www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
MAR_98    MAY_98

NOV_98    OCT_98

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ποιήματα του Κωνσταντίνου Ορκόπουλου...


Εκείνα που έζησες
και που για εκείνα ακόμη κλαις,
στο λεω,
πως πίσω δεν γυρίζουν πιά.
Την εκλεκτή πραμάτια της νοσταλγίας σου
άδικα την ξοδεύεις
σε τρένα που μίσεψαν
και σε σταθμούς που μείναν άδειοι!
Μικρή του ανθρώπου η ζωή
κι όταν του απολογισμού η ώρα θα φανεί,
μην καταφύγεις σε φτηνές δικαιολογίες
και κλάμα γοερό,
για όσα δεν είπες
και για όσα δεν τραγούδησες του ήλιου
του φλογόσωμου!
Γέμισε με γλυκό κρασί
κι αναμνήσεις
κάποιο χρυσό σου κύπελο
κι από τώρα συλλογήσου το «καθήκον»
το ιερό
και πιά φάνου αντάξιος φρουρός
του πιό
τρελού σου
ονείρου!!!

************************************************

Θανάτου πρόγευση
η μοναξιά της νύχτας.
Εξω βρέχει ο ουρανός
και μέσα….   η σιωπη!
Νεκρά δεπτερόλεπτα πεταμένα στη λάσπη.
Πόνος. Θλίψη. Σκοτάδι.
Ενα χάδι ζητάει κορμί
Ενα δάκρυ ζητάει σταθμό
Υποψία ζωής
Σκιά φωτός
Ξημερώνει!!!
 
************************************************


Δίψασε η ψυχή μας για χαμόγελο.
Δίψασε για καλή συντροφιά,
για θάλασσα,
για τραγούδια μπρος  στο ηλιοβασίλεμα!
Δίψασε η ψυχή μας
για ταξίδια,
για ανεμελιά,
για ανιδιοτέλεια!
Δίψασε η ψυχή μας
για ελπίδα,
για γλέντι αναίτιο,
για χαρά ανεπιτήδευτη!
Δίψασε η ψυχή μας
να δει κάτι μεγάλο, σαν αξία!
Διψάσαμε να ξεφύγουμε
απ’ την εποχή του μέτριου!
Ηρθε η ώρα
να πιούμε
ουράνιο τόξο κι έρωτα!
Ηρθε η ώρα
να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο!!!
 
***********************************************


Τώρα που οι στιγμές φορέσανε μαλάματα
τώρα θέλω να σηκωθώ ορθός
μπροστά στους ουρανούς
και τον χορό να σύρω!
Τώρα που η σιωπη αποκτά νόημα
τώρα θέλει η φωνή κουράγιο για
να βγεί και να σταθεί ψηλά.
Τώρα που η πρωϊνή πάχνη
δίνει αξία στα τριαντάφυλλα,
τώρα αποκτούν υπόσταση
τα δάκρυα των αστεριών.
Τώρα που ο χειμώνας μοιάζει
απόμακρος,
τώρα η νοσταλγία μου
τρυπάει την εποχή.
Βουλιάζουμε, χανόμαστε, πεθαίνουμε
κάθε στιγμή από λίγο,
δίχως να ζούμε
και δίχως να κοιτάμε την αλήθεια.
….τι τραγωδία!!!
Βάζω τα κλάματα
και γίνομαι ουρανός
που βρέχει
 
************************************************
 
Ητανε λιόγερμα
σαν ήρθα στα παλιά σου τα λημέρια.
Ηταν Γενάρης κι απόγευμα.
Το κρύο έρχονταν σαν απρόσκλητος επισκέπτης
και τρύπωνε στα μαλλιά μου και φώλιαζε
στα ακροδάκτυλα, κάνοντάς τα να μουδιάζουν.
Ο ήλιος ξεψυχούσε αργά, αργά,
κι η νύχτα τον έθαβε πίσω απ’τα βουνά του ορίζοντα.
Ησουν παντού κι απ’ όλα έλειπες!!!
Εσκυψα κάτω και χάϊδεψα την απουσία σου.
Πόσο σ’αγαπώ!  Πόσο μου λείπεις!
Κόμπο, κόμπο, δένω κάθε μέρα τα δάκρυά μου,
για να τα κάνω σχοινί,
να στο ρίξω εκεί που κατέβηκες,
μήπως ξανάλθεις,
μήπως σε ξαναδώ,
μήπως σε ξανααγκαλιάσω…..
 … γιατί αγάπη μου,
  από τότε που έφυγες,
  όλοι οι μήνες είναι λίγο πολύ Γενάρηδες.
  Κι οι ώρες;
  ….. λίγο πολύ λιόγερμα!!!!
      
