www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ - ΛΟΓΟΙ Α΄ -- Β' ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Γιορτές και αργίες

«Εορτάσωμεν, πιστοί,
εορτήν πνευματικήν...»
Ο Χριστός με την μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του μας ανασταίνει αληθινά, αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά• τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.

- Γέροντα, πως μπορεί να ζήση κανείς πνευματικά τις γιορτές;
- Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε τις άγιες ημέρες. Να σκεφτώμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πάσχα κ.λπ.) και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολλή ευλάβεια κάθε γιορτή. Οι κοσμικοί ζητούν να καταλάβουν τα Χριστούγεννα με το χοιρινό, το Πάσχα με το αρνί, τις Αποκριές με το κομφετί. Οι αληθινοί μοναχοί όμως κάθε μέρα ζουν τα θεία γεγονότα και αγάλλονται συνέχεια. Κάθε εβδομάδα ζουν την Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή ζουν την Μεγάλη Τετάρτη, την Μεγάλη Πέμπτη, την Μεγάλη Παρασκευή, δηλαδή τα Πάθη του Χριστού, και κάθε Κυριακή του Πάσχα, την Ανάσταση. Τι, θα πρέπη να έρθη η Μεγάλη Εβδομάδα, για να θυμηθή κανείς τα Πάθη του Χριστού; Πρέπει να έρθη το Πάσχα με το αρνί, για να καταλάβω το «Χριστός ανέστη» σαν τους κοσμικούς; Ο Χριστός τι είπε; «Έτοιμοι γίνεσθε»  είπε. Δεν είπε, «ετοιμασθήτε τώρα!» Από την στιγμή που λέει ο Χριστός, «έτοιμοι γίνεσθε», πρέπει ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός, να είναι έτοιμος συνέχεια. Να μελετάη και να ζη τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάη τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθή και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθή. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψάλλονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζη τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται. Όταν σκεφτώμαστε λ.χ. έναν Άγιο , που τον έχουμε σε ευλάβεια ή τον Άγιο που γιορτάζουμε, ο νους θα πάη και λίγο παραπάνω• θα πάη στον Ουρανό. Και όταν σκεφτώμαστε τους Αγίους, μας σκέφτονται και οι Άγιοι και μας βοηθούν. Έτσι πιάνει κανείς φιλία με τους Αγίους, που είναι και η πιο σίγουρη φιλία. Τότε μπορεί να είναι μόνος και να ζη με όλους• και με Αγίους και με Αγγέλους και με όλον τον κόσμο. Να είναι μόνος και να νοιώθη όλη αυτήν συντροφιά! Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων. Όλοι οι Άγιοι είναι παιδιά του Θεού και βοηθούν εμάς τα ταλαίπωρα παιδιά του Θεού.
Τους Αγίους μας, που έχυσαν είτε αίμα είτε ιδρώτες και δάκρυα για την αγάπη του Χριστού, πάντα πρέπει να τους γιορτάζουμε με ευλάβεια, για να βοηθιώμαστε. Και όταν ακούμε το Συναξάρι τους «Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου...», να στεκώμαστε εκείνη την στιγμή όρθιοι, όπως και οι στρατιώτες στέκονται προσοχή, όταν διαβάζωνται τα ονόματα των ηρωικώς πεσόντων συναδέλφων τους. «Την τάδε του μηνός... ο στρατιώτης δείνα έπεσε μαχόμενος ηρωικώς στο τάδε μέτωπο».
Στην γιορτή, για να νιώση κανείς το γεγονός, δεν πρέπει να δουλεύη. Την Μεγάλη Παρασκευή λ.χ., εάν θέλη να νιώση κάτι, δεν πρέπει να κάνη τίποτε άλλο εκτός από προσευχή. Στον κόσμο οι καημένοι οι κοσμικοί την Μεγάλη Εβδομάδα έχουν δουλειές. Μεγάλη Παρασκευή να δίνουν ευχές. «Χρόνια Πολλά! Να ζήσετε! Με μια νύφη!»... Δεν κάνει! Εγώ την Μεγάλη Παρασκευή κλείνομαι στο Καλύβι. Όπως και μετά το Αγγελικό Σχήμα η εβδομάδα της ησυχίας που ακολουθεί, βοηθάει, γιατί ποτίζει η θεία Χάρις την ψυχή και καταλαβαίνει ο μεγαλόσχημος τι έγινε, έτσι και στις γιορτές η ησυχία πολύ βοηθάει. Μας δίνεται περισσότερη ευκαιρία να ξεκουρασθούμε λίγο, να μελετήσουμε και να προσευχηθούμε. Θα έρθη ένας καλός λογισμός, θα εξετάσουμε τον εαυτό μας, θα πούμε λίγο την ευχή και θα νιώσουμε έτσι και κάτι από το θείο γεγονός της ημέρας.


«Κρείσσον ολίγον τω δικαίω...»

Σήμερα δυστυχώς δεν χρησιμοποιούμε την ελευθερία για το καλό, για την αγιότητα, αλλά για την κοσμικότητα. Παλιότερο δούλευαν οι άνθρωποι όλη την εβδομάδα και είχαν την Κυριακή αργία. Τώρα έχουν και το Σάββατο αργία. Ζουν όμως τώρα περισσότερο πνευματικά ή αμαρτάνουν περισσότερο; Αν αξιοποιούσαν τον χρόνο τους στα πνευματικά, θα ήταν διαφορετικά• θα ήταν συμμαζεμένοι οι άνθρωποι. Πάμε να κλέψουμε από τα πνευματικά, από τον Χριστό, εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι. Οι κοσμικοί, ό,τι αγγαρεία έχουν να κάνουν, την Κυριακή θα συμφωνήσουν να την κάνουν. Ψάχνουν καμμιά Κυριακή γι’ αυτό, καμμιά γιορτή για ‘κείνο, και παίρνουν οργή Θεού. Τι βοήθεια θα έχουν μετά από τους Αγίους; Μέρα αγγαρείας είναι η Κυριακή; Και κάποια εξυπηρέτηση να θέλουν να μας προσφέρουν οι άλλοι, όχι Κυριακή.
Δεν αφήνουμε τον Θεό να μας κάνη κουμάντο. Και ό,τι δεν γίνεται με πίστη στον Θεό, δεν έχει σχέση με τον Θεό• είναι κάτι κοσμικό. Γι’ αυτό κι εκείνο που κάνουμε, δεν έχει ευλογία, και έτσι δεν έχει καλά αποτελέσματα. Μετά λέμε: «Φταίει ο διάβολος». Δεν φταίει ο διάβολος, αλλά εμείς δεν αφήνουμε τον Θεό να μας βοηθήση. Όταν δουλεύουμε τις αργίες, δίνουμε δικαιώματα και εξ αρχής μπαίνει ο διάβολος. «Κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν» , λέει ο Ψαλμός. Αυτό έχει ευλογία• τα άλλα όλα είναι ροκανίδια. Πρέπει όμως να έχη κανείς πίστη, φιλότιμο και ευλάβεια και να τα αφήνη όλα με εμπιστοσύνη στον Θεό. Αλλιώς και τις γιορτές θα κουτσοδουλεύη και τις άλλες μέρες θα χαζεύη.
Και να δήτε ο Θεός ποτέ δεν αφήνει. Κυριακή και γιορτή ποτέ δεν δούλεψα, και ο Θεός ποτέ δεν μ’ άφησε και τις δουλειές τις ευλογούσε. Θυμάμαι, μια φορά ήρθαν αλωνιστικές μηχανές στο χωριό και ειδοποίησαν τον πατέρα ότι θα άρχιζαν πρώτα από τα δικά μας χωράφια, ημέρα Κυριακή, και μετά θα έφευγαν για κάτω. Μου λέει ο πατέρας: «Τι θα κάνουμε; Ήρθαν οι μηχανές». «Εγώ Κυριακή δεν δουλεύω, του λέω• την Δευτέρα». «Αν όμως χάσουμε αυτήν την ευκαιρία, μου λέει, θα παιδευτούμε πολύ με τα άλογα». «Δεν με πειράζει, του λέω. Ας αλωνίζω μέχρι τα Χριστούγεννα». Πήγα στην Εκκλησία χωρίς να δώσω σημασία. Μόλις ξεκίνησαν οι μηχανές για το αλώνι, έσπασαν στον δρόμο και ειδοποίησαν ξανά τον πατέρα: «Να μας συγχωρήτε, χάλασαν οι μηχανές. Θα πάμε στα Γιάννενα να τις φτιάξουμε και την Δευτέρα θα αρχίσουμε πρώτα από σας»! Έτσι δεν αλώνισαν την Κυριακή αλλά την Δευτέρα. Πολλά τέτοια είδαν τα μάτια μου.


