www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ορθόδοξος Μοναχισμός


Ό ορθόδοξος μοναχισμός δείχνει καθαρά οτι ή 'Ορθόδοξη 'Εκκλησία είναι ασκητική και ότι ή εν Χριστώ και κατά Χριστόν άσκηση θεραπεύει τόν άνθρωπο. 'Έτσι, μέσα άπό τήν εξέταση του γνησίου μοναχισμου, μπορούμε νά καταλάβουμε καλά ότι ή 'Ορθόδοξη 'Εκκλησία είναι θεραπευτήριο πού θεραπεύει τίς πνευματικές ασθένειες του άνθρωπου. 'Από μερικούς ανθρώπους ό μοναχισμός είναι παρεξηγημένος, αλλά, τελικά, αυτός εκφράζει τό αληθινό πνεύμα του Χριστιανισμού. "Αν δούμε τήν 'Εκκλησία έξω άπό τήν μοναχική ζωή, τότε πρόκειται για έκκοσμικευμένη 'Εκκλησία.
α) Ό μοναχισμός ώς προφητική, αποστολική και μαρτυρική ζωή
Ό μοναχισμός καίτοι, ώς ιδιαίτερη μορφή ζωής -ώς άναχωρητισμός— αναπτύχθηκε, κυρίως, τόν 4ον αιώνα, εν τούτοις ώς τρόπος ζωής υπήρχε άπό τήν αρχή τής
'Εκκλησίας, 'Ολόκληρη ή 'Αγία Γραφή περιγράφει τήν
ζωή των δικαίων και των Χριστιανών ώς ζωή μοναχική. Ή προπτωτική ζωή του Αδάιι και τής Εύας στον
Παράδεισο ήταν βίωση τής αγγελικής ζωής και πολιτείας. Ή περιγραφή πού κάνει ή Παλαιά Διαθήκη και ή ερμηνευτική ανάλυση των Πατέρων δείχνουν ότι οι
 
Πρωτόπλαστοι ζούσαν τήν καθαρή και άγια πολιτεία, δηλαδή είχαν νοερά προσευχή, κοινωνία και ενότητα μέ τόν Θεό, γι' αυτό ή Χάρη του Θεοΰ υπήρχε πλούσια και στό σώμα τους.
Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη στην πραγματικότητα ζούσαν τήν ζωή πού ζουν σήμερα οι μοναχοί. ΟΙ χοροί των Προφητών, όπως τους περιγράφουν τά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν χοροί πού συγκροτούνταν γύρω άπό έναν θεοφώτιστο άνθρωπο καί μαθήτευαν στην αφιερωμένη στον Θεό ζωή. Τό βλέπουμε αυτό στην ζωή του Προφήτου Σαμουήλ, τόν όποιο ό λαός αποκαλούσε «βλέποντα». Γενικά οι Προφήτες τιτλοφορούνταν «βλέποντες» καί «όρών-τες». Επίσης ή ζωή του Προφήτη 'Ηλία ήταν καθαρά ήσυχαστική, όπως τό αναλύουν πολλοί άγιοι Πατέρες. Ιδιαιτέρως ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς θέτει τόν Προφήτη 'Ηλία ώς υπόδειγμα καί πρότυπο τής νοε-ράς προσευχής. Τό ϊδιο βλέπουμε καί στην ζωή του Τιμίου Προδρόμου, ό όποιος πραγματικά υπήρξε Πρόδρομος του Κυρίου καί τών μοναχών.
Ή ζωή τών Μαθητών του Χριστού ήταν μοναχική-κοινοβιακή. Οι Μαθητές εγκατέλειψαν τά πάντα γιά νά ακολουθήσουν τόν Χριστό. Προηγήθηκε ή άποτα-γή τών υλικών αγαθών καί ή έξοδος τους άπό τήν συγγένεια τους, όπως έγινε καί στην περίπτωση του 'Αβραάμ, καί στην συνέχεια ακολούθησε ή υποταγή. Τρία χρόνια καθαρίσθηκαν άπό τά πάθη, δεχόμενοι τήν θεραπεία, δια του λόγου, άπό τόν Χριστό, στην συνεχεία μερικοι απο αυτούς έφθασαν στην θεα της άκτίστου δόξης του Θεού στην ανθρώπινη φύση του Λόγου, επάνω στό Θαβώριο "Ορος και  τέλος όλοι οι Μαθητες,εκτος του Ιουδα, αξιωθηκαν της πεντηκο   
στης, έλαβαν τό "Αγιον Πνεύμα και έγιναν μέλη του Σώματος τού Χριστού.
"Αν διερευνήσουμε προσεκτικά τήν εκκλησιαστική παράδοση, θά διαπιστώσουμε ότι ή δοκιμασία πού προηγείται σήμερα γιά νά γίνη κάποιος μοναχός ήταν ή ίδια πού ακολουθούσε κάποιος γιά νά γίνη Χριστιανός. Οι δόκιμοι κάθε Μονής εΐναι οι Κατηχούμε-νοι της αρχαίας 'Εκκλησίας καί οι μοναχοί εΐναι οι «φωτισθέντες» Χριστιανοί.
Οι μοναχοί ακόμη εΐναι οι Μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας καί συνεχίζουν νά βιώνουν τό μαρτυρικό πνεύμα. Οι Μάρτυρες ήταν εκείνοι πού τήρησαν όλες τις εντολές τού Χριστού στην καθημερινή τους ζωή καί έφθασαν στην θέωση. Ό διωγμός πού υπέστησαν καί τά μαρτύρια, όπως φαίνεται άπό τους μακαρι-σμούς τού Χριστού, ήταν καρπός θεωρίας. Διαφορετικά δέν θά μπορούσαν νά αντέξουν. Οι μοναχοί συνεχίζουν νά δίνουν τήν μαρτυρία της νέας ζωής πού έφερε στον κόσμο ό Χριστός. Μέ τόν αγώνα πού κάνουν εναντίον τού διαβόλου, τού θανάτου καί της αμαρτίας λαμβάνουν Χάρη μάρτυρος, ώστε, όταν τό απαιτήσουν οι περιστάσεις, μπορούν νά δώσουν τήν μαρτυρία της πίστεως καί νά υποστούν τό μαρτύριο. Ό άγιος Σιλουανός ό Άθωνίτης έλεγε ότι γνώριζε έναν μοναχό (προφανώς εννοούσε τόν εαυτό του), πού έλαβε πολύ μεγάλη Χάρη άπό τόν Θεό, ή οποία πέρασε στο σώμα ώστε μπορούσε νά ύποστή μαρτύριο γιά τήν δόξα τού Θεού. Γι αυτό ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμας παρουσιαζει τον αγιο Δημητριο, που ηταν ένας στρατιωτικός άγιος, ώς παρθένο,
'Έτσι, οι αληθινοί καί γνήσιοι μοναχοί, ώς προς τήν χαρισματική ζωή πού διάγουν, είναι διάδοχοι των
 
Προφητών, τών 'Αποστόλων καί των Μαρτύρων, συνεχίζουν την προφητική, αποστολική καί μαρτυρική ζωή, γι' αυτό καί εκφράζουν τό αληθινό πνεύμα της 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν εκκοσμικευθηκαν πολλοί Χριστιανοί, τότε αναπτύχθηκε ό μοναχισμός, όπως τόν γνωρίζουμε σήμερα, γιατί ό μοναχισμός είναι αντίδραση εναντίον του πνεύματος της έκκοσμικεύσεως.
β) Μοναχισμός καί εντολές του Χριστού
wAv θέλουμε νά δούμε τήν ουσία του ορθοδόξου μοναχισμού, πρέπει νά μελετήσουμε τους μακαρισμούς τού Χριστού. Οι μοναχοί αρχίζουν τόν αγώνα με τήν γνώση τού εαυτού τους, τήν ταπείνωση, τήν μετάνοια, τήν κάθαρση της καρδιάς καί φθάνουν μέχρι τήν έφεση γιά διωγμό καί μαρτύριο. Γι' αυτό καί μπορούμε νά ισχυρισθούμε ότι ή μοναχική ζωή είναι στην πραγματικότητα ή γνήσια χριστιανική ζωή, όπως τήν ζούσαν οι Χριστιανοί στην αρχαία Εκκλησία.
Ό τρόπος διοργανώσεως τών 'Αποστολικών 'Εκκλησιών υπενθυμίζει πολύ τόν τρόπο διοργανώσεως τών συγχρόνων Μοναστηριών. Ή κοινοχρησία τών πρώτων Χριστιανών στά Ιεροσόλυμα υπενθυμίζει τήν κοινοχρησία, τήν κοινοκτημοσύνη καί τήν άκτημοσύ-νη τών μοναχών. "Αλλωστε, ή άποταγή τών υλικών αγαθών γίνεται γιά τήν κάθαρση τού ανθρώπου καί τήν απόκτηση τού φωτισμού τού νοός καί της νοεράς προσευχής. Μόνον μέσα απο αυτό το πρίσμα πρέπει νά εξετάζουμε τό θέμα της κοινοχρησίας. Δεν είναι απλώς   ένα  κοινωνιολογικό   γεγονός?   άλλα   καθαρα ασκητικο και πνευματικο.
 
Στίς επιστολές του 'Αποστόλου Παύλου προς τις Εκκλησίες φαίνονται καθαρά τά πλαίσια μέσα στά όποια ζούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί, αλλά καί οι στόχοι τους οποίους είχαν. 'Έπρεπε νά νεκρώνουν τά πάθη, νά ζουν τόν Σταυρό τού Χριστού στην καθημερινή τους ζωή, αφού διά τού Σταυρού νεκρώνεται ό άνθρωπος γιά τόν κόσμο καί στην συνέχεια ό κόσμος γιά τόν άνθρωπο. "Επρεπε καί οι έγγαμοι νά ζουν «ώς μή έχοντες», καί γενικά όλοι νά τηρούν τίς εντολές τού Θεού στην καθημερινή τους ζωή. 'Εκτός άπό αυτά στίς επιστολές τού 'Αποστόλου Παύλου εΐναι ευδιάκριτο ότι οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν νοερά προσευχή μέσα στην καρδιά τους. Εΐναι χαρακτηριστικός ό λόγος του: «λαλοϋντες έαυτοϊς ψαλμοΐς και υμνοις καί ώδαΐς πνενματικαΐς, αδοντες καί ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω» (Έφ. ε', 19). 'Επίσης φαίνεται καθαρά ότι στίς 'Αποστολικές 'Εκκλησίες υπήρχαν Χριστιανοί πού άνηκαν σέ όλες τίς τάξεις τών σωζόμενων, δηλαδή υπήρχαν καθαιρόμενοι, φωτιζόμενοι καί θεούμενοι.
Συνήθως οι άνθρωποι επιλέγουν τήν μοναχική ζωή γιά νά ζήσουν στό έπακρο τίς εντολές τού Χριστού. Δημιουργείται μέσα τους μιά θεία έμπνευση νά εφαρμόσουν στην τελειότητα τό θέλημα τού Θεού, νά κάνουν ό,τι 'Εκείνος θέλει καί όχι ό,τι θέλει ό παλαιός τους εαυτός. Θέλουν νά νεκρώσουν ό,τι θυμίζει τήν προηγούμενη αμαρτωλή ζωή. "Ετσι, αναπτύσσεται έντονα ή ορμή προς τόν Θεό, αλλά καί το μεγάλο μίσος προς τόν αμαρτωλό εαυτό τους. Ζητούν τήν αναγέννηση τους. Αισθάνονται, όμως, ότι οι ανθρωποκεντρικές κοινωνίες δέν τους αφήνουν νά εκδηλώσουν τέλεια μετάνοια καί νά εκφράσουν τόν φλογερό τους
 
πόθο προς τόν Θεό. Γι' αυτό εκλέγουν την αναχώρηση, ώστε μέσα σέ μιά ελευθερία νά εκφράσουν τήν αγάπη τους προς τόν Θεό.
Ουσιαστικά θέλουν νά ζήσουν τήν εντολή του Θεοΰ: «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εξ όλης τής καρδίας σου καί εξ όλης τής ψυχής σου και εξ όλης τής διανοίας σου καί εξ όλης τής ισχύος σου... καί τόν πλησίον σου ώς σεαυτόν» (Μάρκ. ιβ', 30-31). Καί πραγματικά, όταν πλησιάζουμε γνησίους μοναχούς, πού γνωρίζουν τήν αποστολή καί τόν σκοπό τους, διακρίνουμε μιά τέτοια καθαρότητα στίς κινήσεις καί εκδηλώσεις τους, μιά τέτοια καθαρή αγάπη πού δέν συναντούμε σέ ανθρώπους πού ζουν μέσα στην κοινωνία. Αυτή ή καθαρή αγάπη είναι αποτέλεσμα τής έξαγιασμένης υπάρξεως τους.
γ) Μοναχισμός καί θεραπεία
Είναι γνωστόν ότι ή Εκκλησία είναι θεραπευτήριο, νοσοκομείο. Κάθε νοσοκομείο έχει εξωτερικά ιατρεία καί θαλάμους εντατικής παρακολουθήσεως γιά τους ανθρώπους εκείνους πού χρειάζονται διαρκή καί ολοκληρωμένη παρακολούθηση. Τό ϊδιο συμβαίνει καί μέ τήν Εκκλησία καί τίς Μονές.
Ή 'Εκκλησία έχει καί τά «εξωτερικά ιατρεία» της καί αντιμετωπίζει διάφορα περιστατικά έλαφράς μορφής ή τουλάχιστον αντιμετωπίζει αυτούς πού δέν έχουν μεγάλους σκοπούς καί επιδιώξεις ή ενδεχομένως δέν έχουν καί πολύ μεγάλη ανάγκη. Υπάρχουν όμως μερί-κοί πού έχουν μεγάλες απαιτήσεις, ζητούν τελεία καθαρση της καρδιας η ακομη  αντιλαμβανονται  τηνψ.
κατάσταση τους, άλλα δέν γνωρίζουν τήν αιτία τής
 
