www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ    ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ    ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Γ ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ (4. Μεταβυζαντινή περίοδος )

Από την άλωση της Βασιλεύουσας μέχρι και τον 19ο αιώνα το Άγιον Όρος γνώρισε όλα σχεδόν τα στάδια των καταστάσεων της παρακμής καί της ακμης. Συχνά πλέον οί 'Αγιορείτες μοναχοί έφθαναν στην κατάπτωση και το μαρασμό εξαιτίας των μεγάλων δυσκολιών που δημιουργούσαν σ' ολόκληρο το ελληνικό Γένος οι αλλόθρησκοι κατακτητές.
   Σύντομα όμως πάλι οι υπόδουλοι Αθωνίτες με ανεξάντλητη υπομονή και συνεχή προσπάθεια προέβαιναν κάθε φορά σε νέα ανόρθωση πού αρκετές φορές έφθασε στην πρόοδο και την ευημερία. Παρά τα προνόμια, δηλαδή, που έδωσαν οι οθωμανοί στις αγιορείτικες μονές, οι περιπέτειες των μοναχών ήταν μεγάλες και δυσβάστακτες κατά καιρούς στη μακρόχρονη περίοδο του ζυγού (1430-1913). Το δίκαιο των ισχυροτέρων στην αρχή, οι συχνές πιέσεις, διώξεις και λεηλασίες των μοναχών, ακόμη δε και η βαρύτατη φορολογία που από την αρχή, όπως είναι γνωστό, επέβαλαν οι τούρκοι και συχνά στη συνέχεια αναμόρφωναν σε μεγαλύτερες πάντοτε κλίμακες έφεραν το Όρος σε μεγάλη ένδεια. Οι Ρώσοι και οι Ίβηρες μοναχοί εξαφανίσθηκαν, οι Βούλγαροι λιγόστεψαν και οι Σέρβοι σημαντικά μειώθηκαν.
   Οι μικρότερες μονές αναγκάστηκαν να συγχωνευθούν σε μεγαλύτερες έτσι κατά το τέλος του 15ου αιώνα ο αριθμός των μονών έφθασε στις ακόλουθες δεκαεννιά: Μ. Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χελανδαρίου, Ξηροποτάμου, Καρακάλλου, Ξενοφώντος, Εσφιγμένου, Ζωγράφου, Δοχειαρίου,Φιλοθέόυ, Παντοκράτορος, Ρώσων, Κωνσταμονίτου, .Αγίου Παύλου, Διονυσίου, Γρηγορίου, Σίμωνος Πέτρας και Κουτλουμουσίου.
   Στις μονές αυτές, που λειτουργούν μέχρι σήμερα, εξακολούθησε βέβαια να διατηρείται στο δεύτερο μισό του 15ου και στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα η πολιτιστική παράδοση του Βυζαντίου, αλλά ήταν σημαντικά εξασθενημένη. Η παρακμή που παρουσίασε τότε και ο θεσμός του Πρώτου είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της ιδιοκτησίας του.
   Από τις αρχές του 16ου αιώνα άρχισε να αναλαμβάνει σταδιακά το Άγιον Όρος.
Πρώτο δείγμα της αλλαγής αυτής ήταν η ανύψωση του Κελλιού Σταυρονικήτα σε ομώνυμη του μονή, το έτος 1533, από τον ιερομόναχο Γρηγόριο, ηγούμενο της Ηπειρωτικής μονής Γηρομερίου. Μετά μάλιστα από μια δεκαετία την ανακαίνισε ριζικά ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Α'. Επίσης τα τρία παλιά συστήματα του αγιορείτικου μοναχισμού, ήτοι το κοινοβιακό, το κοινοτικό και το ερημιτικό, καλλιεργήθηκαν τότε και αναπτύχθηκαν έστω με βασικές τροποποιήσεις.   Πολλές κοινοβιακές δηλαδή μονές έγιναν ιδιόρρυθμες και τις λαύρες αντικατέστησαν οι σκήτες.
