www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Ταφή η καύση των νεκρών; - ιστορικοκανονική θεώρηση - Β'' ΜΕΡΟΣ

V


ταφή ὡς συνήθεια ἐκκλησιαστική: Λέγεται συχνά ἀπό πολλούς ὅτι ἡ ταφή τῶν νεκρῶν εἶναι μιά ἁπλή ἐκκλησιαστική συνήθεια χωρίς δογματικό περιεχόμενο καί χωρίς σχέση μέ τό δόγμα. Ἡ ἄποψη αὐτή ταυτίζει τήν ἁπλή συνήθεια, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι κάτι τό διαφορετικό, διότι συχνά ταυτίζεται μέ τήν Ἱερά Παράδοση. Πράγματι, ἡ συνήθεια μέ τήν ἔννοια τήν ἐκκλησιαστική, πού εἶναι τμῆμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί ἄρα Ἱερά Παράδοση ἤ ἐγγύς αὐτῆς, προκύπτει ἀπό πλῆθος Ἱερῶν Κανόνων, οἱ σπουδαιότεροι ἀπό τούς ὁποίους εἶναι οἱ ἀναπτυσσόμενοι εὐθύς κατωτέρω. Ὁ Κανόνας 1 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ταυτίζει τήν συνήθεια μέ τήν ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοση, διδάσκοντας ὅτι ὑπάρχει συνήθεια καί παράδοση ἀρχαία νά τιμᾶται ὁ ἐπίσκοπος τῆς Αἰλίας, δηλαδή τῶν Ἰεροσολύμων, πού ἀπό τό ὄνομα τοῦ Αἰλίου Ἀδριανοῦ ὀνομάστηκαν τό 135 μ.Χ. Αἰλία Καπιτωλίνα. Ἡ ἀρχαία αὐτή συνήθεια καί Παράδοση νά τιμῶνται τά Ἰεροσόλυμα ὀφείλεται στό ὅτι ἐκεῖ ἔδρασε, ἐκεῖ θυσιάστηκε γιά μᾶς, ἐκεῖ τάφηκε καί ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Οἱ τόποι αὐτοί εἶναι Ἅγιοι Τόποι, ἄξιοι μεγάλης τιμῆς καί σεβασμοῦ. Συνεπῶς, ἡ τονιζόμενη ἐδῶ συνήθεια τιμῆς καί προσκυνήσεως αὐτῶν τῶν τόπων δέν εἶναι ἁπλή συνήθεια, ἀλλά παράδοση μέ δογματικό περιεχόμενο, πού θέλει τά Ἰεροσόλυμα νά εἶναι Ἁγία Πόλη καί τούς Ἁγίους Τόπους, τόπους προσκυνήματος τῶν χριστιανῶν. Τήν συμπεριφορά μερικῶν διακόνων νά μεταδίδουν στούς πρεσβύτερους τήν Θ. Εὐχαριστία καί νά προκάθηνται αὐτῶν ἐπικρίνει ὁ Κανόνας 18 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐπειδή "οὔτε ὁ κανών, οὔτε ἡ συνήθεια παρέδωκε" κάτι τέτοιο. Ἡ συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας πού συνιστᾶ παράδοση ἐκκλησιαστική, λέγεται καί συνήθεια τῶν πατέρων. "Τάς δέ ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς οἰκονομεῖσθαι χρή κατά τήν κρατήσασαν συνήθειαν τῶν πατέρων". Καθαρά δογματικό περιεχόμενο ἔχει ἡ ἐκκλησιαστική συνήθεια ὑποδοχῆς τῶν ἐπιστρεφόντων εἰς αὐτήν αἱρετικῶν. Αὐτούς τούς αἱρετικούς πρέπει κατά τόν Κανόνα 7 τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά τούς δεχόμεθα "κατά τήν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καί συνήθειαν". Τήν ἴδια ἀκριβῶς διατύπωση ἔχει καί ὁ Κανόνας 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀναφέρεται στό ἴδιο θέμα. Ἡ συνήθεια ὅμως νά δεχόμεθα τούς ἐπιστρέφοντες στήν Ὀρθοδοξία αἱρετικούς μέ ἀναβαπτισμό αὐτῶν ἤ μέ χρίση ἁγίου μύρου καί λίβελλο πίστεως εἶναι καθαρά θέμα δογματικό, περί τοῦ ὁποίου γράφονται τά δέοντα στά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς καί τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου.