ασθενείας. "Εχουν, δηλαδή, έναν κρυφό πνευματικό πυρετό. Γι' αυτό και ή 'Εκκλησία έχει τά Μοναστήρια ώς τίς ιδιαίτερες εξεταστικές κλινικές, τους θαλάμους εντατικής παρακολουθήσεως γιά νά κάνη μεγαλύτερη έρευνα καί νά αντιμετώπιση κρυφές ασθένειες ή νά όδηγήση τόν άνθρωπο στην θέωση ή ακόμη είναι χώροι πνευματικής ελευθερίας γιά νά φθάση ό άνθρωπος στην θέωση. Φαίνεται ότι ποικίλουν οι σκοποί γιά τους οποίους εισέρχεται κανείς στην μοναχική ζωή.
Ό άγιος 'Ιωάννης ό Σιναΐτης μας παρουσίασε ένα εκπληκτικό βιβλίο, τήν «Κλίμακα», πού εΐναι ένα περίφημο θεραπευτικό εγχειρίδιο γιά τίς εσωτερικές ασθένειες τής ψυχής. 'Εκπλήσσεται κανείς όταν μελετά αυτό τό πνευματικό βιβλίο, γιατί συναντά έναν άνθρωπο πού γνωρίζει τέλεια όλες τίς λεπτές πτυχές του εσωτερικού αγώνος. 'Όλη ή σύγχρονη ψυχολογία καί ψυχανάλυση δέν μπορεί νά φθάση στό επίπεδο αυτού τού βιβλίου. Καί όπως γνωρίζουμε, αυτό είναι καρπός καί αποτέλεσμα τού εσωτερικού αγώνος πού έκανε ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης στην έρημο, μέ τήν ενέργεια τού Θεού.
'Αλλά τά ορθόδοξα Μοναστήρια δέν είναι μόνον νοσοκομεία, θεραπευτήρια πού θεραπεύουν, αλλά καί οι κατ' εξοχήν ιατρικές σχολές τής Εκκλησίας. Γιατί, όταν ό άνθρωπος θεραπευθή εσωτερικά, όταν μάθη όλα τά μυστικά τού πνευματικού αγώνος, τότε μπορεί νά θεραπεύση καί άλλους καί νά τους όδηγήση στηνθεωση. Γιαυτό ανεκαθεν στην παραδοση μας τα
Μοναστήρια ήταν κέντρα τού πνευματικού βίου. Κατά τήν διάρκεια τής Ρωμηοσύνης οι Χριστιανοί μάθαιναν μαθαιναν την φιλοσοφια, την γραμματικη, κλπ. στα πανεπιστημια και
στις Σχολές, άλλα την θεολογία την μάθαιναν στά Μοναστήρια. Αυτό σημαίνει ότι πραγματικός θεολόγος είναι εκείνος πού γνωρίζει να παλευη εσωτερικά καί νά νικά τά πάθη, νά ύπερβαίνη τόν θάνατο με τήν ενέργεια τής θείας Χάριτος.
'Επειδή τά Μοναστήρια είναι θεραπευτήρια τής ψυχής καί ιατρικές σχολές, όπου μαθαίνουν οι άνθρωποι τί είναι ασθένεια, τί εΐναι υγεία καί πώς θεραπεύονται, γι' αυτό άπό εκεί καθόρισε ή Εκκλησία, στην διαδρομή των αιώνων, νά έκλέγωνται οι Επίσκοποι, οι όποιοι είναι οι κατ' εξοχήν ιατροί τών ασθενειών τών ανθρώπων. Μέσα άπό τά πλαίσια αυτά πρέπει νά δοΰμε καί τήν καθιέρωση τής αγαμίας, τής παρθενίας γιά τήν ανάδειξη κάποιου Κληρικού στό αξίωμα του 'Επισκόπου. Υποτίθεται ότι ό μοναχός πέρασε άπό τά Μοναστήρια καί μυήθηκε στην θεραπευτική αγωγή τής 'Εκκλησίας. Καί έτσι γίνεται φο-ρεύς τής αποκαλυπτικής αλήθειας καί μπορεί νά καθοδήγηση άπλανώς τους Χριστιανούς προς τήν θέωση.
δ) Οι τρεις άποταγές, οι τρεις σταυροί καί οι τρεις γεννήσεις
Ή είσοδος στην τάξη τών μοναχών είναι ένας θάνατος πού συνδέεται μέ τήν νέκρωση τής προηγούμενης ζωής, αλλά αυτόν τόν θάνατο τόν πανηγυρίζουμε, γιατί συνδέεται μέ μιά ανάσταση.
'Όταν κάνουμε λόγο γιά θάνατο, εννοούμε τήν άπο-ταγή, πού είναι μιά διαρκής άποταγή του κόσμου, καί ή πράξη αυτή επεκτείνεται σέ ολόκληρη τήν ζωή
του μοναχού. Ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης, στό περίφημο βιβλίο του πού τιτλοφορείται «Κλΐμαξ», λέγει
 
οτι κανείς δεν μπορεί νά είσέλθη στον ουράνιο νυμ-φώνα στεφανηφορών, έάν δεν έχη προηγηθή ή πρώτη και δεύτερη και τρίτη άποταγή. Ώς πρώτη άποταγή χαρακτηρίζει την άποταγή «των πραγμάτων, καί ανθρώπων καί γονέων». Ή δεύτερη άποταγή είναι ή «έκκοπή τον ιδίου θελήματος», καί ή τρίτη άποταγή είναι ή άποταγή «της κενοδοξίας», πού ακολουθεί τήν υπακοή. Αυτό σημαίνει ότι με τήν είσοδο του ανθρώπου στό Μοναστήρι συνδέεται ή πρώτη άποταγή, άλλα όμως σε ολόκληρη τήν ζωή του ό μοναχός πρέπει νά κάνη επανειλημμένες άποταγές, δηλαδή πρέπει συνεχώς νά πεθαίνη.
Μέσα στά πλαίσια αυτά εντάσσεται καί ή μακαρία αρετή των μοναχών πού λέγεται ξενιτεία, ή οποία ξενιτεία κατ' αρχάς είναι ή «κατάλειψις άνεπιστρό-φως πάντων των εν τη πατρίδι», πού εμποδίζουν στην επίτευξη του σκοπού, καί στην συνέχεια ξενιτεία, όπως λέγει ό άγιος 'Ιωάννης ό Σιναΐτης, είναι «άπαρρησία-στον ήθος, άγνωστος σοφία, αδημοσίευτος σύνεσις, απόκρυφος βίος, αθεώρητος σκοπός, αφανής λογισμός, ευτέλειας όρεξις, στενοχώριας επιθυμία, πόθου θείου ύπόθεσις, έρωτος πλήθος, κενοδοξίας άρνησις, σιωπής βυθός». Έτσι ή ξενιτεία καί ή άποταγή είναι μιά συνεχής σταυρική πορεία. Ό μοναχός ομοιάζει σάν τόν ξένο σέ μιά άγνωστη χώρα πού κάθεται έν γνώσει «ώς αλλόγλωσσος έν έτερογλώσσοις»,
Αυτές οι τρεις άπαρνήσεις συνδέονται μέ τήν άρση των τριών σταυρών πού σηκώνει ό μοναχός σέ όλη του τήν ζωή, γι' αυτό καί λέγεται μάρτυρας ώς προς τήν προαίρεση. Είναι μάρτυρας όχι μόνον διότι αγωνίζεται νά νικήση τόν παλαιό άνθρωπο, αλλά καί διότι μέ τους διαδοχικούς αυτούς θανάτους, ζή τρεις
 
διαδοχικούς τρόπους ζωής, λαμβάνει πλούσια τήν Χάρη τού Θεού, καί επομένως έχει τήν δυνατότητα, αν χρεια-σθή, νά χύση καί τό αίμα του γιά τήν δόξα τού Θεού.
Ό Γέροντας Σωφρόνιος συνδέει τίς τρεις άποταγές μέ τους τρεις σταυρούς, οι όποιοι αντιστοιχούν προς τίς τρεις άποταγές. Δηλαδή, κάθε μία άποταγή συνδέεται στενά μέ τήν αποδοχή ενός σταυρού. Μάλιστα αναφερόμενος στον άγιο Θεοφάνη τόν "Εγκλειστο λέγει ότι κατ' αυτόν ό πρώτος σταυρός είναι εξωτερικός καί επιβάλλεται άπό τίς συμφορές καί τίς θλίψεις, ό δεύτερος σταυρός είναι ή εσωτερική πάλη τού ανθρώπου μέ τά πάθη καί τίς επιθυμίες, καί ό τρίτος σταυρός είναι ή ολοκληρωτική παράδοση μας στό θέλημα τού Θεού.
Όμως οι τρεις άποταγές καί oi τρεις μορφές σταυρού συνδέονται καί μέ τίς τρεις αναγεννήσεις, πού επιτυγχάνονται μέ τήν κάθαρση της καρδιάς, τόν φωτισμό τού νοΰ καί τήν θέωση. Κάθε αναγέννηση είναι μιά πνευματική ανάβαση πού γίνεται μέ τήν Χάρη τού Θεού.
Επομένως, οι τρεις άποταγές, οι τρεις σταυροί καί οι τρεις πνευματικές γεννήσεις είναι ή διαρκής πορεία τού μοναχού καί ή διαρκής ανάβαση του προς τήν πνευματική του ολοκλήρωση.
Ή μοναχική ζωή είναι μιά αληθινή επιστήμη. Καί όπως γιά τήν εκμάθηση της κάθε ανθρώπινης επιστήμης απαιτείται κόπος, καί πολυχρόνιος αγώνας, έτσι καί γιά τόν μοναχό, γιά νά μάθη τήν επιστήμη της μοναχικής ζωής, απαιτείται διαρκής σταυρική πορεία. Άπό τά πολλά χαρίσματα πού αποκτά ό μοναχός ό όποιος σηκώνει τους τρεις αυτούς σταυρούς, πού ανέφερα προηγουμένως, είναι ή αύτομεμψία καί τό κλάμα, δηλαδή ό θρήνος. Μέ τόν τρόπο αυτόν καθαρίζει τήν καρδιά του άπό τά πάθη καί στην συνέχεια ένερ-
 
γεί ή καθαρά προσευχή, όποτε ό μοναχός αποκτά εμπειρίες του Θεού. Μέσα άπό αυτήν τήν ευλογημένη ατμόσφαιρα πού εμπνέει ή αύτομεμψία και τό κλάμα αποκτά ό μοναχός τήν γνώση της μοναχικής ζωής καί, βεβαίως, αυτή ή κατάσταση εΐναι ή πραγματική ζωή του μοναχού. 'Ένας ευλογημένος ασκητής μου είπε κάποια μέρα οτι αν ζή κανείς μέσα στό Μοναστήρι καί δέν έχει αυτήν τήν νοερά προσευχή, πού βλαστάνει μέσα στό έδαφος της αύτομεμψίας καί του κλάματος, δέν είναι αληθινός μοναχός, απλώς ϊσταται μέ τήν παρουσία του στον τόπο όπου βρίσκεται.
Αυτή ή σωματική ακινησία βοηθά νά γίνη ό μοναχός δυσκίνητος καί ακίνητος προς τό κακό, οπότε περιπίπτει σέ μιά άλλη κίνηση, δηλαδή γίνεται αυτοκίνητος ή μάλλον έτεροκίνητος. Κινείται προς τόν Θεό καί αυτή ή κίνηση καθορίζεται καί εμπνέεται άπό τήν Χάρη του Θεού, γι' αυτό καί λέμε ότι είναι έτεροκίνητος. Εισέρχεται στην κατ' εξοχήν άγαπητική κίνηση προς τήν τελειότητα καί τήν θέωση, της οποίας πορείας δέν υπάρχει τέλος. Ό άγιος Γρηγόριος ό Νύσσης λέγει: «επί δε της αρετής έναν τελειότητος όρον έμάθομεν, τό μη έχειν αυτήν όρον». Καί άλλου λέγει: «τής δε αρετής εις όρος έστι, τό αόριστον». Καί μιλώντας γιά τήν γνώση καί κοινωνία μέ τόν Θεό γράφει: «τοϋτο έστιν όντως τό ίδεΐν τόν Θεόν, τό μηδέποτε τής επιθυμίας κόρον εύρεϊν...».                                                                                                                                                                      ε) Οι τρεις μοναχικες αρετες.
Είναι γνωστόν σέ όλους τους μοναχούς, άλλα καί σέ όσους ασχολούνται μέ τά πνευματικά ζητήματα οτι τρεις εϊναι οι μοναχικές αρετές, ήτοι ή παρθενία,
 
