www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Γ ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ (3.Κυρίως βυζαντινή περίοδος)

 Αποτελεσματική ώθηση στην κοινοβιακή μορφή του Αθωνικού μοναχισμού έδωσε μια ισχυρή προσωπικότητα του 10ου αιώνα, ο Τραπεζούντιος μοναχός Αθανάσιος, στον οποίο αργότερα δόθηκε η προσωνυμία Αθωνίτης. Αν και έμεινε ορφανός από μικρή ηλικία, εντούτοις μορφώθηκε μ' επιμέλεια και ακολούθησε στην αρχή το διδασκαλικό στάδιο.
Σύντομα όμως άλλαξε πρόγραμμα, ύστερα από τη γνωριμία του με τον ηγούμενο της μονής του Κύμινα της Βιθυνίας Μιχαήλ Μαλεϊνον. Κοντά του σε λίγο έγινε μοναχός, άλλαξε το κοσμικό του όνομα Αβράμιος σε Αθανάσιος και επιδόθηκε με ζήλο στην άσκηση. Εκεί γνώρισε και τον ανεψιό του Μιχαήλ, στρατηγό τότε, Νικηφόρο Φωκά, και μετέπειτα αυτοκράτορα (963-969), ο οποίος του εκμυστηρεύθηκε την επιθυμία του να γίνει κι εκείνος μοναχός.
Μετά από ολιγόχρονη αλλ' ευδόκιμη άσκηση οι συνάδελφοί του τον προώριζαν ως διάδοχο του γέροντα ηγουμένου τους. Ο Αθανάσιος όμως για ν' αποφύγει την εκλογή του κατέφυγε το 959 στο Ζυγό του 'Aθω, όπου σαν "κάποιος αγροίκος" υπηρέτησε έναν απλοϊκό γέροντα.
   Στο μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς, που είχε ήδη φθάσει στην Κρήτη για να καταδιώξει τους πειρατές, μάταια τον ζητούσε παντού. Μόλις λοιπόν πληροφορήθηκε τον τόπο της παραμονής του θερμά τον παρακάλεσε με απεσταλμένο του να έλθει στην Μεγαλόνησο.
   Ο Αθανάσιος δέχθηκε. Επειδή μάλιστα θεωρήθηκε ιδιαίτερη ευλογία το γεγονός ότι λίγο μετά την άφιξη του Αθανασίου κυρίευσε τον Χάνδακα ο στρατηγός, για το λόγο αυτό καθώς και για άλλους ακόμη ο τελευταίος όχι μόνο ανανέωσε την επιθυμία του στον ασκητή αλλά και τον προέτρεψε να κτίσει στον 'Aθω μεγάλη μονή, όπου κι εκείνος θα μόναζε μαζί του αργότερα.
 
  Ύστερα απ' αυτή τη διαβεβαίωση επέστρεψε πάλι ο Αθανάσιος στον 'Aθω, όπου με τα οικονομικά μέσα και τα λάφυρα που τον εφοδίασε ο Νικηφόρος Φωκάς άρχισε το 963 παρά τούς ενδοιασμούς του, επειδή αντιδρούσαν πολλοί παλαιότεροι μοναχοί του 'Aθω να ιδρύσει μεγάλη μονή στο νοτιοανατολικό περίπου άκρο της χερσονήσου.
Σε λίγο χρόνο όμως ο Αθανάσιος αναγκάστηκε να διακόψει την οικοδόμηση της μονής του και να ελέγξει προσωπικά το φίλο του Νικηφόρο Φωκά, γιατί ο τελευταίος, αυτοκράτορας πλέον του Βυζαντίου και σύζυγος της χήρας του προκατόχου του Ρωμανού του Β', είχε αλλάξει προοπτικές. Αθέτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον Αθανάσιο για συνάσκηση στον 'Aθω. Ο Νικηφόρος Φωκάς έπεισε και πάλι τον ασκητή να αποπερατώσει το έργο του, για το οποίο πολλά πάλι του χορήγησε από το βασιλικό ταμείο. Παράλληλα τον βεβαίωσε ότι θα τον ακολουθήσει και εκείνος στη μοναχική του ζωή μόλις αποδεσμευθεί από τις πολύπλοκες διοικητικές περιπέτειές του.
   Έτσι ολοκληρώθηκαν τα κτίσματα στον 'Aθω και λειτούργησε το ίδρυμα ως μεγάλη κοινοβιακή λαύρα.
Μετά το βίαιο θάνατο του αυτοκράτορα (969) από την επιπόλαιη σύζυγο του Θεοφανώ και τον ανεψιό του Ιωάννη τον Τσιμισκή οι δυσαρεστημένοι Αθωνίτες μοναχοί από τους νεωτερισμούς του Αθανασίου έστειλαν αντιπροσώπους τον Πρώτο του 'Aθω, Αθανάσιο και τον Παύλο τον Ξηροποταμηνό για να διαμαρτυρηθούν στο νέο αυτοκράτορα. Οι τελευταίοι κατήγγειλαν μεταξύ των άλλων στον Ιωάννη τον Τσιμισκή ότι ο Αθανάσιος "οικοδομάς ανήγειρε πολυτελείς και ναούς και λιμένας ενεούργησεν, επιρροάς τε ύδάτων κατήγαγε και ζεύγη βοών ώνήσατο και εις κόσμον ηδη το όρος μετεποίησεν...". Ο αυτοκράτορας έστειλε στον 'Aθω το 971 τον ηγούμενο της μονής Στουδίου Ευθύμιο για να εξετάσει επιτόπου τα πράγματα. Μετά τη σχετική έρευνα συντάχθηκε στις Καρυές "κοινή γνώμη και αιτήσει και θελήσει πάντων των συνεδριάζοντων ευλαβεστάτων μοναχών και ηγουμένων" το πρώτο τυπικό του Όρους, που ονομάσθηκε Τυπικό του Τσιμισκή (972) και το υπογράφουν 56 ηγούμενοι και γέροντες. Ονομάζεται και Τράγος από το αίγειο δέρμα που είναι γραμμένο, έχει μήκος τρία μέτρα, φυλάσσεται σήμερα στον Πύργο του Πρωτάτου και περιβάλλεται από την γνωστή ιστορία της υπογραφής του από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.
   Οι κυριότερες διατάξεις του πρώτου εκείνου Τυπικού του Όρους που έθεσε τις βάσεις του οργανωμένου μοναχικού βίου συνοψίζονται στα ακόλουθα:
   Η διοίκηση της Αθωνικής Χερσονήσου ανατέθηκε από κοινού στον Πρώτο του Όρους και στην Ιερή Σύναξη, η οποία θα συνέρχεται στη Μέση μια φορά το χρόνο, στις 15 Αυγούστου. Ρυθμίστηκε η εισαγωγή και διαβίωση του μοναχού σε μονή, καθώς και οι σχέσεις εξαρτηματικών μοναχών προς την κυρίαρχη μονή, οι όποιες φαίνεται είχαν κλονισθεί κατά την εποχή εκείνη. Απαγορεύθηκε η είσοδος στον 'Aθω των ευνούχων, των αγενείων, των παιδιών των εργατών και οικοδόμων, ακόμη δέ κοπαδιών και βοδιών, εκτός από ένα ζευγάρι στη μονή Λαύρας "διά το πολυάνθρωπον αυτήν είναι". Κατά την εκλογήν του Πρώτου θα φυλάσσεται οπωσδήποτε ο τύπος που είχε ήδη επικρατήσει. Ορίσθηκε ακόμη ή ενιαύσια αρχή του Οικονόμου της Μέσης, ως εκτελεστικού οργάνου, που θα λογοδοτεί
στην κοινή Σύναξη κάθε Αύγουστο.
   Έτσι με το Τυπικό αυτό ο 'Aθως αναγνωρίσθηκε ανεξάρτητη και αυτόνομη Πολιτεία, η οποία περιλάμβανε κελιά, λαύρες και μονές (ερημική, κοινοτική και κοινοβιακή ζωή).
 