************************************************

Χρόνια καθησμένος σε μιά μικρή
ασήμαντη βαρκούλα,
ταξιδεύω πέρα, προς το χρυσό
ορίζοντα.
Θέλω να φτάσω στον θεό τον ήλιο.
Να τον αγκαλιάσω, να καώ, να δροσερέψω!
Φουρτούνα δεν μου φέραν οι καιροί.
Τα νερά γύρω μου γαλήνια, προσκυνημένα, λασπομένα
βαριούνται να κουνηθούν και μύρισαν σαπίλα και θάνατο!
Ο αέρας τριγύρω άρωστος βαριά
έπεσε πριν χρόνια να πεθάνει.
Μα εγώ πάντα κοιτώ μπροστά
τον Θεό τον ήλιο
που τα πάντα γύρω του χρυσίζει
και φωνάζω:
«Πότε; Πότε θα φτάσω εκεί; Γιατί όσο ζυγώνω, αλαργεύεις;
Πότε θα σ’αγκαλιάσω; Πότε θα φιλιθούμε; Πότε στην
αγκαλιά σου μέσα θα αψυφώ το χρόνο;»
Κι Εκείνος πάντα μου απαντά:
«Οσο αλαργεύω τόσο με ζυγώνεις! Υπομονή! Η δική σου
φουρτούνα είναι η χειρότερη, την λεν γαλήνη Μα μην
το βάλεις κάτω. Φτάνεις. Εφτασες. Πες ότι μ’αγκάλιασες.
Φίλα με. Φίλα με το χρόνο κι εγώ να αψυφίσω!!!»
…. Και τότε νοιώθω πως τον αγγίζω
κι αγκαλιά με τον θεό τον ήλιο,
πως χανόμαστε στα βάθη της θάλασσας
ανάμεσα
στα πορφυρά κοράλια
και στα λοιπά
ναυάγια !!!
 
************************************************

Κοιτώ γύρω τριγύρω,
την άτεχνη, ψυχρή, απάνθρωπη φαρσοκωμωδία
των ανθρώπων και χαμογελώ γεμάτος δάκρυ!
 
 «Τι κάνετε ψυχούλες μου στα χώματα;» Φωνάζω,
 μα αυτές δεν απαντούν. Προχωράνε μόνο
 στο σκυφτό, προδιαγεγραμμένο, μοιραίο
 κατρακύλισμα προς την τρομερή άβυσο.
 «Εχετε φτερά στις πλάτες σας» τους ξαναφωνάζω,
 μα αυτές οι καϋμένες δεν το ξέρουν
 γιατί με τέχνη τους το απέκρυψαν, δεν
 φτερουγίζουν παρά μόνο σαπίζουν στα
 θλιβερά, τσιμεντένια φτωχόσόκακα του
 «δήθεν» και της ψευτιάς.
 Κοιτώ την άδεια από ελπίδα πόλη μου
 να αρμενίζει στο πέλαγος του τεχνοκράτη
 καιρού μας και αγχώνομαι γιατί δεν
   βρίσκω χώρο να παρκάρω όχι το αμάξι
 μου, μα ούτε και τα όνειρά μου !!
 
 Απελπισμένος αποδρώ απ’ όλα και βγαίνω
 στην πιό ψιλή κορφή του κόσμου για να
 μπορούν όλοι να θωρούν την πορφυρή
 σημαία που κρατώ στα χέρια μου με
 τα πέντε λευκά μαγικά απανωθέ της
 γράμματα: ΑΓΑΠΗ !!!
 
