www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Εισαγωγή - Το ήθος των Ρωμηών - Ανατολή και δύση στην ενωμένη Ευρώπη

Εισαγωγή
Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση αμέσως ή εμμέσως για την ταυτότητα του νέου Ελληνισμού και την σχέση της με την ταυτότητα του κατοίκου της Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όταν κάνουμε λόγο για ταυτότητα δεν εννοούμε τα στοιχεία τα οποία θα περιέχη η νέα αστυνομική ταυτότητα του Έλληνα ή η ηλεκτρονική ταυτότητα, αλλά εννοούμε τα στοιχεία που συγκροτούν την υπόσταση του Γένους μας. Πρέπει δε να πούμε ότι διατυπώνονται διάφορες απόψεις πάνω στο θέμα αυτό. Από την μια μεριά υπάρχουν νεοέλληνες που αισθάνονται Ευρωπαίοι σε όλες τις εκδηλώσεις τους, και από την άλλη υπάρχουν νεοέλληνες που αισθάνονται ότι έχουν μια πνευματική υποδομή που διαφέρει σαφώς από αυτήν που επικρατεί σήμερα στην "άρχουσα" τάξη της Ευρώπης.
Το πρόβλημα αυτό δεν είναι σημερινό, αφού παρατηρήθηκε σε πολλούς αιώνες. Πρόκειται βασικά για διαφορετική στάση ζωής, όπως φαίνεται στην διάσταση απόψεων μεταξύ των ορθολογιστών- στοχαστών θεολόγων και των ησυχαστών θεολόγων της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Μπορούμε να σχηματοποιήσουμε την διαφορά αυτή με τους όρους Ρωμηοσύνη και Φραγκοσύνη.
Φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για Ρωμηοσύνη, δεν πρέπει να την εννοούμε ιδεολογικά και εθνικιστικά. Πέρα από την αναφορά στα ιστορικά πλαίσια του όρου, η Ρωμηοσύνη είναι τρόπος ζωής, διακρίνεται για την Ορθοδοξία, την ελληνιστική παράδοση και την πολυεθνικότητα. Αυτό ακριβώς βιώθηκε, με διαφορετικούς τρόπους, κατά την διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Ρωμηοσύνη, τελικά, είναι η αυθεντική και ρεαλιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής και του θανάτου. Ρωμηοί είναι όσοι, εμπνεόμενοι από την Χάρη του Θεού, αγαπούν ειλικρινά και θυσιαστικά, υπομένουν στις δοκιμασίες της ζωής, ευγνωμονούν και ευχαριστούν τον Θεό, έχουν προσευχητική ύπαρξη, αφού από τα έγκατα της υπάρξεώς τους βγαίνει αβίαστα και αυθόρμητα το "δόξα σοι ο Θεός", ξέρουν να συγχωρούν και να ευεργετούν και τους μεγαλύτερους εχθρούς, είναι ταπεινοί, μέσα από τον αγώνα του θυμικού της ψυχής, για να παραμένουν στην τάξη των θεουμένων.
Το παρόν βιβλίο δεν έχει σκοπό να παρουσιάση όλο το περιεχόμενο του θέματος "Ρωμηοί σε Ανατολή και Δύση", αλλά απλώς αποσπασματικά και κάπως αδέξια να εξαγάγη μερικά ατόφια ψύγματα χρυσού, από τον θησαυρό του αγίου όρους της Ρωμηοσύνης, που βιώνεται μέχρι και σήμερα από
πολλούς ανθρώπους. Τελικά αυτές οι πλάκες χρυσού είναι ο πλούτος και η δύναμη του Έθνους μας. Η απώλεια τους θα καταστρέψη όχι απλώς την εθνική οικονομία, αλλά κυρίως την εθνική ταυτότητά μας, και αυτό θα είναι εθνική τραγωδία.
Στην πρώτη έκδοση που έγινε το 1993 το βιβλίο αποτελούνταν από πέντε κεφάλαια τα οποία στην πραγματικότητα ήταν πέντε ομιλίες που είχαν γίνει εκείνον τον καιρό. Στην δεύτερη όμως έκδοση θεωρήθηκε σκόπιμο να προστεθούν άλλα έξι κεφάλαια τα οποία παρουσιάζουν και άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές του κεντρικού θέματος του βιβλίου. Φυσικά και τα νέα κεφάλαια είναι καρπός ποιμαντικής διακονίας, αφού δόθηκαν συγκεκριμένες ευκαιρίες για την διαπραγμάτευση και παρουσίασή τους. Έτσι το βιβλίο παρουσιάζεται σε νέα μορφή, νέο σχήμα και βέβαια με πλουσιότερο περιεχόμενο.
Τονίσαμε και στην αρχή της εισαγωγής ότι όσα περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό δεν είναι ολοκληρωμένα και τέλεια, δεν εξαντλούν, δηλαδή, όλες τις πλευρές του μεγάλου αυτού θέματος, αλλά είναι ένα μετάλλευμα χρυσού, που βγήκε κάπως αδέξια, και που οπωσδήποτε χρήζει μεγαλύτερης επεξεργασίας. Πάντως υποδεικνύει ένα στόχο και προσανατολίζει την σκέψη του αναγνώστου σ’ ένα τρόπο ζωής, όπου δεν υπάρχει θάνατος.
 
 
Έγραφα
+ Ο Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιερόθεος

ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΗΩΝ
Η επιστήμη της Εθνολογίας μελετά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολιτισμικά γνωρίσματα που παρατηρούνται σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί έχει παρατηρηθή ότι παίζει σπουδαίο ρόλο ακόμη και στην υγεία του λαού. Από έρευνες που έχουν γίνει διαπιστώθηκε ότι λαοί που έχουν έναν ιδιαίτερο πολιτισμό, που κέντρο έχει τον Θεό, διακρίνονται για μικρότερο ποσοστό διαφόρων αγχοτικών ασθενειών, όπως είναι καρδιοπάθειες κλπ. Οπότε είναι ανάγκη να δούμε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της Παραδόσεώς μας.
Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είναι ο ελληνισμός με οικουμενική διάσταση. Γιατί οι Ρωμαίοι πριν ακόμη καταλάβουν την Ελλάδα, το 146 π.Χ., ήδη είχαν εκπολιτισθή από τον ελληνικό πολιτισμό. Πολλοί δε από αυτούς ήταν Έλληνες. Μη ξεχνούμε ότι διάφοροι αρχαίοι φιλόσοφοι, πήγαιναν στην Κάτω Ιταλία και την Σικελία και παρέδιδαν μαθήματα, ώστε η Κάτω Ιταλία να ονομασθή Μεγάλη Ελλάδα. Είναι ακόμη γνωστό ότι η περίφημη Ελεατική Σχολή, της οποίας σοβαρός ηγέτης ήταν ο Παρμενίδης, πήρε το όνομα από την Ελαία της Κάτω Ιταλίας. Είναι ακόμη γνωστό ότι η νεοπλατωνική Σχολή, κυρίως ο ηγέτης της Πλωτίνος (3ος αιώνας μ.Χ.) έδρασε στην Ρώμη. Όταν δε αργότερα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαποτίσθηκε από τον Χριστιανισμό στην αυθεντική του έκφραση, δηλαδή την Ορθοδοξία, τότε δημιουργήθηκε ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό και πνευματικό μόρφωμα που λέγεται Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ρωμηοσύνη). Αυτό ήταν το όνομα της Αυτοκρατορίας αυτής, ενώ ο όρος Βυζαντινή Αυτοκρατορία δόθηκε αργότερα από τους Φράγκους ιστορικούς. Πρώτος δε που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Ιερώνυμος Βόλφ, το 1562 μ.Χ., με σαφώς πολιτικό και αιρετικό χαρακτήρα.
Έτσι, στην Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχαν τρία βασικά γνωρίσματα, ήτοι η ελληνιστική και ελληνική Παράδοση, η ρωμαϊκή νομοθεσία και η ορθόδοξη πίστη. Οι Ρωμηοί είναι Ορθόδοξοι στους οποίους η Ορθοδοξία εκφράζεται μέσα από την αρχαία ελληνική ορολογία. Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι κάτοικοι προέρχονταν από διάφορες εθνότητες και φυλές, αλλά είχαν κοινά γνωρίσματα, όπως την ελληνική ή ελληνιστική παράδοση και την Ορθοδοξία. Οι βασικές γλώσσες ήταν δύο, ήτοι η ελληνική και η λατινική. Οπωσδήποτε υπήρχε και μια πολιτιστική και γλωσσική ώσμωση και διάφορες επιρροές. Αλλά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά γνωρίσματα ήταν οπωσδήποτε κοινά.
Οι κάτοικοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αισθάνονταν περίπου ό,τι αισθάνονται σήμερα οι κάτοικοι της Αμερικής, οι οποίοι ξέρουν πολύ καλά ότι κατάγονται από διαφορετικές εθνότητες, αλλά έχουν την ίδια πολιτιστική και γλωσσική παράδοση, και φυσικά αισθάνονται ότι είναι αμερικάνοι, έτσι δεν υπάρχει εθνοφυλετισμός. Βέβαια, στο λεγόμενο Βυζάντιο τα πράγματα ήταν διαφορετικά, αφού οι άνθρωποι είχαν κοινή θρησκευτική ζωή, όπως διαμορφώθηκε από την ορθόδοξη πίστη και λατρεία.
Εκείνο που παρατηρεί κανείς στους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι οι δύο βασικές αρετές, δηλαδή η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία.
1. Η Ρωμαίϊκη φιλοθεΐα και φιλανθρωπία
Φιλοθεΐα είναι η αγάπη προς τον Θεό. Και αυτός ο Θεός δεν είναι αφηρημένος, δεν είναι αντικείμενο της λογικής και υπόθεση του στοχασμού, αλλά ο Θεός της Αποκαλύψεως, όπως τον παρέδωσε η Εκκλησία δια των αγίων Πατέρων της. Η αγάπη προς τον αποκαλυφθέντα Θεό αποδεικνύεται από την ορθή πίστη και την πραγματική λατρεία του αληθινού Θεού. Μέσα στο κλίμα αυτό πρέπει να δούμε και την προσπάθεια των Βυζαντινών, των Ρωμαίων, να διαφυλάξουν το δόγμα περί του Τριαδικού Θεού και να διατηρήσουν ανόθευτη την λατρεία του Θεού. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, η ανάπτυξη των λειτουργικών τεχνών απέβλεπαν στην διατήρηση της πίστεως ανόθευτης.