Αν εμείς οι μοναχοί δεν κρατάμε τις γιορτές,
οι κοσμικοί τι να κάνουν;

Και στα Μοναστήρια παλιά τι πνεύμα υπήρχε! Θυμάμαι, γιόρταζαν οι κοσμικοί την ημέρα του Στρατού με το νέο ημερολόγιο και μετά έφερναν τα σταφύλια στον Άγιον Όρος. Μπορεί όμως την ημέρα που θα έφθαναν στο Όρος να είχαμε εμείς του Σταυρού με το δικό μας ημερολόγιο. Αλλά οι Πατέρες ποτέ δεν πήγαιναν να ξεφορτώσουν. Τα γύριζαν πίσω ή άφηναν εκεί και το καΐκι και τα σταφύλια. Το ίδιο γινόταν και με το λάδι ή την ξυλεία, αν έρχονταν ημέρα γιορτής. Και ήταν φτωχά τα Μοναστήρια. Σκέφτονταν: «Ο άλλος που θα δη καλογήρους να δουλεύουν αυτήν την ημέρα τι θα πη;» Χίλιες φορές προτιμούσαν να τα πάρη η φουρτούνα, να χαθούν και τα σταφύλια και τα λάδια, παρά να τα ξεφορτώσουν και να χάσουν την γιορτή, να σκανδαλίσουν και ψυχές.
Τώρα... Βρέθηκα σ’ ένα Μοναστήρι παραμονή γιορτής και ξεφόρτωναν σταφύλια. Παγκοινιά μετά, για να πατήσουν τα σταφύλια. Το βράδυ είχαν Αγρυπνία και την μετέθεσαν. Και ήταν μεγάλη γιορτή! «Εν ανάγκη και νόμου μετάθεσις γίνεται»... Αλλού Κυριακή να διορθώνουν το Μοναστήρι που κάηκε• πάλι θα καή! Βλέπουν και οι κοσμικοί και λένε μετά: «Δεν είναι τίποτε οι γιορτές».
Θέλει πολλή προσοχή να μη δουλεύουμε, ιδίως εμείς οι μοναχοί, στις γιορτές, γιατί αμαρτάνουμε και εμείς, αλλά γινόμαστε και σκάνδαλο στους κοσμικούς, και διπλά αμαρτάνουμε. Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Αυτοί μπορεί να δουλεύουν μέρα-νύχτα, γιορτές να μην κρατούν, και αν δουν μια καλόγρια ή έναν καλόγερο να δουλεύη σε μια μεγάλη ανάγκη, τους λέει μετά ο διάβολος: «Εδώ παπάδες δουλεύουν, εσύ γιατί να μη δουλέψης;» Μια κουβέρτα να τινάξη μια καλόγρια την Κυριακή, αν την δουν κοσμικοί, θα πουν: «Αφού οι καλόγριες δουλεύουν, εμείς γιατί να μην πάμε στην δουλειά;» Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή να μη γινώμαστε σκάνδαλο.
- Και αν, Γέροντα, έρθη ένας τεχνίτης να δουλέψη μέρα γιορτής, π.χ. στα Εισόδια της Παναγίας;
- Εισόδια της Παναγίας και να δουλέψη μάστορας στο Μοναστήρι! Δεν ταιριάζει! Να μη δουλέψη!
- Γέροντα, αυτό συνέβη, γιατί η αδελφή  δεν σκέφθηκε να του πη να μην έρθη.
- Τότε χρειάζεται κανόνας στην αδελφή.
- Γέροντα, σε μια γιορτή, μετά από Αγρυπνία, αν νυστάξη κανείς, μπορεί να κάνη ένα εργόχειρο και να λέη την ευχή;
- Μετάνοιες δεν μπορεί να κάνη; Ας κάνη μετάνοιες, για να ξενυστάξη• γιατί να κάνη εργόχειρο;
- Ούτε την Κυριακή, όταν έχη κάνει τα πνευματικά του, μπορεί λ.χ. να πλέξη κομποσχοίνι;
- Γιατί να πλέξη κομποσχοίνι; Γιατί δεν χορταίνεις αυτήν την μέρα πνευματικά; Μπαίνει ένα κοσμικό πνεύμα και στα Μοναστήρια δυστυχώς. Σε μερικά μάλιστα Μοναστήρια, όπως μαθαίνω, τις Κυριακές ή τις μεγάλες γιορτές, μόλις έρθη το μεσημέρι, πηγαίνουν στα διακονήματα. Λες και τα παιδιά τους πεθαίνουν από την πείνα ή έχουν χρέη και θα βγάλουν το σπίτι σε πλειστηριασμό!... Τόση ανάγκη!... Άλλο ο αρχοντάρης, ο μάγειρας• στο αρχονταρίκι, στην κουζίνα είναι ανάγκη• δεν μπορεί να μην πάη κανείς.
Τυχαίνει καμμιά φορά να μου φέρη κάποιος ψάρι. Του λέω: «Πάρ’ το και φύγε». Αν ο ένας φέρη ψάρια, ο άλλος ζωντανά, ο άλλος ψόφια, τι θα γίνη; Κι εδώ αν φέρουν τα ψάρια μέρα γιορτής και θέλετε να τα ετοιμάσετε, τότε τι θα χαρήτε από τη γιορτή; Θυμάστε τον Παπα-Μηνά στην Σκήτη της Αγίας Άννης; Ένας ψαράς του πήγε Κυριακή πρωί ψάρια για την πανήγυρη. «Γέροντα, είναι φρέσκα», του λέει. «Καλά, σήμερα είναι Κυριακή• πότε τάπιασες και είναι φρέσκα;» τον ρωτάει παραξενεμένος ο Παπα-Μηνάς. «Σήμερα το πρωί», του λέει ο ψαράς. «Πέταξέ τα, παιδί μου• αυτά είναι αφορισμένα! λέει ο Παπα-Μηνάς. Και για να το διαπιστώσης, δώσε ένα ψάρι στον γάτο και θα δης ότι δεν θα το φάη». Πράγματι ο ψαράς πέταξε ένα ψάρι στον γάτο και ο γάτος γύρισε πίσω το κεφάλι του• έδειξε αποστροφή. Τέτοια ευαισθησία είχαν!
Σήμερα βλέπεις στα Μοναστήρια σε μεγάλες γιορτές εργάτες, μάστορες... Μια φορά, της Παναγίας, σ’ ένα Μοναστήρι είχαν εργάτες, ολόκληρο συνεργείο με αλυσοπρίονα και ξύλευαν το δάσος. Ενώ ήταν ξάστερος ο ουρανός, ήρθε ένα σύννεφο, έπεσαν κεραυνοί κοντά στους υλοτόμους και έφυγαν με τέτοιο τρόμο που, ενώ πήρε το δάσος φωτιά, ούτε καν ειδοποίησαν. Τρόμαξαν να την σβήσουν αργότερα. Την άλλη Κυριακή πάλι μηχανές• δυο συνεργεία ξαναβγήκαν. Οργή Θεού είναι και οι πυρκαγιές, αφού ξυλεύουμε Κυριακές και γιορτές. Και το κακό είναι που δεν το καταλαβαίνουμε. Έχουμε ξεπεράσει το όριο της ανοχής του Θεού.
Αν υπάρχη κάποια ανάγκη, κάνουν οι καλόγεροι ένα κομποσχοίνι, εκατό κόμπους, και φωτίζει ο Θεός κάποιον και στέλνει εκατό χιλιάδες. Το έργο του μοναχού είναι η προσευχή. Αν δεν έχουμε εμείς εμπιστοσύνη στον Θεό, ποιοι θα έχουν; Οι κοσμικοί; Υποχρεώνεται ο Θεός να τον ακούη τον μοναχό που του εμπιστεύεται την ζωή του. Στο Κοινόβιο που ήμουν, ήταν ένας παρηγουμενιάρης. Και σβέλτος δεν ήταν και πριν τελειώση η Θεία Λειτουργία δεν έφευγε, αλλά και τις δουλειές τις έκανε. Εγώ ήμουν πιο σβέλτος, έφευγα και πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, να ετοιμάσω το Συνοδικό, και μου έρχονταν όλα ανάποδα. Πότε μου γύριζε το μπρίκι και μου χυνόταν ο καφές και πότε μου έπεφταν τα φλιτζάνια και τα ποτήρια, όλο αναποδιές! Εκείνος έφευγε στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Έκανε τον σταυρό του και πίστευε ότι ο Θεός θα τον βοηθήση. Και αν τον μάλωναν, θα το δεχόταν ταπεινά. Είχε ταπείνωση και διπλά ωφελείτο.
Πάντως οι άνθρωποι, όταν δεν σκαλώνουν σε λεπτομέρειες, που δεν βλάπτουν αν παραλειφθούν, ωφελούνται διπλά και δοξολογούν διπλά τους εορταζομένους Αγίους. Όσο μπορούμε, να προσέχουμε να μην είναι εις βάρος των πνευματικών ό,τι κάνουμε, αλλά τα πνευματικά προηγούνται, για να αγιάζωνται όλες οι εργασίες και να έχουμε και τις ευλογίες του Θεού. Να δίνουμε τα πρωτεία στην πνευματική ζωή και όχι στα υλικά. Αν κανείς έχη πρώτα τις δουλειές και ύστερα την προσευχή, δίνει μεγαλύτερη αξία στις δουλειές παρά στα πνευματικά. Αυτό έχει υπερηφάνεια και ανευλάβεια. Δεν αγιάζεται το έργο που γίνεται με χρεωκοπία πνευματική. Αν δίνουμε τα πρωτεία στα πνευματικά, ο Θεός όλα θα τα τακτοποιήση. Αν εμείς οι μοναχοί δεν κρατάμε τις γιορτές, οι κοσμικοί τι να κάνουν; Αν εμείς δεν κάνουμε πνευματικά και δεν παρακαλούμε τους Αγίους να βοηθούν, ποιος θα παρακαλέση; Έτσι λέμε ότι πιστεύουμε στον Θεό, αλλά δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό. Αν εμείς οι καλόγεροι που φοράμε τα ράσα ούτε Κανόνες σεβώμαστε, καταπατούμε και ατιμάζουμε τα πάντα, τι νόημα έχει τότε η ζωή μας;