   Τα Ησυχαστήρια και τα Καθίσματα αυξήθηκαν αρκετά. Η γνωστή από τον προηγούμενο αιώνα ανάπτυξη του ησυχασμού και η φτώχεια των μονών από τις εθνικές περιπέτειες έφεραν χαλάρωση του οργανωμένου κοινοβιακού μοναχισμού, της οποίας αποτέλεσμα ήταν η στροφή των μοναχών στον ιδιόρρυθμο βίο Εκεί κάθε ένας Αγιορείτης θα μπορούσε πλέον ευκολότερα να συντηρηθεί, εφ' όσον θα ασκoύσε και κάποιο επάγγελμα. Το έτος 1573 λοιπόν βρήκε ιδιόρρυθμες τις μονές Μ. Λαύρας και Βατοπεδίου. Και άλλες μονές, όπως η Φιλοθέου, η Κωνσταμονίτου καί η Εσφιγμένου, είχαν ήδη προσανατολισθεί από λόγους παρακμής στο δρόμο της μετατροπής. Τόση δε ένδεια είχε τότε ή μονή του Ξηροποτάμου, ώστε παραχώρησε με αμοιβή στη μονή Διονυσίου την ιεραρχική θέση της.
   Φραγμό στην κατάπτωση αυτή προσπάθησε να βάλει ο Πατριάρχης Ιερεμίας, ο οποίος ανέθεσε στον Αλεξανδρείας Σίλβεστρο που μετέβαινε τότε στον Άθω, την επιτόπια εξέταση των πραγμάτων και τη δυνατή βελτίωσή τους. Η συνεργασία του Αλεξανδρείας, του Πρώτου του Αγίου Όρους και των ηγουμένων των μονών είχε σαν αποτέλεσμα νέο τυπικό που είχε ως βάση παλαιότερα τυπικά, χρυσόβουλλα και σιγίλλια του Αγίου Όρους. Το νέο αυτό τυπικό που επικύρωσε με σιγίλλιο του ο Πατριάρχης Ιερεμίας το έτος 1575 επανέφερε στις μονές το κοινοβιακό σύστημα ζωής, απαγόρευε την είσοδο στον Άθω αγενείων και θηλυκών ζώων, καθώς και την έξοδο από αυτό κελλιωτών μοναχών για τη συλλογή εράνων, περιόριζε το εμπόριο των μοναχών και δεν επέτρεπε στις μονάζουσες γυναίκες να παραμένουν
στα αγιορείτικα μετόχια. Τον άνεμο της σταδιακής προόδου που άρχισε να πνέει πλέον στο Άγιον Όρος αρκετά ενίσχυσε τότε η κατά μικρά χρονικά διαστήματα περιφορά λειψάνων αγίων στίς παραδουνάβιες περιοχές και σε άλλες ορθόδοξες χώρες από μέρους των μοναστηριακών μοναχών και η συλλογή εράνων για κάλυψη αναγκών των μονών. Παράλληλα ενίσχυαν ιδιαίτερα τις μονές οι ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας, οι άρχοντες της Ιβηρίας
και οι τσάροι της Ρωσίας. Αλλά και οι Αγιορείτες αντιπρόσφεραν ότι μπορούσαν στους ομόδοξους των χωρών αυτών. Δια μέσου των μοναχών που τους αντιπροσώπευσαν στα κατά τόπους μοναστηριακά μετόχια τους καλλιεργούσαν τη θρησκευτική διαφώτιση, ετόνωναν την ευσέβεια και την πίστη του λαού και ενεθάρρυναν τα γράμματα. Κλασσικό παράδειγμα είναι ο Μάξιμος ο Βατοπαιδινός, ο γνωστός Μάξιμος ο Γραικός, ο οποίος έδρασε ποικιλοτρόπως
στη Ρωσία όπου, παρά τα όσα στην αρχή του καταμαρτύρησαν, αργότερα ανακηρύχθηκε άγιος.
   Στις ιδιότυπες αυτές ιστορικές περιστάσεις ιδιαίτερα ακμάζει ένα καινούργιο για τον Άθω καλλιτεχνικό ρεύμα ζωγραφικής, η λεγόμενη Κρητική Σχολή. Οι Κρητικοί αγιογράφοι της εποχής, αν και επηρεασμένοι εικονογραφικά από την ιταλική κυρίως αναγέννηση, συνθέτουν στις ευρύτατες εσωτερικές επιφάνειες των Καθολικών και των Τραπεζών των μονών μεγαλόπνοες παραστάσεις, α φ ο σ ι ω μ έ ν ε ς στην ορθόδοξη πίστη, τη λατρεία και την παράδοση.