Είναι σημαντικό να πούμε ότι στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όλοι θεολογούσαν, από τον ελάχιστο μοναχό μέχρι τον Αυτοκράτορα. Τα «Εωθινά», που είναι τα δοξαστικά των Κυριακών και αναφέρονται στα Εωθινά Ευαγγέλια, είναι έργο του Λέοντος του Σοφού, και τα «εξαποστειλάρια» της ακολουθίας του όρθρου των Κυριακών είναι του υιού του, Κωνσταντίνου Βασιλέως. Επίσης ο περίφημος ύμνος «Ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού...», που ψάλλουμε κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, είναι ποίημα του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού. Ακόμη η Μεγάλη Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο είναι ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και το ότι οι Αυτοκράτορες στις Οικουμενικές Συνόδους θεολογούσαν και υπερασπίζονταν το ορθόδοξο δόγμα. Αυτό γινόταν γιατί είχαν θέσει ως κέντρο της Αυτοκρατορίας την ορθόδοξη θεολογία και λατρεία. Επίσης οι Αυτοκράτορες αλλά και όλος ο λαός είχαν σαν πρότυπο ζωής τους μοναχούς και σαν πρότυπο διοργανώσεως της κοινωνίας τα Μοναστήρια. Επισκέπτονταν τα Μοναστήρια και γενικά τους χώρους της ασκήσεως και λάμβαναν καθοδήγηση για την ζωή τους και την διακυβέρνηση του Κράτους. Το Παλάτι σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνυόταν ένα Μοναστήρι, αφού οι Αυτοκράτορες και αυλικοί συναγωνίζονταν τους μοναχούς στην άθληση, την άσκηση, την νηστεία και την προσευχή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, βρισκόμενος κατά την νεανική του ηλικία στα ανάκτορα, έκανε τέτοια άσκηση και προσευχή ώστε όλοι τον θεωρούσαν υπεράνθρωπο. Πολλοί Αυτοκράτορες, όταν έφυγαν κατά ποικίλους τρόπους από την εξουσία, ενεδύονταν στο ράσο και απέθνησκαν ως μοναχοί, όπως ο Ιωάννης Καντακουζηνός, που έγινε μοναχός και ονομάστηκε Ιωάσαφ. Έτσι ολόκληρη η Αυτοκρατορία ήταν ένα Μοναστήρι, μία Εκκλησία. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όλη η λατρευτική παράδοση, ακόμη και η θεία Λειτουργία επηρεάσθηκαν από την λατρεία στο Παλάτι και από την συμμετοχή του Αυτοκράτορος.
Μαζί με την φιλοθεΐα ασκούσαν έντονα και την φιλανθρωπία. Και αυτό είναι φυσικό. Γιατί, όταν ο άνθρωπος αγαπά πραγματικά τον Θεό, τότε δεν μπορεί να μην αγαπά και ό,τι αγαπά ο Θεός. Ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν Αυτοκρατορία φιλανθρωπίας. Διασώζονται πληροφορίες που την χαρακτηρίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ένας πρεσβευτής, που πήγε να συζητήση με τους Αβάρους, μεταξύ των άλλων τους είπε και τα εξής: «Οι Βυζαντινοί (Ρωμαίοι) εν ονόματι της ειρήνης ρίχνουν στην λήθη τις προηγούμενες συμφορές και έχουν ήδη ξεχάσει τις αδικίες που τους κάνατε. Και επειδή αυτοί είναι ανώτεροι στην φιλανθρωπία απ’ όλα τα άλλα κράτη, δεν είναι πρόθυμοι να καταφεύγουν στα όπλα». Ο αυτοκράτορας Τιβέριος ο Β’ (578-582) συμβούλευσε τον γαμπρό του αυτοκράτορα Μαυρίκιο: «άς προηγείται η φιλανθρωπία απ’ την οργή».
Η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν δοξασμένο Κράτος λόγω της φιλανθρωπίας του. Πρώτη φορά ο κόσμος έβλεπε γηροκομεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία κλπ. τα οποία ήταν άριστα διοργανωμένα. Και τα περισσότερα κτίζονταν γύρω από τα Μοναστήρια.
Ο Μ. Φώτιος, γράφοντας στον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Α’, του λέγει ότι πρέπει να φερθή όπως αρμόζει στον αρχηγό «τού πιο φιλανθρωπικού κράτους των Ρωμαίων». Ο Νικόλαος ο Μυστικός τον δέκατο αιώνα, γράφοντας στον αρχηγό των Αράβων, που ετοίμαζε επίθεση εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, γιατί είχε διαδοθή ότι καταστράφηκε το τζαμί τους στην Κωνσταντινούπολη, του έγραφε ότι δεν πρέπει να πιστεύη σε τέτοιες αβάσιμες πληροφορίες. Μεταξύ των άλλων έγραφε: «Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία το κράτος των Ρωμαίων διακρίνεται. Ωστόσο αυτό που τους ξεχωρίζει πάνω απ’ όλα είναι η φιλανθρωπία και η επιείκειά τους. Δεν είναι γνώμη δική μου αυτή, αλλά παντού οι άνθρωποι και ολόκληρη η ιστορία επιβεβαιώνουν αυτήν την μαρτυρία. Ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός περιγράφει την Αυτοκρατορία ολόκληρη σαν έν κράτος αφοσιωμένο στην φιλανθρωπία» (βλ. Δημητρίου Κωνσταντέλλου, Βυζαντινή φιλανθρωπία, σελ. 9-10).
Αλλά τόσο η φιλοθεΐα όσο και η φιλανθρωπία ήταν συνάρτηση της μεταμορφώσεως της αγάπης από ιδιοτελή σε ανιδιοτελή αγάπη. Οι Ρωμαίοι δεν διακρίνονταν τόσο για την φιλαυτία τους, γι’ αυτό και είχαν φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Σ’ αυτό συνέτεινε η ορθόδοξη θεραπευτική αγωγή, που είναι η καρδιά της παραδόσεώς μας. Άλλωστε, το ότι οι μοναχοί και οι άγιοι ήταν τα πρότυπα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής είναι απόδειξη ότι η άσκηση, η στέρηση, η εγκράτεια, γενικά ο ασκητικός τρόπος ζωής είναι εκείνος που κυριαρχούσε και φυσικά αυτή η μέθοδος θεράπευε τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι Ρωμαίοι επεδίωκαν την επικράτηση της Ορθοδόξου πίστεως. Άλλωστε, η Ορθοδοξία δεν είναι μια ιδεολογία, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής.
2. Ιδεαλιστική ή ρεαλιστική θεώρηση;
Αντιλαμβάνομαι κάποια αντίρρηση που ενδεχομένως θα πλανάται εδώ. Μήπως όλα αυτά που αναπτύσσονται εδώ είναι λίγο μονοφυσιτικά, δηλαδή μήπως βλέπουμε τα πράγματα ιδεαλιστικά και όχι ρεαλιστικά; Μήπως σφάλλουμε όταν παρουσιάζουμε την Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περίπου σαν τέλεια Αυτοκρατορία; Δεν υπήρχαν εκεί προβλήματα, δεν γίνονταν διάφορα λάθη και εγκλήματα ακόμη;
Κάθε πολιτεία είναι μια μεταπτωτική κοινωνία μέσα στην οποία επικρατεί ο άρρωστος άνθρωπος με τα πάθη και τις ιδιοτροπίες του. Και, βέβαια, αυτό μπορούμε να το δούμε και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Προβλήματα μπορούμε να συναντήσουμε μέσα στην Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού, και μέσα ακόμη στα Μοναστήρια. Κάθε κοινωνία είναι ένας ζωντανός οργανισμός που συμβαίνει κάποτε να αρρωστήση και μάλιστα να ανεβάση υψηλό πυρετό. Και ξέρουμε καλά ότι πολλές φορές όσο δυνατός είναι ο οργανισμός τόσο υψηλό πυρετό ανεβάζει.
Έτσι, λοιπόν, δεν υπάρχει καμμία κοινωνία τέλεια. Η τελειότητα είναι κατάσταση μελλοντική. Εμείς οι Ορθόδοξοι περιμένουμε την τέλεια κοινωνία στην μέλλουσα ζωή, τότε που θα δούμε καινούς ουρανούς και καινήν γη, τότε που δεν θα υπάρχη ούτε Ναός, γιατί θα είναι παρών ο Ίδιος ο Χριστός, που θα κάνη Ναό Του όλο τον μεταμορφωμένο κόσμο. Γι’ αυτό και δεν αιχμαλωτιζόμαστε από κοινωνιολογικές ιδέες και ανθρωπιστικά συστήματα. Χρησιμοποιούμε διάφορες κοινωνιολογικές θεωρίες για να βελτιώσουμε τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά όμως γνωρίζουμε ότι ποτέ στην ζωή αυτή δεν μπορούμε να βρούμε το τέλειο.
Τα όσα ανέφερα όμως προηγουμένως τα ανέφερα για δύο βασικούς λόγους.
Ο πρώτος είναι ότι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των Ρωμαίων εκφραζόταν στην προσευχή: «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και σοι μόνω λατρεύομεν». Υπήρχαν και τότε αμαρτήματα, οι άνθρωποι ζούσαν την προσωπική τους ιστορία και τραγωδία, αλλά είχαν ένα ήθος, που τους είχε διαποτίσει. Αισθάνονταν τι είναι αμαρτία. Ίσως οι σημερινοί άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση της αμαρτίας. Οι Ρωμαίοι, σχεδόν στο σύνολό τους είχαν επίγνωση της αμαρτίας τους που δεν ήταν μια απλή παράβαση μερικών εντολών, αλλά απομάκρυνση από τον ζωντανό Θεό, από πρόσωπο. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν». Στο κέντρο της ζωής τους είχαν τον Θεό της Αποκαλύψεως και καταλάβαιναν ότι αμαρτία είναι η απώλεια της ζωής και κοινωνίας μαζί Του. Η αίσθηση της αμαρτίας συνδεόταν με την λατρεία του Θεού. Αμάρταναν σε προσωπικό Θεό, στον Οποίο, όμως, εξακολουθούσαν να πιστεύουν και να Τον λατρεύουν. Όταν ο Δαυΐδ προσευχόταν στον Θεό «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν Σου εποίησα» έδειχνε ότι γνώριζε τι είναι αυτός ο Θεός. Είχε γνώση του προσωπικού Θεού. Τον γνώριζε, και έκλαιγε και θρηνούσε, γιατί αμάρτησε σ’ έναν τέτοιο Θεό γεμάτο αγάπη και στοργή. Και όταν πάλι ο Δαυΐδ προσεύχεται, «μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού», ζητά να μη τον απορρίψη ο Θεός και να μην πάρη το Πνεύμα το Άγιο από μέσα του. Και με το θάρρος ότι υπάρχει αυτός ο Θεός και είναι γεμάτος αγάπη λέγει: «Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον». Δηλαδή, έχει επίγνωση τι είναι αμαρτία, καί, εμπνεόμενος από την αγάπη και το έλεος του Θεού οδηγείται στην μετάνοια και την επιστροφή.
Αυτό το ήθος εκφράζεται και με τον λόγο του πατρός του δαιμονιζομένου νέου: «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία». Η αμφιβολία που εκφράζουμε πολλές φορές στην ζωή μας στερεώνεται και καθοδηγείται από την πίστη στον Θεό. Έτσι, λοιπόν, και οι Ρωμαίοι έκαναν λάθη, αλλά ήξεραν τον τρόπο να τα διορθώνουν. Αφού η Εκκλησία μαζί με την θεολογία και την λατρεία ήταν στο κέντρο της ζωής της Αυτοκρατορίας υπήρχε η δυνατότητα της θεραπείας του ανθρώπου. Και, πραγματικά, είναι μεγάλο πράγμα αφ’ ενός μεν να διασώζεται η θεραπευτική μέθοδος, να υπάρχουν τα φάρμακα που θεραπεύουν, γιατροί που θα καθορίζουν την θεραπευτική αγωγή και νοσοκομεία που θα παρακολουθούν τα θεραπευτικά αποτελέσματα, αφ’ ετέρου δε να υπάρχουν άνθρωποι, που θα συνειδητοποιούν ότι είναι άρρωστοι και αναζητούν την θεραπεία.