ή άκτημοσύνη και ή υπακοή. Αυτό τό βλέπουμε σε δλα τά πατερικά κείμενα και γι' αυτές τις τρεις αρετές αγωνίζεται σε όλη του τήν ζωή ό μοναχός.
Ή μοναχική πείρα έχει αποδείξει ότι αυτές οι αρετές στίς όποιες οφείλει νά άγωνισθή ό μοναχός συνδέονται στενώτατα μέ τήν θεραπεία του ανθρώπου, μέ τήν μεταμόρφωση του εσωτερικού του κόσμου καί τήν βίωση της κοινωνίας του μέ τόν Θεό, δηλαδή δέν είναι απλώς μερικές ανθρωποκεντρικές εκφράσεις της ζωής. Τό θέμα αυτό είναι αρκετά μεγάλο, αλλά στό σημείο αυτό θά γίνη μιά μικρή αναφορά, γιατί δέν είναι δυνατόν αναφερόμενοι στον μοναχισμό νά μή κάνουμε λόγο καί γιά τίς τρεις αυτές μοναχικές αρετές.
Οι Πατέρες έδωσαν μεγάλη σημασία στίς τρεις αυτές αρετές, διότι αντιστοιχούν στά τρία μεγάλα πάθη πού βασανίζουν τόν άνθρωπο άπό τήν γέννηση του, ήτοι τήν φιληδονία, τήν φιλαργυρία καί τήν φιλοκτημοσύ-νη. Δηλαδή ό μοναχός μέ τήν παρθενία θεραπεύει τό πάθος της φιληδονίας, μέ τήν άκτημοσύνη θεραπεύει τό πάθος της φιλαργυρίας - φιλοκτημοσύνης, καί μέ τήν υπακοή θεραπεύει τήν φιλοδοξία. Θεραπευομενος ό μοναχός άπό τά πάθη αυτά απαλλάσσεται άπό τήν ρίζα όλων τών παθών πού είναι ή φιλαυτία. Στήν συνέχεια θά γίνη μιά μικρή ανάλυση αυτής της μεθόδου.
Κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά τό πρώτο πάθος πού εμφανίζεται στον άνθρωπο άπό αυτήν ακόμη την νηπιακη του ζωη είναι το παθος της φιλοκτημοσύνης, άφου το παιδί αγαπά τά διάφορα αντικείμενα, καί θέλει νά τά κατέχη, Τό δεύτερο πάθος πού εμφανίζεται στον άνθρωπο, καθώς μεγαλώνει, είναι τό πάθος
 
της φιλοδοξίας, άφου σέ κάποια ηλικία ενδιαφέρεται γιά τόν καλλωπισμό καί τήν ένδυση του σώματος. Καί τέλος κατά τήν εφηβική ηλικία εμφανίζεται τό πάθος της φιληδονίας, μέ έκφραση τά σαρκικά πάθη. Όποτε ό άνθρωπος σέ ολόκληρη τήν ζωή του αντιμετωπίζει αυτά τά τρία πάθη μέ διάφορες αφορμές καί διάφορες εκφράσεις. Καί, βέβαια, αυτά τά πάθη ανταποκρίνονται στό τριμερές της ψυχής, όπως τό είδαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι καί τό δέχθηκαν οι άγιοι Πατέρες, ήτοι τό λογιστικό, τό έπιθυμητικό καί τό θυμικό.
Ό όσιος Θεόδωρος, επίσκοπος Εδέσσης, θεωρεί ότι τρία είναι τά βασικά πάθη άπό τά όποια γεννώνται όλα τά άλλα. Γράφει: «τρία μέν είσι τά γενικώτατα πάθη, δι' ων γεννώνται πάντα' φιληδονία, φιλαργυρία καί φιλοδοξία' οίς επακολουθοϋσιν έτερα πέντε πονηρίας πνεύματα' καί λοιπόν εξ εκείνων πολύς γεννάται εσμός παθών καί είδη ποικιλόμορφου κακίας».
'Όμως, όπως ερμηνεύει ό άγιος Μάξιμος ό Όμολο-γητής, ή ρίζα τών τριών αυτών μεγάλων παθών πού αναφέραμε προηγουμένως, αλλά καί όλων τών άλλων παθών, είναι ή φιλαυτία. Ό άγιος Μάξιμος ορίζει τήν φιλαυτία ώς τήν εμπαθή καί άλογη φιλία του σώματος. Γράφει: «Φιλαυτία εστίν ή προς τό σώμα εμπαθής καί άλογος φιλία, ή αντίκειται αγάπη καί εγκράτεια. Ό έχων τήν φιλαυτίαν, δήλον ότι έχει πάντα τά πάθη». Καί σέ άλλο σημείο συμβουλεύει τόν μοναχό νά άποφεύγη τήν φιλαυτία γιατί άπό αυτήν «εύλογο-φανώς τίκτονται οι πρώτοι καί εμπαθείς καί γενικότεροι τρεις έμμανεϊς λογισμοί, ό της γαστριμαργίας, λέγω, καί φιλαργυρίας καί κενοδοξίας, τάς άφορμάς εκ  της αναγκαίας του σώματος δήθεν λαμβάνοντες
 
χρείαν έξ αυτών δέ γεννάται, άπας ό των κακών κατάλογος». Και, βέβαια, στην συνέχεια τονίζει ότι ή φιλαυτία αντιμετωπίζεται με πολλή νήψη καί μάλιστα «ταύτης αναιρουμένης (της φιλαυτίας), συναναιροϋν-ται πάντες οι έξ αυτής».
'Από τό χωρίο αυτό του αγίου Μαξίμου του Όμο-λογητού φαίνεται καθαρά ότι ή εμπαθής καί άλογη φιλία, πού είναι τό πάθος της φιλαυτίας γεννά τους τρεις έμμανεις λογισμούς. Πρόκειται γιά λογισμούς πού παραμένουν μέσα στον άνθρωπο μέ μανία, με επιμονή καί άπό αυτούς αναπτύσσεται ή επιθυμία, ή ηδονή καί στην συνέχεια γίνεται ή αμαρτία καί αναπτύσσονται τά πάθη. Επομένως, ή φιλαυτία είναι ή μητέρα όλων αυτών τών παθών. Γράφει σέ άλλο σημείο ό άγιος Μάξιμος: «πολυλογία καί ήδυφαγία, ακολασίας είσίν αίτια. Φιλαργυρία δέ καί κενοδοξία, μίσους προς τόν πλησίον. Ή δέ τούτων μήτηρ φιλαυτία, τών αμφοτέρων εστίν αιτία». Όποτε, όταν ό άνθρωπος πολεμά εναντίον της μητέρας τών παθών, ήτοι της φιλαυτίας καί ελευθερώνεται άπό αυτήν, τότε καί «τά λοιπά ευχερώς, σύν Θεώ άποτίθεται, οίον όργήν, λύπην, μνησικακίαν καί τά εξής». Καί αυτό σημαίνει ότι, όταν ό άνθρωπος ελευθερώνεται άπό τήν φιλαυτία τότε είναι φιλόθεος καί φιλάνθρωπος. Γι' αυτό ό άγιος Μάξιμος συνιστά: «Μη έσο αυτάρεσκος, καί ουκ έση μισάδελφος' καί μη έσο φίλαυτος, καί έση φιλόθεος».
Επομενως9 μητέρα όλων των παθών είναι η φιλαυτία, άπό τήν όποια γεννώνται τά τρία βασικά πάθη, ήτοι ή φιλαργυρία - φιλοκτημοσύνη5 ή φιληδονία καί ή φιλοδοξία. Πολεμώντας κανείς τά τρία αυτά πάθη,  ταυτοχρόνως  πολεμά  εναντίον  της  φιλαυτίας
 
του, πού είναι, όπως είδαμε προηγουμένως, ή εμπαθής και άλογη φιλία του σώματος, μέσα στο όποιο μετά τήν πτώση υπάρχει ή θνητότητα και ή φθαρτό-τητα, με όλα όσα αυτές οι δύο καταστάσεις δημιουργούν στον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι πολεμώντας ό μοναχός τά τρία αυτά πάθη καί τήν φιλαυτία, στην πραγματικότητα πολεμά εναντίον του κράτους του θανάτου πού υπάρχει μέσα στην ύπαρξη του.
Ό πόλεμος εναντίον της φιληδονίας, της φιλαργυρίας καί της φιλοδοξίας δημιουργούν τις αντίστοιχες αρετές, ήτοι τήν παρθενία, τήν άκτημοσύνη καί τήν υπακοή, ή ακόμη ή εξάσκηση των τριών αυτών αρετών, ήτοι της παρθενίας, της άκτημοσύνης καί της υπακοής θεραπεύουν τόν άνθρωπο από τά πάθη της φιληδονίας, της φιλαργυρίας καί της φιλοδοξίας, Μέ τις τρεις αυτές αρετές, πού είναι ορόσημο του μοναχού, αλλά καί κατάληξη του αγώνα πού κάνει εναντίον τών τριών βασικών παθών, ό μοναχός αποβάλλει τήν φιλαυτία καί αποκτά τήν φιλοθεΐα καί τήν φιλανθρωπία.
Θά δούμε μέ συντομία τις τρεις αυτές μοναχικές αρετές.
Ή παρθενία πού διακρίνεται σε σωματική καί ψυχική, θεραπεύει το πάθος της φιληδονίας. Ή παρθενία εξασκείται μέσα στην όλη προοπτική πού έχει θέσει ή 'Ορθόδοξη Παράδοση μας. Δέν πρόκειται μόνον γιά τήν αποφυγή μερικών σωματικών αμαρτιών, πράγμα τό όποιο είναι απαραίτητο, αλλά καί τήν αποβολή της εσωτερικής ψυχικής ηδονής, καθώς καί τήν αποβολή τών λογισμών καί επιθυμιών γύρω από σαρκικά θέματα. Ή παρθενία εξασκείται μέ τήν όλοκάρδια προσευχή προς τόν Θεό, τήν λεγομένη καρ-
 
διακή νοερά προσευχή, πού είναι μιά πράξη ολοκληρωτικής αγάπης και άφιερώσεως στον Θεό, άφοϋ μιά τέτοια προσευχή είναι ένδειξη δτι ό άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.
Ή άκτημοσύνη διακρίνεται σε σωματική και διανοητική, γιατί ό μοναχός δεν πρέπει νά άποβάλη μόνον τά κτήματα και τά χρήματα, αλλά και ο,τι γι' αυτόν αποτελεί ιερό κτήμα και πλούτο, ιδίως τόν λεγόμενο «πλούτο της διανοίας» πού τόν εμποδίζει νά πορευθή απερίσπαστος στον Θεό. Τό δέ νόημα της άκτημοσύνης ή της κοινοκτημοσύνης είναι αφ' ενός μέν νά πολεμήση ό μοναχός τό πάθος της φιλαργυρίας και φιλοκτημοσύνης, άφ' ετέρου δέ νά είναι παντελώς ελεύθερος γιά νά δοθή ολοκληρωτικά στον Θεό. Δέν πρόκειται απλώς γιά μιά κοινωνιολογική αρετή, αλλά γιά μιά αρετή πού τίθεται στην προοπτική της άποταγής και της πορείας του μοναχού προς τήν θέωση.
Ή υπακοή γίνεται μέσα στην προοπτική νά απαλλαγή ό μοναχός άπό τόν έμμανή λογισμό καί τό ισχυρό πάθος της φιλοδοξίας. Αυτό τό πάθος οδήγησε τόν 'Αδάμ στην πτώση, γιατί ήθελε νά γίνη Θεός έξω άπό τήν άσκηση πού του επέβαλε ό "Ιδιος ό Θεός. Θά μπορούσε νά φθάση στην θέωση μέ τήν υπακοή στην εντολή του Θεού, αλλά όπως λέγει ό άγιος 'Ιωάννης της Κλίμακος, ή παρακοή έφερε τόν θάνατο, γι' αυτό καί τώρα ή υπακοή θά διόρθωση τά πράγματα καί θά φέρη τόν άνθρωπο στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν ό 'Αδάμ προ της πτώσεως. Ό γέροντας Έφραίμ ό Κατουνακιώτης έδινε μεγάλη σημασία στην υπακοή, καί μάλιστα δίδασκε οτι ό μοναχός έρχεται στό Μοναστήρι γιά νά κάνη υπακοή, ή υπακοή θά φέρη την προσευχη και η προσευχη θα φερη την θεολογια.
 
