www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ    ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ    ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Πατέρες της Εκκλησίας και μετενσάρκωση

Β. Πατέρες της Εκκλησίας και μετενσάρκωση.

Σύμφωνα με τούς ισχυρισμούς των οπαδών της μετενσάρκωσης «αρκετοί Πατέρες της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων - μέχρι τον Δ΄ αιώνα - δέχον¬ταν τη μετενσάρκωση ως βασικό δόγμα της χριστιανικής πίστης και μάλιστα τη δίδασκαν μέσα από τα συγγράμματα τους... Κατά το δεύτερο αιώνα μ.Χ. ο Ιουστίνος, ιδρυτής της πρώτης χριστιανικής σχολής στη Ρώμη, υποστήριζε τη μετενσάρκωση στις διδασκαλίες του. Ό Ωριγένης, ο μεγάλος θεο¬λόγος της πρώτης Εκκλησίας, ήταν ο σημαντικότε¬ρος υποστηρικτής της θεωρίας της μετενσάρκω¬σης...» (Γουίλλιστον σελ. 43-44).

Η αλήθεια βέβαια, όπως αύτη αποδεικνύεται από τα ίδια τα συγγράμματα των Πατέρων, τούς ό¬ποιους επικαλούνται οι μετενσαρκωτές, είναι πως (οι Πατέρες) αυτοί όχι μόνο δεν υποστηρίζουν τη δοξασία της μετενσάρκωσης άλλά αντίθετα την καταδικάζουν απερίφραστα ως μη χριστιανική.

Ό Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) θεωρείται από τούς οπαδούς της μετενσάρκωσης [6] ως ο κυριότερος υποστηρικτής της κατά τούς πρώτους χριστιανι¬κούς αιώνες. Επικαλούνται μάλιστα το «Περί άρ¬χών» σύγγραμμά του (ΒΕΠΕΣ, τόμος 16, κεφ. 8: πε¬ρί Αγγέλων, σελ 307). Πράγματι εκεί αναφέρεται πως μερικές ψυχές πού ρέπουν προς το κακό «έν σώμασι γίνεσθαι άνθρωπίνοις», άλλες πού χάνουν τη λογική τους δύναμη «τοις αλόγοις ζώοις εμβιο¬τεύειν», και άλλες, απ’ τις όποιες αφαιρείται η χά¬ρη των αισθήσεων «την αναίσθητον ταύτην ζωήν την έν φυτοις μεταλαμβάνειν».

Το κείμενο αυτό παρουσιάζει το πρόβλημα ότι δε σώζεται ολόκληρο στην ελληνική, άλλά μόνο σε μικρά αποσπάσματα. Έτσι δε γνωρίζουμε από την ελληνική αν αυτές οι απόψεις εκφράζονται από τον ίδιο τον Ωριγένη ή απλώς τις αναφέρει ο ίδιος.

Τη λύση τού προβλήματος δίνει το αντίστοιχο κείμενο της λατινικής, το όποιο ευτυχώς σώζεται ολόκληρο. Εκεί διαπιστώνουμε ότι ο Ωριγένης τάσσεται κατά της δοξασίας της μετενσαρκώσεως: «...Δεν οφείλουμε με κανέναν τρόπο να δεχθούμε τις θέσεις αυτών πού υποστηρίζουν ότι οι ψυχές μπορούν να φθάσουν σ' ένα τέτοιο βαθμό πτώσεως ώστε, ξεχνώντας τη λογική τους φύση, φθάνουν μέχρι την τάξη των ανόητων όντων, δηλαδή των ζώων και των θηρίων» (Sources Chrettiennes, Περί αρχών, Ι, 8, SC 253, σελ 232).

Εξ άλλου και σε άλλα συγγράμματα του ο Ωριγένης καταδικάζει τη μετενσάρκωση: Στο έργο του «Κατά Κέλσου» σημειώνει τα έξης: «αν (ο Κέλ¬σος) γνώριζε τι άξία προσδίδει η χριστιανική πίστη στο θέμα της ψυχής, δε θα διέσυρε το γεγονός της ενσαρκώσεως τού Αθανάτου (τού Υιού του Θεού) σε θνητό σώμα, και δεν θα το παραλλήλιζε προς τη θεωρία της μετενσωματώσεως τού Πλάτω¬νος, άλλά θα δεχόταν την υψηλή χριστιανική θεω¬ρία» (ΒΕΠΕΣ, τομο 9, Δ΄ ΧVll 30-35, σελ. 243).