Στις δυτικές κοινωνίες γίνεται εντελώς το αντίθετο. Ούτε διασώζεται η θεραπευτική αγωγή, αφού η πίστη έγινε πολιτικο-οικονομικό κατεστημένο και ιδεολόγημα, ούτε οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι είναι άρρωστοι, αμαρτωλοί. Στο σημείο αυτό βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ανέφερα τον τρόπο ζωής των Ρωμαίων είναι ότι περισσότερο στο παρελθόν και λιγότερο στο παρόν γινόταν μια παραπληροφόρηση σχετικά με ό,τι είχε σχέση με τους Ρωμαίους– Βυζαντινούς. Σήμερα ακόμη και δυτικοί ιστορικοί, όπως ο Jacques Le Goff, διαπιστώνουν στα έργα τους ότι μετά την μεταφορά της Πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού Κράτους από την Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, που ονομάστηκε Νέα Ρώμη, στο δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας άρχισαν να εισρέουν διάφορα φύλα και βαρβαρικά έθνη και έτσι, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η δύση εκβαρβαρίστηκε. Προσπάθησαν όλα αυτά τα βαρβαρικά φύλα να καθυποτάξουν και να αφανίσουν τους Ρωμαίους. Αυτό άρχισε σιγά–σιγά να επιτυγχάνεται. Τελικά όλα τα φύλα καθώς επίσης και οι γηγενείς κάτοικοι του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπετάγησαν σε έναν βάρβαρο και απολίτιστο λαό, δηλαδή τους Φράγκους. Κυρίως επί της εποχής του Καρλομάγνου η Ευρώπη υποδουλώθηκε στους Φράγκους. Ακριβώς εκείνη την περίοδο προσπάθησαν να συκοφαντήσουν ό,τι είχε σχέση με το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τους λεγομένους Ρωμαίους. Οι Φράγκοι οικειοποιήθηκαν τον όρο Ρωμαίος και Ορθόδοξος–Καθολικός και σε μας απέδωσαν τον όρο Βυζαντινός, Γραικός, που ταυτίστηκε με τους αιρετικούς. Είναι γνωστά τα συγγράμματα «Contra Errores Graecorum», που εγράφησαν εναντίον των πλανών των Γραικών, εναντίον, δηλαδή, των αιρετικών.
Μέσα στα πλαίσια αυτά κατασυκοφάντησαν και διαστρέβλωσαν ό,τι είχε σχέση με το γνήσιο εναπομείναν κομμάτι της παληάς μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι την εποχή που στο λεγόμενο Βυζάντιο γινόταν μεγάλη πολιτιστική και θεολογική παραγωγή, η Ευρώπη είχε βυθισθή στο σκοτάδι, είχε εκβαρβαρισθή. Και όμως οι δυτικοί ιστορικοί προκατειλημμένοι ή τουλάχιστον εντεταγμένοι μέσα σε άλλες προοπτικές έβλεπαν τα ανθρώπινα λάθη των Βυζαντινών και αμνήστευαν τα μεγάλα δικά τους εγκλήματα.
Γι’ αυτούς τους λόγους, λοιπόν, πρέπει να γίνεται αναφορά στον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στον χώρο αυτό, παρά τα λάθη και τις ιδιαιτερότητές του. Το γεγονός είναι ότι καλλιεργήθηκε ένας υψηλός πολιτισμός, που κέντρο είχε την Εκκλησία, την ορθόδοξη θεολογία. Ο άνθρωπος, παρά τα λάθη και τα αμαρτήματά του, ήταν προσανατολισμένος στον Θεό και την Εκκλησία. Μέσα στην Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ζούσαν αρμονικά διάφορες εθνότητες, με την γλώσσα τους και την δική τους παράδοση. Μόνο που επειδή η πολιτιστική παράδοση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν πολύ δυνατή, εμβολίαζε κάθε αγριέλαιο και την μετέτρεπε σε καλλιέλαιο. Προσλάμβανε όλα τα στοιχεία και χωρίς να τα καταργή τα μεταμόρφωνε, τα εμπλούτιζε με νέα ανώτερα στοιχεία. Στο σημείο αυτό βλέπω το υψηλό πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού.
Απρίλιος 1994
ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΩΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ
Όλοι κάνουν λόγο σήμερα για την Ενωμένη Ευρώπη και ο κάθε μελετητής την βλέπει μέσα από την δική του πλευρά. Νομίζω ότι είναι καλό να γίνεται λόγος για το θέμα αυτό, γιατί έτσι δημιουργείται μια αφύπνιση. Πρέπει να ακουσθούν όλες οι απόψεις, γιατί διαφορετικά ακολουθούμε ένα μονόδρομο. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ενταχθή και η ομιλία αυτή με θέμα «Ανατολή και Δύση στην Ενωμένη Ευρώπη».
Όπως θα διαπιστώσετε το θέμα θα αντιμετωπισθή ιστορικά και θεολογικά, γιατί η ιστορία συνδέεται στενά με την θεολογία. Δηλαδή η εμφάνιση των Φράγκων στην Δύση και η προσπάθειά τους να επικρατήσουν, τους οδήγησε να επιλέξουν την θεολογία του ιερού Αυγουστίνου. Και όπως είναι φυσικό αυτή η θεολογία διαπότισε όλη την πολιτιστική παράδοση της Ευρώπης. Γι’ αυτό δεν μπορεί κανείς να ερευνήση την ατμόσφαιρα της συγχρόνου Ευρώπης, αν δεν δη την ιδιαίτερη θεολογία που επικρατεί εκεί και αν δεν εξετάση πώς αναπτύχθηκε αυτή η θεολογία στον δυτικό χώρο.
Τα ευρωπαϊκά κράτη βρίσκονται κάτω από την πνευματική κυριαρχία και τον επηρεασμό τόσο του Παπισμού όσο και του Προτεσταντισμού. Καί, όπως φαίνεται, η θεωρία αυτών των ομολογιών διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στην διαμόρφωση της πνευματικής υποδομής της σημερινής Ευρώπης. Αυτό λέγεται τόσο από την θετική του πλευρά όσο και από την αρνητική. Άλλα στοιχεία έχουν διαμορφωθή από την δυτική θεολογία και άλλα στοιχεία έχουν διαμορφωθή από την αντίδραση των ανθρώπων εναντίον της θεολογίας της Δύσεως.
Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς έχει επισημάνει για την Ευρώπη ότι κυριαρχείται από τον πόθο της εξουσίας, της ηδονής, και από την γνώση. Ολόκληρη η Ευρώπη «είναι η επιθυμία και πόθος της εξουσίας και της ηδονής και η γνώσις. Αμφότερα ανθρώπινα: η ανθρωπίνη επιθυμία και πόθος και η ανθρωπίνη γνώσις». Η Ευρώπη προσωποποιείται από τον Πάπα και τον Λούθηρο. «Ο ευρωπαϊκός πάπας είναι η ανθρωπίνη επιθυμία της εξουσίας. Ο ευρωπαϊκός Λούθηρος, η πείσμων απόφασις του ανθρώπου τα πάντα να εξηγηθούν με τον νουν του. Ο πάπας ως κυβερνήτης του κόσμου και ο επιστήμων ως κυρίαρχος του κόσμου». Αυτό είναι ολόκληρη η Ευρώπη.
Καίτοι φαίνεται ότι αυτή η άποψη προέρχεται από το παρελθόν, εν τούτοις έχει μεγάλα ερείσματα αληθείας. Όπως δείχνουν τα πράγματα, εάν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, κάπου στο σημείο αυτό μπορούμε να δούμε την πνευματική υποδομή της Ευρώπης και μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε την ατμόσφαιρα που επικρατεί1.
Πραγματικά, αν «χαρτογραφήσουμε» πολιτιστικά και θρησκευτικά τον χώρο της συγχρόνου Ευρώπης θα διαπιστώσουμε ότι χώρες στις οποίες επικρατεί περισσότερο ο Παπισμός θέλουν την ενοποίησή της, ενώ χώρες που πρόσκεινται περισσότερο σε προτεσταντικές επιρροές αντιδρούν σε αυτήν. Ακόμη, χριστιανοδημοκρατικά κόμματα στα οποία κυριαρχούν περισσότερο οι Παπικοί θέλουν την ένωση της Ευρώπης, ενώ κόμματα σοσιαλιστικά, όπου κυριαρχούν Προτεστάντες, διαφοροποιούνται. Αυτό δεν είναι ανεξάρτητο και άσχετο από την διάκριση μεταξύ ευγενών Φράγκων και Ρωμηών, όπως θα δούμε στην συνέχεια.
Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι αυθαίρετη προσωπική μου σκέψη. Τελευταία ένας δημοσιογράφος, ονομαζόμενος Eric Hoesli, ο οποίος εργάζεται σε ελβετικό περιοδικό, σε σχετικό άρθρο του ανέλυσε αυτήν την παράμετρο2. Μεταξύ των άλλων τονίζει εμφαντικά ότι το κοινοτικό οικοδόμημα ιστορικά έχει συνδεθή με την επιρροή του καθολικισμού. Οι έξι χώρες που κατά την δεκαετία του 1950 ίδρυσαν «την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακος και Χάλυβα και κατόπιν την ΕΟΚ διέθεταν όλες χριστιανοδημοκράτες πρωθυπουργούς». Από τα πρώτα έξι ιδρυτικά μέλη τα πέντε «ήταν στην πλειοψηφία τους καθολικά και αρχηγός της διπλωματίας του έκτου κράτους, της Ολλανδίας, ήταν ο προτεστάντης Γιόχαν Βίλεμ Μπέγεν, ο οποίος τελικά ασπάστηκε τον Καθολικισμό».
Ενώ οι Παπικοί προωθούν την ένωση της Ευρώπης, αντίθετα οι μεταρρυθμιστές, κατά διαφόρους βαθμούς, αντιδρούν σε αυτήν. Όπως υποστηρίζει και πάλι ο δημοσιογράφος που αναφέραμε, το πρόσφατο «Ναι» των Γάλλων για την συνθήκη του Μάαστριχτ «επετεύχθη κυρίως χάρη στην ψήφο των πιο καθολικών περιοχών, ήτοι της Βρετάνης, της Αλσατίας και του Λίγηρα». Αντίθετα για το «όχι» των Δανών «έπαιξε σημαντικό ρόλο η απέχθεια προς τη μεγάλη αυτή μηχανή που θεωρείται ως ένα καθολικό τερατούργημα». Πέρα από αυτά η Βρετανία και η Δανία, που επηρεάζονται από την θρησκευτική μεταρρύθμιση, έχουν τους περισσότερους ενδοιασμούς για την ενοποίηση αυτή. Επιπλέον πέντε από τις επτά άλλες χώρες «τής Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών», που δεν έχουν ακόμη ενταχθή στην Ευρωπαϊκή κοινότητα, όπως η Σουηδία, Φιλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία και Ελβετία, «χαρακτηρίζονται από μια έντονη προσήλωση στα ιδεώδη της Μεταρρύθμισης». Πρέπει να σημειωθή ότι η Νορβηγία που αρνήθηκε την ένταξη στην Κοινότητα διαπνέεται από λουθηρανικές πεποιθήσεις.