************************************************


Γαλάζια γη, πυθμένας γαληνός, του ονείρου
 γλυκοχάραμα, ωκεανός γεμάτος δάκρυ και παράπονο.
 Φως της αυγής, της κόκκινης αυγής,
 που της αισθήσεις αγναντεύει και γελά
 και παίρνει το δοξάρι
 στου φεγγαριού το σώμα απάνωθε
 και γεμίζει το σύμπαν νότες και καϋμό!
 Μικρό,γλυκό, μοναδικό, τιποτένιο άνθος της
 ελπίδας, φυτρωμένο σε μακρινή, απρόσιτη πλαγιά
 ποτέ κανείς δεν θα το δεί,
 ποτέ κανείς δεν θα το θαυμάσει,
 κι όμως εκείνο άνθισε.
 Κάμποι φωτιάς γεμάτοι θλίψη και αγγέλους,
 στιγμές στις παρυφές της λογικής, λευκό
 περιστέρι πληγωμένο, στη μέση της καταιγίδας
 Αρωμα βροχής, μικρό χαμομύλι γεμάτο
 σταλαγματιές ουράνιου τόξου,
 τριαντάφυλλα ερωτευμένα
 με του θεού το χαμόγελο,
 φωνή που μέσα μου ουρλιάζει
 κάθε ξημέρωμα
 «είμαστε κι εμείς εδώ!!!»

************************************************

Ενα βάζο με ξερά λουλούδια,
 ξεχασμένα από κάποια γιορτή,
 γύραν τα κεφάλια τους,
 νεκρά,
 άδεια από αύριο,
 άδεια από τώρα,
 πάνω στο τραπέζι σου!
 
Ενα μπουκέτο  νεκρά όνειρα,
 απομεινάρια ελπίδας,
 ίχνη ευτυχισμένων δεπτερολέπτων,
 άπλωσαν την
 σκιά τους
 απάνω στην ζωή σου!
 
 Ενα μπουκέτο έρωτα, ζητώ να αντιτάξω
 σε ότι σε πίκρανε.
 Ενα μπουκέτο αγάπης, για ό,τι άσχημο
 σου έχει συμβεί.
 Ενα μπουκέτο χαμόγελα μόνο και μόνο
 για να μην θαρείς
 πως η ζωή είναι μόνο
 μπουκέτα
 από ξερά λουλούδια
 και όνειρα……

************************************************ 
 
Οι ζωές μας
 σαν μικρά, ασήμαντα, παραπέοντα
 αστεράκια,
 λικνίζονται στο άπειρο!!!
 Οι στιγμιαίες μας υπάρξεις
 χαμογελούν, κρεμασμένες και αιωρούμενες
 στο ατελείωτο μαύρο της ανυπαρξίας
 και κάποτε
 κατρακυλούν στο πουθενά
 αφήνοντας πίσω τους
 κάτι σαν φωτεινή ουρά
 ή
 κάτι
σαν ίχνη από δάκρυα!
Το χαμόγελο παίρνει αξία
από την
ασημαντότητα
της αφορμής του!
 
************************************************
 
Ντύνονται καμιά φορά οι στιγμές, με μιά
 παράξενη γεύση έρωτα και θάνατου
 και ταξιδεύουν στα χείλη  μου με μιά
 επιμονή που θυμίζει
 παλιά ανομολόγητη επιθυμία!
 Ανατολές, ατελεύτητες, φεύγουν μακρυά μου
 προσπαθώντας να φτάσουν στο σημείο
 που ο ουρανός σμίγει
 και κάνει έρωτα με την θάλασσα.
 Τις μέρες είμαι ένα θλιβερό
 σκιφτό ανθρωπάκι γεμάτο
 φοβίες, ανασφάλειες, πληγές
 και φτηνά όνειρα….
 …. μα τις νύχτες,
 την ώρα που τα πάντα βυθίζονται
 στο μαύρο, άπατο νερό του ύπνου,
 την ώρα που κανείς πιά
 δεν μπορεί να με δεί,
 ντύνομαι με λευκό φως,
 και γίνομαι άστρο
 που αντιστέκεται στα σκοτάδια του σύμπαντος.
 