Δουλεύουν Κυριακές και γιορτές
και τους βρίσκουν συμφορές

Κανονικά πριν από τον Εσπερινό της γιορτής ή της Κυριακής σταματάει κάθε εργασία. Καλύτερα είναι να δουλέψη κανείς περισσότερο την προπαραμονή, όταν αυτό μπορή να ρυθμισθή, και να μη δουλέψη μετά τον Εσπερινό της παραμονής. Άλλο είναι να κάνη κανείς σε μια γιορτή ή την Κυριακή ένα ελαφρό πράγμα το απόγευμα, όταν είναι μεγάλη ανάγκη, αλλά και αυτό πάλι με τρόπο. Παλιά και οι χωρικοί που ήταν έξω στα χωράφια, μόλις άκουγαν την καμπάνα του Εσπερινού, έκαναν τον σταυρό τους και σταματούσαν την δουλειά. Το ίδιο και οι γυναίκες που κάθονταν στην γειτονιά. Σηκώνονταν, έκαναν τον σταυρό τους και άφηναν το πλέξιμο ή ό,τι άλλο έκαναν. Και ο Θεός τους ευλογούσε. Είχαν την υγεία τους και χαίρονταν... Τώρα κατήργησαν τις γιορτές, απομακρύνθηκαν από τον Θεό και την Εκκλησία και τελικά όσα βγάζουν από την δουλειά τους τα δίνουν στους γιατρούς και στα νοσοκομεία... Μια φορά ήρθε ένας πατέρας στο Καλύβι και μου λέει: «Το παιδί μου αρρωσταίνει συχνά και οι γιατροί δεν μπορούν να βρουν τι έχει». «Να σταματήσης να δουλεύης Κυριακή και όλα θ’ αλλάξουν», του είπα. Πράγματι σταμάτησε, και το παιδάκι του έγινε καλά.
Πάντα λέω στους λαϊκούς να σταματήσουν να δουλεύουν Κυριακές και γιορτές, για να μην τους βρουν στην ζωή τους συμφορές. Όλοι μπορούν να ρυθμίσουν την δουλειά τους. Όλη η βάση είναι η πνευματική ευαισθησία. Αν υπάρχη ευαισθησία, βρίσκονται λύσεις για όλα. Και αν λίγο ζημιωθούν από μια λύση, θα πάρουν ευλογία διπλή. Πολλοί όμως δεν το καταλαβαίνουν. Ούτε στην Θεία Λειτουργία πηγαίνουν. Η Θεία Λειτουργία αγιάζει. Αν δεν πάη ο Χριστιανός την Κυριακή στην Εκκλησία, πως θα αγιασθή;
Δυστυχώς όμως πάνε σιγά-σιγά οι άνθρωποι να μην αφήσουν ούτε γιορτές ούτε τίποτε. Βλέπεις, ακόμη και τα ονόματα τα αλλάζουν, για να μη θυμούνται τους Αγίους τους. Το Βασιλική το κάνουν Βίκυ• το Ζωή, Ζωζώ, και έτσι λέει δυο φορές... «ζώο»! Έβαλαν την γιορτή της Μάνας, του Μάη, του Απρίλη... Σε λίγο θα πουν: «Σήμερα είναι η γιορτή της αγκινάρας, την άλλη του κυπαρισσιού, την άλλη τα γενέθλια αυτού που βρήκε την ατομική βόμβα ή το ποδόσφαιρο». Δεν αφήνει όμως ο Θεός...
 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Η ορθόδοξη παράδοση

«Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός
και εις τους αιώνας»

- Γέροντα, συχνά μιλούν για «ανανέωση στην Εκκλησία»• λες και η Εκκλησία γηράσκει και χρειάζεται ανανέωση!
- Ναι, γέρασε!... Μα και αυτοί ακόμη που δεν έχουν ευλάβεια αλλά λίγο μυαλό δεν αναπαύονται σ’ αυτά τα νέα που φτιάχνουν τώρα και ψάχνουν να βρουν εκείνα τα αρχαία. Δεν τους συγκινούν λ.χ. οι νέες εικόνες• καταλαβαίνουν την αξία της παλιάς εικόνας. Αυτοί που έχουν λίγο μυαλό δηλαδή• πόσο μάλλον αυτοί που έχουν ευλάβεια! Από εκεί να καταλάβης πόσο λάθος είναι αυτά που λένε για «ανανέωση» κ.λπ.!
Σήμερα, αν κανείς προσπαθή να κρατήση λίγο την παράδοση, να τηρή τις νηστείες, να μη δουλεύη τις γιορτές, να είναι ευλαβής, λένε μερικοί: «Που βρίσκεται αυτός; Πάνε αυτά τα πράγματα! Αυτά ήταν για τότε!» Και αν δεν γίνονται τώρα!» Σιγά-σιγά τα παίρνουν για παραμύθια. Τι λέει όμως: «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας». Τουλάχιστον, αν δεν μπορή κανείς να τα τηρήση, ας πη: «Θεέ μου, ήμαρτον!» Τότε ο Θεός θα τον ελεήση. Αλλά τώρα, ενώ έχει την αδυναμία του, πάει να επιβληθή στον άλλον, γιατί ελέγχεται. Πάρε έναν δαιμονισμένο και βάλ’ τον σε μια πνευματική ατμόσφαιρα. Θα δης, θα γυρίζη από ‘δώ-από ‘κεί• δεν θα μπορή να σταθή, γιατί θα ζορίζεται. Το ίδιο και αυτοί• ελέγχονται, ζορίζονται και πάνε να καταπατήσουν την συνείδησή τους, γι’ αυτό τα λένε αυτά. Και τις αξίες τις λένε κατεστημένο τώρα και πάνε να αντικαταστήσουν τις αξίες με αταξίες. Μεγάλη διαστροφή υπάρχει στον κόσμο! Την ομορφιά την πνευματική την θεωρούν ασχήμια. Η πνευματική ομορφιά δηλαδή για τους κοσμικούς είναι κοσμική ασχήμια. Να, αν πάρης έναν καλόγερο τώρα και του κόψης τα μαλλιά του, πόσο άσχημος γίνεται! Αυτήν όμως την ασχήμια οι κοσμικοί την θεωρούν ομορφιά.
Και βλέπεις, τώρα μάχονται την Εκκλησία, αγωνίζονται για την καταστροφή της. Καλά, να πούμε, δεν πιστεύουν, διδάσκουν την αθεΐα. Αλλά να μην αναγνωρίζουν το καλό που προσφέρει η Εκκλησία και να τα βάζουν με την Εκκλησία; Αυτό έχει πολλή κακότητα. Να μην αναγνωρίζουν π.χ. ότι η Εκκλησία προστατεύει τα παιδιά, τα βοηθάει να μη γίνουν αλητάκια, να γίνουν καλοί άνθρωποι; Αυτοί προωθούν τα παιδιά στο κακό• επιτρέπουν την καταστροφή των παιδιών ελεύθερα. Ενώ η Εκκλησία τι διδάσκει; «Να είναι ο νέος φρόνιμος, να σέβεται τους άλλους, να διατηρηθή αγνός, για να παρουσιασθή στην κοινωνία σωστός άνθρωπος». Αλλά τα πράγματα θα έρθουν πάλι στην θέση τους. Στην Ρωσία μια γιαγιά προσευχόταν γονατιστή μέσα στην Εκκλησία δίπλα σε μια κολόνα. Πάει μια νεαρή γυναίκα, που ήταν μεγάλη επιστήμων, και της λέει: «Αυτά είναι ξεπερασμένα πράγματα». Της απαντάει η γιαγιά: «Σ’ αυτήν την κολόνα που προσεύχομαι και κλαίω τώρα εγώ, θα ‘ρθής μετά να κλαις εσύ. Τα δικά σας θα έρχωνται και θα περνούν, θα έρχωνται και θα περνούν, ενώ ο Χριστιανισμός δεν ξεπερνιέται ποτέ».