Αυτή η θρησκευτική διαφοροποίηση των Κρατών της Ευρώπης φαίνεται ότι απασχολεί σοβαρά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Για παράδειγμα αναφέρεται ότι «το όργανο σχεδιασμού και μακροπρόθεσμης ανάλυσης που περιβάλλει και συμβουλεύει τους επιτρόπους και ειδικά τον πρόεδρό τους, τον Ζάκ Ντελόρ, αφιέρωσε στην θρησκεία μεγάλο μέρος του προβληματισμού του κατά τις αρχές του 1992». Χαρακτηριστικά, ένα από τα μέλη του οργάνου αυτού, ο βέλγος θεολόγος Μάρκ Λίκ, τόνισε: «Αν δεν υπήρχαν οι καθολικοί, ίσως δεν θα υπήρχε και η κοινότητα και δεν θα είχαμε φθάσει στο σημείο που είμαστε σήμερα. Αλλά στο εξής, για να προοδεύσει, για να μπορέσει να προσαρμοστεί στη μετα-μοντέρνα εποχή που ανατέλλει, αποδεικνύεται απαραίτητη η ένταξη και η συμμετοχή των προτεσταντών».
Διαπιστώνεται ακόμη ότι «η διαφωνία καθολικών - προτεσταντών είναι κυρίως ζήτημα διαφορετικής πολιτιστικής και ιστορικής άποψης για την Ευρώπη». Βέβαια, ο δημοσιογράφος στον οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως ή δεν έχει τις επαρκείς ιστορικές γνώσεις ή δεν μπορεί να τις εκθέση. Το γεγονός είναι ότι αυτή η πολιτιστική και θρησκευτική διαφορά έχει βαθύτερα αίτια. Συνδέεται με την διαφορά που υφίσταται στην Ευρώπη μεταξύ Φράγκων κατακτητών και Ρωμαίων υποδουλωθέντων. Αυτό θα το εξετάσουμε στην συνέχεια της αναλύσεώς μας.
Για να συστηματοποιήσουμε καλύτερα το θέμα θα το διαιρέσουμε σε τρεις επί μέρους ενότητες. Στην πρώτη θα δούμε πώς και πότε επικράτησε ο όρος Ανατολή και Δύση και τί ακριβώς σημαίνει, στην δεύτερη θα εξετάσουμε τις γενικές διαφορές μεταξύ της δυτικής και ορθοδόξου θεολογίας και στην τρίτη θα κάνουμε λόγο για τους Ρωμηούς της Ευρώπης. Πιστεύω ότι μέσα από αυτές τις προοπτικές μπορούμε να δούμε καθαρότερα τί σημαίνει η Ευρώπη σήμερα, και ποιά είναι η θέση της χώρας μας στην Κοινότητα.
Ο όρος Ανατολή και Δύση
Πριν προχωρήσουμε στην μελέτη της ιδιαίτερης σημασίας του όρου Δύση και Ανατολή, θεωρώ αναγκαίο να εξετάσουμε πώς καθιερώθηκε. Αυτό θα μας βοηθήση πολύ στην όλη επεξεργασία του θέματος.
Είναι γνωστό ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε επικρατήσει σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο και πολλοί υπήκοοί της το θεωρούσαν μεγάλη τιμή να λέγωνται και να είναι Ρωμαίοι πολίτες. Ο Απόστολος Παύλος ήταν Ρωμαίος πολίτης και αυτό του εξασφάλιζε μερικά δικαιώματα. Κατά την διάρκεια της Ενωμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπήρχε το δυτικό και το ανατολικό τμήμα. Ήδη από τον Διοκλητιανό άρχισε η μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την Δύση στην Ανατολή (Νικομήδεια), γιατί έτσι έβλεπε περισσότερο την ενότητα της Αυτοκρατορίας. Φυσικά αυτή η μεταφορά ολοκληρώθηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο στο Βυζάντιο, που ονομάστηκε Νέα Ρώμη και αργότερα έλαβε το όνομά του. Μέχρι σήμερα ο Οικουμενικός Πατριάρχης λέγεται Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Έτσι, λοιπόν, τότε συνηθιζόταν να γίνεται λόγος για ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και για δυτικό. Υπήρχε όμως σχεδόν η ίδια πολιτιστική παράδοση, ο ίδιος τρόπος ζωής. Θρησκεία ήταν η Ορθοδοξία, πολιτιστική παράδοση ήταν η ελληνική, δίκαιο ήταν το ρωμαϊκό, όπως διαποτίσθηκε από την χριστιανική διδασκαλία, και γλώσσες ήταν δύο, ήτοι η ελληνική και η λατινική. Έτσι κάνουμε λόγο για ελληνόφωνους Ρωμαίους Πατέρας και για λατινόφωνους Ρωμαίους Πατέρας της Εκκλησίας.
Όμως, τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή υπήρχαν πολλοί εχθροί της Χριστιανικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Την Δύση εποφθαλμιούσαν οι Νορμανδοί, οι Λογγοβάρδοι, οι Βάνδαλοι κλπ., κυρίως όμως οι Φράγκοι, που ήταν ένας βάρβαρος και απολίτιστος λαός. Οι Φράγκοι κατόρθωσαν να νικήσουν όλους τους άλλους λαούς και τελικά να υποτάξουν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οικειοποιήθηκαν τον όρο Ρωμαίοι, για να φανούν ότι αυτοί είναι διάδοχοι των Ρωμαίων, και απέδωσαν στον Πάπα τον τίτλο του Καθολικού, ώστε να φανή ότι αυτοί αποτελούν την διάδοχη κατάσταση της Παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα όμως έπρεπε να εξαλείψουν τον τίτλο του Ρωμαίου από το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι, κατ’ αρχάς χαρακτήρισαν τους ανατολικούς, Γραικούς, που σημαίνει στην γλώσσα τους αγύρτες και απατεώνες, και στην συνέχεια κατά τα μέσα του δεκάτου έκτου αιώνος, Βυζαντινούς, για να τους αποσυνδέσουν από τους κληρονόμους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στην Ανατολή όμως μέχρι και την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και αργότερα έως σήμερα, λέγονται Ρωμαίοι ή Ρωμηοί. Βέβαια, ο λεγόμενος ρωμαϊκός πολιτισμός είναι ελληνικός πολιτισμός με οικουμενική διάσταση, αφού συνδέθηκε με την Ορθοδοξία.
Πέρα από την αλλαγή του εθνικού ονόματος, οι Φράγκοι επεχείρησαν να αποκαλέσουν τους Γραικούς ή Βυζαντινούς και αιρετικούς. Είναι γνωστά τα συγγράμματα Contra errores Graecorum, δηλαδή κατά των πλανών των Γραικών.
Δεν είμαι επιστήμων ιστορικός, ούτε θέλω να αναφερθώ σε ιστορικές λεπτομέρειες για την υπόθεση αυτή. Πάντως όλα αυτά στηρίζονται σε νεώτερες έρευνες που γίνονται από ειδικούς πανεπιστημιακούς διδασκάλους3.
Μελετώντας όμως τις πηγές του 14ου αιώνος, δηλαδή έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και άλλα ιστορικά κείμενα της εποχής εκείνης, συνάντησα πολλές φορές τον όρο «Ρωμαίοι», ποτέ όμως τον όρο Βυζαντινοί, που οπωσδήποτε είναι μεταγενέστερος. Εκείνο που ήθελα να τονίσω είναι ότι, ενώ στην αρχική ενιαία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρχε διάκριση μεταξύ δυτικού και ανατολικού τμήματος από γεωγραφικής πλευράς, αργότερα αντικαταστάθηκαν αυτοί οι όροι από τους Φράγκους με τους όρους Ρωμαίοι για τους κατοίκους του δυτικού τμήματος και Γραικοί ή Βυζαντινοί για τους κατοίκους του ανατολικού τμήματος. Αυτό έγινε με τρομερή σκοπιμότητα και με μεγάλη μεθοδικότητα. Μεγάλο ρόλο έπαιξε ο Καρλομάγνος στα μέσα του 8ου αιώνος. Την εποχή εκείνη στην πραγματικότητα έχουμε την κατάληψη του Δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους. Η κατάληψη και η αλλοίωση της παραδόσεως ολοκληρώθηκε τον 11ο αιώνα, οπότε έχουμε και τον ολοκληρωτικό χωρισμό μεταξύ των Εκκλησιών.
Ο όρος Ανατολή και Δύση στην εποχή μας επανήλθε από τους Ρώσους Emigres, δηλαδή τους Ρώσους πρόσφυγες, που έφυγαν από την Ρωσία μετά την επικράτηση του Μπολσεβικισμού και πήγαν στην Ευρώπη. Για να είμαστε ακριβείς θα λέγαμε ότι η διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως στην εποχή μας έγινε από μια ομάδα Σλαυοφίλων θεολόγων του περασμένου αιώνος στην Ρωσία –κυριότερος εκπρόσωπός τους ήταν ο Αλέξης Κομιακώφ– οι οποίοι αντιδρούσαν στις μεταρρυθμίσεις που έκανε ο Μ. Πέτρος. Πραγματικά, το δυτικό πνεύμα, όπως είχε διαμορφωθή από την απεμπόληση της Ορθοδόξου πίστεως και κάτω από τον σχολαστικισμό του Μεσσαίωνος, ο οποίος επηρεάστηκε από τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου, πέρασε στην Ρωσία κατά την εποχή του Μ. Πέτρου. Τότε δημιουργήθηκε αντίδραση από πολλούς εκπροσώπους του ορθοδόξου πνεύματος. Ουσιαστικά οι Σλαυόφιλοι έκαναν μία απολογητική υπέρ της Ορθοδοξίας σε βάρος της Δύσεως, και όχι απλώς μία οριοθέτηση των δύο τρόπων ζωής.
Μετά την κομμουνιστική επανάσταση οι θεολόγοι αυτοί πήγαν στο Παρίσι, στην καρδιά της Ευρώπης, όπου ίδρυσαν ένα θεολογικό Ινστιτούτο και εκεί δημιούργησαν αντίλογο στην δυτική θεολογία. Γνώρισαν από κοντά όλο το πνεύμα της Δύσεως και έκαναν κριτική. Μπορεί κανείς να προσθέση ότι τις περισσότερες φορές το έκαναν με κριτήρια και αρχές της δυτικής σκέψεως, δηλαδή με τον στοχασμό. Οπωσδήποτε όμως, δημιούργησαν ένα κλίμα στην Ευρώπη και έκαναν πολλούς να προσέξουν την ορθόδοξη θεολογία. Αυτή η συζήτηση για την διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ήλθε και στην Ελλάδα πρώτη φορά με την πρώτη συνάντηση των Ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών που έγινε στην Αθήνα το 1936, κυρίως με την παρουσία του μεγάλου θεολόγου π. Γεωργίου Florovsky4.