Ντύνομαι με λευκό φως
 και γίνομαι στιγμούλα
 γεμάτη έρωτα και θάνατο…
 …  σαν παλιά, ανομολόγητη επιθυμία……
 
************************************************


Λίγο πιό πάνω απ’ τον χρυσό ορίζοντα,
 κάθε πρωϊ, ο ήλιος σιγοκλαίει για τον κόσμο!
 Πάνω στις θάλασσας το δροσερό γαλάζιο κορμί.
  στήσαν χορό τα δεπτερόλεπτα!
 Ματώσαν οι ζωές μας για  λίγη αγάπη.
 Δακρύσαν οι ψυχές για λίγο φως.
 Πόσο ακόμα θα φτωχήνουν οι μέρες;
 Πόσο ακόμα θα μας πληγώσουν οι καιροί,
 Στο γλυκοαντάμωμα κάθε χαραυγής,
 όταν οι πρώτες ηλιακτίδες
 τρυπούν τις χαραμάδες του σύννεφου, εκεί
 φυτρώνει η ελπίδα!
 Τελικά, τίποτα δεν πεθαίνει,
 αν εμείς οι ίδιοι
 δεν το θάψουμε ζωντανό!!!
 …..   κάθε αγάπη είναι ταξίδι
  στον θεό και στην σιωπή,
  κάθε δύση
  κρύβει μέσα της
  και μία ανατολή,
  κάθε «σ’ αγαπώ»
  είναι ένα χάδι στον ήλιο ……
 
************************************************
 
Ας μην αφήσουμε κανένα εμπόδιο
 να μπει ανάμεσα σε μας και τον ήλιο!
 Ας μην επιτρέψουμε σε κανένα σκοτάδι
 να μπει ανάμεσα σε μας και το φως!
 Οι ψυχές μας σκάβουν τούνελ κάτω
 απ’ τα χώματα μέχρι να δούμε ουρανό.
 Στην άλλη πλευρά της θάλασσας
 θα βρούμε τις δικές μας παραλίες.
 Πίσω απ’ τις φουρτούνες θα βρούμε τις
 δικές μας γαλήνες.
 Η δικαίωση του ονείρου παραμονεύει πιό
 πέρα κι απ’ τις αντοχές μας.
 Υπομονή! Θα φτερουγίσει
 κι η δική μας αλήθεια!
 Κουράγιο!
 Μύρισε νίκη!!!
 
************************************************
 
Ξέρεις, δεν έχει σύνορα
 του ανθρώπου η ψυχή!
 Ολη του η ύπαρξη απλώνεται στο σύμπαν.
 Στις πέντε αισθήσεις του,
 τα αστέρια ξενυχτούνε.
 Σε ένα δάκρυ του χωράει ο Θεός!
 Ξέρεις του ανθρώπου η καρδιά
 τα πάντα τα αντέχει…
 τα πάντα εκτός τα φεγγάρια
 που έσβησαν για πάντα
 και τους
 ήλιους
 που ποτέ δεν ανέτειλαν!!!
 Κάθε φυγή με κάνει να θυμώνω,
 γιατί μπροστά της
 στέκομαι
 τόσο ανήμπορος
 τόσο αβοήθητος,
 τόσο τρομαγμένος…..
 …. κι όταν πιά δεν αντέχω άλλο
  κι όταν πιά δεν χωράω άλλο  κενό
  ψυθηρίζω «σ’ αγαπώ» προς κάθε κατεύθυνση,
  γιατί αυτή η φράση στάθηκε πάντα
  το ουράνιο τόξο
  των λέξεων, των συναισθημάτων και της σιωπής.
 
************************************************

Μόλις το πρώτο φως της νέας ημέρας
 άγγιξε την θάλασσα
 χιλιάδες μικρά κύματα
 εμφανίστηκαν πάνω στο κορμί της!
 Ο ήλιος έχυσε χαλκό στα δεπτερόλεπτα.
 Η ατμόσφαιρα, φρέσκια, αλμυρή, πρωτόγονη,
 γεμάτη θλίψη και χαρά και έρωτα και θάνατο,
 έκανε κάποια ψυχούλα
 να πετάξει και να χαθεί σαν γλάρος,
 στον ορίζοντα του κόσμου.
 Είδα το Αιγαίο στην αγκαλιά της
 ανατολής
 κι ένιωσα την αίσθηση της
 ελευθερίας να ζεσταίνει το σπλάχνο μου
 Θέλω να φωνάξω
 δυνατά
 κι από μέσα μου να βγεί ένα
 κρώξιμο γλάρου
 γεμάτο
 παράπονο, προσευχή και φτερούγισμα.
 
 Εριξα μιά μαχαιριά στην πλάτη του χρόνου
 κι ο κόσμος
 ξαναγεννήθηκε!!!
   