Οι τρεις αυτές μοναχικές αρετές πού στην πραγματικότητα, είναι χριστιανικές αρετές, είναι αυτό πού συνιστά την ευαγγελική ζωή, και τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί νά βιωθούν από όλους τους Χριστιανούς πού επιθυμούν τήν σωτηρία τους, συνδέονται στενά μεταξύ τους. 'Όταν κανείς εργάζεται μόνον τήν μία από αυτές καί αφήνει τις άλλες, καταλήγει στην φαρισαϊκή δικαιοσύνη, γίνεται υποκριτής, κατακυριεύεται άπό τήν αυτάρκεια πού δέν όδηγει στην σωτηρία.
"Αν έξετάση κανείς προσεκτικά τά πράγματα θά διαπίστωση ότι τά τρία πάθη, ήτοι της φιλαργυρίας, της φιληδονίας καί της φιλοδοξίας, συνιστούν τά βαθύτερα καί μεγαλύτερα πάθη της άνθρωπότητος, είναι αυτά πού μαστίζουν τόν άνθρωπο καί τίς σύγχρονες κοινωνίες. Ή φιλαργυρία αυξάνει καί μεγαλώνει τό κοινωνικό πρόβλημα, αφού ό πλούτος συγκεντρώνεται στά χέρια μερικών ανθρώπων σέ βάρος του συνόλου, καθώς επίσης καί οι πτωχοί αγωνίζονται γιά τήν απόκτηση του, μέ αποτέλεσμα νά γίνωνται συνεχώς συγκρούσεις μεταξύ τών ανθρώπων σέ προσωπικό καί κοινωνικό επίπεδο. Ή φιληδονία έχει σχέση μέ όλες τίς σεξουαλικές εκτροπές, πού δημιουργούν τεράστια προβλήματα μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, ήτοι τύψεις, ενοχές, καταθλίψεις, αλλά καί κοινωνικά προβλήματα, ήτοι φόνους, κτητικές διαθέσεις κλπ. Καί ή φιλοδοξία δημιουργεί εσωτερικές ανασφάλειες, αλλά καί διάφορα ιδεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα πού απειλούν τήν συγκρότηση της ένότητος της κοινωνίας.
Οποτε οι τρεις μοναχικές αρετές -παρθενία, ακτη-μοσύνη καί υπακοή- θεραπεύουν τόν άνθρωπο, τόν
 
ελευθερώνουν άπό τυραννικά πάθη πού υπάρχουν μέσα του, ήτοι της φιληδονίας, φιλαργυρίας καί φιλοδοξίας, και, βεβαίως, αυτό έχει συνέπειες καί στον κοινωνικό χώρο. Τό σημαντικότερο όμως εΐναι ότι προσπαθώντας ό μοναχός νά βιώση τις τρεις αυτές μοναχικές αρετές καί νά πολεμήση τά αντίστοιχα πάθη, απαλλάσσεται άπό την φιλαυτία, πού είναι ή μητέρα όλων των παθών καί έτσι αποκτά τήν φιλοθεΐα καί την φιλανθρωπία. Αυτό συνιστά τήν μέθοδο θεραπείας, καί θεώσεως του ανθρώπου, αυτό καθιστά τον μοναχό δοχείο του Παναγίου Πνεύματος, αφού δέχεται μέσα του τήν Χάρη του Θεού πού τόν καθαρίζει, τόν φωτίζει καί τόν θεώνει.
στ) Μοναχισμός καί «δογματική συνείδηση»
Ό μοναχισμός προσπορίζει στον άνθρωπο τήν εμπειρική γνώση του Θεού, ακριβώς διότι διασώζει τήν ορθόδοξη μέθοδο θεραπείας του ανθρώπου καί της βιώσεως της γνώσεως τού Θεού. Γι' αυτόν τόν λόγο πάντοτε διαδραμμάτισε σπουδαίο ρόλο στην διατύπωση καί τήν διατήρηση τών ορθοδόξων δογμάτων.
Στό σημείο αυτό θά καταγραφή ή διδασκαλία τού αειμνήστου Άρχιμ. Σωφρονίου, όπως διατυπώθηκε στό βιβλίο του περί τού αγίου Σιλουανού τού Άθωνίτου (α? έκδοση), στό όποιο γίνεται λόγος γιά τήν «δογματική συνείδηση» καί τήν σχέση πού υπάρχει μεταξύ της πνευματικης ζωης και της δογματικης συνειδησης».
Κατ' αρχάς ό αείμνηστος π. Σωφρόνιος τονίζει ότι τό δόγμα δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική διδασκαλία  της   Εκκλησίας,   αλλά  ή   διατύπωση   της   έν
 
Χάριτι πνευματικής ζωής. «Κατά τήν κατηγορηματι-κήν μαρτυρίαν τον Γέροντος ή Θεότης τον Ίησοϋ Χρίστου γνωρίζεται εν Πνεύματι Άγίω. Ό γνωρίσας τοιουτοτρόπως τήν Θεότητα τον Χριστού, διά πείρας πνευματικής, κατανοεί τήν έν Αύτω άσύγχυτον ένω-σιν δύο φύσεων και δύο θελημάτων. Έν Πνεύματι Αγίω επίσης, έν πνευματική πείρα, γνωρίζεται ή άκτι-στος φύσις του Θείου φωτός καί τά άλλα δόγματα της πίστεως ημών».
Ή εμπειρική γνώση του Θεοΰ καί βεβαίως ή υπαρξιακή γνώση των δογμάτων ονομάζεται «δογματική συνείδηση». Ό άνθρωπος στην αρχή δέχεται μεγάλες επισκέψεις τής θείας Χάριτος, όρά τόν Θεό ώς φως καί στην συνέχεια περνά πολύς καιρός γιά νά άφο-μοιωθή αυτή ή μεγάλη επίσκεψη του Θεοΰ, οπότε αποκτά τήν «δογματική συνείδηση». Γράφει ό Γέροντας Σωφρόνιος:
«Βασιζόμενοι έπί των δεδομένων τής Ιστορίας τής Εκκλησίας καί τής επικοινωνίας ημών μέ πολλούς άσκητάς, κατελήξαμεν εις το συμπέρασμα, ότι ή πείρα τής χάριτος εις όσους ήξιωθησαν μεγάλων επισκέψεων καί οράσεων, μόνον μετά παρέλευσιν πολλών χρόνων ασκήσεως, άφομοιοϋται βαθύτερον καί λαμβάνει μορφήν πνευματικής γνώσεως. Αυτήν ακριβώς τήν γνώσιν προτιμώμεν νά όρίσωμεν ώς "δογματικήν συνείδησιν"».
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι ή πνευματική ζωή συνδέεται στενώτατα μέ τήν «δογματική συνείδηση». Γράφει σ΄ ένα άλλο σημείο του βιβλίου του ότι ή πνευματική ζωή εμφανίζεται μέ δύο τρόπους ήτοι «ώς πνευματική κατάστασις ή βίωμα, καί ώς δογματική συνείδησις»,  Καί  οι  δύο  αυτές  καταστάσεις,  καίτοι
 
φαίνονται νά είναι διαφορετικές μεταξύ τους, έν τούτοις συνιστούν μιά αδιαίρετη ζωή. «Δυνάμει τούτου κάθε ασκητική πράξις, κάθε πνευματική κατάστασις είναι άχωρίστως συνδεδεμένη προς τήν αντιστοιχούσαν αυτή δογματικήν συνείδησιν». Αυτό σημαίνει ότι όταν μεταβάλλεται ή δογματική συνείδηση, τότε αυτό έχει συνέπειες στην πνευματική ζωή του άνθρωπου καί, βεβαίως, όταν αλλοιώνεται ή πνευματική ζωή, τότε αυτό συνεπάγεται τήν αλλοίωση καί της «δογματικής συνειδήσεως».
Έδώ γίνεται λόγος γιά τήν «δογματική συνείδηση» πού συνδέεται στενώτατα μέ τήν πνευματική ζωή του άνθρωπου, ώς βίωμα καί εμπειρία της θεοποιου ενεργείας του Θεοΰ. Ό αείμνηστος Γέροντας γνωρίζει σαφώς ότι υπάρχει καί μία άλλη «δογματική συνείδηση» πού είναι καρπός της διανοητικής ενασχολήσεως μέ τά δογματικά θέματα ή τήν λεγομένη άπό τους Πατέρες πίστη έξ ακοής. 'Αλλά όμως άλλη είναι ή «δογματική συνείδηση» πού προέρχεται άπό τήν εμπειρία της θείας Χάριτος καί άλλη ή «δογματική συνείδηση» πού είναι καρπός διανοητικής μελέτης. Γράφει: «Έδώ είναι άπαραίτητον νά σημειώσωμεν, ότι ή δογματική εκείνη συνείδησις, ήτις έρχεται εκ της πείρας της χάριτος, διακρίνεται ποιοτικώς της όμοιας αυτής, κατά τό έξωτερικόν, δογματικής συνειδήσεως τής ''πίστεως έξ ακοής", ή τής ακαδημαϊκής μορφώσεως ή τής φιλοσοφικής πεποιθήσεως, τών αφηρημένων παραστάσεων».
Επομένως οι ορθόδοξοι μοναχοί, πού ζουν καί πολιτεύονται μέσα στην αυθεντική εκκλησιαστική παράδοση καί περνούν μέσα άπό τήν βίωση τής καθαρτικης, φωτιστικης και θεοποιου ενεργειας του θεου,
 
αποκτούν, με τήν πάροδο του χρόνου και ύστερα άπό τίς επανειλημμένες επισκέψεις της θείας Χάριτος, τήν «δογματική συνείδηση», τήν εσωτερική, υπαρξιακή και εμπειρική γνώση της αποκαλυπτικής ζωής. Στήν συνέχεια όσοι άπό αυτούς έχουν και χωρητικότητα νοός μπορούν νά διατυπώσουν αυτήν τήν προσωπική εμπειρία. Μέσα άπό τήν προοπτική αυτή μπορούμε νά δούμε τήν μεγάλη σημασία καί αξία των ορθοδόξων μοναχών στήν διατύπωση, τήν διατήρηση καί τήν βίωση τών ορθοδόξων δογμάτων. Γιατί τά ορθόδοξα δόγματα δέν είναι τίποτε άλλο παρά ή διατύπωση της ζωής της θεώσεως πού ζουν τά πραγματικά μέλη της Εκκλησίας.
Έτσι μέσα στήν Εκκλησία αξιολογήθηκε ή σπουδαιότητα τών ορθοδόξων μοναχών καί ή αξία τού ορθοδόξου μοναχισμού. Καί ή 'Εκκλησία είδε τήν αξία τού μοναχισμού όχι απλώς στήν κοινωνική προσφορά καί τήν ιεραποστολή, ώς μιά απλή μετάδοση της πίστεως, αλλά στήν βίωση, διατύπωση καί διαφύλαξη τών δογμάτων, πού διαγράφουν τόν τρόπο καί τήν μέθοδο της σωτηρίας τού άνθρωπου. Γιατί μιά ιεραποστολή πού δέν αποβλέπει στήν σωτηρία τού ανθρώπου μέσα άπό τήν ορθόδοξη θεολογική ζωή, δέν είναι ορθόδοξη.
Μπορούμε δέ νά διακρίνουμε τρεις κατηγορίες ορθοδόξων μοναχών πάνω στό θέμα αυτό της «δογματικής συνειδήσεως», οι όποιες κατηγορίες επισημαίνουν καί τήν αξία τοΰ ορθοδόξου μοναχισμού.
Στήν πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι όποιοι βίωσαν προσωπικά τήν αποκαλυπτική αλήθεια, αλλά όμως είχαν καί δύο άλλα προσόντα, όπως τήν χωρητικότητα τού νοός, δηλαδή
 
τίς υψηλές διανοητικές ικανότητες, καθώς επίσης και την παιδεία, μέ την βοήθεια της οποίας γνώριζαν την σκέψη των φιλοσόφων καί μπορούσαν νά τους αντιμετωπίσουν καί διανοητικώς. Τέτοιοι ήταν όλοι οι Μεγάλοι Πατέρες, οι υπέρμαχοι των 'Ορθοδόξων δογμάτων στις Οικουμενικές Συνόδους, καθώς επίσης καί άλλοι Πατέρες πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν οι πρώτοι γιά νά διατυπώσουν την αποκαλυπτική εμπειρία σέ μερικούς όρους, Στήν κατηγορία αυτή ανήκουν ό Μ. 'Αθανάσιος, οι Καππαδόκες Πατέρες, ό άγιος Κύριλλος 'Αλεξανδρείας, ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής, ό άγιος 'Ιωάννης ό Δαμασκηνός, ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, ό άγιος Μάρκος ό Ευγενικός καί άλλοι.
Στήν δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι μεγάλοι ασκητές καί καθηγητές της ερήμου, οι όποιοι ζούσαν έμπειρι-κώς τίς αλήθειες της Εκκλησίας, αλλά εϊτε δέν τό επιθυμούσαν είτε δέν δημιουργήθηκαν οι περιστάσεις εϊτε δέν είχαν τίς διανοητικές ικανότητες γιά νά ασχοληθούν μέ τήν διατύπωση των δογμάτων, είχαν όμως έντονη «δογματική συνείδηση» καί οι λόγοι τους ήταν θεολογικοί, εμπειρικοί. Στήν κατηγορία αυτή υπάγεται ό Μ. 'Αντώνιος, ό άγιος 'Ισαάκ ό Σύρος, οι Πατέρες τού Γεροντικού καί της Φιλοκαλίας, ό άγιος Συ-μεών ό νέος Θεολόγος κλπ.
Καί στήν τρίτη κατηγορία ανήκουν οι ορθόδοξοι μοναχοί καί ερημίτες των ημερών μας, οι όποιοι μέσα από τίς ελεύσεις καί τίς αποκρύψεις της θείας Χάριτος αποκτούν γνώση τού μυστηρίου τού Θεού, έχουν σαφώς τήν «δογματική συνείδηση», αλλά δέν τους δίνεται ή δυνατότητα νά τήν εκφράσουν, ακριβώς γιατί τά  ορθόδοξα  δόγματα  έχουν  ήδη  διατυπωθή  ή  δέν
 