Σύμφωνα μέ τόν Κανόνα 8 τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου σημαντική ἔριδα μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καί τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας λύεται ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου "κατά τήν ἀρχαίαν συνήθειαν". Κατά τόν Κανόνα 102 ἐξάλλου τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἁμαρτανόντων γίνεται σωστά, ὅταν ὁ κρίνων γνωρίζει καί ἐφαρμόζει καί "τά τῆς ἀκριβείας" καί "τά τῆς συνηθείας", διότι μόνο τότε μπορεῖ "κατάλληλον τήν θεραπείαν προσάγειν τῷ ἀρρωστήματι". Τά ἴδια ἀκριβῶς διδάσκει καί ὁ Κανόνας 3 τοῦ Μ. Βασιλείου. Ὁ Κανόνας 70 τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης κάνει λόγο γιά "τήν ἑκάστης ἐκκλησίας συνήθειαν", προκειμένου περί θεμάτων ἐγκρατείας κληρικῶν καί ἀποχῆς αὐτῶν ἀπό τίς συζυγικές γενετήσιες σχέσεις. Κατά τόν Κανόνα 89 τοῦ Μ. Βασιλείου οἱ κληρικοί γίνονται δεκτοί καί χειροτονοῦνται μετά ἀπό ἐξέταση τοῦ βίου καί τῶν προσόντων τους, ὅπως "ἡ πάλαι ταῖς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις ἐμπεπολιτευμένη συνήθεια μετά πάσης ἀκριβείας δοκιμάζουσα ἀπεδέχετο". Πολύ χαρακτηριστικά καί ὁ Κανόνας 92 τοῦ Μ. Βασιλείου ὑπογραμμίζει ὅτι πολλά ἀπό τά ἄγραφα, πού παραδόθηκαν στήν Ἐκκλησία διά τῆς χρήσεως, "συμπροϊούσης ἀεί τῷ χρόνῳ τῆς χρήσεως ἐγκατερρίζωσαν". Συνεπῶς, ὅταν ἡ συνήθεια ἤ ἡ ἐκκλησιαστική χρήση εἶναι μακροχρόνια ἀποκτᾶ ρίζες βαθειές, δηλαδή ριζώνει καί σταθεροποιεῖται στήν Ἐκκλησία. Στό ἴδιο πνεῦμα κινοῦνται καί πολλοί ἄλλοι Ἱεροί Κανόνες, ἡ συνολική ἀξιολόγηση τῶν ὁποίων ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐπί μακρό χρόνο ἐκκλησιαστική συνήθεια σχετίζεται καί μέ τό δόγμα καί μέ τήν Ἱερά Παράδοση καί ἔχει βαθειές ρίζες στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πράγμα πού δέν ἐπιτρέπει τήν ἐκρίζωσή της χωρίς βλάβη τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων.

Σέ ἀντίθεση μέ αὐτή τήν ἐκκλησιαστική συνήθεια, πού κρίνεται διατηρητέα αἰωνίως, ὑπῆρξαν καί κακές συνήθειες, τῶν ὁποίων τήν κατάργηση ζητοῦν οἱ Ἱεροί Κανόνες. Στίς κακές αὐτές συνήθειες ἀνήκει ἡ κατ' ἀντίθεση πρός τούς Ἀποστολικούς κανόνες μετάβαση ἀπό ἐκκλησία σέ ἐκκλησία τῶν κληρικῶν χωρίς τήν ἄδεια τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου. Ἐπ' αὐτοῦ ὁ Κανόνας 15 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διαλαμβάνει: "...ἔδοξε περιαιρεθῆναι τήν συνήθειαν, τήν παρά τόν ἀποστολικόν κανόνα εὑρεθεῖσαν ἐν τισιν μέρεσιν, ὥστε ἀπό πόλεως εἰς πόλιν μή μεταβαίνειν μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον". Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν σιμωνία, τήν ὁποία ὁ Κανών 5 τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου χαρακτηρίζει ὡς "πονηρά συνήθεια" καί τήν τιμωρεῖ. Καί ὁ Κανόνας 90 τοῦ Μ. Βασιλείου καταδικάζει τήν σιμωνιακή χειροτονία τονίζοντας μεταξύ ἄλλων: "ἡμεῖς γάρ καί αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν". Κατά τόν Κανόνα 15 τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ κατάταξη ἑνός κληρικοῦ σέ δύο ἐκκλησίες (διπλοθεσία) χαρακτηρίζεται ὡς "ἐμπορίας καί αἰσχροκερδείας ἴδιον καί ἀλλότριον τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνηθείας". Ὡς συνήθεια ὄχι ἐκκλησιαστική, ἀλλά εἰδωλολατρική καί συνεπῶς ἀποκρουστέα χαρακτηρίζεται ἀπό τόν Κανόνα 24 τῆς Συνόδου τῆς Ἀγκύρας ἡ προσέλευση τῶν ἀνθρώπων σέ μάντεις καί μάγους. Τό ἴδιο ἀκριβῶς διδάσκει καί ὁ Κανόνας 83 τοῦ Μ. Βασιλείου.