Στο θέμα της αποχής τού κρέατος σημειώνει πως τα κίνητρα μεταξύ των Πυθαγορείων και των χριστιανών ασκητών είναι εντελώς διαφορετικά, «οι Πυθαγόρειοι απέχουν από το κρέας επειδή πι¬στεύουν στο μύθο της μετενσαρκώσεως (επειδή, δηλ, στα ζώα υπάρχει περίπτωση να έχει μετεν¬σαρκωθεί ψυχή άνθρώπου), εμείς δε (απέχουμε) επειδή σκληραγωγούμε το σώμα μας θέλοντας να νεκρώσουμε τις σαρκικές και άλλες επιθυμίες και πάθη» (όπ. πρ., τομ. 10, Ε' ΧLlΧ, 10-20, σελ. 47).

Σε άλλο σημείο τονίζει πως όσοι πιστεύουν στη μετενσάρκωση είναι τρελοί, την δε δοξασία αύτη χαρακτηρίζει ως «άνοια» (τρέλα, παραλογισμό) (όπ. πρ., τομο 9 Γ’  LΧΧV, 36, σελ. 228).

Αναφερόμενος στο γεγονός, ότι ο Ηρώδης και κάποιοι από τον ιουδαϊκό λαό θεωρούσαν πως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής «επέστρεψε» από τούς νεκρούς στη γη στο πρόσωπο τού Ιησού, υπογραμμίζει ότι δεν εκφράζεται με την αντίληψη αυτή κάποια πίστη στη «ψευδοδοξία», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, της μετενσάρκωσης, άλλά ότι «αί ένεργησασαι δυνάμεις εν τω Ίωάννn μετέστησαν επί τον Ίησούν».

Στο θέμα δε της σχέσεως τού Ιωάννη και τού Ηλία, πού θίξαμε και στο κεφάλαιο περί της Άγίας Γραφής, ο Ωριγένης σημειώνει: «πρόσ¬χες γάρ, ούκ είπεν (ο Γαβριήλ στον πατέρα του Ιωάννη Ζαχαρία) ’έν ψυχή Ηλίου’, ίν’ έχοι τόπον η μετενσωμάτωσις, άλλ’ ‘έν πνεύματι και δυναμει Ηλίου’» (Γιατί πρόσεξε, δεν είπε, με την ψυχή του Ηλία, για να στηριχθεί η μετενσάρκωση, αλλά με το αγωνιστικό πνεύμα και τη δύναμη τού Ηλία).

Άρα «Ηλίας ο Ιωάννης ού διά την ψυχήν λέλεκται, άλλά διά το πνεύμα και τη δύναμιν» (ΒΕΠΕΣ τομο 13, Εις το κατά Ματθαίον, τόμος ι' 12-18, σελ. 34' και τόμος ιγ' 8-30, σελ 167).

[6].
Ό Ωριγένης ουδέποτε καταδικάστηκε από την Εκκλησία ως υποστηρικτής της μετενσάρκωσης. Η Εν¬δημούσα Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (543) καταδίκασε τις κακοδοξίες τού Ωριγένη πού αναφέρονταν στην προΰπαρξη των ψυχών, στο Χριστολογικό δόγμα και στην αποκατάσταση των πάντων. Καταδίκη πού επικύρωσε αργότερα η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος (553).


Κατά τον Ωριγένη η δοξασία της μετενσάρκω¬σης «είναι ξένη προς τη διδασκαλία της Εκκλησίας τού Χριστού, ούτε αναφέρεται στη διδαχή των Απόστολων, ούτε σημειώνεται σε κάποιο σημείο των Άγίων Γραφών» «Η μετενσωμάτωσις άλλότριον της Εκκλησίας του Θεού εστί δόγμα, ούτε παραδι¬δόμενον υπό των αποστόλων, ούτε εμφαινόμενον που των Γραφών» - ΒΕΠΕΣ, τομ. 13, Εις το κατά Ματθαίον, τόμος ιγ΄ 1, σελ 162).

Ό Ιουστίνος (100-165 μ.Χ.) ο φιλόσοφος και μάρτυς αναφέρεται στο θέμα της μετενσαρκώσεως και το απορρίπτει. Προβάλλει μάλιστα ως σοβαρό επιχείρημα κατά της δοξασίας αυτής το γεγονός ότι «δεν μπορεί ο άνθρωπος να τιμωρείται για τις αμαρτωλές πράξεις προηγούμενων ζωών, αφού δεν υπάρχει η μνήμη των ζωών αυτών» (Διάλογος προς Τρύφωνα, ΒΕΠΕΣ τομ. 3, 4-5, σελ 213).

Στο ίδιο έργο συνιστά και προτρέπει όσοι αρνούνται την ανάσταση των νεκρών να μη θεωρούνται. καν χριστιανοί, όπως και οι Σαδδουκαίοι, οι όποιοι αρνούνται την ανάσταση, δεν ονομάζονται Ιουδαίοι (ΒΕ¬ΠΕΣ τομ. 3, 15-20, σελ. 285). Αλλού, κάνοντας λό¬γο για την ανάσταση των σωμάτων προβάλλει ως επιχείρημα όχι μόνο το γεγονός ότι ο Χριστός «ανέστη εκ νεκρών» άλλά και ότι «ανελήφθη είς τον ουρανόν ως ην εν σαρκί», δηλαδή με το αναστημένο σώμα Του.