   Δεν άργησαν όμως να αλλάξουν και πάλι τα πράγματα με την έναρξη του 17ου αιώνα, κατά τον οποίο το Άγιον Όρος μαστίζει η φτώχεια και η αμάθεια. Παρά τις πλούσιες δωρεές πολλών αρχόντων των ομοδόξων Χωρών και παρά τις συλλογές εράνων από τους ορθόδοξους λαούς οι φόροι της οθωμανικής τυραννίδας ήταν δυσβάστακτοι. Με τή δήμευση των μοναστηριακών κτημάτων από τους Τούρκους χρεοκόπησε το Κοινόν, οπότε αποφάσισε η Κοινή Σύναξη
την πώληση των Κελλιών του Πρώτου σε διάφορες μονές. Αλλά και αυτές είχαν αρχίσει να παρακμάζουν ήδη. Η Μ. Λαύρα στέγαζε 5-6 μοναχούς μόνο, η Ξενοφώντος, η Ρώσων, η Κωνσταμονίτου και άλλες έφθασαν σε μεγάλη ένδεια. Ικμάδα οικονομική παρουσίασε η μονή Χελανδαρίου, η οποία και αγόρασε τότε τα περισσότερα Κελλιά στις Καρυές.
Το Κοινοβιακό σύστημα που είχε επαναφέρει ο Πατριάρχης δε διατηρήθηκε πολύ χρόνο.
   Σιγά, σιγά όλες oι μονές μετατράπηκαν σε ιδιόρρυθμες. Καταργήθηκε ο θεσμός του ηγουμένου στις μονές και του Πρώτου στις Καρυές. Αντί αυτών καθιερώθηκε το διοικητικό σύστημα των Επιτρόπων σε κάθε μονή και των Επιστάτων στην Κοινή Συναξη.
   Πρώτα αποτελέσματα της ιδιόρρυθμης ζωής ήταν η εμφάνιση των Σκητών στον Άθω και η αύξηση των μοναχών. Ο σκητιωκός βίος ήταν ανεξάρτητος μοναχικός βίος.
   Οι σκητιώτες μοναχοί, που έμεναν κατά μικρές ομάδες σε χωριστά Κελλιά, μπορούσαν ευκολότερα να ασκήσουν οποιοδήποτε επάγγελμα. Πρώτη σκητή που συστήθηκε ήταν της Αγίας Άννας (17ος αιώνας) στα όρια της Μ. Λαύρας την οποία αποτελούσαν 20 - 30 Κελλιά, κτισμένα σε μικρές απoστάσεις μεταξύ τους,κα η οποία σε σύντoμo χρονικό διάστημα παρουσίασε ιδιαίτερη πνευματική άνοδο κι έγινε το υπόδειγμα για την ίδρυση και άλλων σκητών στο Άγιον Όρος, ο lωάννης Κομνηνός συγκεκριμένα σημειώνει μεταξύ άλλων στο προσκυνητάριο του που δημοσιεύθηκε το 1100 ότι, "οι εκείσε κατοικούντες την Κυριακή στο ναό του Κοιμητηρίου και ερημίται και ασκηταί ζώσι με το εργόχειρον τους και άλλοι μεν Σκάπτουσι εγκόλπια και σταυρούς άλλοι δέ πλέκουσι καλυμμαύχια, έτεροι δε ποιούσι χουλιάρια και άλλοι εξ' αυτών κομβολόγια και από αυτά ζωοτρέφονται,το περισσότερον ασχολούμενοι εν τη προσευχή και διάγοντες την ζωήν τους εν νηστεία και πόνοις και σκληραγωγία πολλή συνάγονται δε πάσαν Κυριακήν και συλλειτουργούνται όμου εις το Κυριακόν και συνομιλούσι μετά αλλήλων ερωτώντες περί ψυχοφελών ζητημάτων και πράξεων ενάρετων μετ' ευλαβείας και ταπεινώσεως φιλαδέλφως αποκρινόμενοι.