 Στο μεταξύ ο Αθανάσιος ήδη από το 970 είχε συντάξει το Τυπικό της μονής του με βάση τους ασκητικούς όρους του Μ. Βασιλείου. Στο Τυπικό αυτό ορίζονται η ισοβιότητα του ηγουμένου και η τρίχρονη δοκιμασία των υποψηψίων μοναχών, εισάγεται ο θεσμός των εξαρτηματικών κελλιωτών και ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες του κοινοβιακού συστήματος. Στο ίδιο κείμενο απαντά και η ονομασία 'Aγιον Όρος, η οποία επικράτησε έκτοτε στο στόμα του λαού και στα έγγραφα και την οποία επισημοποίησε αργότερα (1045) ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος. Στις επόμενες δεκαετίες αυξήθηκαν πολύ οι μοναχοί της χερσονήσου του 'Aθω παράλληλα άρχισαν να παρακμάζουν οι λαύρες και οι μονές έξω από το Όρος, όπως π.χ. του Κολοβού, κ.α., οι οποίες τελικά κατάντησαν μετόχια των Αθωνικών μοναστηριών.
  
Η μονή του Ξηροποτάμου ιδρύθηκε στα μέσα του 10ου αιώνα από τον μοναχό Παύλο, τον οποίο η μεταγενέστερη παράδοση ταύτισε με το γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Ραγκαβέ (811-813) καί αδελφό του Πατριάρχη Ιγνατίου. Ο μοναχός Παύλος, που μαζί με τον τότε Πρώτο του Αγίου Όρους μνημονεύονται στο Τυπικό του Τσιμισκή ως ηγέτες των δυσαρεστημένων από τις περι του μοναχισμού ευρύτατες αντιλήψεις και τα έργα του Αθανασίου, είναι γνωστός κα με το επώνυμο Ξηροποταμηνός. Μετά την ίδρυση της παραπάνω μονής αποσύρθηκε στα ενδότερα της χερσονήσου και εκεί ανήγειρε μικρό κελίον, για περισσότερη ησυχία και αδιάκοπη προσευχή. Αρκετά αργότερα (14ος αιώνας) το κελίο αυτό ανυψώθηκε σε ομώνυμη μονή, 'ο μαθητής και φίλος του Αθανασίου Ιωάννης ο Ίβηρ, ηγεμόνας της Μεσχίας και ο γιος του Ευθύμιος, καθώς και ο συγγενής τους Ιωάννης Τορνίκιος, στρατηγός του Βυζαντίου, ίδρυσαν το 980 την περίφημη μονή των Ιβήρων με τα χρήματα και τα λάφυρα που έλαβαν από τον αυτοκράτορα Βασίλειο το ουλγαροκτόνο (867-886). Αμείφθηκαν γιατί ο Ιωάννης ο Ίβηρ μεσολάβησε στο βασιλιά της Ιβηρίας Δαβίδ και έστειλε ιππείς στο ναυτοκράτορα, και ο Ιωάννης Τορνίκιος, γιατί οδήγησε τις δυνάμεις του Βυζαντίου και κατασύντριψε το 979 στο Αμόριο της Φρυγίας το φοβερό επαναστάτη Βάρδα το Σκληρό. Έτσι, η μονή αυτή, που μπορεί να θεωρηθεί σαν το δεύτερο τρόπαιο νίκης στo 'Aγιον Όρος, έγινε σιγά σιγά λαμπρό πνευματικό κέντρο της Ιβηρικής Εκκλησίας.
Η μονή των Αμαλφινών είχεν ιδρυθεί στην σημερινή παραλία Μορφωνού, όπου σώζεται ακόμη μεγάλος Πύργος. Τον ύψωσαν στις μέρες του Αθανασίου και τον ενίσχυαν οικονομικά οι Αμαλφινοί έμποροι της Κωνσταντινουπόλεως. Η παρακμή όμως της παροικίας τους στην Βασιλεύουσα επέφερε σταδιακά και το μαρασμό της μονής, η οποία φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε οριστικά κατά την Δ' Σταυροφορία.
   Την ίδια εποχή περίπου έφθασαν στον 'Aθω μοναχοί από την Αχρίδα και την περιοχή της. Πιθανώς ένας από εκείνους ήταν και ο Γεώργιος Ζωγράφος, ο οποίος υπογράφει στο Τυπικό του Τσιμισκή και φέρεται και ως ιδρυτής της ομώνυμης μονής.
 