«Άλλωστε, προσθέτει, εάν δεν επρόκειτo να αναστηθεί το σώμα, τότε γιατί φροντίζουμε κατ' εντoλήν του Κυρίου να το φυλάσσουμε από τον μολυσμό της αμαρτίας;» (Περί Αναστάσεως VIII, ΙΧ, Χ, ΒΕΠΕΣ τομ. 4, σελ 229-232).

Άλλοι Πατέρες της πρώτης Εκκλησίας:
 Ό Κλήμης Αλεξανδρείας (150-220 μ.Χ.) αναφερόμενος σε εξωχριστιανικές αντιλήψεις και διδα¬σκαλίες σημειώνει πως «το περί την μετενσωμάτω¬σιν της ψυχής απλώς δόγμα» το παρέλαβαν «οι άριστοι των φιλοσόφων» (εννοεί τούς Έλληνες) από τούς Αιγυπτίους (Στρωματείς ΣΤ', ΒΕΠΕΣ, τόμος 8, κεφ. IV, σελ. 190).

Ό Θεόφιλος Αvτιoχείας (Β' αιώνας) απορρίπτει τη δοξασία της μετενσάρκωσης και τη χαρα¬κτηρίζει «δεινόν και αθέμιτον δόγμα»: «Ο Πλάτων, πού τόσα είπε για τον Ένα Θεό και την ψυχή τού άνθρώπου, αντιφάσκει στη συνέχεια με τον εαυτό του, όταν λέγει ότι οι ψυχές μερικών ανθρώπων με¬τενσαρκώνονται και σε ζώα. Δεν είναι φοβερή ανοησία να πιστεύει κανείς ότι αυτό που κάποτε ήταν άνθρωπος, θα γίνει πάλι λύκος ή σκύλος ή γαϊδούρι ή κάποιο άλλο ζώο; Τις ίδιες όμως φλυαρίες υποστήριζε και ο Πυθαγόρας». (Προς Αυτόλυκον Β', τόμο 5, 4-7, σελ. 53-54).

Ό Ιππόλυτος Ρώμης (Β' αιώνας) αναφερόμενος στη διδασκαλία της Γνωστικής αιρέσεως του Καρποκράτη καταπολεμά τη δοξασία της μετεν¬σάρκωσης- «Δε θέλουν να ακούσουν το κήρυγμα της (χριστιανικής) αλήθειας (οι οπαδοί της αιρέσεως). Ακολουθούν άλλες διδασκαλίες και ισχυρίζονται πως οι ψυχές. μετενσωματώνονται τόσες φο¬ρές, όσες χρειάζονται για να ξεπληρώσουν τα αμαρτήματα τους, όταν ξεχρεώσουν τις αμαρτίες τους ελευθερωμένες και απαλλαγμένες από αυτές ανεβαίνουν στο Θεό, και έτσι σώζονται όλες οι ψυ¬χές» (Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος, ΒΕΠΕΣ, τόμος 5, Ζ' 32-34, σελ. 333).

Με βάση τις θέσεις αυτές των Πατέρων της πρώτης Εκκλησίας, γίνεται φανερό ότι η δοξασία της μετενσάρκωσης όχι μόνο δεν διδασκόταν από εκείνους και επομένως δεν περιλαμβανόταν στην διδασκαλία της Εκκλησίας, άλλά αντιθέτως καταπολεμούνταν μέσα από τα συγγράμματα τους ως εξωχριστιανική διδασκαλία.

Ας δούμε όμως πως αναφέρονται σ' αύτη και κάποιοι μεταγενέστεροι Πατέρες της Εκκλησίας, και μάλιστα οι Τρεις Ιεράρχες:

Ό Γρήγορος ο Θεολόγος (329-390 μ.Χ.) καταπολεμώντας τις ανόητες δοξασίες των αρχαίων φι¬λοσόφων λέγει: «ας πολεμήσουμε τις θεωρίες του Πλάτωνος περί ιδεών και περί τού ότι οι ψυχές μετά θάνατο μετενσωματώνονται σε αλλά σώματα και ότι περιοδεύουν και ότι ενθυμούνται την προΰπαρξη τους...» (Α' Θεολογικός Λόγος, ΒΕΠΕΣ τόμος 59, Ι', σελ. 218).

