ακρίβεια, απαλλάσσεται εξάπαντος από τη δουλεία των ανθρωπίνων πραγμάτων, και λησμονεί όχι την ανθρώπινη φύση, αλλά τις ανάγκες της. είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο, πού μιμείται τον τρόπο της ζωής του νομοθέτη Χριστού και τηρεί τις εντολές του, να παραμένει στην αμαρτία. Γι' αυτό και ό Κύριος υποσχέθηκε στο ευαγγέλιο ότι θα κατοικήσει σ' αυτόν πού φυλάττει τις εντολές του (Ίω. 14, 23).
Όλες οί δεήσεις σε μια μόνο ευχή
Όταν προσεύχεσαι, πες αυτή την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, αξίωσε με να νεκρωθώ πραγματικά, και να μην έχω καμιά κοινωνία με τα μάταια πράγματα αυτού του κόσμου. Και να ξέρεις ότι σ' αυτή την ευχή συμπύκνωσες όλες μαζί τις δεήσεις και τις ευχές. Αγωνίσου να πραγματοποιήσεις αύτη τη νέκρωση μέσα σου διότι εάν, κατά την ευχή, τελειώσεις, με τη βοήθεια του Θεού, και το έργο της νέκρωσης, βρίσκεσαι αληθινά στην ελευθερία του Χριστού.
Να εύχεσαι στο Θεό να σον δώσει φωτισμό
Να εύχεσαι στο Θεό να σου δώσει φωτισμό, ώστε να αισθανθείς την επιθυμία και τον πόθο του αγίου Πνεύματος. Διότι όταν σου έλθει αύτη ή αίσθηση και ή επιθυμία του Πνεύματος, τότε θα απομακρυνθείς από τον αμαρτωλό κόσμο, και ό αμαρτωλός κόσμος θα απομακρυνθεί από σένα. Αυτό είναι αδύνατο κάποιος να το αισθανθεί χωρίς ησυχία και άσκηση και χωρίς τη διδασκαλία πού διδασκόμαστε από την ορισμένη ανάγνωση αγίων βιβλίων. Χωρίς αυτά να μη ζητάς το φωτισμό του Θεού και τον πόθο του αγίου Πνεύματος
 
 


Περί μορμόνων...
ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΟΡΜΟΝΩΝ
Περισσότερα >>
ΓΙΟΓΚΑ
ΓΙΟΓΚΑ
+ Επίσκοπος Ανδ ...
Περισσότερα >>