Σεβασμός στην παράδοση

Πολλοί άγιοι Μάρτυρες, όταν δεν ήξεραν το δόγμα, έλεγαν: «Πιστεύω ό,τι θέσπισαν οι Άγιοι Πατέρες». Αν κάποιος το έλεγε αυτό, μαρτυρούσε. Δεν ήξερε δηλαδή να φέρη αποδείξεις στους διώκτες για την πίστη του και να τους πείση, αλλά είχε εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες. Σκεφτόταν: «Πως να μην έχω εμπιστοσύνη στους Αγίους Πατέρες; Αυτοί ήταν και οι πιο έμπειροι και ενάρετοι και άγιοι. Πως εγώ να δεχθή μια ανοησία; Πως να ανεχθώ να βρίζη ένας τους Αγίους Πατέρες;» Να έχουμε εμπιστοσύνη στην παράδοση. Σήμερα, δυστυχώς, μπήκε η ευρωπαϊκή ευγένεια και πάνε να δείξουν τον καλό. Θέλουν να δείξουν ανωτερότητα και τελικά πάνε να προσκυνήσουν τον διάβολο με τα δύο κέρατα. «Μια θρησκεία, σου λένε, να υπάρχη» και τα ισοπεδώνουν όλα. Ήρθαν και σ’ εμένα μερικοί και μου είπαν: «Όσοι πιστεύουμε στον Χριστό, να κάνουμε μια θρησκεία». «Τώρα είναι σαν να μου λέτε, τους είπα, χρυσό και μπακίρι, χρυσό τόσα καράτια και τόσα που τα ξεχώρισαν, να τα μαζέψουμε πάλι και να τα κάνουμε ένα. Είναι σωστό να τα ανακατέψουμε πάλι; Ρωτήστε έναν χρυσοχόο: ‘’Κάνει να ανακατέψουμε την σαβούρα με το χρυσό;’’ Έγινε τόσος αγώνας, για να λαμπικάρη το δόγμα». Οι Άγιοι Πατέρες κάτι ήξεραν και απαγόρευαν τις σχέσεις με αιρετικό. Σήμερα λένε: «Όχι μόνο με αιρετικό αλλά και με Βουδδιστή και με πυρολάτρη και με δαιμονολάτρη να συμπροσευχηθούμε. Πρέπει να βρίσκωνται στις συμπροσευχές τους και στα συνέδρια και οι Ορθόδοξοι. Είναι μια παρουσία». Τι παρουσία; Τα λύνουν όλα με την λογική και δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα νομίζει ότι και τα πνευματικά θέματα μπορούν να μπουν στην Κοινή Αγορά.
Μερικοί από τους Ορθοδόξους που έχουν ελαφρότητα και θέλουν να κάνουν προβολή. «Ιεραποστολή», συγκαλούν συνέδρια με ετεροδόξους, για να γίνεται ντόρος και νομίζουν ότι θα προβάλουν έτσι την Ορθοδοξία, με το να γίνουν δηλαδή ταραμοσαλάτα με τους κακόδοξους. Αρχίζουν μετά οι υπέρ-ζηλωτές και πιάνουν το άλλο άκρο• λένε και βλασφημίες για τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών κ.λπ και κατασκανδαλίζουν ψυχές που έχουν ευλάβεια και ορθόδοξη ευαισθησία. Οι ετερόδοξοι από την άλλη έρχονται στα συνέδρια, κάνουν τον δάσκαλο, παίρνουν ό,τι καλό υλικό πνευματικό βρίσκουν στους Ορθοδόξους, το περνάνε από το δικό τους εργαστήρι, βάζουν δικό τους χρώμα και φίρμα και το παρουσιάζουν σαν πρωτότυπο. Και ο παράξενος σημερινός κόσμος από κάτι τέτοια παράξενα συγκινείται, και καταστρέφεται μετά πνευματικά. Ο Κύριος όμως, όταν θα πρέπη, θα παρουσιάση τους Μάρκους τους Ευγενικούς και τους Γρηγορίους Παλαμάδες, που θα συγκεντρώσουν όλα τα κατασκανδαλισμένα αδέλφια μας, για να ομολογήσουν την ορθόδοξη πίστη και να στερεώσουν την παράδοση και να δώσουν χαρά μεγάλη στην Μητέρα μας Εκκλησία.
Εάν ζούσαμε πατερικά, θα είχαμε όλοι πνευματική υγεία, την οποία θα ζήλευαν και όλοι οι ετερόδοξοι, και θα άφηναν τις αρρωστημένες τους πλάνες και θα σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δεν συγκινούνται από την αγίας μας πατερική παράδοση, γιατί θέλουν να δουν και την πατερική μας συνέχεια, την πραγματική μας συγγένεια με τους Αγίους μας. Αυτό που επιβάλλεται σε κάθε Ορθόδοξο είναι να βάζη την καλή ανησυχία και στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή ότι βρίσκονται σε πλάνη, για να μην αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους, και στερηθούν και σ’ αυτήν την ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή της περισσότερες και αιώνιες ευλογίες του Θεού. Έρχονται εκεί στο Καλύβι μερικά παιδιά Καθολικά με πολύ καλή διάθεση, έτοιμα να γνωρίσουν την Ορθοδοξία. «Θέλουμε κάτι να μας πης, για να βοηθηθούμε πνευματικά», μου λένε. «Κοιτάξτε, του λέω• πάρτε την Εκκλησιαστική Ιστορία και θα δήτε ότι κάποτε ήμασταν μαζί και μετά που φθάσατε. Αυτό πολύ θα σας βοηθήση. Κάντε αυτό, και άλλη φορά θα συζητήσουμε πολλά».
Παλιότερα σεβόταν κανείς κάτι, γιατί ήταν του παππού του, και το φύλαγε σαν κειμήλιο. Είχα γνωρίσει έναν πολύ καλό δικηγόρο. Το σπίτι του ήταν απλό και ξεκούραζε όχι μόνον αυτόν αλλά και τους επισκέπτες. Μου έλεγε κάποτε: «Πριν από λίγα χρόνια, Πάτερ, με κορόιδευαν οι γνωστοί μου για τα παλιά έπιπλα που έχω. Τώρα έρχονται και τα θαυμάζουν για αντίκες. Ενώ εγώ τα χρησιμοποιώ και τα χαίρομαι, γιατί μου θυμίζουν τον πατέρα μου, την μάνα μου, τους παππούδες, και συγκινούμαι, εκείνοι μαζεύουν διάφορα παλιά, κάνουν σαλόνια σαν παλιατζίδικα, για να ξεχνιούνται με αυτά και να ξεχνούν το κοσμικό τους άγχος». Παλιά ένα τόσο δα φλουράκι το κρατούσε κανείς σαν μεγάλη περιουσία από την μάνα του, από τον παππού του. Σήμερα, αν έχη κάποιος από τον παππού του μια λίρα Γεωργίου λ.χ., και έχη εκατό δραχμές διαφορά με την λίρα Βικτωρίας, θα την δώση να την αλλάξη. Δεν εκτιμά, δεν υπολογίζει ούτε μάνα ούτε πατέρα. Μπαίνει αυτό το ευρωπαϊκό πνεύμα και σιγά-σιγά μας παίρνει όλους σβάρνα.
Θυμάμαι, όταν πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος, σε μια συνοδία Γέροντας ήταν ένα γεροντάκι που είχε πολλή ευλάβεια. Κρατούσε «πάππον προς πάππον» από ευλάβεια όχι μόνον τα καλυμμαύχια από τους «παππούδες» του, τους προκατόχους του, αλλά και τα καλούπια με τα οποία φτιάχνουν τα καλυμμαύχια. Είχε και βιβλία παλιά και διάφορα χειρόγραφα και τα φύλαγε τυλιγμένα όμορφα στην βιβλιοθήκη, που την είχε κλεισμένη καλά, για να μη σκονίζωνται. Εκείνα τα βιβλία δεν τα χρησιμοποιούσε• τα κρατούσε κλεισμένα. «Εγώ δεν είμαι άξιος να διαβάσω τέτοια βιβλία, έλεγε. Θα διαβάσω αυτά τα απλά, το Γεροντικό, την Κλίμακα». Ήρθε μετά ένας νέος μοναχός – τελικά δεν έμεινε στο Όρος – και του λέει: «Τι μαζεύεις εδώ σαβούρα;» Πήρε τα καλούπια να τα πετάξη, να τα κάψη. Έκλαιγε το καημένο το γεροντάκι: «Αυτό είναι από τον παππού μου, έλεγε τι σε πειράζει; Έχουμε τόσα δωμάτια• ασ’ τα σε μια ακρούλα». Από την ευλάβεια που είχε, κρατούσε όχι μόνον τα βιβλία, τα κειμήλια, τα καλυμμαύχια, αλλά ακόμη και εκείνα τα καλούπια! Όταν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, υπάρχει πολύς σεβασμός και στα μεγάλα. Όταν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, υπάρχει πολύς σεβασμός και στα μεγάλα. Όταν δεν υπάρχη σεβασμός στα μικρά, ούτε και στα μεγάλα υπάρχει. Έτσι διατηρούσαν την παράδοση οι Πατέρες.


