www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Το Στοίχημα του Γιατρού

Aπό τό βιβλίο του Aγιορείτου π.Μαξίμου «Η ασκητική Φιλοσοφία».
Περασμένα μεσάνυχτα, πήγα νά ξαπλώσω. Δεν μέ είχε θολώσει καλά-καλά ό ϋπνος, καί βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο μέ αλλόκοτη όψη. "Ηταν κατακί-τρινος σάν πεθαμένος, μα τά μάτια του ήταν σαν ανοιχτό, και μ' έβλεπε τρομα­γμένος. Τό πρόσωπο του ήταν σάν μάσκα, σάν μούμια, μέ τό πετσί του γυαλιστε­ρό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στό νεκροκέφαλο μέ όλα τά βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σάν λαχανιασμένος. Στό 'να του χέρι βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, πού δεν κατάλαβα τι ήτανε, και μέ τ' άλλο έσφιγγε τό στήθος του,
λές καί πονούσε.
Έκεϊνο τό πλάσμα μ' έκανε ν' ανατριχιάσω. Τό κύτταζα και μέ κύτταζε, δίχως νά μιλάει, σάν νά περίμενε νά τό γνωρίσω. Και στ' αλήθεια, μ' όλο πού ήταν τόσο αλλόκοτο, σάν νά μοΰ είπε μιά φωνή: «είναι ό τάδε»! Μόλις άκουσα τή φωνή, τόν γνώρισα ποιος ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε τό στόμα του κι αναστέναξε. Μά ή φωνή του σάν νά 'ρχότανε άπό πολύ μακρυά, σάν νά 'βγαινε άπό κανένα πηγάδι βαθύ.
"Εβλεπα πώς βρισκότανε σέ μιά μεγάλη αγωνία, κι ύπόφερνα κι έγώ μαζί του. Τά χέρια του, τά πόδια, τά μάτια, όλα του φανέρωναν πώς βασανιζότανε. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του νά τόν βοηθήσω, μά εκείνος μοϋ 'κανε νόημα μέ τό χέρι του νά σταματήσω.
"Αρχισε νά βογγά, μέ τέτοιον τρόπο, πού πάγωσα. "Επειτα μοϋ λέγει: «Δέν ήρθα μέ στείλανε. 'Εγώ ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σέ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τόν Θεό νά μέ λυπηθεί.
Θέλω νά πεθάνω, μά δέν μπορώ. "Αχ! όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πρίν πεθάνω, πού ήρθες στό σπίτι μου καί μιλούσες γιά θρησκευτικά; "Ητανε καί δυο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σάν κι εμένα. 'Εκεΐ πού μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε. Σάν έφυγες, μοϋ είπανε: «Κρίμα, νάχει τέτοιο μυαλό, και νά πιστεύει στις ανοησίες πού πιστεύουν οι γρηές»! Μιά άλλη μέρα, σοϋ είχα πει, όπως καί πολλές άλλες φορές: «Βρέ
Φώτη, μάζευε λεφτά· θά πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ πόσα έχω; καί πάλι θέλω κι άλλα». Τότε μου είπες:
«Έχεις κάνει συμβόλαιο με το Χάρο, πώς θά ζήσεις τόσα χρόνια πού θέλεις, για να καλοπεράσεις στα γερατειά σου»; Σοϋ λέγω εγώ: «Θά δεις πόσω χρονώ θά πάω! Τώρα είμαι έβδομηνταπέντε. Θά περάσω τά εκατό. "Εχω εξασφαλίσει τά παιδιά μου· ό γυιός μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ' έναν πλούσιο· έγώ καΐ ή γυναίκα μου έχουμε καΐ παραέχουμε. "Οχι σάν κι εσένα, πού ακούς αυτά πού λένε οι παπάδες "χριστιανό τά τέλη τής ζωής ημών". Τί θά βγάλεις άπό τά "χριστιανό τέλη";
Παρά νάχεις στην τσέπη σου, και μή σε μέλει. Έγώ νά δώσω ελεημοσύνη;
Και γιατί έκανε φτωχούς ό πολυεύσπλαχνος Θεός σας;
Γιά νά τους θρέφω έγώ; "Αμ βάζουνε εσάς και ταίζετε τους τεμπέληδες, για νά πάτε στον Παράδεισο! Aκούς έκεΐ Παράδεισο; Έγώ ξέρεις πώς είμαι γυιός παπά, και τά γνωρίζω καλά όλα αυτά τά κόλπα. Μά νά τά πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. "Οχι δμως καί σύ, πού έχεις σπουδάσει τόσο, καΐ νά πάς χαμένος. Έσύ, όπως πάς, θά πεθάνεις πριν άπό μένα· θά πάρεις στο λαιμό σου και την οι­κογένεια σου. Μά έγώ, σου λέγω και υπογράφω, σάν γιατρός πού είμαι, πώς θά ζήσω εκατόν δέκα χρόνια!...».
Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε άπό δώ καί άπό κει, σάν νά ψηνότανε απάνω σε καμμιά σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα άπό το στόμα του: «"Αχ! Οϋχ! Οϋ! Οϋ! Χού! Οΰχ»! Ησύχασε γιά λίγο καί ξανάπε: «Αυτά έλεγα, μά σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα, κι έχασα το στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μιά βούλιαζα και μιά ανέβαινα απάνω, καί φώναζα: "Ελεος! Μά κανένας δεν μ' άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε, σάν νάμουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ως τά τώρα, και τί τραβώ. Τί αγωνία είναι αυτή! "Ολα όσα έλεγες, βγή­κανε αληθινά. Το κέρδισες το στοίχημα. Έγώ, τότε πού βρισκόμουνα στον κόσμο πού ζεις, ήμουνα ό έξυπνος. "Ημουνα γιατρός και είχα μάθει νά μιλώ καί νά μ' ά-κοϋνε, νά κοροϊδεύω τη θρησκεία, νά συζητώ γιά χεροπιαστά πράγματα. Τώρα όμως βλέπω πώς χεροπιαστά είναι εκείνα, πού τά 'λεγα παραμύθια καί χαρτοφά-ναρα. Χεροπιαστή είναι ή αγωνία πού βρίσκουμαι. "Αχ! ετούτος θά είναι ό σκώληξ ό ακοίμητος, ετούτος θά είναι ό βρυγμός τών οδόντων».
'Απάνω σ" αυτά, χάθηκε άπ' τά μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τά βογγητά του, πού καί κείνα σβήσανε σιγά-σιγά. Με πήρε λίγο ό ϋπνος, μά σε μιά στιγμή, κατάλαβα νά με σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. "Ανοιξα τά μάτια μου καί τόν βλέπω πάλι μπροστά μου. Ετούτη τή φορά ήταν ακόμα πιό φριχτός καί μικρόσωμος. Είχε γίνει ϊσαμε ένα θυζανιάρικο παιδάκι, μ' ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, πού τό κουνούσε άπό δώ καί άπό κει. "Ανοιξε τό στόμα του καί μοϋ 'πε: «Σέ λίγη ώρα θά ξημερώσει, καί θάρθουν νά με πάρουν εκείνοι πού με στείλανε». Του λέω: ποιοί σέ στείλανε; Καί είπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νά καταλάβω τίποτα.