Έτσι, ο όρος Ανατολή και Δύση έχασε την παλαιά σημασία, την γεωγραφική διάκριση μεταξύ του ανατολικού και δυτικού τμήματος της ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και δηλώνει την διάκριση μεταξύ των δύο τρόπων ζωής, όπως καθιερώθηκαν μετά την επικράτηση των Φράγκων στην Δύση. Οπότε, από γεωγραφική έννοια και σημασία, απέκτησαν πολιτιστική και θεολογική. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο διαφορετικούς τρόπους ζωής.
Η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων ζωής, τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση φαίνεται σε μερικά σημεία, όπως τα παρουσίασα σε παλαιότερο βιβλίο μου5.
α) Κέντρο της Ορθόδοξης ανατολής ήταν ανέκαθεν το χωριό, η κωμόπολη, το νησί, και γενικά η οργανωμένη κοινότητα που λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια των διαπροσωπικών σχέσεων. Είναι γνωστό το σύστημα των Δήμων και Κοινοτήτων που είναι πολύ ανθρώπινο και διατηρεί τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε καλό επίπεδο. Αντίθετα, στην Δύση, όπως αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Μεσσαίωνα, κέντρο ήταν η αστική κοινωνία και μάλιστα η βιομηχανοποιημένη πολιτεία, με τα ποικίλα προβλήματα. Αντί του χωριού, της κωμοπόλεως, της μικράς κοινότητος με ιδιαίτερη οργάνωση και εξουσία, επικρατεί περισσότερο η απρόσωπη πολιτεία.
β) Κέντρο της κοινότητος ήταν η Εκκλησία, η Ενορία, το Μοναστήρι, ο Ιερός Ναός, δηλαδή ο Θεός και η λατρεία Του. Μόνο μέσα από αυτήν την προοπτική έβλεπαν οι άνθρωποι τις αληθινές σχέσεις μεταξύ τους. Το κοινωνικό πρόβλημα συνδεόταν στενά με το ανθρωπολογικό και θεολογικό. Αυτό το συναντούμε και στην αρχαία Ελλάδα, στην οποία το θέατρο, οι αθλητικοί αγώνες, η φιλοσοφία και η επιστήμη συνδέονταν στενά με τον βωμό και το ιερό. Αντίθετα στην Δύση κέντρο της κοινωνικής ζωής έγινε το εργοστάσιο, η διανόηση, που ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν από τον Θεό και την Εκκλησία. Ο άνθρωπος στην Δύση αυτονομείται από τον Θεό. Βέβαια σε αυτό φταίει και η νοοτροπία των Φράγκων, που χρησιμοποίησε την λανθασμένη θεολογία για να καταδυναστεύση τον λαό. Έτσι στην Δύση η πολιτική και κοινωνική ζωή, η ψυχαγωγία, ο χορός, το τραγούδι, η παιδεία και το δίκαιο, αποδεσμεύθηκαν από την εκκλησιαστική ζωή.
γ) Ένα άλλο σημείο, στο οποίο φαίνεται ο διαφορετικός τρόπος ζωής μεταξύ του ορθοδόξου και του δυτικού ανθρώπου, είναι και ο τρόπος των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων. Στην Ανατολή κυριαρχεί ο συνεργατισμός και οι συντεχνίες, στις οποίες καλλιεργείται και αναπτύσσεται ένας γνήσιος ανθρωπισμός, αφού επικρατεί η φιλανθρωπία και κοινωνική αναφορά, δηλαδή ασχολούνται με όλη την κοινωνία και όχι απλώς με την προώθηση των συντεχνιακών συμφερόντων. Αντίθετα στην Δύση τα συνδικάτα αναπτύχθηκαν σε κλίμα πολώσεως μεταξύ της φραγκικής κυριαρχίας και της προσπάθειας των Ρωμηών να αποκτήσουν δικαιώματα, καθώς επίσης οι αγώνες των συνδικάτων απέβλεπαν και αποβλέπουν στην ευδαιμονία, την καλοπέραση, και την ανάπτυξη του κατά κεφαλήν εισοδήματος.
δ) Πρέπει ακόμη να προστεθή ότι υφίσταται τεράστια διαφορά μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού (Ορθοδόξου) πολιτισμού.
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, ξεκίνησε από τον ευρωπαϊκό φεουδαλισμό με την ταξική και ρατσιστική νοοτροπία, και τις επαναστάσεις κατά των ταξικών αυτών διακρίσεων, με βάση ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα για την απόκτηση της ευδαιμονίας6.
Η ύπαρξη των πύργων στην Δύση δεν είναι ανεξάρτητη από την προσπάθεια των Φράγκων να επιβληθούν, και τις επαναστάσεις των δουλοπαροίκων Ρωμαίων να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Το γεγονός είναι ότι στην νοοτροπία του ευρωπαίου ανθρώπου, διαδόχου της νοοτροπίας των Φράγκων, υπάρχει μια ιδιαίτερη τάξη ευγενών, και μια άλλη ιδιαίτερη τάξη «δουλοπαροίκων». Καρπός και αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι ο Καπιταλισμός και ο Μαρξισμός.
Αντίθετα, στην Ανατολή δεν υπήρχε ποτέ ο ρατσιστικός φεουδαλισμός. Μπορεί σε μερικά μέρη να υπήρχε γεωλογική φεουδαρχία, ποτέ όμως αυτή δεν στηριζόταν σε θεολογικά ταξικά κριτήρια και κίνητρα. Στην Ρωμηοσύνη υπήρχε το φιλότιμο, η αγάπη, η ελευθερία. Ποτέ στην Ρωμηοσύνη δεν υπήρχε εκ γενετής τάξη ευγενών, και εκ γενετής τάξη δουλοπαροίκων, ώστε να ήταν κανείς καταδικασμένος δογματικά ή θεολογικά από την φύση του να είναι δούλος και αντικείμενο εκμεταλλεύσεως7.
Όλα αυτά δείχνουν ότι ο όρος Ανατολή και Δύση διαγράφει την διαφορά του τρόπου ζωής, σκέψεως και συμπεριφοράς, που μπορεί να παρουσιασθή και στην Ανατολή και στην Δύση. Δηλαδή μπορεί ένας άνθρωπος που ζη στην Δύση να διαπνέεται από την παράδοση της Ορθοδόξου Ανατολής και ένας άλλος που ζη στην Ανατολή να εμπνέεται από την παράδοση της αιρετικής Δύσεως.
Η δυτική και ορθόδοξη θεολογία
Πρέπει στην συνέχεια να μελετήσουμε την διαφορά μεταξύ της ορθοδόξου και δυτικής θεολογίας, γιατί αυτό θα μας βοηθήση να καταλάβουμε την διαφορά μεταξύ του ανατολικού και δυτικού ανθρώπου.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας έχει επισημάνει ότι, αν μελετήση κανείς προσεκτικά την σκέψη του Τερτυλλιανού, θα διαπιστώση ότι η Δύση διαπνέεται από τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι το ενδιαφέρον της για την πράξη, την ηθική. Ο δυτικός άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβη την νοοτροπία του αρχαίου Έλληνα και του Ορθοδόξου να προσπαθή να βρη τον Θεό πίσω από κάθε πράξη, αλλά ενδιαφέρεται πρωτίστως για το πώς η θρησκεία θα μετατραπή σε πράξη, σε ηθική. Έτσι εξηγείται ότι στις δυτικές κοινωνίες επικρατεί πάρα πολύ η πρακτική χρησιμότητα κάθε πράξεως και γεγονότος. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι το ενδιαφέρον του δυτικού ανθρώπου για την ιστορία. Ψάχνει να βρη μέσα στην ιστορία την παρουσία του Θεού. Δεν τον ενδιαφέρουν τόσο οι φιλοσοφικές και θεολογικές αναζητήσεις, αλλά το πώς ο Θεός διευθύνει την ιστορία των ανθρώπων. Και το τρίτο χαρακτηριστικό γνώρισμα που συνδέεται στενώτατα με τα προηγούμενα είναι ότι ο δυτικός άνθρωπος δίνει μεγάλη σημασία στους θεσμούς, και στην οργάνωση8. Έτσι εξηγείται το φαινόμενο ότι ενδιαφέρεται περισσότερο να διοργανώση την ζωή των ανθρώπων και της κοινωνίας. Πραγματικά όλα τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά συστήματα γεννήθηκαν στον δυτικό χώρο γιατί ανταποκρίνονται στην αναζήτηση του δυτικού ανθρώπου για την οργάνωση της κοινωνίας, επειδή θεωρείται ότι αν διοργανωθή καλά η κοινωνία τότε και οι άνθρωποι θα γίνουν καλοί. Πιστεύεται ότι για να έχη κανείς πρακτική απόδοση, ζώντας μέσα στην ιστορία, χρειάζεται οργάνωση, που επιτυγχάνεται μέσα σε θεσμούς.
Αυτή η νοοτροπία του δυτικού ανθρώπου έχει επηρεάσει και την θεολογία του. Πραγματικά, αν παρατηρήσουμε προσεκτικά θα διαπιστώσουμε ότι η δυτική θεολογία είτε στον παπικό είτε στον προτεσταντικό χώρο, με ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις, διακρίνεται για τα ίδια γνωρίσματα. Στην Δύση ασχολούνται πολύ με την πρακτική σκοπιμότητα κάθε πράξεως, ακόμη και θρησκευτικής, την εντάσσουν, δηλαδή, μέσα στην ατομική χρησιμότητα. Δίνουν προτεραιότητα στα έργα του ανθρώπου, γιατί νομίζουν, ότι από αυτά εξαρτάται η σωτηρία. Είναι γνωστή η συζήτηση που έγινε μεταξύ του Πελαγίου και του Αυγουστίνου, της οποίας κεντρικό θέμα ήταν αν εξαρτάται η σωτηρία του ανθρώπου από τα έργα του ή από τον Θεό, με τον Οποίο συνδέεται κανείς δια της πίστεως.
Το γνώρισμα του ενδιαφέροντος για την ιστορία φαίνεται από το ότι εξαντλούν την όλη πνευματική ζωή στο ιστορικό γίγνεσθαι, βλέπουν την ζωή του ιστορικού Ιησού, γιατί αυτό τους ενδιαφέρει περισσότερο. Πολλές φορές σε δυτικά θεολογικά βιβλία συναντούμε το βασικό θεολογικό σφάλμα των Δυτικών που εισάγουν την οικονομία μέσα στην θεολογία. Η αποτυχία τους να συνδυάσουν τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος, το θεολογικό σφάλμα του είναι καρπός και αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους να αντιμετωπίσουν την θεολογία μέσα από την οικονομία.