Ό Μέγας Βασίλειος (330-379 μ.Χ.) στην «Εξαήμερο» του σημειώνει τα έξης: «απέφευγε τις φλυα¬ρίες των ‘μεγάλων" φιλοσόφων’,[7] πού δε ντρέπον¬ται να υποστηρίζουν, ότι οι ψυχές τους και εκείνες των σκύλων είναι ομοειδείς μεταξύ τους και να λέ¬νε ακόμη ότι οι ίδιοι υπήρξαν κάποτε γυναίκες και θάμνοι και ψάρια. Εγώ δε θα μπορούσα να πω ότι κάποτε υπήρξαν ψάρια (αυτοί πού ισχυρίζονται όλα αυτά), θα μπορούσα όμως να πω με μεγάλη σιγου¬ριά ότι, όταν έγραφαν αυτά, ήταν πιο ανόητοι κι από τα ψάρια» (ΒΕΠΕΣ τομο 51, Η' 2, σελ. 255).

Ό Ιωάννης ο Χρυσόστομος
(350-407 μ.Χ.) επιτέθηκε επανειλημμένα και με πολλή σφοδρότητα εναντίον της ανόητης δοξασίας της μετενσάρκωσης. Ελέγχοντας τούς πανθεϊστές ειδωλολάτρες, οι ό¬ποιοι έλεγαν ότι οι ψυχές είναι «εκ της ουσίας του Θεού», τονίζει ότι με τις διδασκαλίες τους μάς αποκλείουν «τας οδούς της θεογνωσίας» και ότι με τη μετενσάρκωση καταβιβάζουν «τον Θεόν εις ανθρώπους και φυτά και ξύλα».

Διότι «αν η μετενσάρκω¬ση της ψυχής καταλήγει σε πεπόνια και κρεμμύδια και μύγες και κάμπιες, άρα και η ουσία του Θεού καταλήγει σε πεπόνια». Έτσι, συνεχίζει, ο ιερός Πατήρ «οδηγούμεθα στην μετενσάρκωση όχι της ψυχής άλλά του Θεού, πράγμα όντως αισχρό» (Εις Πράξεις όμ. 2,5 PG 60,32 - Εις Ίωάν. όμ. 66,3 PG 59, 369-370 - Εις Έφεσ. 12,3 PG 62, 91-92).

Αναφερόμενος δε στις φλυαρίες και ανοησίες των αρχαίων φιλοσόφων υπογραμμίζει: «αλλά θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι οι φιλόσοφοι διατύπωσαν κάτι οπωσδήποτε πιο σπουδαίο και ανώτερο απ’ αυτά. Ποιοι; Αυτοί πού εισάγουν την ειμαρμένη (μοίρα) και λέγουν ότι τα πάντα είναι χωρίς πρόνοια και κανείς δεν προνοεί για τίποτε, άλλά σχηματίζονται από άτομα;
Η μήπως άλλοι, εκείνοι πού απεκάλεσαν τον Θεό σώμα; Άλλά πες μου ποιοι; Εκείνοι πού μετατρέπουν (ισχυρίζονται) τις ψυχές των ανθρώπων σε ψυχές σκύλων, και προσπαθούν να πείσουν τούς ανθρώπους πως και σκύλος έγινε κάποιος κάποτε και λιοντάρι και ψάρι; Μέχρι πότε δε θα παύσετε να λέτε (φιλόσοφοι) ανοησίες, σκοτισμένοι στην διάνοιά σας;» (Λόγος ΙΒ' 3, ΕΠΕ 21,21-23).

Οι διδασκαλίες αυτές των Πατέρων, πού αναφέραμε, δεν εκφράζουν ατομικές απόψεις, άλλά τη διδαχή της Εκκλησίας, την όποια είχαν καθήκον να κηρύξουν ως ποιμένες της Εκκλησίας. Οι Πατέρες, πού γνώριζαν καλά τη «θύραθεν παιδεία», αφού αρκετοί από αυτούς είχαν φοιτήσει σε μεγάλες φι¬λοσοφικές σχολές της εποχής εκείνης, υπογραμμίζουν κυρίως πως η δοξασία της μετενσάρκωσης εί¬ναι ξένη και ασυμβίβαστη προς τη χριστιανική πί¬στη.

* * *

Έτσι η δοξασία της μετενσάρκωσης δεν έγινε αποδεκτή από το Χριστιανισμό και μάλιστα συντάχθηκαν συνοδικά κείμενα πού καταφέρονται εναντίον της. Χαρακτηριστικός είναι ο αναθεματισμός πού υπάρχει στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» (Τριώδιον, σελ. 147), όπου αναθεματίζονται (αποκηρύσσονται) όσοι δέχονται «την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν και τας μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών, ή και ομοίως τοις α¬λόγοις ζώοις ταύτας απόλλυσθαι...».