Ἡ ταφή ὡς παράδοση: Προβάλλεται ἔντονα ὅτι ἡ ταφή τῶν νεκρῶν χαρακτηρίζεται ἀπό μερικούς πατέρες ὡς παράδοση καί συνεπῶς εἶναι μιά ἁπλή παράδοση καί ὄχι Ἱερά Παράδοση. Ἐδῶ πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι, ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ Ἱεροί Κανόνες, πού μᾶς ἀπασχολοῦν ἐδῶ ἰδιαίτερα, κάνουν λόγο γιά παράδοση δέν ἐννοοῦν μιά ἁπλή παράδοση πού μπορεῖ νά ἀλλάξει, ἀλλά τήν Ἱερά Παράδοση πού δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει. Πρός ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἀρκεῖ νά ἀναφερθοῦμε σέ μερικούς Ἱερούς Κανόνες πού ὁμιλοῦν περί "παραδόσεως". Ἤδη ἀναφέραμε πιό πάνω ὅτι τήν τιμή τοῦ ἐπισκόπου τῶν Ἰεροσολύμων στηρίζει ὄχι μόνο ἀρχαία συνήθεια, ἀλλά καί "παράδοσις ἀρχαία". Κατά τόν Κανόνα 8 τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου "Οἱ κληρικοί τῶν πτωχείων, τῶν μοναστηρίων, καί μαρτυρίων, ὑπό τήν ἐξουσίαν τῶν ἐν ἑκάστῃ πόλει ἐπισκόπων, κατά τήν τῶν Ἁγίων Πατέρων παράδοσιν διαμενέτωσαν".

Ἡ παράδοση ἐδῶ χαρακτηρίζεται ὡς παράδοση τῶν ἁγίων πατέρων, χαρακτηρισμός πού ὑπονοεῖται καί σέ ἄλλες περιπτώσεις πού ἀναφέρονται ἁπλῶς ὡς παράδοση. Κατά τόν Κανόνα 19 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ ἐπίσκοποι πρέπει νά κηρύττουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ χωρίς νά παρεκβαίνουν ἀπό "τήν τῶν θεοφόρων πατέρων παράδοσιν". Κατά τόν Κανόνα 29 τῆς αὐτῆς Συνόδου οἱ ἀποτελοῦντες αὐτήν πατέρες ὁρίζουν τά τῆς νηστείας "ἀποστολικαῖς καί πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσιν". Κατά τόν Κανόνα 7 τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ Ἱεροί Ναοί πρέπει νά καθιερώνονται, ὅπως εἴδαμε πιό πάνω, μέ τήν τοποθέτηση σ'αὐτούς ἁγίων λειψάνων. Γιά τόν παραβάτη αὐτῆς τῆς ἐντολῆς ὁ ἴδιος Κανόνας ὁρίζει: "Ὁ δέ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω ὡς παραβεβηκώς τάς ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις". Τόσο μεγάλη, λοιπόν, σημασία ἔχει αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἐκκλησιαστική παράδοση τῆς καθιερώσεως τῶν ἱερῶν ναῶν διά τοποθετήσεως σέ αὐτούς ἁγίων λειψάνων, ὥστε ὁ παραβάτης αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως τιμωρεῖται μέ καθαίρεση. Τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν ἕνα ἀκόμη πολύ σημαντικό στοιχεῖο ὑπέρ τῆς ὑποστηριζομένης ἐδῶ ἀπόψεως ὅτι ἡ ταφή τῶν νεκρῶν, πού εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ἔχουμε ἅγια λείψανα, εἶναι θέμα πού ἔχει καί δογματική σημασία, εἶναι στοιχεῖο Ἱερᾶς Παραδόσεως, διότι ἔτσι καθορίζεται ἀπό τήν Οἰκουμενική Σύνοδο. Ὁ Κανόνας 15 τοῦ Πέτρου Ἀλεξανδρείας κάνει λόγο γιά τίς ἡμέρες τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς "ἐν αἷς καί νηστεύειν ἡμῖν κατά παράδοσιν εὐλόγως προστέτακται".