έχουν άλλα χαρίσματα για νά κάνουν αυτό τό έργο. Όμως, επειδή έχουν μεγάλη δογματική ευαισθησία, αφού, όπως αναφέρθηκε πιό πάνω, συνδέεται στενώ-τατα ή πνευματική ζωή με τήν «δογματική συνείδηση», αντιλαμβάνονται πολύ καλά τήν αλλοίωση, τόσο της πνευματικής ζωής όσο καί της «δογματικής συνείδησης», από συγχρόνους διανοητικούς θεολόγους. Γι' αυτόν τόν λόγο πρέπει αυτοί οι ορθόδοξοι μοναχοί νά αναζητούνται καί νά εκφέρουν τήν άποψη τους γιά θέματα του ιστορικού εκκλησιαστικού βίου. 'Έτσι πάντοτε γινόταν μέσα στην Ιστορία της 'Εκκλησίας, όπως τό βλέπουμε στην ζωή των Μεγάλων Πατέρων. Ό Μ. 'Αθανάσιος εΐχε μεγάλη σχέση μέ τόν Μ. 'Αντώνιο. Τό ϊδιο έκαναν καί άλλοι Μεγάλοι Πατέρες της 'Εκκλησίας. Ό άγιος Νικόδημος ό αγιορείτης έπαιξε σπουδαίο ρόλο, στην εποχή του, στην διατύπωση καί τήν διαφύλαξη της ορθοδόξου ήσυχαστικής διδασκαλίας, καίτοι ήταν ένας απλός μοναχός. 'Όπως επίσης ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, όταν ακόμη ήταν μοναχός στον "Αγιον 'Όρος, αναζητήθηκε από εκκλησιαστικούς παράγοντες γιά νά βοηθήση στην αντιμετώπιση της σχολαστικής θεολογίας τής Δύσεως, ή οποία εμφανίσθηκε στον χώρο τής Ανατολής.
Στό σημείο αυτό βλέπω τήν μεγάλη άξια καί σπουδαιότητα τής μοναχικής ζωής. Μερικοί, βέβαια, βλέπουν τόν μοναχισμό μόνον στον τομέα τής ιεραποστολής, αλλά πρέπει νά ύπογραμμισθή ότι μιά αδογμάτιστη ιεραποστολή δέν συνιστά ορθόδοξη ζωη, γιατι και οι αιρετικοι κανουν ιεραποστολη, αλλα μια τετοια  αιρετική  ιεραποστολή  δέν  σώζει τόν  άνθρωπο.
Οι   μοναχοί  πού   έχουν  τήν   «δογματική   συνείδηση»
καί   είναι   οι   απλανείς   διδάσκαλοι  των  Χριστιανών
 
κάνουν τήν μεγαλύτερη ιεραποστολή στην Εκκλησία και τήν ιστορία.
ζ) Μοναχοί καί Επίσκοποι
Οι ορθόδοξοι μοναχοί σέβονται απεριόριστα τήν κανονική συγκρότηση της 'Εκκλησίας, ακριβώς γιατί μέσα άπό τήν «δογματική συνείδηση» πού απέκτησαν μέ τήν Χάρη του Θεού, γνωρίζουν καλά άφ' ενός μέν ότι τό "Αγιον Πνεύμα δίνει τά πνευματικά χαρίσματα στους ανθρώπους, άφ' ετέρου δέ ότι αυτό τό "Ιδιο τό "Αγιον Πνεύμα συγκροτεί τόν θεσμό της 'Εκκλησίας, αυτό χειροτονεί τους Κληρικούς και ειδικώς τους 'Επισκόπους γιά νά κατευθύνουν προς τήν σωτηρία τά λογικά ποίμνια πού τους αναθέτει ό Θεός.
Γιά τό σημείο αυτό, δηλαδή γιά τήν αξία καί τό έργο του μοναχού, αλλά καί τήν αξία καί τό έργο τών 'Επισκόπων, θά ήθελα νά παραθέσω στην συνέχεια τό πώς αισθανόταν τόσο τήν μοναχική ζωή όσο καί τήν ιερατική καί επισκοπική διακονία ένας σύγχρονος μας άγιος, ό όσιος Σιλουανός ό Άθωνίτης.
Στά γραπτά του κείμενα σαφώς τονίζει ότι τό έργο του μοναχού είναι νά προσεύχεται γιά τόν κόσμο. Ταυτόχρονα όμως, ενώ λέγει αυτά, αισθάνεται ό ίδιος ότι είναι ανάξιος μοναχός. Καί αυτό είναι σημαντικό, γιατί βλέπουμε στίς ημέρες μας νά υπάρχουν μοναχοί πού εξυψώνουν τό έργο τους καί τήν αποστολή τους, μιλούν ακατάπαυστα γιά τήν αξία του μοναχισμού καί όμως παρατηρεί κανείς ότι στο βάθος της σκέψεως τους υπάρχει μιά εσωτερική ανασφάλεια ή μιά αίσθηση άνωτερότητος ή ακόμη μιά διάθεση προβολής καί θά έλεγα ακόμη μιά επιθυμία επιβολής μέσα στην Έκ~
 
κλησία, μέ την παραθεώρηση τής όλης εκκλησιαστικής δομής. Γράφει ό όσιος Σιλουανός ό Άθωνίτης:
«Ό κόσμος νομίζει πώς οι μοναχοί είναι ανώφελο γένος.
Έχουν όμως άδικο νά σκέφτωνται έτσι. Δέν ξέρουν πώς ό μοναχός προσεύχεται γιά όλο τόν κόσμο. Δέν βλέπουν τίς προσευχές του καί δέν γνωρίζουν μέ πόση εύσπλαγχνία τίς δέχεται ό Κύριος. Οι μοναχοί κάνουν μεγάλο πόλεμο μέ τά πάθη καί γι' αυτό τόν αγώνα τους θά είναι μεγάλοι κοντά στό Θεό.
Έγώ ό ίδιος είμαι ανάξιος νά λέγωμαι μοναχός. Έζησα πάνω από σαράντα χρόνια στό μοναστήρι κι αισθάνομαι σάν αρχάριος υποτακτικός. Γνωρίζω όμως μοναχούς πού είναι κοντά στό Θεό καί τήν Παναγία. Ό Κύριος είναι τόσο κοντά μας, πιό κοντά κι από τόν αέρα πού άναπνέομε. Ό αέρας μπαίνει στό σώμα καί φτάνει ώς τήν καρδιά, αλλά ό Κύριος ζή μέσα στην καρδιά του ανθρώπου: (ίένοικήσω εν αύτοις καί έμπεριπατήσω... καί έσομαι ύμίν εις Πατέρα, καί ύμεΐς έσεσθέ μοι εις υιούς καί θυγατέρας, λέγει ό Κύριος" (Β' Κορ. στ', 16-18)».
Σχετικά μέ τό ουσιαστικό έργο του ορθοδόξου μοναχού ό όσιος Σιλουανός γράφει:
« Υπάρχουν μερικοί πού λένε πώς οι μοναχοί πρέπει  νά  υπηρετούν τόν κόσμο,   γιά  νά μήν
τρώνε δωρεάν ψωμί. Πρέπει όμως νά καταλά-δωμε σε τί έγκειται αυτή ή υπηρεσία καί μέ τι οφείλει νά βοηθά τόν κόσμο ό μοναχός.
 
Ό μοναχός είναι ικέτης γιά όλο τον κόσμο' θρηνεί γιά όλο τόν κόσμο' και σ' αυτό έγκειται το κύριο έργο του.
Ποιος τάχα τόν προτρέπει νά χύνη δάκρυα γιά όλο τόν κόσμο;
Ό Κύριος Ίησοϋς Χριστός, ο Υιός του Θεοϋ, εμπνέει το μοναχό. Αυτός παρέχει στό μοναχό την αγάπη του Άγιου Πνεύματος κι απ αύτη την αγάπη ή καρδιά του μοναχού είναι πάντα περίλυπη γιά τό λαό, γιατί δέν σώζονται όλοι. Ό ίδιος ό Κύριος ήταν τόσο περίλυπος γιά τό λαό, ώστε παρέδωσε τόν Εαυτό Του στό σταυρικό θάνατο. 'Αλλά κι ή Παναγία είχε την ίδια λύπη στην καρδιά της γιά τους ανθρώπους. Κι ό αγαπημένος της Υιός ποθούσε ώς τό τέλος τη σωτηρία των πάντων...
Δέν είναι δουλειά του μοναχού νά διακονή τόν κόσμο μέ τόν κόπο των χειρών του. Αυτό είναι δουλειά τών κοσμικών. Οι κοσμικοί προσεύχονται λίγο, ενώ ό μοναχός συνεχώς. Χάρη στους μοναχούς δέν παύει ποτέ ή προσευχή στη γη. Καί μ' αυτό ωφελείται όλος ό κόσμος, γιατί ό κόσμος στέκεται μέ την προσευχή, κι όταν χαλάρωση ή προσευχή, τότε θά χαθή ό κόσμος.
Άλλωστε τί μπορεί νά παράγη ό μοναχός μέ τά χέρια του; Μέ τήν εργασία μιας ολόκληρης μέρας θά κερδίση ένα ασήμαντο ποσό. Τί είναι αυτό ενώπιον του Θεοϋ;  Ένώ μιά σκέψη εύάρεστη στό Θεό κάνει θαυματα. Αυτό το βλεπομε στη γραφη…..
Ό μοναχός οφείλει νά παλαίβη μέ τά πάθη και μέ τη βοήθεια του Θεοϋ νά τά νικά. Ο μοναχος αλλοτε απολαμβανει την μακαριοτητα κοντά στό Θεό καί ζή σάν στον παράδεισο δίπλα στό
 
Θεό, κι άλλοτε θρηνεί γιά όλο τον κόσμο, γιατί επιθυμεί νά σωθούν οι πάντες.
Έτσι τό "Αγιο Πνεύμα διδάσκει τό μοναχό ν αγαπά τό Θεό, ν' αγαπά και τόν κόσμο.
Θά πής, ίσως, πώς τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι μοναχοί, πού νά προσεύχωνται διακαώς γιά όλο τόν κόσμο. Έγώ όμως θά σου πώ ότι, όταν δεν θά υπάρχουν πιά άνθρωποι πού νά πρεσβεύουν γιά τόν κόσμο, τότε θά τελείωση ό κόσμος, θά έλθουν οι μεγάλες ώδίνες. Και ήδη βρισκόμαστε στην αρχή τους.
Ό κόσμος στηρίζεται στις προσευχές τών 'Αγίων. Κι ό μοναχός κλήθηκε νά προσεύχεται γιά τόν κόσμο μέ όλο τό είναι του. Αυτή είναι ή διακονία του καί γι' αυτό μήν τόν επιβαρύνετε μέ κοσμικές μέριμνες. Ό μοναχός οφείλει νά ζή μέσα σέ συνεχή εγκράτεια. "Αν όμως είναι απασχολημένος μέ κοσμικές φροντίδες, τότε αναγκάζεται νά τρώη περισσότερο, κι αυτό του προξενεί γενικότερη ζημιά, γιατί όποιος τρώει περισσότερο δέν μπορεί πιά νά προσεύχεται όπως πρέπει. Ή χάρη αγαπά νά ζή σέ σώμα πού έχει αποξηράνει ή άσκηση».
'Αλλά ό όσιος Σιλουανός ό Άθωνίτης στα γραπτά του κάνει λόγο καί γιά τήν άξια καί τό έργο τών ποιμένων καί ιδιαιτέρως τών Επισκόπων. 'Επειδή ακριβώς είχε άποκτήσει5 μετά άπό πολλούς καί μεγάλους ασκητικούς άγώνες τήν «δογματική συνείδηση», γι' αυτό καί μπορεί νά αναγνώριση τά χαρίσματα πού δίνει ό θεός στην Εκκλησία καί, βεβαίως, μεταξύ αυτών τών χαρισμάτων συγκαταλέγεται καί τό χάρι-
 