Συγκεφαλαιώνοντας επισημαίνουμε τούς λόγους για τούς όποιους δεν γίνεται αποδεκτή η δοξασία της μετενσαρκώσεως από το Χριστιανισμό:

1. Η δοξασία αύτη διαλύει την προσωπικότητα του άνθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε διφυής, αποτελούμενος δηλαδή από μία ψυχή και έ¬να σώμα. Συγχρόνως ο άνθρωπος είναι ένα πρόσωπο, μια ανεπανάληπτη οντότητα πού δεν αφανίζεται, ούτε μεταβιβάζεται. Η ψυχή δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο της προσωπικότητας του άνθρώ¬που, αφού συνδέεται με συγκεκριμένο σώμα. Ψυχή και σώμα αποτελούν τον έναν άνθρωπο.

[7]. Ό Μέγας Βασίλειος αναφέρεται με ειρωνική διάθε¬ση, στον φιλόσοφο Εμπεδοκλή, ο όποιος έλεγε ότι χάρη στην μετενσάρκωση είχε γίνει έως τότε γυναίκα, θάμνος και ψάρι. Ό ιερός Πατήρ έχει υπόψη του τα όσα σημειώ¬νει ο Διογένης ο Λαέρτιος για τον Εμπεδοκλή: «Και την ψυχήν παντοία είδη ζώων και φυτών ενδύεσθαι, φησί γούν. Ήδη γάρ ποτ' εγώ γενόμην κούρός τε κόρη τε θάμνος τ' οιωνός τε και έξαλος έμπυρος ιχθύς» (Διογένους. Λαερτ., Βίοι Φιλοσόφων, 8, 77).
2. Η μετενσάρκωση υποτιμά το ανθρώπινο σώμα. Σε προηγούμενη αναφορά μας επισημάνθηκε ό¬τι τόσο οι αρχαίες φιλοσοφίες όσο και οι σύγχρο¬νες «θρησκείες» πού δέχονται τη δοξασία αύτη υποτιμούν το ανθρώπινο σώμα θεωρώντας το φυλακή της ψυχής απ’ το όποιο πρέπει αύτη να απελευθερωθεί.

3. Δια της δοξασίας της μετενσάρκωσης υποπίπτουμε σ' ένα σοβαρό θεολογικό σφάλμα. Η θεω¬ρία ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι δυνατόν να ενσαρκωθεί σε σώματα ζώων, υπονοεί ότι (η ψυχή) μεταλλάσσεται από λογική σε άλογη. Τότε θα πιστέ¬ψουμε ότι και τα ζώα έχουν λογική ψυχή ή ότι ο άνθρωπος και τα ζώα δεν έχουν μεταξύ τους δια¬φορές.

4. Η μετενσάρκωση προϋποθέτει την κάθαρση του άνθρώπου και μετά το θάνατο, πράγμα το ό¬ποιο αναιρεί βασική διδασκαλία της Εκκλησίας ότι δεν υπάρχει μετάνοια μετά το θάνατο του άνθρώ¬που. Η καλλιέργεια της ελπίδας στη μετά θάνατο κάθαρση του άνθρώπου, καταστρέφει τη σωτηρία του, αφού αφήνεται ασύδοτα να ζει με τις αμαρτίες και τα πάθη του.

5. Αφαιρεί την ελευθερία του άνθρώπου και την υπευθυνότητα των πράξεών του, αφού είναι ενδεχόμενο ο άνθρωπος να αποδίδει κάθε φορά την αί¬τία των πράξεών του στο «Κάρμα» πού κληρονόμη¬σε από προηγούμενες ζωές.

6. Καταργεί ουσιαστικά και αρνείται την ανάσταση του σώματος. Βέβαια η μετενσάρκωση, όπως αναφέραμε, υποτιμά το σώμα. Αν ένας χριστιανός δέχεται τη μετενσάρκωση και παράλληλα την πίστη της Εκκλησίας στην ανάσταση, τότε δημιουργούν¬ται τεράστια προβλήματα. Τι σώμα θα έχει ο άν¬θρωπος αυτός στη μέλλουσα ζωή, αφού η ψυχή του, κατά το ένα μέρος της πίστης του, θα έχει προσλάβει πολλά σώματα;

Για όλους αυτούς τούς λόγους δε δεχόμαστε τη μετενσάρκωση. Και όποιος χριστιανός πιστεύει σ' αυτήν, αρνείται βασικές θέσεις της χριστιανικής πίστης, όπότε στην πραγματικότητα δεν είναι χρι¬στιανός.
 

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (Αντί επιλόγου)
Κανένα άλλο γεγονός στον κόσμο δεν προκαλεί περισσότερο φόβο στον άνθρωπο από την προοπτική τού θανάτου. Κανένα άλλο θέμα δεν δημιουργεί περισσότερο επίμονες και περίπλοκες ερωτήσεις γύρω από τη φύση του όσο αυτό. Οι άνθρωποι προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το γεγονός του θανάτου και να το «παραδεχθούν» ως φυσικό.
 