Ὁ ἐκτενέστατος Κανόνας 91 τοῦ Μ. Βασιλείου κάνει λόγο περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί παραδόσεων, ἐννοώντας ἐκκλησιαστικές παραδόσεις πού ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Χαρακτηριστικότερος ὁ ἐπίσης ἐκτεταμένος Κανόνας 92 τοῦ Μ. Βασιλείου φέρει τήν ἐπιγραφή "περί ἐγγράφων καί ἀγράφων παραδόσεων" καί τονίζει ὅτι ἀκόμη καί δόγματα, ὅπως ἡ δοξολογία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἦταν μέχρι τότε ἄγραφη παράδοση, ὅπως καί πολλά ἄλλα, ἀφοῦ "τά πλεῖστα τῶν μυστηρίων ἀγράφως ἡμῖν ἐμπολιτεύεται μετά πολλῶν ἑτέρων". Ἀκόμη τονίζει: "Ἀποστολικόν δέ οἶμαι καί τό ταῖς ἀγράφοις παραδόσεσι παραμένειν" καί ἐπαναλαμβάνει τά γνωστά χωρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Καθώς παρέδωκα ὑμῖν τάς παραδόσεις κατέχετε" καί "κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς παρελάβετε εἴτε διά λόγου εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν". Ρητῶς, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ὡς "ἀποστολικόν", δηλαδή ὡς διδασκαλία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, "τό ταῖς ἀγράφοις παραδόσεσι παραμένειν".

Ἀκόμη, λοιπόν, καί ἄν ἡ ταφή θεωρηθεῖ ὡς ἄγραφη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή εἶναι τόσο μακροχρόνια, ὥστε νά φθάνει μέχρι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων, μπορεῖ χωρίς κανένα δισταγμό νά χαρακτηριστεῖ μέ βάση τούς ἀνωτέρω Ἱερούς Κανόνες ὡς ἀποστολική παράδοση, καί ἀκόμη περισσότερο ὡς παράδοση τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἀλλιῶς δηλαδή ὡς Ἱερά Παράδοση καί συνεπῶς ὡς ἔχουσα ὑποχρεωτικό χαρακτήρα γιά τούς πιστούς χριστιανούς.

Μερικοί χαρακτηρίζουν τήν ταφή τῶν σωμάτων ὡς ἐκκλησιαστικό ἔθος ἤ ἔθιμο. Καί ὑπό τήν ἐκδοχή ὅμως αὐτήν ἔχει ὑποχρεωτικό χαρακτήρα, ὅπως ἔχουν ὅλα τά μακροχρόνια ἔθη ἤ ἔθιμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὡς γνωστόν ἐκκλησιαστικόν ἔθιμο εἶναι ἡ περί δικαίου πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας γιά μιά πράξη πού ἐπαναλαμβάνεται εἰς αὐτήν μακροχρονίως καί ὁμοιομόρφως. Αὐτά τά ἔθιμα ἰσχύουν ὡς κανόνας στήν Ἐκκλησία. Συναφῶς, ὁ Κανόνας 6 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου θέτει τήν ἀρχή τῆς ἰσχύος τῶν ἀρχαίων ἐθῶν ἤ ἐθίμων παραγγέλλοντας: "Τά ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω...". Στήν Γ´ Οἰκουμενική Σύνοδο δέν ἔγινε δεκτή ἀξίωση τοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας νά ἔχει ὑπό τήν ἐξουσία του τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἐπειδή αὐτή ἡ ἀξίωση, ὅπως διαλαμβάνει ὁ Κανόνας 8 τῆς αὐτῆς Συνόδου, δέν στηριζόταν σέ "ἔθος ἀρχαῖον", ἐνῶ ἀντίθετα θεσπίστηκε τό αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἐπειδή στηριζόταν σέ "προσόντα δίκαια ἐξ ἀρχῆς καί ἄνωθεν κατά τό πάλαι κρατῆσαν ἔθος". Μέ τό κριτήριο αὐτό ἀσφαλῶς οὐδείς μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ ταφή ἀκόμη καί ἄν θεωρηθεῖ ἔθος, πρέπει νά θεωρηθεῖ ἔθος ἀρχαῖο, ἀφοῦ ἀνάγεται μέχρι τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς ἔθος "ἐξ ἀρχῆς καί ἄνωθεν κατά τό πάλαι κρατῆσαν" καί συνεπῶς ὡς ἔχον ὑποχρεωτική ἰσχύ γιά τούς πιστούς. Τήν ἴδια ἤ παραπλήσια ἔννοια ἔχει τό ἔθος καί στούς λοιπούς Ἱερούς Κανόνες. Κατά τόν Κανόνα 28 τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρισμένες χειροτονίες ἀνήκουν στόν Κωνσταντινουπόλεως κατόπιν ἀποφάσεων "κατά τό ἔθος γινομένων". Στόν Κανόνα 30 τῆς αὐτῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγνωρίζεται τό "ἔθος" τῶν Αἰγυπτίων ἐπισκόπων νά μήν κάνουν τίποτε "παρά γνώμην καί διατύπωσιν τοῦ ἀρχιεπισκόπου" των. Ὁ Κανόνας 37 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου διατάσσει νά διαφυλάσσονται ὅλα τά δικαιώματα τῶν χειροτονηθέντων ἐπισκόπων "κατά τό κρατῆσαν ἔθος τῆς χειροτονίας". Σημαντικότατη γενική ἀρχή περί τηρήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐθίμων διατυπώνει καί ὁ Κανόνας 39 τῆς αὐτῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος πολύ χαρακτηριστικά ὁρίζει: "Τά γάρ ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ ἔθη καί οἱ θεοφόροι ἡμῶν πατέρες παραφυλάττεσθαι διεγνώκασι". Μέ βάση αὐτόν τόν Κανόνα πρέπει νά τηροῦνται ἀκόμη καί τά τοπικά ἔθιμα τῶν ἐπί μέρους τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Συνεπῶς κατά μείζονα λόγο πρέπει νά τηροῦνται τά ἔθιμα πού ἰσχύουν καθολικά σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες.