Και το γνώρισμα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς δημιούργησε μεγάλη συζήτηση στην Δύση, κατά πόσον υπάρχει αυθεντία μέσα στους θεσμούς της Εκκλησίας και των Μυστηρίων. Είναι γνωστή η άποψη του αλαθήτου του Πάπα και η εμμονή των Παπικών στον Παπικό θεσμό, που δείχνει αυτήν την ανάγκη του δυτικού ανθρώπου, που επηρέασε και την θεολογία. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη «ο θεσμός αυτός καθ’ εαυτόν έχει μέσα του την αυθεντία και δεν την παίρνει από κανένα άλλο»9. Οι Προτεστάντες αρνήθηκαν την αυθεντία του Πάπα, αλλά έβαλαν στην θέση του την αυθεντία του κάθε ατόμου, με φοβερές και συνταρακτικές συνέπειες.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχουμε εμπλακή σε τέτοιες συζητήσεις, ακριβώς γιατί δεν διακρινόμαστε για τα γνωρίσματα αυτά που χαρακτηρίζουν τον δυτικό άνθρωπο. Αναλυτικότερα μπορούμε να πούμε τα ακόλουθα.
Πιστεύουμε πώς η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα απλώς των έργων, και των ατομικών πράξεων, αλλά της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού. Περιμένουμε την σωτηρία από το έλεος του Θεού. Όμως η δική μας ανταπόκριση και η αναζήτηση του ελέους του Θεού φαίνεται με την ασκητική ζωή. Η άσκηση, αν και είναι αναγκαία για την σωτηρία, εν τούτοις από μόνη της δεν μπορεί να βοηθήση αποτελεσματικά τον άνθρωπο.
Επίσης, αναφορικά με το δεύτερο γνώρισμα του δυτικού ανθρώπου, ότι δίνει μεγάλη σημασία στην ιστορία, μπορούμε να πούμε ότι στην Ορθοδοξία, χωρίς να παραγνωρίσουμε την ιστορία, και τα όσα έκανε ο Θεός για τον άνθρωπο, δίνουμε μεγάλη σημασία στην εσχατολογία, και μέσα από αυτήν ερμηνεύουμε και τα γεγονότα της παρούσης ζωής. Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για εσχατολογία, δεν εννοούμε αυτά που θα συμβούν στα έσχατα της ιστορίας, αλλά την άκτιστη ενέργεια του Θεού που εργάζεται την σωτηρία του ανθρώπου μέσα στην ιστορία, και δεν εξαντλείται σε αυτήν. Τα έσχατα είναι η βίωση της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό στην ορθόδοξη θεολογία δίνουμε μεγάλη σημασία στον αποφατισμό, που δεν είναι αγνωστικισμός, αλλά άρνηση να καθορίσουμε τον Θεό με την λογική και τα δεδομένα της ιστορίας.
Και στο θέμα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς πρέπει να πούμε ότι δεν παραγνωρίζουμε την αξία των θεσμών, αλλά την Εκκλησία την θεωρούμε Σώμα Χριστού. Δεν δίνουμε αυθεντία σε διοικητικούς θεσμούς, όπως είναι ο παπικός θεσμός στην Δύση. Για μας η αυθεντία δεν είναι ένας θεσμός, ή μια οργάνωση, αλλά οι θεούμενοι, που μετέχοντες σε Συνόδους είναι οι απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Ο θεσμός, όταν εξαγιάζεται από τους θεουμένους, έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική ζωή. Γι’ αυτό και ουσιαστικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συγκρούεται η πνευματολογία με την Χριστολογία.
Πρέπει πάλι να υπομνήσουμε την αλήθεια ότι η Ανατολή και η Δύση δεν συνδέονται απλώς με ένα γεωγραφικό χώρο, αλλά μπορούν να βιωθούν παντού. Μπορεί για παράδειγμα στην Δύση να αναπτυχθή ένας αυθεντικός Ορθόδοξος, έχοντας καθαρή γνώση του νοήματος και του σκοπού της ζωής, και αντίθετα μπορεί στον ανατολικό χώρο να αναπτυχθή ένας δυτικός άνθρωπος, όπως το έχει αποδείξει η ιστορία. Άλλωστε όλοι οι αιρετικοί, επηρεασμένοι από την ελληνική φιλοσοφία, εξέφρασαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δυτικής θεολογίας που αναφέραμε προηγουμένως. Μόνο που στην Δύση είναι πιο εύκολο να βρη κανείς δυτικοποιημένους, από την άποψη ότι εκεί η δυτική σκέψη μετά τον Καρλομάγνο θεσμοποιήθηκε.
Οι Ρωμηοί της Ευρώπης
Έχουμε εντοπίσει σε προηγούμενα σημεία ότι το κλίμα που έχει διαμορφωθή στην Ευρώπη σήμερα είναι καθαρά το κλίμα που δημιούργησε κυρίως ο Καρλομάγνος τον 8ο αιώνα, και διακρίνεται για μια ιδιαίτερη στάση ζωής απέναντι σε όλα τα γεγονότα της ιστορίας, αλλά και σε θεολογικά ζητήματα. Επί πλέον διακατέχεται από μια αντίθεση προς την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ή, όπως την ονομάζουμε, Βυζαντινή. Αυτό πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε υπ’ όψη μας, όταν μελετάμε θέματα που σχετίζονται με την λεγομένη Ενωμένη Ευρώπη. Σε φιλοσοφικά ζητήματα έχει επηρεασθή πολύ από τους αρχαίους κλασσικούς φιλοσόφους, όπως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Είναι δε γνωστό ότι η αναγέννηση στην Δύση είχε αρχίσει κυρίως με τον Αριστοτέλη, και αργότερα στράφηκε στον Πλάτωνα. Σε αυτό συνετέλεσε και η παρουσία, για ένα χρονικό διάστημα, του Γεωργίου Γεμιστού ή Πλήθωνος στην Φλωρεντία και στις διαλέξεις που έδωσε εκεί για τον Πλάτωνα. Σε θεολογικά ζητήματα έχει επηρεασθή από τον ιερό Αυγουστίνο, ο οποίος, επειδή δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, δεν παρακολουθούσε την συζήτηση που γινόταν στην Ορθόδοξη Ανατολή για κρίσιμα θεολογικά ζητήματα, ούτε γνώριζε τις διδασκαλίες των Πατέρων και ιδίως των Καππαδοκών, και έτσι στοχαζόταν πάνω σε αυτά.
Οι Φράγκοι θεωρούν τον Αυγουστίνο Πατέρα τους και τον αντιπαραθέτουν στους Ορθοδόξους Ανατολικούς. Η ελληνική σκέψη χρησιμοποιήθηκε σε άλλη προοπτική τόσο στην Δύση όσο και την Ανατολή, με αποτέλεσμα να γίνεται σοβαρός λόγος για δύο διαφορετικούς κόσμους.
Η επαφή μου με πολλούς ανθρώπους της Δύσεως με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι στον δυτικό χώρο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βαθειά στην ύπαρξή τους ορθόδοξη Ρωμαίϊκη υποδομή. Μπορεί να ανήκουν σε διάφορες χριστιανικές ομολογίες, αλλά κάποτε ανακαλύπτουν το βαθύτερο αυθεντικό «είναι» τους. Αυτό φαίνεται στην αναζήτηση της ορθόδοξης ζωής, αλλά και στην χαρά τους όταν την ανακαλύπτουν, όντες βέβαιοι ότι ανακάλυψαν την ζωή των προγόνων τους. Εξ άλλου οι αναρχικές εκδηλώσεις στον δυτικό χώρο, οι διαρκείς επαναστάσεις εναντίον των ευγενών και των Φράγκων, οι ανακατατάξεις και αμφισβητήσεις, η αθεΐα και ο αγνωστικισμός, η δημιουργία του υπερανθρώπου και της θεολογίας του θανάτου του Θεού, η ανάπτυξη της θεολογίας της απελευθέρωσης και τόσα άλλα δείχνουν αυτήν την ουσιαστική αναζήτηση. Άλλωστε η αντίδραση εναντίον της μεταφυσικής, που επικράτησε στην δυτική θεολογία, δημιούργησε την αναζήτηση του φυσικού ανθρώπου. Οι φιλόσοφοι στην προσπάθειά τους να καθορίσουν ποιός είναι ο φυσικός άνθρωπος έφθασαν στον υπεράνθρωπο του Νίτσε, που δημιούργησε τόσα τραγικά θύματα, αλλά και στον άθεο υπαρξισμό του Σάρτρ, που είναι απώλεια και αυτού ακόμη του ανθρωπισμού. Έτσι ο ευρωπαϊκός ουμανισμός, που ξεκίνησε ως έμβρυο από τις θεωρίες του Ρουσσώ, κατέληξε στον υπεράνθρωπο του Νίτσε και στον θάνατο του ανθρώπου με τον υπαρξισμό του Σάρτρ. Επίσης η στροφή των δυτικών ανθρώπων στην ορθόδοξη ασκητική ζωή, η ανακάλυψη της μυστικής θεολογίας δείχνει αυτήν την πνευματική και βαθειά υποδομή του δυτικού ανθρώπου.
Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω μερικά παραδείγματα για να φανή ότι υπάρχει πολύς λαός στην Ευρώπη που στο βάθος του έχει ρωμαίϊκη συνείδηση.
Το πρώτο παράδειγμα είναι τα όσα συνέβησαν κατά την κρίσιμη και ιστορική Σύνοδο μεταξύ Ορθοδόξων και Φραγκολατίνων στην Φερράρα - Φλωρεντία (1438-1439). Κατά την Σύνοδο εκείνη ο άγιος Μάρκος, Μητροπολίτης Εφέσου, που ομιλούσε με σοφία Θεού και με απλότητα, προκάλεσε την προσοχή των Λατίνων μοναχών. Ενώ ο άγιος Μάρκος συναντούσε μεγάλη αντίδραση από τους Φραγκολατίνους Επισκόπους και ηγέτας του Παπισμού, εν τούτοις τον πρόσεξαν οι μοναχοί, πού, οπωσδήποτε, καταλάβαιναν καλύτερα την διδασκαλία του. Ο ιστορικός της Συνόδου εκείνης Συρόπουλος γράφει ότι, όταν «οι έκκριτοι Λατίνοι και οι ενάρετοι μοναχοί» άκουγαν τον άγιο Μάρκο, ομολογούσαν ότι πρώτη φορά συνειδητοποιούσαν τόσο σπουδαίες και ορθές διδασκαλίες. Έλεγαν: «Ημείς ούτε οίδαμεν ούτ’ ηκούσαμεν ποτέ τα τοιαύτα, ούτε οι διδάσκαλοι ημών εδίδαξαν ημάς περί τούτων. Νύν δε ορώμεν ότι οι Γραικοί λέγουσιν ορθότερον ή ημείς». Οι ερημίτες μοναχοί που άκουγαν τις συζητήσεις έλεγαν: «Ομολογουμένως οι Γραικοί της αληθούς αντέχονται πίστεως και τα υγιή τετηρήκασι δόγματα». Φαίνεται ότι οι απλοί μοναχοί και ερημίτες, όπως και ο λαός, καταλάβαιναν την αλήθεια και ανεκάλυπταν το βαθύτερο θεολογικό νόημα. Στην διδασκαλία του αγίου Μάρκου έβλεπαν την αλήθεια της πίστεως. Αυτό κατατρόμαξε τους Φράγκους, οι οποίοι τους επέπληξαν. Τους είπαν: «Υμείς εστε μοναχοί και οίδατε τα περί της μοναχικής πολιτείας και περί της τοιαύτης διαγωγής, περί δε θεολογίας ουκ οίδατε, αλλ’ οίδασιν αυτά οι την θεολογίαν πεπαιδευμένοι. Δια τούτο ορίζει ο Πάπας ίνα, σιωπάτε και μη ταράσσητε τον λαόν, επεί ουκ οίδατε λέγειν τι περί των θεολογικών. Και ούτως έσκωψαν και κατεσίγασαν αυτούς»10.