   Τα οικονομικά βάρη πού είχαν ακόμη οι μοvές φαίνεται ότι αρκετά ελάφρυναν τότε οι γουναράδες της Κωνσταντινουπόλεως, αφού μέλη της συντεχνίας τους έκαναν οι Αγιορείτες μοναχοί "αιρετούς κριτάς" για όλες τις εξωτερικές οικονομικές υποθέσεις των μετοχίων τους.
   Το γεγονός αυτό και οι επί πολλές δεκαετίες συνεχιζόμενες οικονομικές δυσχέρειες των μονώv φανερώνουν τόσο τις δυσκολίες της τουρκικής δεσποτεΙας όσο και τη πλημμελή διαχείρηση των κοινών χρημάτων από μέρους των Αγιορειτών. Οι μοναχοί πληθύνονται σιγά σιγά και φθάνουν στις 6.000. Νέα βελτίωση των αγιορείτικων πραγμάτων αρχίζει πάλι να φαίνεται.
   Αξιόλογοι πνευματικοί άνδρες, Όπως ο πολυμαθέστατος και πολυγραφώτατος Καισάριος Δαπόντε (Ξηροποταμηνός), ο Αγάπιος ο Λάνδος, κ.α. με τις συγγραφές τους και την όλη δράση τους πρόσφεραν σπουδαίο εθνικοθρησκευτικό έργο στον υπόδουλο ελληνισμό.
   Στις αρχές του 18ου αιώνα είναι πλέον ευδιάκριτη η σταδιακή άνοδος του Αγίου Όρους.
  Ήδη οι μονές Μ. Λαύρας, Βατοπεδίου, Χελανδαρίου και λίγο αργότερα, Ξηροποτάμου βρίσκονται σε οικονομική ανόρθωση. Άλλες μονές, όπως η των Ρώσων, Δοχειαρείoυ, Ξενοφώντος, , Εσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας και Γρηγορίου, αν και υποφέρουν από οικονομικές δυσκολίες, τις οποίες επαυξάνουν και οι κατά καιρούς πυρκαϊές, όμως οδηγούνται σε μια οικονομική βελτίωση, την οποία ακολουθεί και πνευματική πρόοδος.
  Στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα ιδρύθηκαν κατά τον τύπο της σκήτης της Αγίας Άννας οι εξής σκήτες: των Καυσοκαλυβίων στα όρια της Μ. Λαύρας, του Προδρόμου στα όρια των Ιβήρων, του Αγίου Δημητρίου στα όρια της Βατοπεδίου και του Πύργου ή και οικονομικά προβλήματα. Η πνευματική όμως άνοδος στο Άγιον Όρος έγινε περισσότερο φανερή στη μετατροπή επτά ιδιόρρυθμων μονών σε κοινοβιακές που πραγματοποιήθηκε στα επόμενα τριάντα πέντε χρόνια. Οι μονές αυτές είναι: του Ξενοφώντος (1784), Εσφιγμένου (1796), Σίμωνος Πέτρας (1801), Παντελεήμονος (1803), Διονυσίου (1805), Καρακάλλου (1813) και Κωνσταμονίτου (1818). Μεταξύ δε των λογίων και εναρέτων αγίων Αγιορειτών ανδρών που έδρασαν κατά την εποχήν εκείνη ήταν ο Μακάριος Νοταράς, πού δημοσίευσε το έργο: "Περί συνεχούς μεταλήψεως" και την "Φιλοκαλία", ο "πολυγραφώτατος και πάντων υπέρτερος κατά την φιλοπονίαν αναδειχθείς" Νικόδημος ο Καλληβούρσης ('Αγιορείτης) από τη Νάξο, ο οποίος δημοσίευσε πλήθος έργων όπως π.χ. το "Πηδάλιον" το "Νέο Συναξαριστή", τον "Αόρατο πόλεμο", τα "Πνευματικά Γυμνάσματα" κ.α.. και ο Θεοδώρητος ο Εσφιγμενίτης, ο οποίος έγραψε αξιόλογη ιστορία του Αγίου Όρους χωρίς όμως και να τη δημοσιεύσει.