σμα της 'Αρχιερωσύνης πού δίνεται από τό "Αγιον Πνεύμα στους ποιμένες γιά τήν διακονία τοΰ λαοΰ τον Θεού. Αφού αναφέρεται στο χάρισμα πού έχουν λάβει οι Κληρικοί άπό τόν Θεό γιά νά ποιμαινουν τόν λαό Του προς τήν σωτηρία, διά της μετανοίας καί της προσευχής, στην συνέχεια γράφει:
«Άς παραμείνουμε, αδελφοί, υπάκουοι στους ποιμένες μας, καί τότε θά έλθη γενική ειρήνη κι ο Κύριος με τό Άγιο Πνεύμα θά μείνη μαζί μ όλους μας.
Μεγάλο πρόσωπο είναι ο ιερέας, ό λειτουργός τοϋ άγιου Θυσιαστηρίου τοϋ Θεού. 'Όποιος τόν προσβάλλει, προσβάλλει τό Άγιο Πνεύμα πού ζή σ' αυτόν.
Καί τί νά πούμε γιά τόν επίσκοπο; Στούς επισκόπους δόθηκε ή μεγάλη χάρη τοϋ Αγίου Πνεύματος' αυτοί τοποθετήθηκαν πάνω απ' όλους καί σάν αετοί ανεβαίνουν στά ΰψη κι άπό έκεΐ ατενίζουν τό ατέλειωτο διάστημα καί μέ θεολογική γνώση ποιμαινουν τήν ποίμνη τοϋ Χριστού.
Τό Άγιο Πνεύμα, όπως είπαμε, τοποθέτησε τους επισκόπους στην Εκκλησία γιά νά ποιμαινουν τό ποίμνιο τοϋ Κυρίου. Κι αν τό θυμονταν αυτό οι άνθρωποι, θ΄ αγαπούσαν μέ μεγάλη αγάπη τους ποιμένες κι ή ψυχή τους θά χαιρόταν καί μόνο μέ τήν εμφάνιση ενός ποιμένα. 'Όποιος έχει μέσα του τή χάρη του Άγιου Πνεύματος, αυτός ξέρει γιά τί μιλω.     Ενας ταπεινος και πραος ανθρωπος περπατουσε μέ τή  γυναίκα του καί τά τρία παιδιά
 
του. Στό δρόμο τους συνάντησαν έναν αρχιερέα πού περνούσε πάνω στ' αμάξι τον κι όταν ό χωρικός υποκλίθηκε μ' ευλάβεια προς αυτόν, τότε είδε τόν αρχιερέα πού τόν ευλογούσε νά περιβάλλεται από τη φωτιά της χάρης.
Θά ρωτήση όμως κανείς: "'Αφού τό "Αγιο Πνεύμα τοποθέτησε τους επισκόπους καί τους καθοδηγή, γιατί, λοιπόν, δέν έχομε ειρήνη καί δέν προοδεύομε;"
Γιατί δέν σκεφτόμαστε σωστά γιά την εξουσία πού εγκατέστησε ό Θεός, καί γι' αυτό γινόμαστε ανυπάκουοι. νΑν όμως παραδινόμαστε στό θέλημα του Θεού, τότε θά προοδεύαμε γρήγορα, γιατί ό Κύριος αγαπά τήν ταπεινή, υπάκουη ψυχή καί τήν χειραγωγεί ό ίδιος...».
Βεβαίως, ό ίδιος ό όσιος Σιλουανός δέν αγνοεί ότι υπάρχουν 'Αρχιερείς οι όποιοι καίτοι έχουν λάβει τό δώρο του 'Αγίου Πνεύματος, εν τούτοις δέν προσεύχονται καί έτσι στά διάφορα θέματα ακολουθούν μόνον την δική τους ανθρώπινη γνώμη καί μέ αυτόν τόν τρόπο σκορπίζουν σύγχυση στον λαό. 'Όμως αυτό δέν δίνει τό δικαίωμα στους μοναχούς νά αρνούνται τήν Χάρη της Άρχιερωσύνης πού τους έδωσε ό Θεός.
'Από όλα αυτά φαίνεται ότι οι Επίσκοποι σέβονται τους καλούς μοναχούς πού προσεύχονται καί έξα-γιάζονται, καί αποκτούν μέ τήν ανταπόκριση τους στην Χάρη του Θεού τήν «δογματική συνείδηση», αλλά καί οι καλοί μοναχοί, πού έχουν τήν Χάρη του Αγίου Πνεύματος, αγαπούν καί σέβονται τά πρόσωπα, αλλά καί τήν διακονία των 'Επισκόπων μέσα στην Εκκλησία. Καί άν υπάρχουν μερικοί ανάξιοι 'Επίσκοποι, και
 
τότε οι ορθόδοξοι μοναχοί πού έχουν τό χάρισμα του Άγιου Πνεύματος βλέπουν τό χάρισμα τής ίερωσύνης πού υπάρχει μέσα στους 'Επισκόπους εκείνους, παρά τήν άναξιότητα τους.
η) Ησυχία καί ιεραποστολή
Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ τής ιεράς ησυχίας και τής ιεραποστολής. Δεν μπορεί νά ύπαρξη αληθινή ιεραποστολή, όταν δέν εμπνέεται άπό τήν ιερά ησυχία, με τήν ορθόδοξη σημασία του όρου, καί, βέβαια, ή ησυχία έκβάλλει κατά φυσικό τρόπο στό ρεύμα τής ιεραποστολής. 'Όταν αποδεσμευθή ή ιεραποστολή άπό τήν ιερά ησυχία, τότε δημιουργείται σοβαρό εκκλησιαστικό πρόβλημα.
Ή ιεραποστολή, όπως καί ή λέξη τό λέγει, είναι μιά ιερά αποστολή, όταν δηλαδή ό Θεός άποστέλλη μερικούς ανθρώπους γιά νά κηρύξουν τό ευαγγέλιο τής Βασιλείας Του, τό ευαγγέλιο τής αληθείας, τής δικαιοσύνης, τής σωτηρίας των ανθρώπων. Ό ιεραπόστολος δέν αύτοαποστέλλεται καί δέν κηρύσσει μόνον, δέν είναι, δηλαδή, ένας θεωρητικός διδάσκαλος, αλλά ό πατέρας πού μεταδίδει τήν γνώση του Θεού, πού αυτός απέκτησε προηγουμένως, καί γεννά πνευματικά παιδιά του Θεού. Καί, βέβαια, γνωρίζουμε άπό τήν 'Ορθόδοξη Παράδοση μας ότι ή γνώση του Θεού εΐναι κυρίως καί προ παντός εμπειρική - υπαρξιακή. Ή μετάδοση δε αυτής τής γνώσεως έχει ώς αποτέλεσμα τήν αναγέννηση των ανθρώπων.
Ή ησυχία μέ τήν ορθόδοξη σημασία του όρου είναι ό τρόπος καί ή μέθοδος, τήν όποια παρέδωσε ό Χριστος στους αποστολους και εκεινοι στους διαδο
 
χους τους, διά της οποίας μεθόδου ό άνθρωπος αποκτά τήν υπαρξιακή γνώση του Θεου. Ή μέθοδος αυτή συνδέεται μέ τήν βίωση των μακαρισμών του Χριστου. "Αν δούμε τήν σειρά πού ό Χριστός εκφώνησε τους μακαρισμούς, θά διαπιστώσουμε πραγματικά τήν ορθόδοξη ησυχία, τήν μέθοδο της θεραπείας του ανθρώπου καί, βεβαίως, κατάληξη αυτής της μεθόδου, αυτής της ζωής είναι ή ιεραποστολή καί τό μαρτύριο. Προηγείται ή αυτογνωσία καί δι' αυτής ή κατά Χρι-στόν ταπείνωση, καί ακολουθεί ή μετάνοια, ή πραότητα, ή πείνα καί ή δίψα γιά τήν δικαιοσύνη του Θεού, γιά τήν τήρηση των εντολών του Χριστού, ή βίωση τού ελέους του Θεού, ή καθαρότητα της καρδίας, διά της οποίας γεύεται ό άνθρωπος της θεωρίας τού Θεού, ή μετάδοση στους άλλους της ειρήνης αυτής πού γεύθηκε ό ϊδιος, ό διωγμός καί τό μαρτύριο γιά τήν δόξα τού Θεού, ή χαρά γιά τήν βίωση της Βασιλείας τού Θεού, ή απόκτηση τού χαρίσματος τής προφητείας (Ματθ. ε', 3-12).
Επίσης, τήν μέθοδο τής ορθοδόξου ησυχίας μας τήν παρέδωσαν οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Έδώ πρέπει νά ύπομνησθή ή διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, όπως διασώζεται στην ομιλία του στά Είσόδια τής Θεοτόκου, στην επιστολή του προς τήν μοναχή Ξένη καί, βεβαίως, στό έργο του περί των ίερώς ήσυχαζόντων.
Οι άγιοι 'Απόστολοι έζησαν τήν ιερά ησυχία, αφού απαρνήθηκαν τά πάντα καί ακολούθησαν τόν Χριστό, έζησαν μαζί Του τρία ολόκληρα χρονιά, κατα τήν διάρκεια των όποιων μυήθηκαν στά μυστήρια τής βασιλείας  των  Ουρανών,   έφθασαν  στην  βίωση  της θεωριας του ακτιστου φωτος, μετειχαν, κατά διαφο
ρους τρόπους και βαθμούς, στό Πάθος, τον Σταυρό και τόν Θάνατο του Χρίστου, είδαν τόν άναστάντα Χριστό, έλαβαν τό "Αγιον Πνεύμα την ήμερα της Πεντηκοστής και με αυτές τις προϋποθέσεις απεστάλησαν άπό τόν "Ιδιο τόν Χριστό νά κηρύξουν αυτά πού εΐ-δαν, άκουσαν καί γνώρισαν υπαρξιακά. Γι αυτό οι ομιλίες καί οι επιστολές των άγιων 'Αποστόλων εΐναι γεμάτες άπό προσωπική εμπειρία καί γνώση του Θεού. Δεν ανέπτυξαν δικές τους θεωρίες, δέν δίδασκαν έκ-κοσμικευμένους λόγους, δέν έκαναν μιά έκκοσμικευ-μένη καί ήθικιστικη ιεραποστολή, αλλά εξέφραζαν τήν εμπειρία του Θεού, τήν οποία απέκτησαν προσωπικά.
Αυτόν τόν συνδυασμό μεταξύ της ησυχίας καί της ιεραποστολής έζησαν όλοι οι μεγάλοι Πατέρες της 'Εκκλησίας, όταν εκλήθησαν νά ποιμάνουν τόν λαό του Θεού καί νά εξασκήσουν ιεραποστολή, μέ τήν ορθόδοξη σημασία της λέξεως. Αυτό τό βλέπουμε στον Μ. Βασίλειο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν άγιο 'Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, γιά νά περιορισθώ μόνον σέ αυτούς τους γνωστούς καί μεγάλους.
Αυτό τό συναντούμε καί μετέπειτα σέ πολλούς μοναχούς, ol όποιοι ασκήθηκαν στην κατά Χριστόν ζωή καί όταν ωρίμασαν πνευματικά, έλαβαν τήν πληροφορία άπό τόν Θεό καί έγιναν διδάσκαλοι των ανθρώπων μέ πολλούς καί ποικίλους τρόπους. Καί, βέβαια,  αυτή ή πληροφορία δίνεται μέσα στην Εκκλησια και πραγματοποιειται με την ευλογια της εκκλησιας. Και αυτό γιατί κανένα πνευματικό χάρισμα δέν αυτονομείται, δέν εξασκείται ανεξάρτητα άπό την Εκκλησία καί τήν ευλογία των Επισκόπων. Διότι τό ίδιο τό "Αγιον Πνεύμα δίνει τά πνευματικά χάρισμα-
 
τα καί το ίδιο το "Αγιον Πνεύμα δίνει το χάρισμα της ίερωσύνης καί συγκροτεί τόν θεσμό της  Εκκλησίας.
Ένα παράδειγμα ιεραποστολής είναι ή περίπτωση του αγίου Συμεών του Στυλίτου, ό όποιος δίδασκε τους χιλιάδες προσερχόμενους σε αυτόν άπό όλα τά μέρη της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά την προσωπική μαρτυρία του Θεοδωρήτου Κύρου, συνερ-ρεαν στον άγιο Συμεών, ευρισκόμενο σ' ένα στύλο πολλοί άνθρωποι, όχι μόνον Χριστιανοί αλλά καί Ίσμαη-λίτες, Πέρσες, 'Αρμένιοι, "Ιβηρες καί Όμηρίτες, καθώς επίσης καί πολλοί άπό τήν Δύση, ήτοι Σπανοί, Βρεττανοί καί Γαλάτες. 'Ακόμη πολλοί ειδωλολάτρες, αρνούνταν «τήν άρχαίαν έξαπάτην μετά βοής» καί βαπτίζονταν Χριστιανοί.
'Ένα άλλο σύγχρονο παράδειγμα ιεραποστολής, εξόδου άπό τήν Ιερά Μονή μέ τήν ευλογία των Πνευματικών Πατέρων, είναι του άγιου Κοσμά του Αιτωλού. Ασκήθηκε πνευματικά στό "Αγιον "Ορος, όπως ό ϊδιος λέγει, γιά πολλά χρόνια, ακολουθώντας τήν όλη ήσυ-χαστική μέθοδο καί στην συνέχεια, όταν αισθάνθηκε μέσα του τήν πληροφορία άπό τόν Θεό νά κάνη τις περιοδείες του στό υπόδουλο Γένος, ρώτησε τους πνευματικούς του πατέρες, έλαβε τήν ευλογία του Πατριάρχου, αλλά λάμβανε καί τήν ευλογία των κατά τόπους εκκλησιαστικών αρχόντων. Καί επειδή έκινεΐ-το μέσα στά πλαίσια αύτά τό έργο του είχε πνευματικούς καρπούς καί εξασκείται καί διαχρονικά. Γιατι πρεπει να υπογραμμισθη ότι η ιεραποστολη δεν εξαν
τλεΐται μόνον στό κήρυγμα ή σε κάποια άλλη ποιμαντική εργασία, άλλα είναι καί ή προσευχή, ή προσωπική επικοινωνία μέ κάθε Χριστιανό, καί μόνον ή εν χαριτι παρουσια ενός αγιου, η αποκτηση δογματι-
 