Ἀκόμη, λοιπόν, καί ὅσοι θεωροῦν τήν ταφή ὡς ἔθιμο, πρέπει νά δεχθοῦν ὅτι εἶναι καθολικό γιά ὅλες τίς ἐκκλησίες ἔθιμο, ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέχρι σήμερα καί συνεπῶς μέ βάση καί τόν παρόντα Κανόνα πρέπει νά τηρεῖται ἀπό ὅλους τούς πιστούς ὑποχρεωτικά. Ὁ Κανόνας 90 τῆς αὐτῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπαγορεύει "κατά τό κρατοῦν ἔθος" τήν γονυκλισία κατά τίς Κυριακές. Σημαντικός ἐπί τοῦ θέματος εἶναι καί ὁ ἀναφερθείς Κανόνας 7 τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἐκτός τῶν ἄλλων ὁμιλεῖ περί τῶν εἰκονομάχων "τήν τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀφειλόντων ὄψιν ἐκ τῆς ἐκκλησίας καί ἕτερά τινα ἔθη παραλελοίπασι, ἅ χρή ἀνανεωθῆναι καί κατά τήν ἔγγραφον καί ἄγραφον θεσμοθεσίαν οὕτω κρατεῖν". Ὁ Κανόνας 14 τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει ὅτι "κατά τό ἀρχαῖον ἔθος τούς χωρεπισκόπους κατ' ἐπιτροπήν τοῦ ἐπισκόπου δεῖ προχειρίζεσθαι ἀναγνώστας". Ὁ Κανόνας 127 (136) τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης προβλέπει τόν ὁρισμό "κατά τό ἔθος" τοποτηρητοῦ σέ χηρεύοντα ἀρχιερατικό θρόνο. Ὁ Κανόνας 1 τοῦ Μ. Βασιλείου ἐπιτάσσει "πάλι τῷ ἔθει χρηστέον" ὡς πρός τήν βάπτιση ἤ μή τῶν ἐπιστρεφόντων στήν Ἐκκλησία Ἐγκρατιτῶν καί ἄλλων. Πολύ σημαντικός εἶναι καί ὁ κανόνας 87 τοῦ Μ. Βασιλείου, πού κάνει λόγο γιά "τό παρ' ἡμῖν ἔθος, ὅ ἔχομεν προβάλλειν νόμου δύναμιν ἔχον, διά τό ὑφ' ἁγίων ἀνδρῶν τούς θεσμούς ἡμῖν παραδοθῆναι".