Διατυπώθηκαν μύθοι, θρησκευτικές δοξασίες και φιλο¬σοφικές θεωρίες, καταβλήθηκαν προσπάθειες με αντικειμενικό σκοπό την εξοικείωση με το θάνατο.

Η δοξασία της μετενσάρκωσης αποτελεί κατά βάθος μια τέτοια προσπάθεια εκ μέρους τού άν¬θρώπου, κατάφασης και εξοικείωσής του με το θάνατο. Θέλει να δείξει με τον τρόπο της, πως ο θάνατος μπορεί να ξεπερασθεί. Δεν είναι το τέρμα της ζωής.

Ό ατακτοποίητος εσωτερικά και ακόρεστος άνθρωπος τρομάζει στην ιδέα μιας σύντομης ζωής και του επερχόμενου θανάτου. Στη μετενσάρκωση βρίσκει μια εύκολη λύση και εξοικειώνεται με το θάνατο: «Ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής... είναι μια στιγμή αλλαγής, μετάβασης σ' ένα νέο χώρο, ένα διάστημα γαληνής ομορφιάς και ελευθέριας... είναι μια διαδικασία με την οποία η ανθρωπότητα αναπτύσσεται και εξελίσσεται» (Γουίλλιστον, σελ. 207, 208).

Η εξοικείωση με το θάνατο είναι ένα από τα βασικότερα στοιχεία πού διαφοροποιούν τον Χρι¬στιανισμό από όλες τις άλλες φιλοσοφικοθρησκευ¬τικές δοξασίες. Στη βάση κάθε θρησκείας και φιλο¬σοφίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση της με¬τενσάρκωσης, κρύβεται η συμφιλίωση και η καταλ¬λαγή με το θάνατο.

Όμως, ο Χριστιανισμός δεν είναι συμφιλίωση με το θάνατο. Είναι αποκάλυψη του θανάτου. Και είναι αποκάλυψη του θανάτου, επειδή είναι αποκάλυψη της Ζωής, πού είναι ο Χριστός. Μονάχα αν ο Χριστός είναι η όντως ζωή, ο θάνατος γίνεται τότε αυτό πού ο Χριστιανισμός διακηρύττει πως είναι: ο «εχθρός», πού πρέπει να τον εξουδετερώσουμε, και όχι ένα «μυστήριο» πού χρειάζεται να το εξηγήσουμε και να το αποδεχθούμε. Αν ο σκοπός του Χριστιανισμού ήταν να βγάλει από τον άνθρωπο το φόβο του θανάτου, δε θα χρειαζόμασταν το Χρι¬στιανισμό, αφού κάθε θρησκεία, μπορεί να πει κα¬νείς πως το έκανε καλύτερα απ’ το Χριστιανισμό.

Η θρησκεία και η κάθε λογής φιλοσοφία δίνουν στο θάνατο μία «τοποθέτηση», προσπαθώντας να τον εντάξουν μέσα στον κύκλο της ζωής, μια βάση λογική για να τον κάνουν «φυσικό». Μονάχα ο Χρι¬στιανισμός διακηρύττει πως ο θάνατος είναι αφύσικος, είναι ένα σύμβαμα. Ότι δεν έχει δική του αυτόνομη οντότητα, είναι σύμπτωμα της απουσίας της ζωής. Ό Θεός δεν έπλασε το θάνατο, έπλασε μόνο τη ζωή. Έπλασε τον άνθρωπο για να ζει αιώνια, όπως αιώνια ζει και ο Ίδιος.

Ό άνθρωπος δεν θα πέθαινε, αν ζούσε τη φυσική του συνέπεια, στο μέτρο της εμπιστοσύνης και υπακοής στο θέλημα του Θεού, πού ήταν ο λόγος της υπάρξεώς του. Όμως, παρέβη τις εντολές του Θεού, κυριεύτηκε από την αμαρτία κι έχασε τη δυνητική αθανασία. Έκτοτε όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν, «ώσπερ δι' ενός άνθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον είσηλθεν και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως είς πάν¬τας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ' ω πάντες ήμαρτον», σημειώνει ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. ε' 12).

Ό θάνατος μπόλιασε την ανθρώπινη φύση και την κατέστησε θνητή. Η αλόγιστη συμπεριφορά του πρώτου άνθρώπου επέφερε την αμαρτία, και η αμαρτία το θάνατο («τα γάρ όψώνια της αμαρτίας θάνατος», Ρωμ. στ' 23).