ΈβδομοΤυπικό του Όρους θεωρείται εκείνο που συντάχθηκε από την Κοινή Σύναξη των Αγιορειτών το 1810, μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε', και επικυρώθηκε από τη διοίκηση της Θεσσαλονίκης.
Με το Τυπικό αυτό καθιερώθηκαν είκοσι τακτικοί αντιπρόσωποι στην Κοινή Σύναξη των Καρυών, δηλαδή ένας από κάθε μονή, οι οποίοι και θα ασκούσαν του λοιπού με τούς τέσσερις Επιστάτες, τους γνωστούς και ως σφραγιδοφύλακες, την ανώτατη διοικητική εποπτεία του Αγίου Όρους. Ρυθμίστηκαν ακόμη διάφορα πνευματικά, διοικητικά και οικονομικά θέματα καθώς και θέματα των κελλιωτών μοναχών.
   Τις βασικές διατάξεις του Τυπικού αυτού ακολουθεί η Αθωνική Πολιτεία μέχρι σήμερα.
   Την επόμενη δεκαετία συνεχίστηκε κάθε είδους ανάπτυξη στο Άγιον Όρος. Τα κτήρια πολλών Αθωνικών ιδρυμάτων μεγεθύνθηκαν, τα κοινά χρέη ελαττώθηκαν το έμψυχο υλικό αυξήθηκε και πολλές πνευματικές αναβλαστήσεις καλλιεργήθηκαν. Την ιδιαίτερη, αυτή ανοδική πορεία των αγιορειτικών πραγμάτων ανέκοψε απότομα η αντίδραση των κατακτητών στην ελληνική επανάσταση του 1821. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους κατέφθασε στην Αθωνική Χερσόνησο
ο Μεχμέτ Αβουλαβούτ πασάς, ο οποίος στρατοπέδευσε με 8.000 άνδρες στα όρια της μονής Χελανδαρίου. Στο μεταξύ μεγάλος αριθμός των μοναχών είχε εγκαταλείψει τον Άθω και είχε τεθεί κάτω από τις διαταγές του Εμμανουήλ Παπά για να πολεμήσει τους τυράννους.
   Ο πασάς αφου κατάστειλε κάθε εξέγερση στον Άθω έφυγε. Άφησε όμως φρουρά 3.000 άνδρες στις Kαρυές και στις μονές και έστειλε ως ομήρους στην Κωνσταντινούπολη 10 μοναχούς που σε μικρά χρονικά διαστήματα τους αντικαθίστουσαν ισάριθμοι Αγιορείτες.
   Οι συχνές υπερβάσεις της παραπάνω τουρκικής φρουράς την οποία συντηρούσαν και μισθοδοτούσαν οι μονές, ο συνεχώς αυξανόμενος κεφαλικός φόρος, η στέρηση των προσόδων από τα βλαχομολδαβικά μετόχια και ο καθημερινός φόβος του βίαιου θανάτου ερήμωσαν πάλι πολλά ιδρύματα κα έφεραν παντός είδους μαρασμό σ' όλο το Άγιον Όρος.
   Μερικών μάλιστα μονών τα κειμήλια μεταφέρθηκαν σε εξωαγιορειτικά μετόχια τους για ασφάλεια, άλλες δε μονές ζήτησαν άδεια των Αρχών για να πουλήσουν διάφορα κτήματά τους, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες των περιστάσεων. Ευτυχώς όμως η δυσπραγία αυτή δεν διατηρήθηκε πολύ χρόνο. Μετά το 1828 άρχισαν να αναλαμβάνουν οι μονές. Όσοι μοναχοί έζησαν άρχισαν πάλι το ανορθωτικό έργο τους. Ανακαίνισαν κτήρια, απόσβεσαν κοινά χρέη και επανέφεραν το κοινοβιακό σύστημα ζωής σε τέσσερεις μονές, ήτοι του Αγίου Παύλου (1839), Γρηγορίου (1840), Ζωγράφου (1849), Κουτλουμουσίου (1850), άλλων δε τεσσάρων, ήτοι της
Δοχειαρίου (1834), Ξηροποτάμου (1835), Χελανδαρίου (1856) και Ιβήρων (1867) αποφασίστηκε η μετατροπή σε κοινοβιακές, παρέμειναν δμως τελικά ιδιόρρυθμες.