Ρητῶς λοιπόν ἐδῶ τό ἐκκλησιαστικό ἔθιμο λέγεται ὅτι ἔχει δύναμη νόμου, συνεπῶς ἀποτελεῖ πηγή τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα αὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος, ἐάν ἔχει παραδοθεῖ ἀπό ἁγίους ἄνδρας. Τοῦτο ἰσχύει κατά μείζονα λόγο καί γιά τήν ταφή, ἀφοῦ ἀκόμη καί ἄν θεωρηθεῖ ἔθιμο ἔχει παραδοθεῖ ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, τούς Ἀποστόλους καί ὅλους τούς ἁγίους ἄνδρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πολύ ἐνδιαφέρων εἶναι γιά τό θέμα μας καί ὁ Κανόνας 91 τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει: "Εἰ γάρ ἐπιχειρήσαμεν τά ἄγραφα τῶν ἐθῶν ὡς μή μεγάλην ἔχοντα τήν δύναμιν παραιτεῖσθαι λάβοιμεν ἄν εἰς αὐτά τά καίρια ζημιοῦντες τό Εὐαγγέλιον, μᾶλλον δέ εἰς ὄνομα ψιλόν περιϊστῶτες τό κήρυγμα". Τό κείμενο αὐτό ἀποτελεῖ ἀποστομωτική ἀπάντηση σέ ἐκείνους πού λένε ὅτι ἡ ταφή εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικό ἔθιμο πού μπορεῖ νά παύσει νά ἰσχύει. Μιά τέτοια θεώρηση θά ἔβλαπτε στά καίρια σημεῖα τό Εὐαγγέλιο καί θά καθιστοῦσε τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας ψιλό ὄνομα, γιατί ἀκριβῶς συμπληροῦται ἀπό τά ἐκκλησιαστικά ἔθιμα. Κατά τόν Κανόνα 1 τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας ἡ μέχρι τότε ἑορτή τῆς Κυριακῆς γινόταν μέ βάση τό ὑπάρχον ἔθος: "Καί τό ἔθος καί τό πρέπον ἡμᾶς ἀπαιτεῖ πᾶσαν Κυριακήν τιμᾶν καί πανηγυρίζειν". Ὁ Κανόνας 2 τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας ὁρίζει: "Περί τῶν κοινωνησάντων τοῖς Ἀρειανοῖς, καί μέχρι τοῦ νῦν τάς ἐκκλησίας κατεχόντων, ὡς ἔχει τό ἔθος γινέσθω". Τέλος, κατά τόν Κανόνα 4 τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καταδικάζονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, χωρίς νά δικαιοῦνται, "βούλονται προσφέρειν, καί ὅσα κληρικοῖς ἔθος πληροῦν".

Μέ αὐτά τά δεδομένα οὐδεμία καταλείπεται ἀμφιβολία ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες θεωροῦν τό ἐκκλησιαστικό ἔθος ὡς ἔχον δύναμη καί ἰσχύ νόμου, ἐπιβάλλουν τήν τήρησή του στήν πράξη τόσο γενικά ὅσο καί σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις καί διακηρύττουν ὅτι ἡ μή τήρηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐθίμων βλάπτει σοβαρά τό εὐαγγελικό κήρυγμα. Ἄν αὐτό ἰσχύει γιά τά ἐκκλησιαστικά ἔθιμα γενικῶς, πολύ περισσότερο πρέπει νά ἰσχύει γιά τήν ταφή, γιατί ὅπως ἀποδείξαμε πιό πάνω ἀκόμη καί ἄν ἡ ταφή θεωρηθεῖ ἔθιμο, εἶναι ἔθιμο μέ αὐξημένη τυπική ἰσχύ ἀφοῦ παραδίδεται ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστόν, τούς Ἀποστόλους καί ὅλους τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Σέ ἀντίθεση μέ τό ἐκκλησιαστικό ἔθιμο, πού ἡ τήρησή του εἶναι ὑποχρεωτική κατά τά ἀνωτέρω, οἱ Ἱεροί Κανόνες ἀναφέρουν καί ἔθη, πού ἡ τήρησή τους δέν εἶναι ὑποχρεωτική, ἀλλά ἀντιθέτως δέν πρέπει νά τηροῦνται. Ἔτσι, ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τόν Κανόνα 28 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ρητῶς καταδικάζει τό σέ μερικά μέρη "κατά τι κρατῆσαν ἔθος" τῆς συναφείας σταφυλῆς μετά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διότι τό ἔθος αὐτό εἶναι ἀντίθετο μέ τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό ἔθος πού θέλει τήν τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας μέ χρήση ἄρτου καί οἴνου καί ὄχι σταφυλῆς. Ὁ Κανόνας 62 τῆς αὐτῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπιβάλλει στούς χριστιανούς νά μή τηροῦν "τά ἐθνικά ἔθη", δηλαδή τά εἰδωλολατρικά. Ὁ Κανόνας 65 τῆς ἴδιας Συνόδου καταργεῖ τό εἰδωλολατρικό ἔθος περί πυρκαϊῶν καί νουμηνιῶν καί ἐπικρίνει τόν Μανασσῆ πού παρέδωσε τά τέκνα του "ἐν πυρί" ὡς εἰδωλολατρείαν ποιήσαντα. Καί ὁ Κανόνας 71 τῆς αὐτῆς Συνόδου ρητῶς καταργεῖ μή χριστιανικά ἔθη σχετικά μέ τά θέατρα, τίς κυλίστρες, τήν ἔνδυση μέ στολές παρά τήν κοινήν χρήση κ.λπ. Ἔθη Ἑβραίων καταπολεμᾶ ὁ Κανόνας 8 τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατά τόν Κανόνα 84 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ ἁμαρτήσαντες, ἐάν "δυσαποσπάστως ἔχωσι τῶν ἰδίων ἐθῶν καί ταῖς ἡδοναῖς τῆς σαρκός", δέν γίνονται δεκτοί στή Θεία Κοινωνία.