Ό θάνατος, ως καρπός της αμαρτίας και της παρακοής του άνθρώπου, ήταν μια δίκαιη τιμωρία και παιδαγωγία, γιατί στη μνήμη του ο άνθρωπος συντρίβεται, παιδαγωγείται και οδηγείται σε μετάνοια. Απ’ την άλλη, ως κατάλυση της ζωής, είναι πραγματική ευεργεσία για τον άνθρωπο. Η πρότα¬ση αύτη μπορεί να φαίνεται παράδοξη, είναι όμως αληθινή. Με το θάνατο σβήνει η εξουσία της αμαρτίας.

Σε μια παράδοξη σχέση αμοιβαιότητας, η αμαρτία δημιουργεί το θάνατο και ο θάνατος σβήνει την αμαρτία. Ο θάνατος γίνεται «κακίας καθάρ¬σιον» (Γρηγόριος Νύσσης). Έτσι το κακό δεν παραμένει αθάνατο, δε διαιωνίζεται, λαμβάνει τέλος. Μέσα στον τάφο ο νεκρός δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να αμαρτάνει.
Κατά τη χριστιανική πίστη ο θάνατος δεν είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός πού συνιστά τον χωρι¬σμό της ψυχής από το σώμα. Ως θάνατο εννοεί κυρίως τον χωρισμό της ανθρώπινης ψυχής από το Θεό.

Αυτός ο θάνατος ονομάζεται στην ορθόδοξη δογματική πνευματικός θάνατος, σε αντιδιαστολή προς τον σωματικό, γιατί ο άνθρωπος αποκόπτεται από την πηγή του. Παύει πια να τροφοδοτείται από τη ζωή της Χάριτος του Θεού, ατροφεί, μαραζώνει, νεκρώνεται. Και νεκρώνεται, πεθαίνει πνευματικά ο άνθρωπος διαπράττοντας την αμαρτία. Η πρώτη δηλαδή αίτία, όχι μόνο του σωματικού, άλλά και του πνευματικού θανάτου είναι η αμαρτία, «το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α΄ Κορ. ιε΄ 56).

Αύτη τη διάσταση του πνευματικού θανάτου, πού είναι ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεό, τονί¬ζουν ιδιαίτερα οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο σω¬ματικός θάνατος έρχεται ως ακολουθία του πνευ¬ματικού θανάτου. «Εις θάνατος η αμαρτία. Ψυχής γάρ όλεθρος», λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (ΒΕ¬ΠΕΣ, τομ. 59, Λόγος ΙΗ΄ ΜΒ΄ 21). Και ο Μ. Βασί¬λειος διακηρύττει: «Υπέρ αμαρτίας κλαίε. Αύτη αρρώστια ψυχης. Αύτη θάνατος έστι της αθανάτου (της ψυχής). Αύτη πένθους άξία και οδυρμών άσι¬γήτων» («Ομιλία είς την μάρτυρα Ίουλίτταν» 9, PG 31, 260Α).

«Εις θάνατος, λοιπόν, η αμαρτία». Αυτός είναι ο αληθινός θάνατος. Νεκροί δεν είναι εκείνοι, πού θάφτηκαν μέσα στη γη. Είναι εκείνοι πού έθαψαν την ψυχή τους μέσα στα πάθη και την αμαρτία τους (Ματθ. η' 22). Ενώ όσοι έζησαν με αρετή και έ¬λαμψαν με τα έργα της δικαιοσύνης, έστω κι αν πέθαναν βιολογικά, εξακολουθούν να ζουν κοντά στο Θεό. Ο θάνατος, ο πιο τρομερός, ο αληθινός θάνατος, είναι εκείνος πού προέρχεται από την αμαρτία και μάς αποκόπτει από την πηγή της ζωής, το Θεό.

Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει πως «υπάρχει νέ¬κρωση σωματική, υπάρχει και ψυχική. Η πρώτη δεν είναι έγκλημα ούτε κίνδυνος, διότι δεν είναι της θελήσεώς μας, άλλωστε ο βιολογικός – σωματικός θάνατος σύντομα θα καταργηθεί. Η ψυχική όμως νέκρωση, επειδή είναι αποτέλεσμα της προαιρέ¬σεως μας, είναι έγκλημα και δεν έχει τέλος. Γι' αύ¬το και ο απόστολος Παύλος θεωρεί πολύ πιο μεγά¬λο το να αναστήσεις μια νεκρωμένη ψυχή απ’ το να αναστήσεις ένα νεκρωμένο σώμα».

Μια τέτοια θεώρηση τού θανάτου εκ μέρους τού Χριστιανισμού δίνει πια άλλες διαστάσεις και στο βιολογικό φαινόμενο της ζωής και τού θάνατου. Η ουσιαστική διαφορά δεν είναι πια ανάμεσα στην παρούσα ζωή και στη μέλλουσα, άλλά στο πως ζει κανείς αύτη τη ζωή σαν μια προετοιμασία της άλλης.