Προφανώς οι μοναχοί ακολουθούσαν την Ορθόδοξη ησυχαστική θεολογία, ενώ οι θεολόγοι της Δυτικής «Εκκλησίας» την σχολαστική θεολογία, γι’ αυτό και υπήρχε διάσταση μεταξύ των δύο αυτών θεολογιών. Γνωρίζουμε δε καλά ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι διαφορετική η θεολογία των Κληρικών και Επισκόπων από την θεολογία των μοναχών. Αν υπάρχη κάποια διαφορά αυτό οφείλεται στον επηρεασμό της από την σχολαστική και ηθικιστική θεολογία της Δύσεως. Και από αυτό το παράδειγμα φαίνεται ότι ο λαός στην Δύση κατά τον 15ο αιώνα διατηρούσε αναμνήσεις της ρωμαίϊκης ζωής. Είχε την δυνατότητα να ξεχωρίζη το αληθινό από το ψεύτικο. Αυτό, βέβαια, ισχύει και μέχρι σήμερα, αφού στον δυτικό χώρο υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, έστω ως ανάμνηση, διασώζουν ίχνη ρωμαίϊκης ζωής. Την αλήθεια αυτή περισσότερο μπορούμε να δούμε στην Κάτω Ιταλία, την Σικελία, την Γαλλία, την Ισπανία κλπ. Διασώζεται κάπως εκεί ο ελληνορθόδοξος τρόπος ζωής. Τους συγκινούν βαθύτατα βιβλία που περιγράφουν την βιωματική ορθόδοξη θεολογία. Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι οι εκδόσεις των πατερικών κειμένων ξεκίνησαν από την Δύση.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι η αντίδραση των Προτεσταντών εναντίον του Πάπα και των διδασκαλιών της δυτικής Εκκλησίας. Οι Προτεστάντες χωρίς να συνειδητοποιούν αυτήν την ενέργειά τους στην πραγματικότητα εξέφραζαν την αγανάκτησή τους εναντίον των Φράγκων Κληρικών που τους επιβλήθηκαν. Πραγματικά, οι Φράγκοι επέβαλαν κληρικούς με ιδιαίτερα φέουδα, που στην πραγματικότητα είχαν χάσει την ποιμαντική διακονία και την θεραπευτική μέθοδο της Ορθοδόξου Παραδόσεως και έγιναν ηγεμόνες. Αυτό φαίνεται από μια επιστολή του αγίου Βονιφατίου προς τον Πάπα της Ρώμης Ζαχαρία το 741. «Οι Φράγκοι είχαν απαλλάξει την Εκκλησία της Φραγκίας από όλους τους Ρωμαίους επισκόπους και είχαν αυτοκατασταθεί επίσκοποι και κληρικοί διοικηταί της. Ήρπασαν την περιουσία της Εκκλησίας και την εχώρισαν εις τιμάρια, των οποίων την επικαρπίαν διένειμαν εις Φέουδα, συμφώνως προς τον βαθμό που κατείχε έκαστος εις την πυραμίδα της στρατιωτικής φεουδαρχικής ιεραρχίας. Αυτοί οι Φράγκοι επίσκοποι δεν είχον Αρχιεπίσκοπον και δεν είχον συνέλθει εις σύνοδον επί 80 χρόνια. Συνήρχοντο δια τα εθνικοεκκλησιαστικά θέματα μαζί με τους βασιλείς και λοιπούς συναδέλφους οπλαρχηγούς. Κατά τον Άγιον Βονιφάτιον, ήσαν «αδηφάγοι λαϊκοί, μοιχοί και μέθυσοι κληρικοί, οι οποίοι μάχονται εις τον στρατόν με πλήρη πολεμικήν εξάρτησιν και με τας χείρας των να σφάζουν χριστιανούς και ειδωλολάτρας»11. Από αυτούς τους Φράγκους Κληρικούς και την θεολογία τους αποστασιοποιήθηκαν οι Προτεστάντες. Αλλά, δυστυχώς, εκείνη την εποχή η Ορθόδοξη Ανατολή ήταν υπόδουλη στους Οθωμανούς και δεν μπορούσε να βοηθήση.
Το τρίτο παράδειγμα είναι οι συνεχείς επαναστάσεις που γίνονταν στον δυτικό χώρο εναντίον των Φράγκων ηγεμόνων, λαϊκών και κληρικών. Ο παππούς, ο πατέρας και ο θείος του Καρλομάγνου συνεχώς κατέστειλαν επαναστάσεις των Ρωμαίων, όπως των Γαλλο-Ρωμαίων, των Ισπανο-Ρωμαίων και των Νορμανδο-Ρωμαίων. Είναι γνωστές οι στρατιωτικές επεμβάσεις των λεγομένων Βυζαντινών, όπως του στρατηγού του Ιουστινιανού, Βελισσαρίου, στην Κάτω Ιταλία για να την απελευθερώσουν από τους εχθρούς του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας12.
Το τέταρτο παράδειγμα είναι η Γαλλική επανάσταση. Μέχρι τώρα πιστευόταν ότι η Γαλλική επανάσταση είχε σαφώς ταξικό χαρακτήρα και περιεχόμενο. Νεώτερες έρευνες, που έχει κάνει ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης, έχουν αποδείξει ότι η Γαλλική επανάσταση, στο ξεκίνημά της ήταν επανάσταση των υποδούλων Γαλλο-Ρωμαίων εναντίον των Φράγκων κατακτητών. Λέγει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Η Γαλλική επανάστασις του 1789 ήτο επανάστασις των υποδούλων Γαλλο-Ρωμαίων εναντίον των Φράγκων, των αποτελούντων την τάξιν των ευγενών της Φραγκίας (ήτις μόνον εις την Ελλάδα λέγεται Γαλλία) και αντιπροσωπευόντων μόλις το 2% του πληθυσμού»13. Αυτό φαίνεται από πολλά στοιχεία. Ο κυριότερος ύμνος των επαναστατών αναφερόταν στην ανάμνηση του Βελισσαρίου και μάλιστα, όταν τον τραγουδούσαν οι επαναστάτες έκλαιγαν. Ο κύριος θεωρητικός της Γαλλικής επαναστάσεως ήταν ο αββάς Emmanuel Sieyes, που ήταν Ρωμηός και ο οποίος σχεδίασε το νέο σύνταγμα. Ο Ναπολέων διορίστηκε πρώτος ύπατος με ανθυπάτους τον Sieyes και τον Roger Duco14. Η στροφή της Γαλλικής επαναστάσεως εναντίον του Θεού στην πραγματικότητα ήταν εναντίον του Θεού της μεταφυσικής που έπλασαν οι Φράγκοι. Τα συνθήματα περί ελευθερίας, ισότητας και δημοκρατίας, αναφέρονταν στην ελευθερία από την υποδούλωσή τους στους Φράγκους, και στην κατάργηση των εκ γενετής τάξεων (ευγενείς-δούλοι) που είχαν επιβάλλει οι Φράγκοι, συντονισμένοι στην ρατσιστική νοοτροπία και θεολογία τους. Η σφαγή πολλών Κληρικών ήταν σφαγή των Φράγκων Κληρικών, οι οποίοι δεν ήταν Ρωμηοί Κληρικοί, αλλά φεουδάρχες, εντεταγμένοι οργανικά μέσα στα φιλοσοφικά και πολιτικά πλαίσια της Φραγκοσύνης15. Πρέπει να πούμε ότι ο Ναπολέων, ένας Φράγκος, κατωτέρας ευγενικής τάξεως της Τοσκάνης, ουσιαστικά πρόδωσε την Γαλλική επανάσταση16.
Όλα αυτά δείχνουν ότι «η τεράστια μάζα των μη ευγενών της Δυτικής Ευρώπης είναι απόγονοι των υποδούλων στους Τεύτονες Ρωμαίων που είχαν ως πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Τούτο μαρτυρείται από τα χρυσά νομίσματα που έκοβαν στην Francia με την προτομή των αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως από τον Αναστάσιο Α' (491-518), μέχρι τον Ηράκλειο (610-641). Αριθμούνται οι απόγονοι αυτοί των Ρωμαίων τουλάχιστον 250 εκατομμύρια. Οι βασιλείς και ευγενείς της Ευρώπης και οι παπικοί και Αγγλικανοί Επίσκοποι είναι οι απόγονοι των Τευτόνων κατακτητών της Δυτικής Ρωμαιοσύνης»17.
Το πέμπτο παράδειγμα προέρχεται από την μαρτυρία ενός συγχρόνου Ορθοδόξου Γάλλου, του Mario Vincent, ο οποίος σε πρόσφατο άρθρο του αναφέρεται στην Ρωμαϊκή υποδομή της νοτίου Γαλλίας και συγκεκριμένα της ρωμαϊκής Provincia, της σημερινής Προβηγκίας (Προβάνς). Γράφει:
«Τον 5ον αιώνα ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός, μαθητής του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ήλθε από την Κωνσταντινούπολη (μέσω Ρώμης) να διδάξει την ησυχαστική παράδοση των Νηπτικών πατέρων στην Μασσαλία, την παλιά πόλη των Φωκαέων, και σ’ όλα τα μοναστήρια της Προβηγκίας. Πέντε αιώνες προτού η Ρωσσία ανακαλύψει την ορθοδοξία, ολόκληρος ο νότος της Γαλλίας είναι, εδώ και αιώνες, πνευματική επαρχία της βυζαντινής ορθοδοξίας. Μόνον αφού άρχισαν οι βαρβαρικές γερμανικές επιδρομές των αρείων λαών, Γότθων, Βησιγότθων, Αλαμανών, Βανδάλων (ολόκληρο τον 5ο αιώνα) και προπάντων η μαζική εισβολή γερμανών κατακτητών, των «ρωμαιοκαθολικών» Φράγκων, στα μισά του 6ου αιώνα, άρχισαν να έρχονται βάρβαροι επίσκοποι από το βορρά και να χωρίζεται σιγά-σιγά ο τόπος μας από το Βυζάντιο, από την Καρχηδόνα και την Αλεξάνδρεια, από τους Πατέρες της ερήμου, την Αίγυπτο και τη Συρία, από όλη τη χριστιανική παράδοση, που θα ονομάσουν (αργότερα) «ανατολική», για να την απομακρύνουν ακόμη περισσότερο. Ωστόσο σήμερα ακόμη, και παρά μια «φραγκοποίηση» διαρκώς συστηματικότερη στην διαδρομή των αιώνων, διατηρούνται στο χριστιανισμό μας πολυάριθμα ίχνη από τον μακρό δεσμό μας με την οικουμένη των πρώτων αιώνων. Και όχι μόνον στην περιοχή της πίστης, αλλά και στα τραγούδια μας, τους χορούς μας, τις παραδοσιακές φορεσιές, τα ονόματα των πόλεών μας κλπ.»18.