 Προς το τέλος του 10ου αιώνα ίδρυσαν τη μεγάλη μονή του Βατοπεδίου οι Αδριανουπολίτες μοναχοί Αθανάσιος, Νικόλαος και Αντώνιος.
  
Ο σύγχρονος του ιδρυτή της Μεγίστης Λαύρας μοναχός και πρεσβύτερος Ξενοφών έκτισε ομώνυμη του μονή στο μέσο περίπου της νοτιοδυτικής πλευράς της Αθωνικής χερσονήσου.
  
Η μονή αυτή σώζεται σήμερα, όπως και οι άλλες που προσημειώσαμε πλην της μονής των Αμαλφινών μάλιστα είναι γνωστή με το ίδιο όνομα, καλείται μονή Ξενοφώντος.
  
Το 1004 πέθανε στη μονή της Μ. Λαύρας ο ιδρυτής της, Αθανάσιος.
  
Το μέλλον όμως της Αθωνικής μοναχικής κοινότητας είχε ήδη προσδιορισθεί.
  
Τον 11ο αιώνα σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη του μοναχισμού σ' ολόκληρο τον 'Aθω.
  
Την ανάπτυξη αυτή φανερώνουν η ίδρυση πολλών νέων μονών, η σύνταξη του Β' Τυπικού του Αγίου Όρους και η εκδίωξη των Βλάχων που είχαν καταφύγει στην Αθωνική Χερσόνησο.
 
 Οι μικρές και μεγάλες λαύρες και μονές που λειτουργούσαν στο 'Aγιον Όρος στο μέσο του 11ου αιώνα έφθασαν συνολικά στον αριθμό των εκατόν είκοσι πέντε ή και περισσότερο. Πολλών όμως οι αρχές χάνονται στις ποικίλες μαρτυρίες και στην αχλύ των πολλών θρύλων και των διαφόρων παραδόσεων. 'Aλλων μονών γνωρίζουμε σήμερα ελάχιστα στοιχεία, άλλων μόνο τα ονόματα, άλλων δέ ούτε και αυτά. Η ίδρυση ειδικότερα της μονής Κωνσταμονίτου παραδίδεται ότι οφείλεται σε μοναχό καταγόμενο από την Κασταμώνα, της Δοχειαρίου στο μαθητή του Αθανασίου Ευθύμιο, της Καρακάλλου σε κάποιο Νικόλαο από την πόλη Καρακάλλα, της Φιλοθέου στον ομώνυμο όσιο και της Κουτλουμουσίου σε μέλος της τουρκικής οικογενείας Κουτλουμούς που εκχριστιανίσθηκε. Για τη μονή, Εσφιγμένου η πρώτη γραπτή μαρτυρία απαντά σε εγκλητικό γράμμα Παύλου του Ξηροποταμηνού το έτος 1001.
 
 Ποικίλες ακόμη είναι οι παραδόσεις για την αρχή άλλων μονών του 11ου αιώνα που δεν σώζονται ατυχώς σήμερα. Η μεγάλη φήμη που είχε τότε το 'Aγιον Όρος φαίνεται και από το γεγονός ότι κατά το τέλος του 11ου αιώνα έφθασε εκεί ο ρώσος μοναχός Αντώνιος, μετέπειτα ιδρυτής της λαύρας του Κιέβου, και έζησε λίγο χρονικό διάστημα ως ερημίτης σε σπήλαιο κοντά στη μονή του Εσφιγμένου.
  