κής συνείδησης», καθώς καί ή διατύπωση καί διαφύλαξη τών δογμάτων, καί τελικά ή ιεραποστολή πού γίνεται καί μετά τήν ένδοξη κοίμηση τού αγίου, μέ τά θαύματα του, τίς πρεσβείες του, τά λείψανα του, ακόμη καί τόν τάφο του. Ή κατά Χάρη θέωση ενός ανθρώπου περνά αδιόρατα καί μυστικά, μερικές δέ φορές καί φανερά, μέσα στην ζωή καί τήν λειτουργία τού πνευματικού οργανισμού τού Σώματος τού Χριστού, ήτοι της 'Εκκλησίας.
Στό βιβλίο μου «Τό πρόσωπο στην 'Ορθόδοξη Παράδοση» καί μάλιστα στό κεφάλαιο μέ τίτλο «Ή κατά Χριστόν σαλότης ώς βίωση της ελευθερίας», περιγράφοντας τόν βίο καί τήν πολιτεία τοΰ άγιου Συ-μεών τού κατά Χριστόν Σαλού ανέλυσα ότι, ό άγιος Συμεών ό κατά Χριστόν Σαλός έκανε αυτό τό έργο, συναναστρεφόταν πόρνες γυναίκες, αφού πρώτα, ζώντας στην έρημο βίωσε τήν πλήρη απάθεια, μέ τήν ησυχία καί προσευχή, καί αφού έλαβε τήν ευλογία τών πνευματικών πατέρων. Ό βιογράφος του γράφει: «ήσθάνε-το εαυτόν διά της ένοικούσης εν αύτω του άγιου Πνεύματος δυνάμεως, μήτε πάθος φοβουμενον, μήτε ψϋχος, ή πεϊναν, ή καύσωνα, αλλά σχεδόν υπέρ τά μέτρα της φύσεως της ανθρωπινής γενόμενον». Καί μάλιστα όταν εισήλθε σ' ένα λουτρό γυναικών, όπως γράφει ό ϊδιος «ώσπερ ξϋλον μετά ξύλων, ούτως κάγώ ήμην τότε. Ούτε γάρ ότι σώμα έφόρουν, ουδέ ότι εις σώματα είσήλθον ήσθανόμην. 'Αλλά όλος μου ό νους εις τό έργον του Θεοϋ ην καί έξ αύτοϋ ουκ άπέστην».
Σέ  αυτά  τά  ακραία  επίπεδα  ιεραποστολής,   πού έφθασαν μερικοί άγιοι τό έκαναν αφού οι ίδιοι είχαν φθάσει  στον  φωτισμό  καί τήν  θέωση.  Οι  άγιοι της κατηγοριας αυτης, επειδη ειχαν μεσα τους το φως
 
του Θεού όχι μόνον δεν σκοτίζονταν άπό το σκοτάδι του περιβάλλοντος, αλλά φώτιζαν και αυτό το ϊδιο το σκοτάδι του περιβάλλοντος.
Ή ποιμαντική δράση τέτοιων άγιων δείχνει την ουσιαστική σχέση μεταξύ της ιεράς ησυχίας καί της ιεραποστολής. Δέν μπορεί νά έξασκηθή σωτήρια ιεραποστολή αν ό ιεραπόστολος δέν διαθέτη όλα τά εχέγγυα τά όποια έχει προσδιορίσει ή 'Ορθόδοξη Παράδοση μας καί εάν δέν κινήται μέσα στά πλαίσια της νηπτικής ζωής τής Εκκλησίας μας.
'Ακριβώς γι' αυτόν τόν λόγο δέν μπορεί κανείς νά έπικαλήται εύκολα τά παραδείγματα αγίων πού εξάσκησαν μιά τέτοια Ιεραποστολή, όταν μάλιστα ό ϊδιος όχι μόνον δέν βίωσε τόν φωτισμό του νοός καί τήν θέωση, αλλά δέν έχει ακόμη είσαχθή στά στάδια τής καθάρσεως τής καρδιάς άπό τά πάθη.
Μέσα σέ αυτά τά πλαίσια συνδέεται ορθόδοξα καί εκκλησιαστικά ή ησυχία μέ τήν ιεραποστολή. Μιά ιεραποστολή πού δέν έχει μέσα της τό στοιχείο τής ησυχίας, καί ή οποία ησυχία εκφράζεται μέ όλα τά πνευματικά χαρίσματα, τής ταπεινώσεως, τής μετανοίας, τής ειρήνης, του σεβασμού των κανονικών εκκλησιαστικών θεσμών, δέν είναι γνήσια. Καί σέ αυτήν τήν περίπτωση θά ίσχύση ό λόγος του Χριστού γιά τους κακούς εργάτες.
Κάποιος   ρώτησε   τόν  Χριστό   έάν   αυτοί  πού σωθούν είναι λίγοι. Καί ό Χριστός απάντησε:
« Άγωνίζεσθε είσελθεΐν διά τής στενής πύλης' ότι πολλοί, λέγω νμϊν, ζητήσουσιν είσελθεΐν καί ουκ ίσχυσουσιν. άφ! ου αν έγερθή ό οικοδεσπότης καί άποκλείση τήν θύραν, καί άρξησθε έξω
 
έστάναι και κρουειν την θύραν λέγοντες' Κύριε Κύριε, άνοιξον ήμΐν και αποκριθείς έρεΐ ύμϊν, ουκ οίδα υμάς πόθεν έστέ' τότε άρξεσθε λέγειν έφάγομεν ενώπιον σου και έπίομεν, και εν ταΐς πλατείαις ημών έδίδαξας' και έρεΐ' λέγω ύμϊν, ουκ οίδα υμάς πόθεν έστέ; άπόστητε άπ' έμοϋ πάντες οι έργάται της αδικίας, έκεΐ έσται ο κλαυθμός καί ό βρυγμός τών οδόντων, όταν όψησθε 'Αβραάμ καί Ισαάκ καί Ιακώβ καί πάντας τους προφήτας έν τη βασιλεία του Θεοϋ, υμάς δέ έκβαλλομένους έξω. καί ηξουσιν από ανατολών καί δυσμών καί από βορρά καί νότου, καί άνακλιθήσονται έν τη βασιλεία του Θεοϋ. καί ιδού είσίν έσχατοι οϊ έσονται πρώτοι, καί είσί πρώτοι οϊ έσονται έσχατοι» (Λουκ. ιγ', 24-30).
Ό Μ. Βασίλειος, αναφερόμενος σε μοναχούς καί ερμηνεύοντας αυτόν τόν λόγο του Χριστού, λέγει οτι κακοί εργάτες τους οποίους έννοει εδώ ό Χριστός είναι εκείνοι πού δεν έχουν πραγματική αγάπη. Καί στην συνέχεια ισχυρίζεται πώς ό,τι γίνεται όχι από αγάπη προς τόν Θεό, αλλά γιά νά απόσπαση τόν έπαινο από τους ανθρώπους, όποιο κι' αν είναι αυτό τό έργο, «ου θεοσέβειας έπαινον ευρίσκει, αλλ' άν-θρωπαρεσκείας ή αυταρέσκειας ή φιλονικίας ή φθόνου ή τίνος τοιαύτης αιτίας έχει τό κρίμα».
Επομένως, ή ιεραποστολή εξασκείται μέ πολλούς καί ποικίλους τρόπους, μέ τήν προσευχή5 τήν διδα-σκαλία, τήν ποιμαντική δράση, τόν λόγο καί τήν σιωπή, τήν κίνηση καί τήν αδράνεια,, τήν σταυρική ζωή καί τήν ένδοξη κοίμηση. 'Αλλά όμως ή ιεραποστολή
 
γίνεται μέσα στην ατμόσφαιρα της ορθοδόξου ησυχίας, ή οποία ησυχία ελέγχεται άπό τό πόσο κανείς σέβεται τους εκκλησιαστικούς θεσμούς.
'Όταν μιά «ιεραποστολή» έξασκήται χωρίς τήν ευλογία της Εκκλησίας, πού δίνεται άπό τους 'Επισκόπους, οι όποιοι είναι διάδοχοι των αγίων 'Αποστόλων, δέν ευλογείται άπό τόν Θεό καί ένας τέτοιος «ιεραπόστολος» είναι κακός εργάτης. Βεβαίως καί ένας Επίσκοπος, όταν δέν άφήνη τους γνησίους ποιμένες νά εργασθούν, θά δώση λόγο στον Θεό. 'Αλλά ή ύπαρξη ενός 'Επισκόπου, ό όποιος δέν δίνει άδεια σέ κάποιον νά εξάσκηση ποιμαντική διακονία μέσα στην 'Εκκλησία, δέν μπορεί νά εύνοήση ανταρσίες καί εκκλησιαστικά σχίσματα.
Πάντως όταν κανείς λαμβάνη τήν Χάρη του 'Αγίου Πνεύματος γίνεται πόλος έλξεως πολλών ανθρώπων όπου καί αν ευρίσκεται καί εξασκεί ιεραποστολή. Γι' αυτό ό αείμνηστος π. Ίουστίνος Πόποβιτς έγραφε:
«Οι άσκηταί είναι οι μόνοι ιεραπόστολοι της 'Ορθοδοξίας. Ό ασκητισμός είναι ή μόνη ιεραποστολική σχολή της 'Ορθοδοξίας. Ή 'Ορθοδοξία εΐναι άσκησις καί ζωή, διά τούτο μόνον μέ τήν άσκησιν καί τήν ζωήν κηρύττει καί πραγματοποιεί τήν ίεραποστολήν της. Νά άναπτυχθή ό ασκητισμός, προσωπικός καί εκκλησιαστικός, —αυτό πρέπει νά είναι ή εσωτερική ιεραποστολή της Εκκλησίας μας μέσα εις τόν λαόν μας. Ή ενορία πρέπει νά γίνη άσκητικόν κέντρον. 'Αλλά αυτό ημπορεί νά τό κάμη μόνον εφημέριος -ασκητής. Ή προσευχή καί ή νηστεία, ή εκκλησιαστική ζωή της ενορίας, ή λειτουργική ζωή -αυτά είναι τά κύρια μέσα της 'Ορθοδοξίας, μέ τά όποια επιδρά άναγεννητικώς επάνω εις τους ανθρώπους. Ή
 
ενορία, ή ενοριακή κοινότης πρέπει νά άναγεννηθή, και έν τη φιλοχρίστω και φιλαδέλφω αγάπη νά δια-κονή ταπεινά τόν Χριστόν εις όλους τους ανθρώπους με πραότητα και ταπείνωσιν, με θυσίαν και αύταπάρ-νησιν. Και ή διακονία αυτή οφείλει νά διαποτίζεται καί νά τρέφεται από τήν προσευχήν καί τήν λειτουρ-γικήν ζωήν. Αυτό είναι τό βασικόν, τό άπαραίτητον. Αλλ' όλα αυτά απαιτούν ώς προϋπόθεσιν: τό νά γίνουν οι ϊδιοι οι αρχιερείς μας, οι ιερείς μας καί οι μοναχοί μας ά σκη τ α ί, καί δι' αυτό: Τού Κυ ρ ίου δ ε η θ ώ μ ε ν».
θ) Ή μοναχική ζωή ώς αγγελική ζωή
Οι άγιοι Πατέρες ομίλησαν πολύ γιά τόν μοναχισμό, γιατί σέ αυτόν είδαν τήν προπτωτική ζωή των Πρωτοπλάστων, αλλά καί τήν μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού ζωή των δικαίων στον Παράδεισο. Από τά πολλά πατερικά κείμενα θά επιλέξω ένα θαυμάσιο κείμενο τού αγίου 'Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, πού παρουσιάζει κατά εξαιρετικό τρόπο τήν μοναχική ζωή, όπως εξασκούνταν στην εποχή του. Πρόκειται γιά μιά ομιλία του από τήν ερμηνεία στό κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Φυσικά δέν θά παρατεθή ολόκληρη ή ομιλία, πού είναι καταπληκτική, αλλά θά γίνη μιά σύντομη παρουσίαση της.
Κατ' αρχάς ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος δίνει διαφόρους χαρακτηρισμούς γιά τους μοναχούς της εποχής του. Σ' ένα σημεΐο τού λόγου του χαρακτηρίζει τόν χορό των μοναχών ώς χορό εσταυρωμένων: «ό των μοναχών λέγω καί των εσταυρωμένων,,.». Σέ άλλο σημείο τους ονομάζει «φωστήρες της οικουμένης», 'Αλλού
 