Να κρατούμε στον Μοναχισμό τα δοκιμασμένα
- Γέροντα, όταν μια αδελφή είναι καινούργια σε ένα διακόνημα και βρίσκη μια ορισμένη τάξη, είναι σωστό να κάνη αλλαγές;
- Όχι, να μην κάνη εξ αρχής αλλαγές, ακόμη και αν είναι μόνη της. Το έκαναν αυτό νέες Αδελφότητες που πήγαν σε παλιά Μοναστήρια• δεν σεβάσθηκαν την πείρα των παλιών. Όταν πάη κανείς έτσι και κάνη δικά του προγράμματα και καταργή τα παλιά Τυπικά, την τάξη δηλαδή που υπήρχε παλιά, εκείνα τα δοκιμασμένα που βοηθούσαν στην καλογερική, όχι μόνο δεν έχει παράδοση, αλλά δεν έχει και σεβασμό στην παράδοση. Αργότερα όμως θα καταλάβουν πόσο χρήσιμα ήταν όλα αυτά που άλλαξαν. Αυτοί που τα είχαν βάλει αυτά, κάτι ήξεραν. Ό,τι υπάρχει από παλιά στον Μοναχισμό είναι ζυγισμένο• είναι από πείρα. Βλέπεις, και σε μια τέχνη πρέπει να σέβεται κανείς τους κανόνες της. Από μαραγκός που ήμουν, ξέρω ότι ένα τραπέζι κανονικό έχει ογδόντα πόντους ύψος, το σκαλοπάτι είκοσι επτά πόντους πλάτος. Είναι δοκιμασμένα, κανονισμένα όλα αυτά, και πρέπει να τα ασπασθή ο μαθητής• δεν του χρειάζεται εξήγηση. Έχουν βγη από την πείρα και χρειάζεται εμπιστοσύνη στον τεχνίτη και σεβασμός στην πείρα του. Όποιος δεν σέβεται τους κανόνες της τέχνης δεν θα κάνη σωστή δουλειά• ή θα κάνη το τραπέζι κοντό ή θα το κάνη ψηλό κ.λπ.
Άλλαξα πολλά Καλύβια• είμαι... καυσοκαλυβίτης! Όσες φορές έκανα αλλαγές στις πόρτες, στα καρφιά, στο τέλος κατέληξα ότι όλα είχαν μπη σε σκέψη. Γι’ αυτό τώρα, στην αρχή, και να δυσκολεύωμαι, δεν κάνω καμμιά αλλαγή. Δεν βγάζω ούτε ένα καρφί από τους τοίχους. Αν εγώ ο άπειρος τα ξεκαρφώσω, θα τα ξανακαρφώσω στην θέση που τα βρήκα και θα χαλάσω τους σοβάδες, γιατί ύστερα από δοκιμή τα κάρφωσε ο άλλος Πατέρας. Για να έχη λ.χ. ένα καρφί εκεί στον τοίχο, χρειάζεται να κρεμάσης μια φανέλλα, ένα ράσο. Σε ένα Κελλί που είχα πάει , σε κάθε γωνία είχε και από ένα μπαστούνι χοντρό και γυριστό. Τα έπαιρνα και τα έδινα στον κόσμο. Μετά κατάλαβα ότι τα είχε ο προηγούμενος Πατέρας, γιατί υπήρχαν πολλά φίδια εκεί, για να μην τρέχη και ψάχνη.
Το πιο σπουδαίο είναι να κρατάτε αυτά που είναι δοκιμασμένα. Διαφορετικά, φεύγει η παράδοση και μένει η παράβαση. Τι θα πη παράδοση, τι θα πη παράβαση! Πόσο διαφέρει το ένα από το άλλο! Την παράβαση να την κάνουμε παράδοση; Σήμερα μερικά Μοναστήρια κάνουν ό,τι τους βολεύει και το θεωρούν ότι είναι παραδοσιακό, και αντί να είναι παραδοσιακά γίνονται... παραβασιακά. Πως θα έρθη μετά η διάκριση η πνευματική, αν δεν υπάρχη η πνευματική ευαισθησία; Βλέπετε, στον Μοναχισμό χρειάζεται άλλη γραμμή• ούτε η στρατιωτική ούτε η «κινησιακή» ούτε η συνεταιριστική, αλλά η μοναχική, η δοκιμασμένη, η οποία έχει τον χαρακτήρα της πατερικής γραμμής. Μπορεί να λέγεται καμμιά φορά «πατερική» γραμμή και η άλλη η ψευτοθεωρητική μοναχική γραμμή, η οποία όμως δεν έχει καμμιά εσωτερική σχέση με τον Μοναχισμό και τους Πατέρες, αλλά την λένε έτσι, απλώς γιατί διάβασαν τους Πατέρες.
Μερικά νέα Μοναστήρια λειτουργούν σήμερα σαν Ιδρύματα. Είναι βέβαια κάπως δικαιολογημένα, γιατί δεν βρήκαν μαγιά. Μπορούσαν όμως να ρωτήσουν παλιά Μοναστήρια. Μετά την Τουρκοκρατία, όταν ξεκίνησαν ξανά τα πρώτα Μοναστήρια, δεν υπήρχε μαγιά πνευματική. Οι Βαυαροί πήγαιναν να διαλύσουν τα Μοναστήρια που υπήρχαν και να πάρουν τις περιουσίες. Μέχρι και διαταγή έβγαλαν ακόμη και να παντρεύωνται οι μοναχοί, για να τα διαλύσουν! Από την άλλη μεριά οι δικοί μας δεν πήγαν να ψάξουν, να δουν πως ήταν ο Μοναχισμός παλιά και να γυρίσουν στην παράδοση. Έβλεπαν ότι τα Μοναστήρια είχαν αγελάδες, μοσχάρια, και έλεγαν: «Να, αυτός είναι ο Μοναχισμός• να έχουν αγελάδες, μοσχάρια!» Είχαν όμως αγελάδες, μοσχάρια, γουρούνια, γιατί, επί Τουρκοκρατίας, όσοι είχαν περιουσίες, ζώα κ.λπ., τα έδιναν, οι καημένοι, στα Μοναστήρια, για να μην τις πάρουν οι Τούρκοι. Στα Μοναστήρια πήγαινε κόσμος άρρωστος, σακατεμένος και έτρωγε ψωμί. Τάιζαν και αυτούς, τάιζαν και την φτώχεια. Όλοι οι πονεμένοι θα πήγαιναν στα Μοναστήρια. Τότε δεν υπήρχαν Ιδρύματα, οπότε οι μοναχοί αναγκάζονταν να ασχολούνται και με τα ζώα, για να βοηθούν τον κόσμο. Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχε ο λόγος αυτός, συνέχισαν να έχουν μοσχάρια, αγελάδες, πρόβατα, κτηνοτροφία, οπότε πολλοί πνευματικοί άνθρωποι εκείνης της εποχής είπαν: «Να, αυτός είναι ο δικός μας Μοναχισμός!» και πήγαν να πάρουν από τους Δυτικούς τον δικό τους Μοναχισμό με τις Ιεραποστολές τους, να πάρουν όλα τα δυτικά. Δεν γύρισαν πίσω στην δική μας παράδοση να δουν τι συνέβη και να σκεφθούν: «Καλά, έμειναν αυτά από την Τουρκοκρατία. Τότε δεν μπορούσαν να ζήσουν μοναχικά, όπως έπρεπε. Είναι μια αρρώστια από την παλιά κατάσταση. Τώρα πρέπει να γυρίσουμε πάλι στην παράδοση». Αλλά αυτοί δεν γύρισαν στην δική μας παράδοση• γύρισαν στην κατάσταση των Δυτικών! Πήραν τα πρότυπα από εκεί, για να τα εφαρμόσουν εδώ. Αυτό είναι το σφάλμα τους, που δεν γύρισαν στην παράδοση. Βλέπεις, οι Τούρκοι σέβονταν τα βακούφια, γιατί από τους Αγίους μας και οι ίδιοι πολλές φορές έβλεπαν θαύματα, και από τα Μοναστήρια ζητούσαν την θεία βοήθεια και όχι φιλοξενία.