Η ίδρυση πολυαρίθμων νέων καθιδρυμάτων δεν δημιούργησε μόνο προβλήματα επισιτισμού. Παράλληλα αναπτύχθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ιεραρχική τάξη τους και τις πρωτοκαθεδρίες των αντιπροσώπων τους στις κοινές συνάξεις, γιατί άλλα από τα ιδρύματα αυτά συστήθηκαν από την αρχή, αλλά προήλθαν από τη συγχώνευση κελλίων κι άλλα από τη διόγκωση μονυδρίων. Οι αμφιβολίες αυτές έγιναν σταδιακά διενέξεις και διαμάχες, οι οποίες μαζί με την υπολανθάνουσα αντίπραξη των ηγουμένων στα παραδοσιακά δικαιώματα του Πρώτου ανάγκασαν πολλούς αγιορείτες μοναχούς να καταφύγουν στο φιλομόναχο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ' τον Μονομάχο και να ζητήσουν
την προστασία του. Εκείνος, κατά το παράδειγμα του Τσιμισκή, απέστειλε στον 'Aθω το μοναχό Κοσμά, ηγούμενο της μονής της Βασιλεύουσας Τζιτζιλούκη. Από τις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις πού είχε με τους προϊσταμένους των Αθωνικών ιδρυμάτων προέκυψε το έτος 1046 το Β' Τυπικό του Αγίου Όρους, το οποίο επεκύρωσε με χρυσόβουλλο ο αυτοκράτορας. Οι γενικές διατάξεις του Τυπικού αυτού που το υπογράφουν 158 ηγούμενοι και έγκριτοι των μονών συνοψίζονται στα ακόλουθα: Τα γενικά προβλήματα θα επιλύονται από τις Γενικές Συνάξεις των μοναχών και τα ειδικότερα από τον Πρώτο, ο οποίος θα πλαισιώνεται από μικρό αριθμό ηγουμένων των γειτονικών μονών εκείνης που θα έχει το θέμα. Ο αριθμός των μοναχών που θα συνοδεύουν τούς ηγουμένους, όταν προσέρχονται στις Γενικές Συνάξεις, δεν θα είναι ο ίδιος για όλους. Ο Πρώτος θα προσέρχεται με τρεις συνοδούς, οι ηγούμενοι Μ, Λαύρας με έξι, Βατοπεδίου και Ιβήρων με τέσσερις και των άλλων μονών με ένα.
Απαγορεύει την "παρ' ηλικίαν" χειροτονία και την είσοδο στο 'Aγιον Όρος αγενείων και ευνούχων, καθώς και την έξοδο των μοναχών κατά την περίοδο της Μ. Σαρακοστής. Απαγορεύει ακόμη τη διατροφή κτηνών στο 'Aγιον Όρος πλήν των μονών Μ. Λαύρας και Βατοπεδίου, οι οποίες μπορούν να συντηρούν τρία ζεύγη βοδιών ή πρώτη και ένα η δεύτερη χάρη των πολλών μοναχών που είχαν. Απαγορεύει ακόμη τη χρήση μεγάλων πλοίων πλην των Αμαλφινών, ένεκα δικαιολογημένων αναγκών τους. Επικρίνει τη μετατροπή της λαύρας των Καρυών σε εμπορείο όπου μάλιστα διέθεταν αντικείμενα απαγορευμένα στους μοναχούς.
   Από τις υπογραφές του Β' Τυπικού συμπεραίνεται ότι από τις είκοσι μονές που λειτουργούν σήμερα στον 'Aθω οι δέκα τρεις υπήρχαν από τότε.
   Κατά το τέλος του 11ου αιώνα ταράχθηκαν οι Αθωνίτες μοναχοί από την είσοδο και εγκατάσταση στο 'Aγιον 'Όρος 200 στην αρχή και 300 αργότερα οικογενειών από Βλάχους νομάδες μαζί με τα κοπάδια τους. Η παράδοση αυτή περιέχεται στον υπ' αριθμόν 328 χειρόγραφο κώδικα της μονής Ιβήρων που χρονολογείται στον 15ο αιώνα. Με έμφαση μάλιστα σημειώνεται στο χειρόγραφο αυτό ότι η παρουσία γυναικών στη μοναχική κοινότητα έδωσε αφορμή για σκάνδαλα. Γραπτή εντολή του τότε Πατριάρχη Νικολάου του Γ' του Γραμματικού για άμεση απομάκρυνση των Βλάχων θεωρήθηκε από τούς κύκλους των ανακτόρων σαν προσπάθεια μείωσης της αποκλειστικότητας των αυτοκρατόρων στην προστασία του Όρους. Γι' αυτό ο Αλέξιος ο Κομνηνός με έγγραφα του κατοχυρώνει και πάλι την αυτονομία του Όρους και τονίζει τη βασιλική προστασία. Φαίνεται ότι οι Βλάχοι εκδιώχθηκαν τελικά μέσα στο πρώτο τέταρτο του 12ου αιώνα.
Στην εκδίωξη τους πρωτοστάτησε ο ηγούμενος της Λαύρας Ιωαννίκιος ο Βαλμάς.
   Το 12ο αιώνα ηρεμία επικράτησε στον 'Aθω. Οι Κομνηνοί αυτοκράτορες Αλέξιος ο Α' 1081-1118, Ιωάννης ο Β' 1118-1143, Μανουήλ ο Α' 1143-118Ι, Αλέξιος ο Β' 1181-1183, Ανδρόνικος ο Α' 1183-1185 απασχολημένοι με πολέμους κατά των Νορμανδών, των Αράβων και των Σταυροφόρων δεν είχαν χρόνο να μεριμνήσουν ιδιαίτερα για το 'Aγιον Όρος.
Τον ίδιο αιώνα ιδρύθηκαν δυο σημαντικά μοναστήρια στην , Αθωνική Χερσόνησο από αλλοεθνείς μοναχούς. Η μονή του Αγίου Παντελεήμονος και η του Χελανδαρίου.
   Ρωσική μονή στο 'Aγιο Όρος μνημονεύεται ρητώς το 1142. Πρόκειται για τη μονή του Ξυλουργού, η οποία ιδρύθηκε στα όρια του Παντοκράτορος και συγκεκριμένα στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα η σκήτη Βογορόδιτσα. Οι μοναχοί της εζήτησαν από τον Πρώτο το έτος 1169 και έλαβαν ως δώρο τη μονή του "Σφραντζή" ή "Θεσσαλονικέως", που είχε ήδη ερημωθεί.