   Το 1842-44 ιδρύθηκε στις Καρυές η Αθωνιάς Σχολή, η οποία με μικρές διακοπές λειτουργεί μέχρι σήμερα. Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος ο Γ' έλυσε το 1864 το γνωστό ζήτημα των εξαρτηματικών μοναχών. Με σιγγιλιώδες συνοδικό γράμμα του εκύρωσε τα αρχαία κυριαρχικά δικαιώματα των μονών πάνω στα κελλιά και τις σκήτες έτσι αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις που είχαν κλονισθεί. Προσπάθειες πού έγιναν για να καθορισθεί δεκτό από όλους σύστημα διοικήσεως με Κανονισμούς που συντάχθηκαν κατά καιρούς (1875, 1877, 1880)
δεν τελεσφόρησαν, γιατί έθιγαν "κεκτημένα" από αιώνες δικαιώματα των Αγιορειτών.
   Κατά τη δεύτερη και τρίτη εικοσιπενταετία του 19ου αιώνα ανασυγκροτήθηκε κυριολεκτικά ολόκληρο το Άγιο Όρος. Τα ερείπια ξανακτίστηκαν και τα άλλα κτήρια που άντεξαν στη λαίλαπα του πολέμου ανακαινίστηκαν, επεκτάθηκαν και λαμπρύνθηκαν. Αναπληρώθηκαν επίσης όσα τμήματα είχαν γίνει παρανάλωμα της φωτιάς, η οποία κατά καλή σύμπτωση έβλαπτε συνήθως κτήρια και όχι κειμήλια. Κτίστηκαν ακόμη νέες πτέρυγες πολλών μονών και διάφορα μικρά ή μεγάλα τμήματα σκητών και κελλιών. Η ανόρθωση αυτή έγινε τόσο με τα προϊόντα των εράνων στις ομόδοξες χώρες όσο και με τις γενναίες χορηγίες των ορθοδόξων ηγεμόνων των σλαβικών κυρίως χωρών.. Οι δωρεές αυτές στην αρχή τουλάχιστον είχαν ε υ σ ε β ι σ τ ι κ ά κίνητρα. Αργότερα όμως, ύστερα από την εθνική αφύπνιση των λαών μεταβλήθηκαν από τους Βουλγάρους και, τους Ρώσους σε μέσα επεκτατικής πολιτικής.
   Οι μεν Βούλγαροι, εκτός της μονής Ζωγράφου, που ανέκαθεν ήταν κάτω από τον έλεγχο τους, κατέλαβαν από τα μέσα του 18ου αιώνα τη μονή Χελανδαρίου και γύρω στο 833-1837 το παλιό Κελλί του Ξυλουργού,το οποίο μετέτρεψαν στην κοινοβιακή σκήτη Βογορόδιτσα, οι δε Ρώσοι, που επανήλθαν στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος το 1840, κατέλαβαν την έρημη τότε σκήτη του Προφήτη Ηλία (1839) και το Κελλί του Αγίου Ανδρέα (1849) στις Καρυές και στις θέσεις τους έκτισαν καταπληκτικά σε μέγεθος και πλούτη κτήρια, τα οποία και μετέτρεψαν σε κοινοβιακές σκήτες. Μετά δε την εκλογή Ρώσου ηγουμένου στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος κατανοήθηκαν από τους Έλληνες τα σχέδια που είχε η πανσλαβική κίνηση της εποχής, τα οποία τελικά ματαίωσαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι.