************************************************
 
Μπήκα στον κήπο με τα πολύχρωμα τριαντάφυλλα,
 τα ποτισμένα με το αίμα των πουλιών,
 τα ραντισμένα με το δάκρυ των καιρών,
 που λίπασμα τους έχουν πάντοτε
 την μοναξιά, την γαλήνη, τους ήλιους
 και τα γύρω δένδρα!
 Μπήκα στον κήπο με τα πολύχρωμα τριαντάφυλλα
 κι ήταν τα πέταλά τους
 οι στιγμές μου,
 στιγμές καλές, κακές, καταρέουσες
 στιγμές νεκρές και άλλες νεογέννητες.
 Μπήκα στον κήπο της αιώνιας ομορφιάς,
της παντοτινής γαλήνης
και είδα το πριν, το τώρα και το μετά
να σμίγουν τις φωνές τους
και να τραγουδούν
για έρωτες, για φωτιές, για θάλασσες
και λισμονημένα φεγγάρια.
Μπήκα στον κήπο της σιωπής
κι ήταν τα μάτια σου γεμάτα γλύκα,
γεμάτα φως κι αγάπη
κι άναψα μπρος σου ένα κερί
να κλαίει, να σιγολοιώνει
να ψυχομαχεί
κι ως ξεψυχά
γλυκά, γλυκά να ψυθιρίζει
σ’ αγαπώ !!!
 
************************************************
 
Κάθε που ξημερώνει
κάνω τον γύρο του κόσμου
με τα μάτια μου!
μέσα απ’ το θολό μυαλό μου
ο ήλιος ανατέλει
καθάριος
γεμάτος φως, παρηγοριά και χάδι!
Τρέχει η καρδιά μου
η τρελή,
σε παραλίες αφημένες στον άνεμο!
Τρέχουν οι αισθήσεις μου
σε μαγεμένα χρόνια,
στον τόπο που το σύννεφο
απλώνει το χέρι του στον χρόνο
και τον σέρνει στο πουθενά!
Κάθε χαμόγελο είναι περιστέρι.
Κάθε δάκρυ είναι αϊτός.
Κάθε χαμένο δεπτερόλεπτο είναι κι ένας
μικρός άδικος θάνατος.
 Καιρός να ξυπνήσουμε!!!
 Καιρός να ονειρευτούμε!!!
 Καιρός να ταξιδέψουμε!!!
 … τελικά
     όλα είναι ουρανός!!!

************************************************ 

Οπως τα γέρικα παλιά λεωφορεία
εδώ και χρόνια εκτελώ το δρομολόγιο
σπίτι- δουλειά, δουλειά - σπίτι!
Στην αρχή, ασφικτικά  γεμάτος
από όνειρα - επιβάτες
δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Μετά τα όνειρα δυό-δυό
άρχησαν να κατεβαίνουν σε κάθε
στάση
κι έτσι στο τέλος έμεινα μόνος
με τον οδηγό.
Εγώ λαθραίος με τον συνεχή φόβο
πως όπου νάναι θα φανεί
ο ελεγκτής
κι εκείνος με την αιώνια ταμπέλα του
«Μην ομιλείτε στον οδηγό!!»
..Ετσι αναίτια αισιόδοξος
κι αβάσιμα ευτυχής
πάω ολοταχώς προς
το τέρμα…..

************************************************ 

Χόρεψα ξυπόλιτος μες τις
δροσερές φθινοπωριάτικες βροχές,
κάτω απ’ της ζωής μου
τους νέγρικους ήχους!
Αφησα τα σύνορα της γης να
κυλήσουν στις φλέβες μου
και πίσωαπ’ το τελευταίο
λιόδεντρο της Ανδαλουσίας,
φύλαξα στον κόρφο μου
κειμήλιο παλιό
και φυλακτό μου
χιλιάδες δάκρυα
κι αγάπες που ναυάγησαν
σε μακρυνά
λιμάνια
ερωτευμένα
με την σιωπή!
Ποτέ μέχρι τώρα
τα λόγια μου δεν ήταν τόσο κενά!
Ποτέ μέχρι τώρα
η σιωπή μου δεν ήταν τόσο
περιεκτική!
Ποτέ  τα πάντα δεν ήταν τόσο τίποτα
ποτέ το τίποτα δεν ήταν τόσο
τα πάντα!!!
 