   Η θέση της ήταν εκεί όπου σήμερα είναι το Παλαιομονάστηρο. Τότε μετονομάσθηκε σε μονή του Αγίου Παντελεήμονος, Αργότερα όμως οι τρόφιμοι της την μετονόμασαν των Ρώσων, πολύ δε μεταγενέστερα, ήτοι το 1765 κατέβηκαν στην παραλία, όπου ανήγειραν μεγάλη μονή με την επωνυμία Ρούσικο ή Ρωσικόν.
   Ο ηγεμόνας της Σερβίας Στέφανος Νεμάνια Ράστκβο, ακολουθώντας το γιο του Ράσκο, Αθωνίτη ήδη μοναχό, ονομαζόμενο Σάββα, έφθασε στο 'Aγιον Όρος όπου έγινε κι εκείνος μοναχός και έλαβε το όνoμα Συμεών. Μετά από ολιγόχρονη άσκησή τους στην μονή Βατοπεδίου εγκαταστάθηκαν το 1198 στο ερειπωμένο τότε μονύδριο Χελανδάριο και το ανύψωσαν σε μεγάλη ομώνυμη μονή, την οποία πλούτισε ο τότε ηγεμόνας της Σερβίας, αδελφός του Σάββα, γνωστός με το όνομα Στέφανος ο Β'. Σύντομα το μοναστήρι αυτό αναπτύχθηκε σημαντικά. Σκίασε τη μονή του Ζυγού, που βρισκόταν στα όρια της και λίγο αργότερα την απερρόφησε και μάλιστα κατέλαβε και την ιεραρχική θέση της στην Κοινή Σύναξη των αντιπροσώπων των μονών. Κατά τους επόμενους αιώνες έγινε πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο ολοκλήρου του σερβικού έθνους.
   Ο 13ος αιώνας και η πρώτη δεκαετία του 14ου θεωρούνται από τους ιστορικούς ως η περίοδος των μεγάλων δεινών και των συμφορών του Αγίου Όρους. Οι αρπαγές και οι βιαιότητες που είχαν βέβαια αρχίσει από τούς Νορμανδούς κατά την τελευταία δεκαπενταετία του 12ου αιώνα, αυξήθηκαν τώρα σε τρομακτικό βαθμό τόσο από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας, κατά τη φραγκική κατοχή (1204-1261), όσο και από τους πολυπληθείς Ιταλούς και Έλληνες πειρατές και ιδιαίτερα από τους ληστοπειρατές Καταλάνους κατά το τέλος του ίδιου και στις αρχές του επόμενου αιώνα.
   Ειδικότερα κατά τούς χρόνους του φραγκικού Βασιλείου της Θεσσαλονίκης (1204-1223) οι βαρώνοι του Βονιφατίου του Μομφερρατικού άρπαξαν ότι πολύτιμο εύρισκαν στις Αθωνικές μονές, αφού θανάτωσαν πολλούς μοναχούς, με την ανοχή αν όχι και την παρακίνηση του επισκόπου Σεβαστής, στον οποίο είχε επιτρέψει την επιστασία του 'Aθω ο Καρδινάλιος Βενέδικτος. Με την κατάλυση του λατινικού κράτους της Θεσσαλονίκης και την προστασία των αγιορειτών από το λατίνο βασιλιά της Κωνσταντινουπόλεως Ερρίκο της Φλάνδρας βελτιώθηκαν ελαφρά τα πράγματα στον 'Aθω. Επειδή όμως οι λατίνοι συνέχιζαν τις πιέσεις τους κατά των μοναχών, οι τελευταίοι αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στον Πάπα lννοκέντιο τον Γ' και να ζητήσουν την προστασία του.
   Εκείνος απέστειλε τότε στους λεγάτους του δυό βούλλες, με τις οποίες ζητούσε την κατάπαυση των βιαιοπραγιών. Στα έγγραφα αυτά ο 'Aθως καλείται "τόπος άγιος", "οίκος Κυρίου" και "ουράνιος Πύλη". Αλλά και η επέμβαση εκείνη ατυχώς δεν έφερε θετικά αποτελέσματα, γιατί κατά τις παραμονές που καταλύθηκε η φραγκική κυριαρχία στην Ανατολή η δράση των λατίνων έλαβε και πάλι ληστρικό χαρακτήρα. Τότε καταστράφηκε και η μονή των Ιβήρων, η οποία όμως ανορθώθηκε σε λίγο. Η απαλλαγή τέλος του Αγίου Όρους από τους σταυροφόρους πραγματοποιήθηκε ύστερα από την ανακατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από το Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1261).
   Η φιλοπαπική όμως πολιτική του νέου αυτοκράτορα, ο οποίος επιθυμούσε να αποσοβήσει τον κίνδυνο μιας νέας σταυροφορίας, έστω και με την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στον Πάπα, βρήκε μεγάλη αντίσταση στους Αγιορείτες, οι οποίοι έστειλαν ακόμη και επιστολή κατά της ενώσεως στον Μιχαήλ τον Η' Παλαιολόγον.
   Τις τρομακτικότερες καταστροφές στο 'Aγιον 'Όρος επέφεραν τυχοδιώκτες Καταλάνοι, μισθοφόροι δήθεν του Βυζαντινού Κράτους, οι οποίοι αφού ήλθαν σε ρήξη προς αυτό κατέλαβαν την Καλλίπολη, λεηλάτησαν τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν το 1307 στη χερσόνησο της Κασσάνδρας.
   Από εκεί επιχειρούσαν περιοδικά επιδρομές κατά των μονών του 'Aθω μέχρι το έτος 1309, όπότε καί αποχώρησαν. Κατά τις επιδρομές αυτές άρπαξαν θησαυρούς και κειμήλια, έσφαξαν πολυάριθμους μοναχούς, έκαψαν πολλές μονές και εξαφάνισαν τα περισσότερα ιερά καθιδρύματα. Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή αυτή, ώστε από τις 180 μονές του 11ου αιώνα στον 'Aθω μόλις 25 παρέμειναν τον 14ο. Τότε ερημώθηκαν όλες σχεδόν οι μικρότερες μονές και κατάντησαν μετόχια στις πλησιέστερές τους μεγαλύτερες οι οποίες διατηρήθηκαν, αλλά σε κακή κατάσταση.