   Στις 2 Νοεμβρίου του 1912 μοίρα του ελληνικού στόλου με επικεφαλής το "Αβέρωφ" κατέφθασε στη Δάφνη και ναυτικά αγήματα κατέλαβαν τη χερσόνησο. Τα μοναστήρια που πεντακόσια σχεδόν χρόνια έκρυβαν μέσα τους την ψυχή και την ιστορία του Ελληνικού Γένους, πανηγύρισαν την πραγματοποίηση του ονείρου τους με κωδονοκρουσίες και πανηγύρεις. Αντίδραση των Ρώσων και Βουλγάρων απέτυχε.. Οι αντιπρόσωποι των αγιορειτικών μονών, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία στο ναό του Πρωτάτου σύνταξαν μπροστά στην εφέστια εικόνα του Αγίου Όρους, το "Άξιον εστίν", μνημειώδες ψήφισμα, με το οποίο διέταξαν "'ίνα η ελληνική σημαία εξακολουθεί εις το διηνεκές να κυματίζει επί πασών των ιερών μονών και των εξαρτημάτων αυτών, ως σύμβολον κυριότητος το ίδιο Σώμα κήρυξε αναλλοιώτους τας θεμελιώδεις βάσεις του εν ισχύει αυτοδιοικήτου μοναστηριακού πολιτεύματος του Αγίου ΄Ορους υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, απέκρουσε εντόνως… την ιδέαν της διεθνοποιήσεως, ή ουδετεροποιήσεως ή συγκυριαρχίας ή συμπροστασίας... γιατί θεωρεί το Άγιον Όρος αναποσπάστως ηνωμένον μετά του όλου εδάφους του Ελληνικού Βασιλείου... και προσεκάλεσε τους Αγιορείτας πατέρας και αδελφούς, τους ζηλωτάς της δόξης των ομολογητών και μαρτύρων του Αγίου Όρους, να ετοιμασθώσιν διά τον αμαράντινον του μαρτυρίου στέφανον", σε περίπτωση που θα αποσπούσαν τη χερσόνησο του Άθω από το ελληνικό έδαφος.
   Ύστερα, από αντιφατικές αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής (1913), στις οποίες οδηγούσαν οι ρωσικές αξιώσεις πάνω στον Άθω, η Συνθήκη του Λονδίνου (1923) αναγνώρισε την ελληνική κυριαρχία σ' ολόκληρο το Άγιον Όρος. Το 1924 συντάχθηκε ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους, τον οποίο κατοχύρωσε Νομοθετικό Διάταγμα και το Ελληνικό Σύνταγμα του έτους 1926 με τα άρθρα του 106-109. Τα ίδια αυτά άρθρα επαναλαμβάνουν και τα μετέπειτα συντάγματα του Ελληνικού Κράτους με φραστικές μόνο αλλαγές.
   Στο μεταξύ προκλήθηκαν πνευματικά προβλήματα στους Ρώσους Αγιορείτες μοναχούς.
   Όπως κατά τις έριδες των ησυχαστών (14ος αιώνας) και των μνημοσύνων (18ος αιώνας) ταλαιπωρήθηκαν πολλοί Αγιορείτες μοναχοί έτσι και κατά τα έτη 1912- Ι 914 ταράχθηκε πάλι ο Άθως και μειώθηκαν αριθμητικά οι ρώσοι Αγιορείτες μοναχοί, ύστερα από τη διαμάχη που προέκυψε μεταξύ των τελευταίων γύρω από τη δύναμη της απαγγελίας του ονόματος του Χριστού. Το πρόβλημα γεννήθηκε στον Καύκασο το έτος 1907, όταν ο 'Ιερομόναχος lλαρίων, αντιπρόσωπος του Μετοχίου "Σίμων ο Χαναναίος" της ρωσικής αγιορείτικης μονής του Αγίου Παντελεήμονος, δημοσίευσε βιβλίο με τίτλο "Επί των ορέων του Καυκάσου", στο οποίο υποστήριξε ότι η συνεχής απαγγελία του ονόματος του Θεού σώζει τον άνθρωπο καθόσον ο Θεός ενυπάρχει στο όνομα του. Το βιβλίο αυτό, που γνώρισε άλλες δύο εκδόσεις (1910, 1912) προκάλεσε θεολογικές συζητήσεις, αντιρρήσεις και έριδες ακόμη και εκδόσεις πολλών εντύπων στους ρωσικούς κυρίως μοναχικούς κύκλους μέσα και έξω από το Άγιον Όρος.