Και στην συνέχεια, περιγράφοντας τις στενές σχέσεις της Προβηγκίας και γενικά της Νοτίου Γαλλίας με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γράφει: «Αν κανείς δεν τα γνωρίζει αυτά, δεν μπορεί να καταλάβει, πόσο βαθιά τραυματίστηκαν οι λαοί της σημερινής νότιας Γαλλίας (καί κυρίως οι Προβηγκιανοί) από την κυριαρχία, που τους επέβαλαν με τα όπλα οι αλαζόνες ληστές, Φράγκοι. Όταν ήμουν παιδί, τα πολεμικά παιχνίδια στην αυλή του σχολείου οργανώνονταν συχνά ανάμεσα σε «νικαιώτες» και «γάλλους» (ή «μυτερούς», όπως τους λέγαμε, από τη γελοία για μας προφορά τους) κι όταν νικούσαμε τους «παρισινούς» (δηλ. όλους όσοι δεν μιλούσαν προβηγκιανά κι ας ήταν βρετόνοι, παρισινοί ή αλσατοί!) τους τραγουδούσαμε με περιφρόνηση ένα παμπάλαιο τραγουδάκι:
Φρανσιμάν τέστο ντέ κάν
παλιόσκυλο, παρισινέ!
Με τον πρώτο στίχο επαναλαμβάναμε, στα προβηγκιανά το παλιό, προσβλητικό όνομα των «εχθρών» γάλλων στρατιωτών... στο Μεσαίωνα, τον δεύτερο τον λέγαμε στα γαλλικά για να βεβαιωθούμε πώς οι αντίπαλοι δεν θάχαναν ούτε λέξη!. Και η μάχη ξανάρχιζε, φυσικά, με καινούργια ορμή, δυναμωμένη απ’ τη βρισιά».
Θα μπορούσα να προσθέσω και ένα έκτο παράδειγμα από την προσωπική μου συγγραφική δραστηριότητα. Ασχολούμαι συνήθως με πατερικά θέματα, που παρουσιάζουν την ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Η πείρα μου είναι μεγάλη πάνω στο θέμα των αντιδράσεων των ανθρώπων της Δύσεως. Πολλοί Χριστιανοί άλλων Ομολογιών, διαβάζοντας μερικά κείμενά μου, δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα ήθελα να μου επιτραπή από την πληθώρα των περιπτώσεων να αναφερθώ σε δύο, που δείχνουν αυτήν την ρωμαίϊκη υποδομη που υπάρχει στην Ευρώπη.
Σε τέσσερα βιβλία μου ασχολήθηκα ιδιαίτερα με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας για την θεραπεία της ψυχής. Θεωρώ ότι είναι αδικία να μεταφέρουμε στην Ελλάδα μόνον την δυτική ψυχολογία και να μη μελετάμε ταυτόχρονα και την νηπτική διδασκαλία της Εκκλησίας μας πάνω στα θέματα αυτά. Γιατί, αν η ανακάλυψη της ψυχολογίας στην Δύση είναι, αφ’ ενός μεν καρπός των εξομολογήσεων του ιερού Αυγουστίνου, αφ’ ετέρου ορθόδοξη αναζήτηση μέσα στην αιρετική Δύση, πιστεύω ότι η μεταφορά των απόψεων αυτών στην Ελλάδα είναι αιρετική πράξη στον Ορθόδοξο χώρο. Ένας Νορβηγός ψυχολόγος πληροφορήθηκε αυτές τις θέσεις μου και έδειξε ιδιαίτερη προσοχή. Αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια ενδιαφέρουσα αλληλογραφία και ήδη μεταφράζει ένα από τα βιβλία αυτά στην νορβηγική γλώσσα, γιατί το βρήκε ενδιαφέρον. Μου είπε μάλιστα ότι η ψυχολογία στην Δύση έχει «μπλοκαρισθή».
Επίσης δημοσίευσα ένα άρθρο στο περιοδικό «Εκκλησία» με θέμα «ορθόδοξη και δυτική παράδοση στην ζωή μας». Μετά από λίγο καιρό έλαβα επιστολή από Λουθηρανό ιερέα της Δανίας, ο οποίος μεταξύ των άλλων μου έγραφε:
«Διάβασα τα άρθρα σας στην ΕΚΚΛΗΣΙΑ... με μεγάλο ενδιαφέρον. Γράφετε καθαρά και βρήκα μια καλή εξήγηση των ουσιωδών διαφορών των εκκλησιών μας.
Εγώ –ιερέας Λουθηρανός στην Δανία– σπουδάζω την Ορθοδοξία πριν από το 1978 εδώ και στην Ελλάδα, όπου επισκέφθηκα μερικές μονές και θεολόγους.
Στην Δύση συχνά απαντώ μια ρομαντική αντίληψη της Ορθοδοξίας, των εικόνων της και του βίου της μέσα τον λαό. Πρέπει όμως να την γνωρίσουμε καλύτερα.
Ιδιαίτερα το άρθρο σας «διαφορά ορθοδόξου και δυτικής παραδόσεως» είναι πολύ συγκεκριμένο (και φωτίζει). Δεν συμφωνώ σ’ όλα, που γράφετε για την Δύση, γιατί τα περισσότερα περιγράφουν τον Πάπα, τον αντίπαλο του Λουθήρου, πιστεύω όμως, ότι κεντρικά και σωστά περιγράφετε την Εκκλησία μας, βασιζόμενη στον λόγο παρά στο νου, γι’ αυτό το κήρυγμα και η ομιλία έχει τόσο βάρος στην Λειτουργία μας.
Γράφετε για πολλούς «Δυτικούς» που εκζητούν κάτι στην Ορθοδοξία. Σάς δικαιώνω. Και εγώ βρήκα πολλά, ελπίζοντας να μεταδίδω λίγο στην ποίμνη μου με τα κηρύγματα, και αλλού.
Περιμένω με προσοχή περισσότερα άρθρα στην ΕΚΚΛΗΣΙΑ ή αλλού από το χέρι σας».
Η επιστολή αυτή είναι, νομίζω, πολλή ενδεικτική. Κυρίως θα ήθελα να υπογραμμίσω δύο σημεία. Το ένα, ότι ως λουθηρανός ιερέας μπορεί να συνειδητοποιή την διαφορά του με την Ορθοδοξία, αλλά κυρίως μπορεί να καταλαβαίνη καλά ότι την Δύση διαμόρφωσε περισσότερο ο Παπισμός, ο οποίος είναι Φράγκικος. Έτσι στην Δύση υπάρχει ένα υπόστρωμα ρωμαίϊκο που ανθίσταται στην σκληρή πίεση του Παπισμού. Το άλλο είναι ότι αναζητά την αλήθεια στην εμπειρία και την ζωή, την οποία βρίσκει στην ορθόδοξη πατερική παράδοση. Πιστεύω ότι αυτό εκφράζει μια γενική αναζήτηση των υποτεταγμένων Ρωμηών στους Φράγκους. Εκτός αυτών πρέπει να υπσγραμμισθή η γνώμη του ότι η αντίληψη για την Ορθοδοξία, όπως την καλλιέργησαν στην Δύση οι Ρώσοι Emigres, είναι ρομαντική και επιφανειακή.
Έτσι στην Ευρώπη υπάρχουν ακόμη απόγονοι των Ρωμαίων, που είτε ενσυνειδήτως είτε ασυνειδήτως αναζητούν την γνήσια και αυθεντική ορθόδοξη ζωή. Γι’ αυτό πρέπει να καλλιεργήσουμε σχέσεις με τους ανθρώπους αυτούς και να τους μεταδίδουμε τις παραδόσεις μας. Βέβαια, αυτό δεν πρέπει να το κάνουμε μόνον από την πλευρά του αρχαίου ελληνισμού και των φιλοσόφων της αρχαίας Ελλάδος, όπως δυστυχώς γίνεται, αλλά από τον ελληνιστικό τρόπο ζωής, όπως διασώθηκε και αναπτύχθηκε στην Ορθόδοξη Παράδοση. Γιατί, αν τους πλησιάζουμε με τις γνώσεις της αρχαίας Ελλάδος, τότε εξυπηρετούμε τα σχέδια των Φράγκων και δεν ικανοποιούμε την αναζήτηση των Ευρωπαίων για να βρουν την χαμένη τους παράδοση. Το ερώτημα όμως τίθεται καυτό. Ποιοί από τους πολιτικούς μας, ή ποιοί από αυτούς που πλησιάζουν τους δυτικούς έχουν γνώση της Παραδόσεως της Ρωμηοσύνης;
Ως ελληνορθόδοξοι έχουμε μια ιδιαίτερη παράδοση και έναν ιδιαίτερο πολιτισμό, που σαφώς διαφοροποιείται από τον λεγόμενο φράγκικο πολιτισμό. Η Ρωμηοσύνη και η Φραγκοσύνη ασφαλώς είναι δύο διαφορετικά χριστιανικά, πολιτιστικά μεγέθη. Πρόκειται σαφώς για δύο διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι δεν ταυτίζονται μεταξύ τους.
Εμείς οι Ρωμηοί είμαστε Ευρωπαίοι, αλλά Ευρωπαίοι προ του Καρλομάγνου, γιατί με αυτόν διαφοροποιείται η πολιτιστική και χριστιανική ατμόσφαιρα της Ευρώπης. Μετά την κυριαρχία του Καρλομάγνου, και την επιβολή ενός άλλου τρόπου ζωής δεν είμαστε Ευρωπαίοι. Αυτό είναι σημαντικό σημείο που πρέπει ιδιαιτέρως να τονίζεται.
Η σύγχρονη Ενωμένη Ευρώπη είναι μια πραγματικότητα, την οποία δεν μπορεί κανείς να απορρίψη. Μέσα στην Ευρώπη που είμαστε εντεταγμένοι δεν πρέπει απλώς να αποβλέπουμε στην οικονομική ανάπτυξή μας, αλλά και στην διατήρηση της πολιτιστικής μας ταυτότητος. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να έχουμε αυτοσυνειδησία, τί είμαστε, ποιά είναι η καταγωγή μας, ποιά είναι η πολιτιστική μας παράδοση. Χωρίς αυτήν την ταυτότητα και εμείς θα αλλοτριωθούμε, αλλά και θα απογοητεύσουμε και τους Ρωμηούς της Ευρώπης, που ψάχνουν να βρουν τρόπους να βγουν από το αδιέξοδο της Φραγκοσύνης και αναζητούν την γνήσια και αυθεντική ζωή.
Γι’ αυτό οι νεοέλληνες έχουμε μεγάλη ευθύνη. Πρέπει να αποκτήσουμε αυτοσυνειδησία. Αυτόν τον σκοπό επιτελεί σήμερα και η Εκκλησία. Γι’ αυτό μπορούμε αβίαστα να πούμε ότι η Εκκλησία και σήμερα μπορεί να γίνη Κιβωτός του Γένους μας.
Ιανουάριος 1993



Δ΄ Η ειρήνη
H ειρήνη της ψυχής είναι πολύτιμο αγαθό. Αξίζει δε ...
Περισσότερα >>
Ε' Τα πλούτη
Tα χρήματα και τα υλικά αγαθά θεωρούνται συνήθως π ...
Περισσότερα >>