Το πένθος και η πίκρα της φρικτής αυτής τραγωδίας όχι μόνο διατηρήθηκε στις επόμενες γενεές, αλλά και μεγάλωνε από τη μια στην άλλη. Επειδή μάλιστα η αντίδραση των Αγιορειτών κατά του Μιχαήλ Παλαιολόγου δεν απείχε χρονικά πολύ από την καταστροφή των Καταλάνων και επειδή οποιαδήποτε επιδρομή των δυτικών θεωρούσαν οι ανατολικοί ως ενέργεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία ζητούσε με κάθε τρόπο την παπική κυριαρχία και στην Ανατολή, διαμορφώθηκε μεταγενέστερα διαφορετική παράδοση. Σύμφωνα με αυτή τα παραπάνω εγκλήματα τα διέπραξαν ο λατινόφιλος αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος και ο ομόρφονας του Πατριάρχης της Βασιλεύουσας Ιωάννης Βέκκος (1275-1282).
   Έτσι εξηγούνται οι διηγήσεις των Συναξαρίων για μετάβαση του ίδιου του αυτοκράτορα και του Πατριάρχη στο 'Aγιον Όρος, όπου θανάτωσαν Βατοπεδινούς και Ιβηρίτες μοναχούς, έκαψαν Ζωγραφίτες και έσφαξαν πολλούς κελλιώτες, ακόμη δε και τον πρώτο του Όρους Κοσμά, του οποίου το λείψανο πρόσφατα ανακαλύφθηκε στον περίβολο του ναού του Πρωτάτου.
   Εξηγούνται ακόμη και οι συναξαριακές διηγήσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι μονές που δέχθηκαν τους φιλενωτικούς άρχοντες, όπως της Μεγίστης Λαύρας η οποία έγκαιρα ενήργησε στο βασιλιά της Αραγωνίας , Ιάκωβο Β' και γλύτωσε από την καταστροφή της ληστρικής κομπανίας των Καταλάνων - και του Ξηροποτάμου - η οποία ήταν τότε ισχυρά οχυρωμένη - δςν έπαθαν τα δεινά των αντιδραστικών μονών, τα οποία και σταμάτησαν τελικά το ίδιο έτος με τον θάνατο του Μιχαήλ Η' (1282) και την εκθρόνιση του Πατριάρχη Ι. Βέκκου. Έτσι λοιπόν οι καταστροφές των Καταλάνων, που είναι ιστορικά βεβαιωμένες, αποδόθηκαν αργότερα από σύγχυση στους φιλενωτικούς βυζαντινούς. Με τη θέση αυτή συμμετείχε ενεργά και το 'Aγιον Όρος, μάλιστα με πολλά θύματα, στον ανθενωτικό αγώνα του Βυζαντίου.
Τη μεγάλη αυτή πτώση του Όρους κατά τον 13ο αιώνα τη διαδέχθηκε κατά τον επόμενο ιδιαίτερη άνθηση. Οι ίδιοι οι μοναχοί καταρχήν γεμάτοι πίστη στο Θεό και στα ιδανικά τους αναπλήρωναν με στωϊκή καρτερία και ιώβεια υπομονή τις μεγάλες απώλειές τους.
   Αλλά και η μέριμνα της Πολιτείας και της Εκκλησίας ήταν σημαντική. Περισσότερα από 45 χρυσόβουλλα, που αναφέρονται στο 'Aγιον Όρος και έχει υπογράψει ο διάδοχος του Μιχαήλ Η', φιλομόναχος αυτοκράτορας , Ανδρόνικος Β' ο Παλαιολόγος (1282 - 1328) διατηρούνται σήμερα σε βιβλιοθήκες Αθωνικών μονών. Ένα μάλιστα απ' αυτά του 1313 αναγνωρίζει πνευματικό αρχηγό του Αγίου Όρους τον πρώτον, του οποίου την εκλογή θα έκαναν οι Αγιορείτες και την επικύρωση ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Η υπαγωγή αυτή των μονών στο Πατριαρχείο, χάρη στην οποία του λοιπού ονομάζονται πατριαρχικές διατηρείται μέχρι σήμερα.
   Προσπάθεια του Πατριάρχου Τυρνόβου κατά την εφήμερη κυριαρχία του νέου βουλγαρικού βασιλείου να λάβει δικαιοδοσία πάνω στο 'Aγιον Όρος δια μέσου του επισκόπου Ιερισσού, τον οποίον ο ίδιος χειροτόνησε, απέτυχε στη γένεσή της, ύστερα από καθολική αντίδραση των Αγιορειτών μοναχών. Οι τελευταίοι απευθύνθηκαν στον αυτοκράτορα της Νικαίας , Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος εξέδωκε σχετική απόφαση που λίγο αργότερα την αναγνώρισε και ο βασιλιάς των Βουλγάρων Ιωάννης Ασάνης.
   Κατά τη γνωστή επίσης ολιγόχρονη σερβική κυριαρχία (1345-1355), όταν ο Στέφανος Δουσάν παρουσιάσθηκε ως ο φυσικός προστάτης της Αθωνικής Πολιτείας, καθώς φανερώνουν τα πολλά χρυσόβουλλα του, ελληνόγλωσσα και σλαβόγλωσσα, που φυλάσσονται σήμερα σε διάφορες αγιορείτικες μονές, ο πρώτος του 'Aθω, ύστερα από πιθανή υπόδειξη των κατακτητών, περιόρισε τα δικαιώματα του επισκόπου Ιερισσού πάνω σε θέματα ιεροτελεστιών και καθιερώσεως ναών στο 'Aγιον Όρος και παράλληλα δεχόταν όσους χειροτονούσαν Σέρβοι επίσκοποι.
Λίγο αργότερα όμως ο Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, μετά από συνοδική απόφαση (1368), επανέφερε με σιγίλλιο τα αρχιερατικά δικαιώματα στον Ιερισσού. Έτσι δια μέσου αυτού θα μπορούσε να ελέγχει το 'Aγιον Όρος το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, όπως και παλαιότερα. Το περίφημο κίνημα των ησυχαστών ξεκίνησε από μια ασήμαντη αφορμή, όπως γίνεται με όλα τα μεγάλα θέματα. Ύστερα από δοκίμιο "Περί μεθόδου της ιεράς προσευχής", που κυκλοφορήθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα με το όνομα Συμεών του Νέου Θεολόγου, έγραψαν σχετικές μελέτες ο Νικηφόρος ο Ησυχαστής και ο Γρηγόριος ο Σιναϊτης.