   Οι υποστηρικτές των θέσεων του lλαρίωνα, που οι αντιφρονούντες τους ονόμαζαν "Ονοματολάτρες", με θεωρητικό αρχηγό τους το μοναχό της ρωσικής σκήτης του Αγίου 'Ανδρέου, Αντώνιο Bu1atovic, άρχισαν να πιέζουν σοβαρά τούς Ρώσους Αγιορείτες μοναχούς που δεν εδέχοντο τις απόψεις τους. Μεταξύ των τελευταίων ήταν οι ιερομόναχοι Αλέξιος από την έρημο της Θηβαίδος και Χρύσανθος από την σκήτη του Αγίου Ανδρέου, καθώς και ο ηγούμενος της μονής των Ρώσων Μισαήλ, οι οποίοι, επειδή πιέστηκαν; προσέφυγαν στην αρχή μεν στην Ιερά Κοινότητα της Αθωνικής Πολιτείας, της οποίας η επέμβαση δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, αργότερα δε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο καταδίκασε τους ονοματολάτρες. Παράλληλα εγιναν και σχετικές ενέργειες από τους αντι-ονοματολάτρες, προς τη Ρωσική Εκκλησία η οποία έστειλε στο Άγιον Όρος τον Αρχιεπίσκοπο Νίκωνα να λύσει το πρόβλημα. Επειδή όμως απέτυχε η προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου, άγημα του ρωσικού ναυτικού μετήγαγε τον Ιούνιο του 1913, 833 Ρώσους Αγιορείτες μοναχούς. Τους μετέφερε με ρωσικό πολεμικό πλοίο στην Οδησσό και από εκεί άλλους απέστειλαν και περιόρισαν σε διάφορες μονές και άλλους, μάλιστα τους δόκιμους, επέστρεψαν στα πατρικά σπίτια τους.
   Έτσι, η θεολογική αυτή διαμάχη, που. είχε διεθνείς επιπτώσεις, σταμάτησε στο Άγιον Όρος, συνεχίστηκε όμως αργότερα στη Ρωσία, εξακολουθεί δε να συζητείται ακόμη και σήμερα στη Δυτική Ευρώπη.
   Ο Οικουμενικός Πατριάρχης , lωακείμ ο Γ' με σιγγίλιο του (1913) ρύθμισε το επίμαχο θέμα του λεγόμενου "Τριμεριδίου" που δημιούργησε ακόμη και έριδες μεταξύ των Κελλιωτών και των Μοναστηριακών μοναχών.
Κατά τη γερμανική κατοχή (1941-1944) παρέμεινε η αυτονομία του Αγίου Όρους, ύστερα από επιστολή με είκοσι σφραγίδες των μονών του Αγίου Όρους προς τον Χίτλερ, με την οποία του ζητούσαν να θέσει την Αθωνική Πολιτεία κάτω από την προσωπική του προστασία.
   Το 1963 οι Αγιορείτες εόρτασαν πανηγυρικά την πρώτη χιλιετηρίδα του οργανωμένου μοναχικού βίου στον Άθω. Στις πλούσιες εορταστικές εκδηλώσεις παραβρέθηκαν αντιπρόσωποι η οι προκαθήμενοι όλων των ορθοδόξων Εκκλησιών και πολυάριθμοι παρατηρητές των ετεροδόξων (εικ. 12, 18, 160).
   Τη μείωση του αριθμού των Αγιορειτών μοναχών που παρατηρήθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες διαδέχθηκε ελπιδοφόρα αύξηση, της οποίας πρώτο αποτέλεσμα ήταν η μετατροπή των εξής πέντε ιδιορρύθμων μονών σε κοινοβιακές: Σταυρονικήτα (1971), Φιλοθέου (1973), Μ. Λαύρας (1981), Δοχειαρίου (1981) και Ξηροποτάμου (1982).    Έτσι οι κοινοβιακές μονές φθάνουν σήμερα τις 16. "Αν και τα πνευματικά φαινόμενα δεν εκφράζονται ποτέ με αριθμούς, όμως η πρόσφατη αύξηση των Αθωνιτών μοναχών στην υλιστική εποχή μας θεωρείται ότι προοιωνίζει νέα άνθηση του αγιορείτικου μοναχισμού.



ΙΗ' Οικογενειακά θέματα
Ο σοφός Σειράχ στο σύγγραμμα του ασχολείται και με ...
Περισσότερα >>
Κ΄ Θεός και Άνθρωπος
 Σαν επιστέγασμα των προβληματισμών και σκέψε ...
Περισσότερα >>