κάνει λόγο γιά «χορό των αγγέλων», γιά «χορό των αγίων» και «χορό των μακαρίων ανδρών». 'Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί αποδίδονται στους μοναχούς και εκφράζουν τό ύψος της ζωής καί της πολιτείας τους.
'Έπειτα διά πολλών λόγων παρουσιάζει τήν ζωή των μοναχών, τους τόπους στους οποίους ασκούνταν, τόν τρόπο ζωής τους, τά ενδύματα τά όποια φορούσαν καί όλα αυτά δείχνουν ότι διαφέρει ό τρόπος ζωής τους άπό τόν τρόπο ζωής τών ευρισκομένων στίς πολιτείες.
Οι μοναχοί στην εποχή τού αγίου 'Ιωάννου τού Χρυσοστόμου ζούσαν «εν όρεσι καί σπηλαίοις», τό δωμάτιο στό όποιο έμεναν ήταν «παντός μεν θορύβου καθαρόν, παντός δε πάθους ή 'ψυχή καί νοσήματος ελευθέρα, λεπτή καί κούφη, καί του λεπτότατου αέρος σφόδρα καθαρωτέρα». Ό τόπος, δηλαδή, ήταν απαλλαγμένος άπό κοσμικές συνήθειες καί θορύβους, αφού ζούσαν «τόν άπράγμονα βίον», καί αυτό ήταν συνάρτηση τής εσωτερικής ψυχικής τους ησυχίας. Οι μοναχοί αυτοί άφησαν τόν κόσμο, ζούσαν σε όρη καί ακολουθούσαν έναν τρόπο ζωής πού δέν ομοιάζει σε τίποτε άπό όσα υπάρχουν στον κόσμο. Γράφει ό άγιος 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος: «'Αγοράς γάρ καί πόλεις καί τους εν μέσω φυγόντες θορύβους, τόν εν όρεσι βίον εϊλοντο, τόν ουδέν έχοντα κοινόν προς τά παρόντα, τόν ουδέν άνθρώπινον υπομένοντα, ου λύπην βιωτικήν, ουκ όδύνην, ου φροντίδα τοσαύτην, ου κινδυνους, ουκ επιβουλας, ου βασκανιαν, ου ζηλοτυπιαν, ουκ έρωτας άτοπους, ουκ άλλο τών τοιούτων ουδέν».  Οι μοναχοί ζουν με τήν νοσταλγία τής αιωνίου ζωής και από την ζωη αυτή μελετουν τα της βασιλειας του Θεου << ναπαις ομιλουντες και ορεσι και πηγαις, και
ησυχία καί ηρεμία πολλή, και προ τούτων απάντων τω Θεώ».
Αυτό δείχνει ότι καί ό τρόπος ζωής των μοναχών ήταν ανάλογος με τους ήσυχαστικούς τόπους στους οποίους ζούσαν. Περνούσαν τήν ημέρα τους με ησυχία, προσευχή, μελέτη των θείων Γραφών καί εξασκούσαν τό ιδιαίτερο διακόνημά τους γιά τίς απαραίτητες ανάγκες τους.
Οι μοναχοί αυτοί τό πρώτο πού έκαναν μέ τήν ανατολή τού ηλίου ή μάλλον πριν ακόμη ανατειλη ό ήλιος, ήταν νά προσεύχωνται. «Ούτοι οι φωστήρες της οικουμένης, έπειδάν ήλιος άνίσχη, μάλλον δε πολλω προ της άκτϊνος, από της εύνής άναστάντες, υγιείς καί έγρηγορότες καί νήφοντες... άναστάντες τοίνυν ευθέως άπό τής εύνής φαιδροί καί γεγηθότες, καί χορόν ένα στησάμενοι, εν φαιδρω τω συνειδότι συμ-φώνως άπαντες, ώσπερ έξ ενός στόματος, ύμνους εις τόν των όλων αδουσι Θεόν, γεραίροντές τε αυτόν καί χάριν είδότες υπέρ απάντων αύτω, των τε ιδίων, των τε κοινών ευεργετημάτων». Έδώ πρόκειται γιά τήν κοινή προσευχή πού έκαναν όλοι μαζί οι μοναχοί.
Μετά τήν κοινή προσευχή γονάτιζαν καί προσεύχονταν στον Θεό όχι γιά κανένα άπό τά παρόντα, αλλά γιά νά περάσουν μέ καθαρή τήν συνείδηση αυτήν τήν ζωή καί νά παρασταθούν μέ παρρησία στό φοβερό βήμα τού Χριστού. Τής προσευχής αυτής «ηγείται ό πατήρ καί ό προεστηκώς».
Στήν συνέχεια, μετά τήν προσευχή9 ό καθένας ασχολούνταν μέ τό εργόχειρο του, ώστε νά εξοικονομήσουν τά απαραίτητα γιά τίς ανάγκες τους. Γράφει ό άγιος 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος: «Είτα άναστάντες και τελεσαντες τας αγιας εκεινας και συνεχεις ευχας, ανι-
 
σχούσης της άκτΐνος, εις έργον άπεισιν έκαστος, πολ-λήν πρόσοδον εντεύθεν τοις δεομένοις σννάγοντες».
Κατά την διάρκεια της ημέρας μελετούσαν κείμενα άπό την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και φιλοσοφούσαν - θεολογούσαν γιά όλα εκείνα πού έχουν σχέση με τόν Θεό και τήν απόλαυση της Βασιλείας των Ουρανών. « Έπειδάν γάρ τόν χορόν διαλύσωσιν, ό μεν τόν Ήσαΐαν λαβών έκείνω διαλέγεται, ό δέ τοις άπο-στόλοις ομιλεί, έτερος τά παρ΄ ετέρων πονηθέντα έπεισι, και φιλοσοφεί περί Θεού, περί τοϋδε τον παντός, περί των όρωμένων, περί των αοράτων, περί αισθητών, περί νοητών, περί της εντέλειας τούτον τού βίον, περί της τού μέλλοντος μεγαλειότητος». "Ετσι τρέφονται μέ αρίστη τροφή πού δέν αποτελείται άπό μαγειρευμένα κρέατα ζώων, αλλά μέ λόγια Θεού, τά όποια είναι «υπέρ μέλι καί κηρίον, μέλι θαυμάσιον καί πολλω κρεΐττον ή κατά τήν έρημον ό Ιωάννης τό παλαιόν έσιτεΐτο». Οι μοναχοί αυτοί ωσάν μέλισσες πετούσαν γύρω άπό τίς κηρήθρες «τών αγίων βιβλίων, πολλήν εντεύθεν δρεπομενοι τήν ήδονήν». 'Επίσης τά λόγια τους είναι καθαρά καί τά στόματα τους δέν βγάζουν λόγο ακάθαρτο. «Ονδέν αίσχρόν εκείνα τά στόματα έξενεγκεΐν δύναται ρήμα, ονδέν εντράπελον, ονδέν τραχύ, αλλά πάντα τών ουρανών άξια».
Καί τά ιμάτια τους διαφέρουν άπό τά ιμάτια πού φορούν οι άνθρωποι τής κοινωνίας, γι' αυτό καί αυτά ανταποκρίνονται στον υψηλό βίο τόν όποιον διάγουν. «Καί ή στολή δέ αντοϊς τής ανδρείας αξία», Τά ιμάτια τους δέν είχαν τά γνωρίσματα τών κοσμικών ανθρώπων, άλλα ομοίαζαν μέ τά ιμάτια τών Προφητών, τού Ηλία, τού Έλισσαίου, τού 'Ιωάννου τού Προδρόμου καί τών 'Αποστόλων,
 
Ή ζωή των μοναχών ανταποκρινόταν οτήν ζωή των Προφητών και τών άγιων 'Αποστόλων και διαφέρει από τήν κοσμική ζωή, δηλαδή από τήν ζωή τών ανθρώπων πού ζούσαν μέσα στις κοινωνίες. Στό σημείο αυτό κάνει σημαντικές περιγραφές, συγκρίνοντας τήν ζωή τών αγίων μοναχών μέ τήν ζωή του 'Αδάμ πρό της πτώσεως. «Έργον δε αντοϊς, όπερ ήν καί τω 'Αδάμ παρά τήν αρχήν και πρό της αμαρτίας, ότε τήν δόξαν ήμφιεσμένος ήν καί τω Θεώ μετά παρρησίας ώμίλει, καί τό χωρίον εκείνο τό πολλής γέμον μακαριότητος ωκει». Οι μοναχοί δέν ήταν σέ τίποτε κατώτεροι άπό τόν 'Αδάμ πρίν τήν παρακοή. 'Όπως ό 'Αδάμ καί ή Εύα στον Παράδεισο πρίν τήν πτώση δέν ασχολούνταν μέ τά βιωτικά καί διαλέγονταν μέ τόν Θεό, μέ τήν καθαρή συνείδηση τους, τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τους μοναχούς, «μάλλον δε καί πολλω μείζονα έχουσι παρρησίαν εκείνου (τον 'Αδάμ), όσω καί μείζονος άπολελαύκασι χάριτος διά τής του Πνεύματος χορηγίας». Στήν πραγματικότητα, λοιπόν, οι αληθινοί μοναχοί ζουν μιά παραδείσια, αγγελική ζωή.
Μάλιστα ό άγιος 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος περιγράφει τήν μεγάλη διαφορά μεταξύ του τρόπου ζωής τών αγίων μοναχών και του τρόπου ζωής τών κοσμικών ανθρώπων. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι ή ζωή τών μοναχών είναι φορτική καί ανυπόφορη. 'Όμως ή μοναχική ζωή εΐναι γλυκύτερη καί ποθητή άπό τήν ζωή αυτών πού ζουν στον κόσμο. Ή κοσμική ζωή, ένώ φαίνεται ότι προξενεί ηδονή καί ευχαρίστηση^ εν τούτοις άπό έκει «μυρία τίκτεται πικρότερα βέλη», διότι αν κάποιος αίχμαλωτισθή άπό τόν έρωτα κάποιας γυναίκας τής ορχήστρας στα θέατρα? θα βασανισθή περισσότερο άπό εκείνον πού βασανίζεται σέ μύριες
 
εκστρατείες καί μύριες αποδημίες καί θά ζή σέ αθλιότερη κατάσταση άπό μιά πόλη πού πολιορκείται.
Επίσης ό άγιος 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος κάνει αναφορά στό πόσο διαφέρει ό χορός τών αγίων μοναχών άπό «τόν χορόν τόν εκ τών πορνευομένων γυναικών καί τών ήταιρηκότων νέων συνεστώτα, εν τή σκηνή...». Έδώ σαφώς εννοεί ό άγιος 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος τους ηθοποιούς τής εποχής εκείνης, τίς πορ-νευόμενες γυναίκες καί τους θηλυπρεπεΐς νέους πού ανέβαιναν στήν σκηνή γιά νά παίξουν θέατρο. Ή διαφορά μεταξύ μοναχών καί τών προσώπων αυτών είναι όσο τό νά άκούη κανείς τήν παναρμονια μελωδία τών αγγέλων, συγκρινόμενο μέ τίς φωνές τών «κυνών καί χοίρων επί τής κοπρίας κατωρυομένων καί γρυ-ζόντων». Μέσα άπό τους μοναχούς μιλάει ό Χριστός, ένώ μέσα άπό τόν χορό τών πορνών στήν σκηνή μιλάει ό διάβολος.
Σαφώς έδώ ό άγιος 'Ιωάννης ό Χρυσόστομος αντιδιαστέλλει τόν χορό τών άγιων μοναχών μέ τά όσα διαδραματίζονται στά θέατρα. Στήν σκηνή του θεάτρου μέ τά όσα γίνονται καί λέγονται προκαλούνται πολλοί πειρασμοί καί ό άνθρωπος επηρεάζεται πολύ, γιατί βλέποντας τήν επιτήδευση, τίς διάφορες κινήσεις καί τήν τεχνητή ομορφιά τών διαφόρων προσώπων στήν σκηνή, ιδίως τών γυναικών ηθοποιών, φθάνει στό σημείο νά μή του άρέση ή γυναίκα του, νά μή του είναι ποθητά τά παιδιά του. Από τά θέατρα «ευθέως πϋρ δέχεται έρωτος ατόπου ό ακροατής' ώς γάρ ουκ άρκούσης τής όψεως τής πόρνης φλέξαι τήν διάνοιαν, καί τήν άπό τής φωνής προστιθέασι λύμην». "Οταν οι άνθρωποι στά θέατρα βλέπουν τό ντύσιμο, το βλεμμα, την φωνη και το βαδισμα της πορ-
 
νης γυναικός καί ολα τά άλλα τα όποια πράττει στην σκηνή, φεύγουν από τό θέατρο αν


Μιά στιγμή του Πάσχα...
Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΡΩΣΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τ ...
Περισσότερα >>
Μεταλλαγμένα
ΕΦΕΤ: Προσοχή στα τρόφιμα με ΓΤΟ ή ΓΤ Περισσότερα >>