   Ο τελευταίος μάλιστα δίδαξε σε μερικούς ερημίτες της Σκήτης του Μαγουλά, που βρισκόταν κοντά στη μονή Μ. Λαύρας, τον εμπειρικό τρόπο πνευματικής συγκεντρώσεως.
   Σύμφωνα δηλαδή με τη μέθοδο αυτή, που την ακολουθούσαν αρχάριοι μοναχοί, ήταν δυνατή "ή θέα του θείου φωτός", αν ο αδιάκοπα προσευχόμενος συγκέντρωνε το νου του από τα έξω προς τα μέσα. Από μιμητές της μεθόδου αυτής πληροφορήθηκε το γεγονός στη Θεσσαλονίκη το 1336 ο λόγιος μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ο οποίος ξεκινώντας από διαφορετικές ανθρωπολογικές και θεολογικές προϋποθέσεις -ότι δηλαδή το ανθρώπινο σώμα δεν αποτελεί με την ψυχή ενιαίο και αδιάσπαστo σύνολο και ότι ο Θεός είναι όχι μόνο αόρατος, αλλά και εντελώς ακατάληπτος απέρριπτε το δυνατό του πράγματος. Τις απόψεις του αυτές δέχθηκαν ο σλάβος μοναχός Γρηγόριος Ακίνδυνος, ο ιστορικός μαθηματικός και θεολόγος Νικηφόρος Γρηγοράς, οι αδελφοί Δημήτριος και Πρόχορος Κυδώνης, ο Μανουήλ Καλέκας κ.α. Αντίθετα οι αγιορείτες μοναχοί επέμεναν στις απόψεις τους και την υπεράσπιση τους ανέλαβε ο σοφός συνάδελφός τους Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359), ο οποίος έφθασε στη Θεσσαλονίκη όπου με συζητήσεις και θεολογικές πραγματείες θεμελίωσε την τακτική των ησυχαστών. Διέκρινε την ουσία από τις ενέργειες του Θεού και δίδαξε ότι η μεν πρώτη είναι αμέθεκτη από τον άνθρωπο, οι δε δεύτερες μ ε θ ε κ τ ε ς. Δέχθηκε ακόμη ότι στις πνευματικές απολαύσεις μετέχει συνολικά ο άνθρωπος, ψυχικά δηλαδή και σωματικά. Μεταξύ των ομοφρόνων του Παλαμά ήταν και ο Αγιορείτης Φιλόθεος Κόκκινος, αργότερα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Όταν δε για πολιτικούς λόγους συντάχθηκε με τους ησυχαστές ο σφετεριστής του θρόνου Ιωάννης ο Καντακουζηνός, που πολεμούσε το νόμιμο αυτοκράτορα Ιωάννη τον Ε', και οι πολιτικοί αντίπαλοί του έγιναν αντιπαλαμικοί, το θεολογικό αυτό ζήτημα έγινε και πολιτικό. Ύστερα όμως από σειρά Συνόδων πού συνήλθαν στην Κωνσταντινούπολη από το 1341 και εξής καταδικάστηκαν τελικά οι γνώμες του Βαρλαάμ και των ομοφρόνων τους.
   Βασικά επρόκειτο για δύο διαφορετικές τάσεις πού υπήρχαν στο Βυζάντιο κατά την περίοδο εκείνη. Η μερίδα των ησυχαστών και των φίλων τους είχαν έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, θεωρούσαν τις ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου ανώτερες από το λογικό του και είχαν ανθενωτικό πνεύμα. Αντίθετα οι αντίπαλοί τους είχαν ορθολογιστικές τάσεις, υπερεκτιμούσαν την κλασσική παιδεία και ήταν φιλενωτικοί. Στο τέλος του 14ου αιώνα, όταν πλέον είχε επικρατήσει η δογματική διδασκαλία για το θ ε ί ο κ α ι ά κ τ ι σ τ ο θ α β ώ ρ ι ο Φ ω ς της Μεταμορφώσεως του Χριστού και είχε ανάπτυξη ο μοναχισμός, κτίστηκαν άλλες πέντε μονές:
   Η μονή Γρηγορίου που ιδρύθηκε πιθανώς από μαθητές Γρηγορίου του Σιναϊτου, η Σίμωνος Πέτρας από τον ασκητή Σίμωνα, γύρω στο 1350, η Παντοκράτορος από τους βυζαντινούς άρχοντες, Αλέξανδρο και Ιωάννη (1357), η του Αγίου Παύλου, η οποία προήλθε από διόγκωση Ξηροποταμηνού Κέλλιου αφού δαπάνησαν οι Σέρβοι άρχοντες Γεράσιμος Ραδώνιας και Αντώνιος Παγάσης (1370) και η του Διονυσίου από ομώνυμο μοναχό, προερχόμενο από την Κορυσό.    Έτσι 19 από τις 20 μονές που λειτουργούν σήμερα στο 'Aγιον Όρος υπήρχαν από τον 14ο αιώνα. Εκτός όμως από αυτές υπήρχαν και άλλες μικρότερες, όπως π.χ. του Αλυπίου, του Ραβδούχου, του Χαρίτωνος, του Σαραβαρίου και του Μακρή, οι οποίες αργότερα απορροφήθηκαν από μεγαλύτερες μονές.
   Για την εθνολογική μορφή του Αγίου Όρους κατά τον 14ο αιώνα θα μπορούσε να σημειωθεί ότι οι Σέρβοι αυξήθηκαν αρκετά και έγιναν το δεύτερο εθνικό στοιχείο μετά τούς "Ελληνες. Ρώσοι δεν φαίνονται να υπάρχουν τότε στην μονή του Αγίου Παντελεήμονος οι Αμαλφινοί είχαν προ πολλού εξαφανισθεί, οι Βούλγαροι ήταν ελάχιστοι και οι 'Ίβηρες είχαν τόσο αραιώσει, ώστε το 1355 καθιερώθηκε στη μονή τους η ελληνική γλώσσα και δόθηκε και η διοίκηση στους Έλληνες με απόφαση του Πατριάρχη και του Πρώτου της Αθωνικής Πολιτείας.
 