Πάλι θα γυρίσουν στα παλιά

Αργότερα οι άνθρωποι θα εκτιμήσουν που κρατούν οι Χριστιανοί σήμερα την τιμή, την πίστη και όλο το μεγαλείο της Εκκλησίας. Και να δήτε, θα γυρίσουν πάλι στα παλιά. Όπως έγινε και με την αγιογραφία• μια εποχή δεν μπορούσαν να καταλάβουν την βυζαντινή τέχνη και χτυπούσαν τις τοιχογραφίες με το σκεπάρνι, για να ρίξουν το παλιό σοβά και να τον ξαναφτιάξουν, για να αγιογραφήσουν άλλες εικόνες, της Αναγεννήσεως. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, αναγνώρισαν την αξία της βυζαντινής τέχνης. Μάλιστα πολλοί που δεν έχουν και ευλάβεια, ακόμη και άθεοι, πάνε σιγά-σιγά και ξεσκεπάζουν τις παλιές τοιχογραφίες που έχουν τις σκεπαρνιές. Έτσι και όλα αυτά που πετούν τώρα για άχρηστα σιγά-σιγά θα τα αναζητήσουν.
Βλέπεις και με την βυζαντινή μουσική πως τα πράγματα έρχονται στην θέση τους; Μικρά παιδιά έχουν μάθει βυζαντινή μουσική. Παλιότερα δύσκολα εύρισκες έναν που να ήξερε βυζαντινή μουσική. Τώρα μικρά παιδιά ξέρουν, και οι άλλοι προβληματίζονται μετά. Και τι γλυκά «γυρίσματα»  έχει η βυζαντινή μουσική! Ιδίως τα καθαρά βυζαντινά έχουν διάφορα όμορφα, γλυκά γυρίσματα. Άλλα λεπτά σαν το αηδόνι, άλλα σαν απαλό κυματάκι, άλλα δίνουν μια μεγαλοπρέπεια. Όλα αποδίδουν, τονίζουν τα θεία νοήματα. Όμως σπάνια να ακούσης αυτά τα όμορφα γυρίσματα. Οι περισσότεροι που ψέλνουν τα λένε λειψά, κουτσουρεμένα, καλουπωμένα. Αφήνουν κενά, τρύπες! Και το κυριώτερο, τα λένε χωρίς τόνο. Απορώ• δεν έχουν οξείες αυτά τα βιβλία τους; Σαν την σημερινή γραμματική  είναι χωρίς τόνους, χωρίς οξείες; Τελείως ρηχά τα λένε. Όλα τα πάνε ίσια, λες και πέρασε οδοστρωτήρας και τα ισοπέδωσε όλα! «Πα-νη-ζω, πα-νη-ζω» , πανίζουν-πανίζουν τον φούρνο και ψωμί δεν βγάζουν! Άλλοι πάλι τονίζουν χωρίς  καρδιά και τσιρίζουν. Άλλοι τα τονίζουν όλα δυνατά, τα λένε και όλα ίσια, όλα καρφωτά, και νομίζεις χτυπούν καρφιά με το σκεπάρνι. Ναι, αλήθεια, ή τελείως άτονα ή σκληρά! Δεν σε ξεσηκώνουν εσωτερικά• δεν σε αλλοιώνουν. Ενώ  πόσο γλυκειά είναι η καθαρή βυζαντινή μουσική! Ειρηνεύει, μαλακώνει την ψυχή. Η σωστή ψαλμωδία είναι το ξεχείλισμα της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως. Είναι θεία ευφροσύνη! Δηλαδή ευφραίνεται η καρδιά από τον Χριστό και με καρδιά ευφροσύνη μιλάει ο άνθρωπος στον Θεό. Όταν συμμετέχη κανείς σ’ αυτό που ψάλλει, τότε αλλοιώνεται, με την καλή έννοια, και ο ίδιος και οι άλλοι που τον ακούνε. Πριν από χρόνια κάποιος παλιός ψάλτης πήγε στο Άγιον Όρος και έγινε ρεζίλι. Οι Πατέρες έψελναν παραδοσιακά. Τον πήραν και αυτόν μαζί τους να ψάλη, αλλά αυτός δεν έκανε τα «γυρίσματα», γιατί δεν τα ήξερε. Οι Αγιορείτες τα είχαν από παράδοση. Μετά προβληματίσθηκε και αυτός και μερικοί  άλλοι. Μπήκε η καλή ανησυχία, έψαξαν, διάβασαν, άκουσαν παλιούς παραδοσιακούς ψάλτες και βρήκαν τα «γυρίσματα» που είχαν οι παλιοί.
Και οι Τούρκοι την μουσική την πήραν από το Βυζάντιο, όταν ήρθαν στην Μικρά Ασία. Γι’ αυτό οι τουρκικοί αμανέδες, κατά κάποιο τρόπο, συγκινούν, και λέει ο λαός: «Τουρκικά να τραγουδάς, γαλλικά να μιλάς και ελληνικά να γράφης». Όχι ότι όλοι οι Τούρκοι έχουν καλή φωνή, αλλά, ακόμη και όσοι δεν έχουν, τραγουδούν  με καημό, με μεράκι. Μερικοί δικοί μας δεν ξέρουν ότι  οι αμανέδες είναι βυζαντινοί και λένε πως εμείς πήραμε  την βυζαντινή μουσική από τους Τούρκους! Μα οι Τούρκοι,  όταν ήρθαν από τα βάθη της Ασίας, δεν είχαν ούτε μουσική ούτε άλλο τίποτε και πήραν τον ήχο από την βυζαντινή μουσική.
- Γέροντα, οι Καθολικοί πως αναπαύονται στο αρμόνιο;
- Γιατί; «Εκλαΐκευση», σου λένε! Εσύ θυμάσαι εκείνες τις καθολικές καλογριές στην Γαλλία, που έψαλλαν στην Ανάσταση το «Χριστός ανέστη» και χόρευαν σύγχρονο  χορό με μια εικόνα; Έκαναν… Πάσχα! Την εικόνα την κρατούσε η Γερόντισσά τους! Αλλοίωση, αλλοίωση, και δες που έφθασαν. Άκουσα μια φορά έναν νέο μοναχό που έψαλλε μια Δοξολογία λίγο παράξενη. «Καλά, είπα μέσα μου, τι είναι αυτό που λέει;» Τον ρωτάω μετά «Τίνος είναι αυτή  η Δοξολογία;» «Του Πέτρου Πελοποννησίου, μου λέει, αλλά την διόρθωσα». «Την διόρθωσες;»  του λέω. «Καλά, μου λέει, δεν έχω και εγώ το δικαίωμα να διορθώσω;» «Να φτιάξης μια δική σου Δοξολογία, άμα θέλης• όχι να χαλάσης την άλλη». Πήγε και έκανε αλλαγές και μετά θα έλεγε: «Αγιορείτικο είναι». Χρειάζεται πολλή προσοχή. Να μην αλλοιώση κανείς αυτά τα παλιά. Άμα θέλη, ας φτιάξη κάτι δικό του και ας  βάλη και το όνομά του• έχει δικαίωμα. Αλλά να παίρνη και  να αλλοιώνη τα παλιά, είναι ανευλάβεια. Σαν ένας που δεν ξέρει αγιογραφία να πάη να διορθώση μια παλιά εικόνα. Άμα θέλη, ας φτιάξη μια εικόνα δική του, όχι να καταστρέψη μια άλλη εικόνα.