************************************************
 
Κάτω απ’της γης το πύλινο κορμί, σμίγουν
το χθες με το αύριο
κι ο τρόμος σιγά σιγά γίνεται ουρανός!
Πίσω απ’ το κρυστάλλινο, αχνότρεμο φως
του φεγγαριού,
τα δεπτερόλεπτα χάσκουν σαν απειλές, πάνω
απ’ τα κεφάλια μας.
Ολα θυμίζουν θέατρο μα είναι οι ζωές μας!
Η αόρατη τριγύρω μας δυστυχία
εκτόπισε τα χαμόγελα στα πιό απόμακρα
σοκάκια της πόλης.
Την νύχτα μιά βαρειά μυρωδιά θανάτου
σκαρφαλώνειστους τοίχους μας.
Πάντα λίγο πριν ξεψυχήσουμε
γλυκοχαράζει
και τ’ όνειρο πάει ένα βήμα
πάρα πέρα….
…  θα το δεις, εμείς θα είμαστε αυτοί
     που κάποια μέρα
    θα κάνουμε την σιωπή,
    φως!!!
 
************************************************
 
Πάνω στο ψέμα του καιρού
φυτεύω αλήθειες.
Πάνω στο τσιμέντο της μέρας
κεντάω τριαντάφύλλα .
Πάνω στο τίποτα της νύχτας
χαϊδεύω τ’άστρα.
Πάνω στην ψύχρα του γείτονα
αφήνω ζεστές καλημέρες.
Πάνω στη βιάση της στιγμής
σπέρνω αθανασία.
Πάνω στον θάνατο
ζωγραφίζω ανατολές….
…. Τούτην την ώρα κάποιος, κάπου
 σε κάποιο νησί πίνει αμέριμνος
 το καφέ του και χαμογελά
 γιατί ο ήλιος του είπε,
 χωρίς να του το πεί,
 πόσο τον αγαπάω!
 
************************************************
 
Εμεις που κάποτε περπατήσαμε
στους δρόμους της πόλης μας
έτσι απλά,
χωρίς σκοπό, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς προορισμό,
πολύ καλά μάθαμε
τι πάει να πεί
αλήτης
και άνεμος,
κι ανεμελιά,
και Κυριακής πρωϊ!
Εμείς που κάποτε αποδράσαμε
απ’ τις συμβατικές μας υποχρεώσεις,
απ’ τα ωράρια και τις επιβεβλημένες
καλημέρες,
πολύ βαθειά νιώσαμε
το νόημα της λεφτεριάς
των λευκών φτερών στην πλάτη,
και τον ατέρμονο, μεθυστικό, αθάνατο
χορό των δεπτερολέπτων!
Εμείς που συχνά
κλάψαμε δίχως λόγο,
εμείς είμαστε, μάτια μου,
τα δάκρυα των αστεριών,
του θεού ο αναστεναγμός,
και του έρωτα
το πρώτο
γλυκοχάραμα!!!
 
************************************************

Φεγγάρι μου χλωμό,
Φεγγάρι ασημένιο, δάκρυ του ουρανού,
γλυκά χυμένο απάνω στο μαύρο μάγουλο
του σύμπαντος.
Φεγγάρι γλυκό μου.
Φεγγάρι δικό μου, μάνα φωτός
τρυφερή του ονείρου μου αγκαλιά.
Φεγγάρι αρχηγέ μου
Φεγγάρι σύντροφε πιστέ,
καϋμού απάνεμο λιμάνι,
σοφό τοπίο ομίχλης στην καρδιά των εποχών!
Φεγγάρι φωτιά μου,
Φεγγάρι δροσιά μου
παλιέ χαμένε παιδικέ μου
φίλε και εαυτέ.
Φεγγάρι γαλήνη
Φεγγάρι θάνατος,
Φωτεινός,μεταθανάτιος σταθμός,
σε μιά πορεία στο άπειρο,
σε μιά πορεία στο πουθενά,
σε μιά πορεία στον έρωτα….
…Φεγγάρι αχ φεγγάρι μου
πόσες μετρήσαμε μαζί
φυγές και ριτίδες!!!
 
************************************************ 



ΦΕΡΕΤΡΟ

Περισσότερα >>

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
Εδώ βλέπουμε πως στην πρώτη φωτογραφία (την Α1) τα ...
Περισσότερα >>