 

VI


Τό σύνολο τῶν ἀνωτέρω μαρτυριῶν, πού ἐπεξεργαστήκαμε, ἡ προέλευση αὐτῶν, σέ συνδυασμό καί μέ τήν διδασκαλία τῆς Π.Δ., τῆς Κ.Δ. καί τῶν πατέρων, ἀλλά καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί βεβαίως τῶν Ἱερῶν Κανόνων, σέ συνδυασμό καί μέ τήν παγία καί μακραίωνη πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιτρέπουν, φρονῶ, νά θεωρήσουμε ὡς ἀποδεδειγμένη τή θέση μας ὅτι ἡ ταφή τῶν νεκρῶν, ὡς μόνος τρόπος ὑπό ὁμαλές συνθῆκες μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν σωμάτων τῶν πιστῶν, δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ἔθιμο πού θά μποροῦσε ἐλευθέρως νά ἀλλάξει μέ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας μας, οὔτε εἶναι μιά ἁπλή συνήθεια, οὔτε ἁπλή παράδοση, ἀλλά εἶναι κάτι πολύ σημαντικότερο καί σπουδαιότερο, εἶναι στοιχεῖο τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Ἡ ταφή διδάσκεται στήν πράξη ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό, τούς Ἀποστόλους καί ὅλους τούς ἁγίους Πατέρες, καί ἐφαρμόζεται ἀπό ὅλους τούς πιστούς. Εἶναι ἀπό τά λίγα θέματα στήν Ἐκκλησία μας πού ἰσχύει τό τοῦ Βικεντίου ἐκ Λερίνης ὅτι μέρος τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως εἶναι "ὅ,τι παντοῦ, πάντοτε καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη ὡς ὀρθόν εἰς τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ": "Quod ubique, quod semperque, quod ab omnibus creditum est". Αὐτή ἡ Ἱερά Παράδοση, ὡς γνωστόν, μαζί μέ τήν Ἁγία Γραφή ἀποτελοῦν τίς δύο ἰσόκυρες πηγές τῆς πίστεώς μας. Εἶναι δέ Ἱερά ἡ Παράδοση αὐτή, γιατί εἶναι σέ τελική ἀνάλυση παράδοση πού παραδόθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό τόν ὁποῖο ἀντλεῖ καί τήν ἱερότητά της. Ἀπό αὐτή τήν Ἱερά Παράδοση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ οἱ Ἀπόστολοι κατέγραψαν στήν Κ.Δ. μόνο ἕνα μέρος ἀπό ὅσα ὁ Ἰησοῦς δίδαξε καί ἔπραξε. Τά ὑπόλοιπα ἔμειναν στήν Ἐκκλησία ὡς Ἱερά Παράδοση, ἡ ὁποία μερικῶς καταγράφηκε καί σέ κείμενα Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πέραν τούτων γιά νά διακριθεῖ ἡ Ἱερά Παράδοση ἀπό τίς λοιπές παραδόσεις γίνεται δεκτόν στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία ὅτι ὅταν ὑπάρχει γιά ἕνα θέμα consensus patrum (συμφωνία Πατέρων) τότε ἔχουμε Ἱερά Παράδοση καί ἀλάθητη διδασκαλία. Πολύ δέ περισσότερο ἰσχύει τοῦτο γιά ὅ,τι πάντοτε, παντοῦ καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη ὡς δίκαιον, ὡς ὀρθόν. Μέσα σ' αὐτή τήν ἔννοια τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως ἐντάσσεται ἀσφαλῶς καί ἡ ταφή τῶν νεκρῶν, πού ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια ἀποτελεῖ τήν μοναδική πρακτική τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐξαγιασθεῖσα ἀπό τούς λόγους καί τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων, καί τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως καί τῶν πρώτων χριστιανῶν, πού πολλές φορές μέ κίνδυνο ζωῆς ἐπιδίωκαν τόν ἐνταφιασμό τῶν σωμάτων. Ἄν, ὅπως εἴδαμε, συνήθειες καί ἔθη καί παραδόσεις κ.λπ., ὄχι τόσο μακραίωνα καί καθολικά, ἔγιναν τελικῶς δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ἐκινήθη σχετικό ζήτημα ἀμφισβητήσεως, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν δικαιοῦται νά παρακάμψει μονομερῶς τήν ὑποχρεωτική ταφή τῶν νεκρῶν της, σάν νά ἦταν ἕνα ἁπλό ἔθιμο ἤ μιά ἁπλή συνήθεια, διότι τό ὅλο θέμα καί πρόβλημα εἶναι ἀσφαλῶς πανορθόδοξο, μέ ἔντονο κατά τά ἀνωτέρω δογματικό χρῶμα, ὡς στοιχεῖο τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως.