Χωρίς πίστη δεν μπορεί να σταθή ο κόσμος
Πήγαιναν να καταργήσουν την θρησκεία, γιατί νόμιζαν ότι η θρησκεία δημιουργεί προβλήματα. Τώρα σιγά-σιγά βλέπουν ότι ο άνθρωπος, όταν δεν πιστεύη, δεν έχει φρένο και γίνεται θηρίο• δεν μπορεί να σταθή χωρίς ιδανικά. Ένας δημοσιογράφος πήγε σε έναν παλιό πολιτικό, κομμουνιστή, και τον ρώτησε: «Τι πρέπει να προσέξουν οι σημερινοί πολιτικοί για να πετύχουν και τι για να μην αποτύχουν;» Και εκείνος του απάντησε: «Εμείς αποτύχαμε, γιατί τα βάλαμε με την Εκκλησία». Οι κομμουνιστές δηλαδή που δεν πιστεύουν, που δεν έχουν ούτε υλικό  ενδιαφέρον ούτε πνευματικό ανέβασμα, κατάλαβαν ότι με τον Θεό δεν μπορούν να τα βάλουν. Τώρα  στην Σερβία άρχισαν να χτίζουν Ναούς σε μερικά μέρη. Είδαν μετά από στατιστική ότι όπου υπάρχει Εκκλησία υπάρχουν λιγώτεροι ψυχοπαθείς, γίνονται λιγώτερα εγκλήματα κ.λπ. Δεν πιστεύουν, αλλά, για να μη δίνουν ψυχοφάρμακα, κάνουν Ναούς. αφού και ο Τσαουσέσκου, παρ’ όλο που ήταν  «τσαούσης του αίσχους», παρ’ όλο που έλεγε ότι ο Χριστιανισμός είναι το όπιο του λαού κ.λπ., αλλά έλεγε κιόλας ότι οι Χριστιανοί είναι καλοί άνθρωποι. Γιατί, όσοι πίστευαν, είχαν φρένο• δεν έκαναν αταξίες. Ενώ οι άλλοι που δεν πίστευαν, τα έκαναν γυαλιά-καρφιά. Πόσους Αγίους θα έχουμε από την Ρωσία! Τώρα τα βάζουν με τον Κομμουνισμό. Και οι άλλοι πως πάνε να τα δικαιολογήσουν όλα! «Ο Λένιν και ο Μαρξ, λένε, συμφωνούσαν με τον Χριστό, αλλά δεν είχαν καταλάβει το πνεύμα Του, γι’ αυτό έκαναν εγκλήματα κ.λπ». Και αυτό, γιατί έχουν ξεσηκωθή οι Χριστιανοί: «Θέλουμε να επανέλθουμε στην παλιά μας παράδοση, στην θρησκεία μας». Και επειδή δεν μπορούν να συγκρατήσουν τώρα τον κόσμο, λένε και αυτοί: «Να επανέλθουμε στην παλιά μας παράδοση»! Γιατί όλα αυτά που έκαναν στην Επανάσταση τα έκαναν, γιατί τάχα δεν είχαν καταλάβει το πνεύμα του Χριστού!
Θα έρθη η ώρα που και οι άπιστοι άρχοντες, όχι μόνον οι πιστοί, θα καταλάβουν ότι, αν δεν υπάρχη πίστη,  δεν μπορεί να σταθή ο κόσμος, και θα επιβάλουν κάπου να πιστεύουν, για να κρατούν τον κόσμο. Μετά από χρόνια, μια μέρα αν δεν κάνης προσευχή, θα σε κλείνουν φυλακή! Θα δίνης λογαριασμό στον άρχοντα αν προσευχήθηκες ή όχι!... Θα έρθουν έτσι τα πράγματα στην θέση τους.