 Επειδή μερικές μονές, ύστερα από την ανάκτηση των πρότερων δυνάμεων τους, έκαναν απαράδεκτες επεμβάσεις σε περιοχές άλλων μονών και του Πρώτου, αναγκάσθηκε ο τελευταίος να προσφύγει με τον ηγούμενο της Λαύρας στον Πατριάρχη Αντώνιο, ο οποίος ύστερα από συνοδική απόφαση έστειλε στο Όρος τους Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Γαβριήλ και Βερροίας Δανιήλ. Εκείνοι συγκέντρωσαν τους έγκριτους και λόγιους μοναχούς του 'Aθω στην πρωτεύουσά του, τις Καρυές, όπου και συντάχθηκε το 1394 το Τυπικό του Αντωνίου ή το λεγόμενο Τρίτο Τυπικό του Όρους. Το Τυπικό αυτό ερρύθμισε τη θέση του επισκόπου Ιερισσού, καθόρισε την ιεραρχική τάξη των τότε μονών στίς Κοινές Συνάξεις τους, έδωσε πολλά διοικητικά και πνευματικά δικαιώματα στον Πρώτο, του οποίου οριοθέτησε την περιοχή, υποχρέωσε τους κελλιώτες να δίνουν στον Πρώτο ετήσια ευλογία, θεσμοθέτησε την εποπτεία του Πατριάρχου, ο οποίος διατήρησε τα προνόμια του εκκλήτου και του μνημοσύνου και απαγόρευσε την είσοδο στον 'Aθω αγενείων καί ζώων.
   Με την πνευματική ανάπτυξη του Αθωνικού μοναχισμού, την ίδρυση και άλλων μονών, τη δραστηριότητα πολλών Αγιορειτών, σοφών και αγίων, μέσα και έξω από τη χερσόνησο, με την καλλιέργεια του ορθοδόξου θρησκευτικού και φιλοσοφικού πνεύματος στα πολυάριθμα καθιδρύματα του 'Aθω υψώθηκε σε μεγάλο βαθμό το γόητρο του Αγίου Όρους. Η γνώμη των Αγιορειτών μοναχών σε μεγάλα και φλέγοντα προβλήματα του Κράτους, όπως π.χ. στην ένωση των Εκκλησιών και σε άλλα, είχε, όπως έδειχναν τα πράγματα, ιδιαίτερη βαρύτητα και κύρος.
Στο τέλος του 14ου αιώνα παρατηρείται μια προτίμηση, μικρή στην αρχή μεγάλη αργότερα, στο ιδιόρρυθμο σύστημα ζωης.
   Χρυσόβουλλο μάλιστα του Μανουήλ Β' του Παλαιολόγου (1406) μεταξύ των άλλων διατάξεων που παραθέτει γνωστών και από άλλα σχετικά έγγραφα αναγνωρίζει την ισόβια νομή ακινήτων που είχαν ήδη μερικοί μοναχοί και ορίζει όπως η διοίκηση κάθε μονής γίνεται από συμβούλιο 15 μοναχών- "βουλευτών", στους οποίους προίσταται ο ηγούμενος. Έτσι άρχισε να ισχύει το αριστοκρατικό σύστημα στη διοίκηση πολλών μονών, το οποίο καθιέρωσε ο αυτοκράτορας.
   "Επεί γάρ τών πόλεων όσαι καλώς πράττουσι τη των αρίστων βουλή διοικούνται και ού τη των πολλών, ούδέ των τυχόντων, ούδ' αυτού του άρχοντος μόνου, το μεν γαρ δημοκρατία, το δε τυραννίς, αμφότερα δέ όμοίως άτοπα". Με το ίδιο χρυσόβουλο απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στο 'Aγιον Όρος, αν και τούτο στην πράξη ίσχυε από παλαιότερα.
   Στο τέλος του 14ου αΙώνα, όταν κατέφθασαν τα πρώτα τουρκικά στρατεύματα στον 'Aθω οι οξυδερκείς μοναχοί έλαβαν πρόνοια και εξασφάλισαν από τον σουλτάνο Μουράτ τον Α' προνόμια και εσωτερική αυτονομία αντί ετήσιας καταβολής 130.000 άσπρων.
   Τα προνόμια αυτά επικύρωσαν και οι δύο επόμενοι σουλτάνοι: Μουράτ ο Β' (1430) και Μωάμεθ ο Πορθητής (1453). Με τα σχετικά φιρμάνια τους δικαιολόγησαν τα προνόμια των μονών: Στα ιδρύματα αυτά, είπαν, όχι μόνο ευλογείται και δοξάζεται το όνομα του Θεού, αλλά γίνονται και καταφύγια των πτωχών, των ξένων, των πικραμένων και των αγωνιστών της ζωής αυτής!
 


Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Δ.  ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
ΔΙΔΑΓΜΑ ΕΚ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ Τ ...
Περισσότερα >>
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΑΘΕΟ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
< ...
Περισσότερα >>