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, προτείνω στήν Ἐκκλησία μας νά μήν ἀλλάξει τήν μέχρι σήμερα τοποθέτησή της, ἐκτός ἄν κρίνει ὅτι ἡ ταφή τῶν νεκρῶν εἶναι ἕνα ἁπλό ἔθιμο, χωρίς καθολικότητα καί χωρίς στηρίγματα στήν Ἁγία Γραφή, τήν Ἱερά Παράδοση καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πράγμα πού κατά τήν ἄποψή μας δέν συμβαίνει, ὡς ἀποδείξαμε στήν παρούσα εἰσήγηση. Καί ἀφοῦ γιά μᾶς πρόκειται γιά ἐκκλησιαστική παράδοση μεγίστης σημασίας, γιά τμῆμα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, μόνο μία θά μποροῦσε καί στό θέμα αὐτό ἡ κατάληξη τῆς παρούσης εἰσηγήσεώς μου, ὡς προτροπή πρός ὅλους μας: Τό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Στήκετε καί κρατεῖτε τάς Παραδόσεις, ἅτινας ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν", δηλαδή νά τηροῦμε τίς Παραδόσεις πού ἀνάγονται στούς Ἀποστόλους καί τόν ἴδιο τόν Κύριο, ἀνεξάρτητα ἄν αὐτές ὑπάρχουν καταγεγραμμένες στήν Ἁγία Γραφή ἤ ἀποθησαυρισμένες στήν Ἐκκλησία πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ μακραίων αὐτή παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας περί τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν ἔχει, φρονῶ, σαφῶς δογματικό χαρακτήρα, δοθέντος ὅτι ἐκτός τῶν ὅσων ἀναφέρθηκαν πιό πάνω ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νά ἐνδιαφέρεται διά τόν ἄνθρωπον καί πέραν του θανάτου αὐτοῦ, γι' αὐτό καί τόν ἐνταφιάζει τελώντας καί τήν νεκρώσιμη ἀκολουθία (ἡ στέρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κηδεύσεως μόνο ὡς ποινή ἐπιβάλλεται), τελεῖ μνημόσυνα ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων, χρησιμο-ποιεῖ τά λείψανα τῶν ἁγίων, τά ὁποῖα πολλές φορές εἶναι θαυματουργά, συνεπῶς ἐντάσσονται στή σφαίρα τοῦ δόγματος καί τῆς πίστεως γενικότερα. Ὅλα αὐτά ἀποδεικνύουν ὅτι τό ζήτημα τῆς ταφῆς ἔχει πράγματι ἔντονο δογματικό χρῶμα, εἶναι δόγμα πίστεως.



IB΄ Προσέχετε από τους ανθρώπους
O Σειράχ, που εμελέτησε και εγνώρισε καλά τους ανθ ...
Περισσότερα >>
ΙΓ΄ Αμαρτία και μετάνοια
Kαι ο σοφός Σειράχ τονίζει ότι η αμαρτία είναι «ευ ...
Περισσότερα >>