Να αφήσουμε μια καλή παράδοση
- Πως μερικά μέρη, Γέροντα, έχουν καλούς ανθρώπους;
- Υπήρχαν καλοί άνθρωποι, άφησαν μια καλή σειρά και τώρα συνεχίζεται μια καλή παράδοση. Δεν είναι ότι το χώμα βγάζει καλούς ανθρώπους! Όταν  ένας τόπος έχη καλή παράδοση ή κακή παράδοση, αυτό συνεχίζεται. Εκεί στην Ήπειρο ήταν κάποιο χωριό, κοντά στα αλβανικά σύνορα, που οι κάτοικοί του πήγαιναν στον Εσπερινό, στην Θεία Λειτουργία, όποτε είχε, ακόμη και στο Απόδειπνο. Και – πώς να πη κανείς; - ζούσαν τον Παράδεισο και από αυτήν την ζωή, θα πάνε και στον Παράδεισο στην άλλη ζωή. Αυτοί βοήθησαν τον εαυτό τους, βοήθησαν και την άλλη γενιά, και δημιούργησαν μια καλή συνέχεια. Και όταν οι απόγονοι βρεθούν σε μια παράδοση καλή, συνεχίζεται μια παράδοση καλή. Στο διπλανό ακριβώς χωριό όλοι έκλεβαν. Έναν παπά έβγαλε το χωριό αυτό, και αυτός έκλεβε εικόνες από την
Εκκλησία! Όχι ότι σ’ αυτό το χωριό ήταν το χώμα τέτοιο, αλλά οι άνθρωποι εκεί είχαν αυτήν την κακή συνήθεια. Άφησαν έτσι μια κακή σειρά, και αυτή η παράδοση η κακή συνεχίζεται. Θέλει πολλή δουλειά, για να έρθη εκεί μια καλή παράδοση. Και βλέπεις, όταν κάποιος είναι κακός, προσπαθούν να αποδείξουν όλοι πως δεν είναι από τον τόπο τους•  ψάχνουν για την καταγωγή του. Όταν είναι κάποιος άγιος, κοιτάνε ποιος θα προλάβη να τον κάνη δικό του! Σαν τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό•  ενώ είναι Στερεοελλαδίτης, τον έβαλαν στους Ηπειρώτες Αγίους,  επειδή ο πατέρας του ήταν από τα Γραμμενοχώρια της Ηπείρου• ήθελε – δεν ήθελε ο Άγιος!
Γνώρισα έναν οικογενειάρχη που, όταν μιλούσε, κουνούσε το δάκτυλό του συνέχεια και νευρικά. Μετά και τα παιδιά του, όταν μιλούσαν, κουνούσαν και εκείνα το δάκτυλό τους! Γιατί τα παιδιά παίρνουν όλες τις συνήθειες του πατέρα. Τις αντιγράφουν ακριβώς. Ο σκοπός όμως είναι να παίρνη κανείς μόνον το καλό, γιατί διαφορετικά θα διαιωνίζεται το κακό. Θυμάμαι έναν που πήγε σε ένα ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, αλλά δεν αναπαυόταν. Του λέει ο Γέροντάς του: «Κάθησε, τέκνον μου, θα αλλάξουν τα πράγματα». Και το «τέκνον» του του λέει: «Γέροντα, πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα; Ο υποτακτικός του Γερο-τάδε είναι ακριβώς όπως ο Γερο-τάδε. Ο υποτακτικός του τάδε είναι ακριβώς όπως εκείνος. Οπότε  πως θ’ αλλάξουν τα πράγματα;» Όταν υπάρχη ένα παλιό κακό σε ένα Μοναστήρι ή σε μια συνοδία και οι υποτακτικοί δεν έχουν την καλή ανησυχία και αντιγράφουν ό,τι βρουν, τότε διαιωνίζεται μια κατάσταση κακή. Ενώ, όταν υπάρχη η καλή ανησυχία στους υποτακτικούς, τότε μπορεί να αλλάξη μια κακή κατάσταση και να γίνη καλή. Έτσι μπορεί να διαιωνισθή και το καλό και το κακό.
Αυτό που έχω καταλάβει, είναι ότι όλα αυτά που έχουμε τώρα, είτε Πατερικά είτε Τυπικά, είναι κουκολόι• δηλαδή σαν μερικά απομεινάρια που μένουν μετά τον τρύγο. Γι’ αυτό πρέπει να προσέξουμε να κρατηθή λίγη  μαγιά. Έχουμε χρέος σαν Χριστιανοί και δεν έχουμε δικαίωμα να αφήσουμε μια κακή παράδοση.
Πριν από λίγα χρόνια  μαζεύτηκαν στην Γενεύη  θεολόγοι, καθηγητές Πανεπιστημίου κ.λπ. και έκαναν Προσύνοδο. Είπαν να καταργήσουν την νηστεία των Χριστουγέννων και των Αγίων Αποστόλων και από την νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής να κόψουν κανα-δυο εβδομάδες, αφού ο κόσμος δεν τις κρατάει. Πήγαν και καθηγητές από ‘δώ. Τόσο πολύ αγανάκτησα, όταν ήρθαν και μου το είπαν, που έβαλα τις φωνές: «Δεν καταλαβαίνετε τι κάνετε; Αν ένας είναι άρρωστος, δικαιούται να φάη• δεν έχει κανόνα. Αν ένας δεν είναι άρρωστος, αλλά από αδυναμία έφαγε, να πη: ‘’Θεέ μου, να με συγχωρέσης’’, να ταπεινωθή, να πη ένα ‘’ήμαρτον’’. Δεν θα τον κρεμάση ο Χριστός. Αν όμως δεν είναι άρρωστος, τότε να κρατήση την νηστεία. Ο αδιάφορος πάλι τρώει και δεν τον νοιάζει. Οπότε το πράγμα πάει κανονικά. Αν οι περισσότεροι δεν κρατούν τις νηστείες, και μάλιστα χωρίς σοβαρό λόγο, και πάμε να αναπαύσουμε τους περισσότερους και να τις καταργήσουμε, που να ξέρουμε πως θα είναι η άλλη γενιά; Μπορεί να είναι πιο καλή και να μπορή να κρατήση τέτοια ακρίβεια! Με ποιο δικαίωμα να τα καταργήσουμε όλα αυτά, αφού το πράγμα είναι απλό;» Οι Δυτικοί έχουν μία ώρα νηστεία πριν από την Θεία Κοινωνία. Θα πάμε κι εμείς με αυτό το πνεύμα; Να ευλογούμε τις αδυναμίες μας, τις πτώσεις μας; Δεν έχουμε δικαίωμα για τις αδυναμίες μας να κάνουμε έναν Χριστιανισμό στα μέτρα μας. Και λίγοι να είναι που μπορούν, πρέπει γι’ αυτούς να κρατηθή η τάξη. Ο άρρωστος, αν βρίσκεται σε ξένο περιβάλλον, να φάη χωρίς να τον δουν οι άλλοι, και σκανδαλισθούν. Ας πάρη λ.χ. το γιαούρτι να το φάη στο σπίτι του. Μου είπε ένας; «Αυτό είναι υποκρισία». «Γιατί δεν πας, του λέω, να αμαρτήσης στην πλατεία, για να είσαι πιο ειλικρινής;» Πως τους τα παρουσιάζει ο διάβολος! Κάνουμε μια Ορθοδοξία δική μας και ερμηνεύουμε έτσι και τα Πατερικά και το Ευαγγέλιο! Στην εποχή μας που υπάρχουν τόσοι μορφωμένοι έπρεπε να λάμπη η Ορθοδοξία. Εδώ ένας Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης τι έκανε! Πόσους λόγους έγραψε, πόσα βιβλία, όλα τα Συναξάρια• όλες τις βιβλιοθήκες απ’ έξω τις ήξερε! Ούτε φωτοτυπικό είχε ούτε κομπιούτερ!
Όσο μπορεί κανείς να γίνη σωστός Χριστιανός. Τότε θα έχη πνευματικό αισθητήριο. Λίγο-πολύ θα πονάη και την Ορθοδοξία και την Πατρίδα του και θα αισθάνεται και την υποχρέωση που έχει ως Έλληνας. Οπότε από εκεί και πέρα, αν μάθη κάτι, ενδιαφέρεται, ανησυχεί, προσεύχεται. Αλλά να πρέπη να του λένε: «Τώρα να ενδιαφερθής γι’ αυτό, ύστερα να ενδιαφερθής για εκείνο», θα είναι σαν μια τετράγωνη ρόδα που θέλει συνέχεια σπρώξιμο, για να προχωρήση. Σκοπός είναι να σπρώχνεται από μέσα ο άνθρωπος. Τότε θα κυλάη όμορφα σαν στρόγγυλη ρόδα. Και αν γίνη σωστός Χριστιανός κανείς, σπρώχνεται από μέσα και μετά τον πληροφορεί ο Θεός πιο πολύ και από αυτόν που διαβάζει, και για περισσότερα  πράγματα. Γνωρίζει όχι μόνον αυτά που γράφουν, αλλά και αυτά που σκέφτονται να γράψουν. Καταλάβατε; Έρχεται ο θείος φωτισμός και όλες τις ενέργειές του είναι φωτισμένες.
Τέτοια κληρονομιά που μας έχει αφήσει ο Χριστός δεν έχουμε δικαίωμα να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Θα δώσουμε λόγο στον Θεό. Εμείς, το μικρό αυτό έθνος, πιστέψαμε στον Μεσσία, μας δόθηκε η ευλογία να διαφωτίσουμε όλον τον κόσμο. Η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε στην ελληνική γλώσσα εκατό χρόνια πριν από την έλευση του Χριστού. Οι πρώτοι Χριστιανοί τι τράβηξαν! κινδύνευε συνέχεια η ζωή τους. Τώρα τι αδιαφορία υπάρχει!... Ενώ ανώδυνα σήμερα, χωρίς να κινδυνεύη η ζωή μας, μπορούμε να διαφωτίσουμε τα έθνη, να γινώμαστε πιο αδιάφοροι; Αν σήμερα έχουμε λιγάκι ειρήνη, ξέρεις τι έχουν τραβήξει οι παλιοί; Ξέρεις πόσοι θυσιάσθηκαν; Τώρα τίποτε δεν θα είχαμε, αν δεν θυσιάζονται εκείνοι. Και κάνω μια σύγκριση• πως τότε, ενώ κινδύνευε η ζωή τους, κρατούσαν την πίστη τους, και πως τώρα, χωρίς καμμιά πίεση, όλα τα ισοπεδώνουν! Όσοι δεν έχουν χάσει την εθνική τους ελευθερία, δεν καταλαβαίνουν. Τους λέω: «Ο Θεός να φυλάξη να μην έρθουν οι βάρβαροι και μας ατιμάσουν!» και μου λένε: «Και τι θα πάθουμε;» Ακούς κουβέντα; Άντε να  λείψετε, χαμένοι άνθρωποι! Τέτοιοι είναι οι άνθρωποι σήμερα. Δώσ’ τους χρήματα, αυτοκίνητα, και δεν νοιάζονται ούτε για την πίστη ούτε για την τιμή ούτε για την ελευθερία.
Την Ορθοδοξία μας σαν Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και τους αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας• και την ελευθερία μας την οφείλουμε στους ήρωες της Πατρίδας μας, που έχυσαν το αίμα τους για μας. Αυτή τη αγία κληρονομιά οφείλουμε να την τιμήσουμε και να την διατηρήσουμε και όχι να την εξαφανίσουμε στις μέρες μας. Είναι κρίμα να χαθή ένα τέτοιο έθνος! Και βλέπουμε τώρα, όπως πριν αρχίση ένας πόλεμος στέλνουν ατομικές προσκλήσεις, έτσι και ο Θεός με ατομικές προσκλήσεις μαζεύει ανθρώπους, για να κρατηθή κάτι και να σωθή το πλάσμα Του. Δεν θα αφήση ο Θεός, αλλά πρέπει και εμείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε ανθρωπίνως και για ό,τι μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως, να κάνουμε προσευχή να βοηθήση  ο Θεός.




Παραπομπές
  Βλ. Ματθ. 2, 15.
 Ιώβ 38, 14: «Η συ λαβών γην πηλόν έπλασας ζώον και λαλητόν αυτόν έθου επί γης;».
  Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, Ο.Ε.Δ.Β., μέρος Β’, σ. 156.
  Η γλώσσα μου, για τη Β’ Δημοτικού, Ο.Ε.Δ.Β., μέρος Γ’, σ. 11.
  Βλ. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1991, σ. 36.
  Βλ. ό.π. σ. 41.
  Το κριάρι που προπορεύεται στο κοπάδι.
  Ο διατεταγμένος μοναχός να διακονή στην Εκκλησία.
  Εβρ. 10, 31.
  Ματθ. 21, 44.
  Βλ. Ησ. 42, 3 και Ματθ. 12, 20.
  λ. Ιω. 8, 46.
  Ειπώθηκε το 1974.
  Ματθ. 18, 17.
  Ιω. 5, 41.
  Φιλιπ. 3, 8.
  Βλ. Αριθμ. 20, 10.
  Βλ. Α’ Κορ. 3, 16.
  Γνωμικό του Κλεόβουλου, τυράννου της αρχαίας πόλεως Λίνδου της Ρόδου, ενός από τους επτά σοφούς (6ος αι. π.Χ.).
  Ιω. 17, 1 κ.ε.
  Ιω. 5, 44.
  Β’ Τιμ 3, 13.
  Τροπάριο της στ’ ωδής του β’ κανόνος της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου).
  Βλ. Ματθ. 24, 44.
  Ψαλμ. 36, 16.
  Εβρ.  13, 8.
  Το Κελλί του Υπατίου στα Κατουνάκια.
  Έτσι ονόμαζε ο Γέροντας τα φωνητικά μελωδικά σχήματα ή ποικίλματα ή σημάδια της βυζαντινής μουσικής, που δηλώνονται κυρίως με τους χαρακτήρες ποιότητος ή εκφράσεως και συμβάλλουν στην καλλιέπεια των μελωδιών.
  Νότες της βυζαντινής μουσικής.
  Ειπώθηκε τον Ιούνιο του 1985.
  Ειπώθηκε το 1992.



''Διάπλους''
Περισσότερα >>
''Ποιήματα της Φωτεινής Γκούμα.''
Ποιήματα της Φωτεινής Γκούμα.

Περισσότερα >>