"Υστερα μου λέει: «Έκεΐ πού βρίσκομαι, είναι κι άλλοι πολλοί, άπό κείνους πού σέ περιπαίζανε γιά τήν πίστη σου" αλλά τώρα καταλαβαίνουνε, ποϋ καταντάνε οι εξυπνάκηδες. Είναι καί κάποιοι άλλοι πού τους έκανες καλό, άλλ' αυτοί σέ κακολογούσανε. Καί όσο σύ τους συχωρούσες, τόσο θύμωναν γιατί ό πονηρός άνθρωπος, αντί ή καλωσύνη νά τόν κάνει νά χαίρεται, αυτός πικραίνεται επειδή νοιώθει νικημένο τόν εαυτό του. Έτοϋτοι βρίσκονται σέ χειρότερη κατάσταση άπό μένα, καί δέ μπορούν νά βγουν άπό τή σκοτεινή φυλακή τους, γιά νάρθουν νά σέ βρούνε όπως έκανα έγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται άπό τή μάστιγα της αγάπης, όπως είπε ένας "Αγιος. Πόσο άλλοιώτικος είναι ό κόσμος, άπό ό,τι τόνε βλέπουμε! Ανάποδος άπό ό,τι τόν θεωρεί ή «έξυπνη» αντίληψη μας. Τώρα βλέπουμε, πώς ή εξυπνάδα μας ήταν καθαρή βλακεία· οί κουβέντες μας, πονηρές μικρολογίες· καί οι χαρές μας, ψευτιά καί απάτη.
»Έσεΐς πού έχετε στην καρδιά σας τόν Χριστό, καί πού γιά σάς ό λόγος Του είναι ή αλήθεια, ή μοναδική αλήθεια, έσεΐς κερδίσατε τό μεγάλο Στοίχημα, πού μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς καί τους απίστους. Αυτό τό στοίχημα πού τδχασα κι έγώ ό ελεεινός καί χάθηκα· τρέμω κι αναστενάζω, καί δέ βρίσκω ησυχία. "Αληθινά, στον "Αδη δεν υπάρχει μετάνοια. Aλλοίμονο σε όσους πορεύονται σάν κι εμάς οσο ζούσαμε πάνω στη γη. Ή σάρκα μας είχε μεθύσει, κι εμπαίξαμε αυτούς πού πίστευαν στό Θεό καί στή μέλλουσα ζωή. Κι ό πολύς ό κόσμος μας χειροκροτούσε. Σάς περιπαίξαμε, σάς λέγαμε ανόητους. Καί όσο δεχόσασταν με καλωσύνη τά πειράγματα μας, τόσο μεγάλωνε ή δική μας κακία.
»Βλέπω καί τώρα, πόσο θλιβόσαστε άπό τό φέρσιμο των κακών ανθρώπων, αλλά πώς δέχεστε υπομονετικά τίς φαρμακερές σαΐτες πού βγάζουν άπ' τό στόμα τους, πού σάς λένε "θεομπαίχτες, λαοπλάνους, υποκριτές"; "Αν βρίσκονταν οι δυστυχείς στή θέση πού εϊμαι 'γώ, καί βλέπανε άπό δώ πού βλέπω τώρα, θά τρό­μαζαν γιά ό,τι κάνουνε. Θέλω νά φανερωθώ σ' αυτούς, καί νά τους πώ ν' αλλά­ξουν δρόμο, μά δεν έχω τήν άδεια. "Οπως δεν τήν είχε κι εκείνος ό Πλούσιος της Παραβολής" γι' αυτό καί παρακαλοΰσε τόν Πατριάρχη Αβραάμ, νά του στείλει τόν φτωχό Λάζαρο. 'Αλλά οΰτε κεϊνον έστειλε, γιά νά γίνουν άξιοι καταδίκης όσοι ά-μαρτάνουνε, όπως είναι άξιοι σωτηρίας όσοι πορεύονται τή στράτα τοϋ Θεοϋ». Καί μ' αυτά τά λόγια τόν έχασα άπό μπροστά μου.
Φώτης Κόντογλoυ (1895-13.7.1965)
 


Tι τρώμε στα ΜcDonald's και στα ΚFC...
Αν νομίζεις ότι αυτό που τρως στα McDonald's Περισσότερα >>
Μιά στιγμή του Πάσχα...
Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΡΩΣΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τ ...
Περισσότερα >>