Ο άνθρωπος ζει τη ζωή ή το θάνατο από την παρούσα ζωή. Όταν ζει χωρισμένος από το Θεό, τότε η παρούσα ζωή δεν είναι γι' αυτόν παρά μια νεκρή ζωή. Ο φυσικός θάνατος έρχεται απλώς για να οριστικοποιήσει τον προϋπάρχοντα πνευματικό θάνατο.

Αντίθετα, εκείνος, πού ζει ενωμένος με το Χριστό δε γνωρίζει πραγματικό θάνατο. Ο φυσικός (σωματικός) θάνατος δεν είναι γι' αυτόν παρά ένα απλό επεισόδιο. Ισχύουν για τον πιστό τα λόγια τού Κυρίου: «ο πιστεύων είς έμε κάν αποθάνη ζήσεται» (Ίωάν. ια΄ 26).

Εκείνο λοιπόν πού πρέπει να μας απασχολεί σκεπτόμενοι το γεγονός του θανάτου, δεν είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, άλλά ο χωρι¬σμός της ψυχής από το Θεό. Τα σύνορα της ζωής και τού θανάτου δεν οριοθετούνται ανάμεσα στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή, άλλά ανάμεσα στην εν Χριστώ ζωή και την πνευματική αποστασία, την ηθική και πνευματική νέκρωση πού συνιστά η αμαρτία.

Από αυτό γίνεται φανερό πόση άξία δίνει ο Χρι¬στιανισμός και στην παρούσα ζωή. Η κάθε στιγμή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, αφού από αύτη θα εξαρτηθεί το αιώνιο μέλλον μας. Έτσι η ζωή μας παίρνει ένα νόημα ιδιαίτερα σημαντικό και καθοριστικό.

Η Εκκλησίας μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως βίωμα και τρόπος ζωής είναι η είσοδος στην αναστημένη ζωή τού Χριστού, είναι η κοινωνία της αιώνιας ζωής πού μας προσφέρεται δια της Μεταλήψεως τού Άχράντου Σώματος και τού Τιμίου Αίμα¬τος Του. Είναι ακόμη η απαντοχή της «ανέσπερης ημέρας» της Βασιλείας Του. Κι αν αύτη την αναστημένη ζωή του Χριστού πού μας προσφέρεται μες στην Εκκλησία την κάνουμε δική μας, αν αύτη η απαντοχή τού Χριστού γίνει δική μας με τη βε¬βαιότητα πως ο Χριστός είναι η Ζωή όλου του κό¬σμου, τότε ο ίδιος ο θάνατος μας θα γίνει μια πρά¬ξη κοινωνίας με τη Ζωή.

Γιατί τότε μήτε ζωή, μήτε θάνατος, μήτε κάτι άλλο απ’ αυτόν τον κόσμο θα μπορέσουν να μας χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού (πρβλ. Ρωμ. η' 39).
 
 
ΤΕΛΟΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΘΕΟΣΟΦΙΑ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ
ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ
ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»


ΘΕΟΣΟΦΙΑ

Η Θεοσοφία ως γενική έννοια σημαίνει το σύν¬ολο των θρησκευτικών «αληθειών» και γεγονότων πού αφορούν το Θεό, τον άνθρωπο και το σύμπαν. Ως κίνηση προσπαθεί να συμβιβάσει τη θρησκεία και τη φιλοσοφία. Δεχόμενη όλες τις θρησκείες επιδιώκει να χαράξει κοινούς θρησκευτικούς δρόμους ώστε να συμβιβάζονται μεταξύ τους και να ικανοποιούνται οι οπαδοί τους. Ενώ όμως υποστηρίζει πως δεν ανταγωνίζεται καμία θρησκεία, εντούτοις αποσκοπεί να ξεκαθαρίσει τις μεγάλες θρησκείες από τις παραδόσεις τους και να δημιουργήσει ένα κοινό πιστεύω, μία παγκόσμια θρησκεία.

Έτσι η Θεοσοφία φέρει ένα χαρακτήρα συγκρητισμού, δε¬χόμενη κυρίως στοιχεία από τις ανατολικές θρη¬σκείες (Ινδουισμό, Βουδισμό), στοιχεία φιλοσοφίας, άλλά και χριστιανικά δόγματα, τα όποια και προσ¬παθεί να εναρμονίσει. Δίκαια λοιπόν, η Θεοσοφία χαρακτηρίσθηκε ως ο πρόδρομος τού πανθρη¬σκειακού κινήματος της «Νέας Εποχής», στο όποιο και έχει ενταχθεί τα τελευταία χρόνια.

Κατά τη διδασκαλία της Θεοσοφίας, προσωπι¬κός Θεός δεν υπάρχει. Κατά την Άνα Μπεσάντ, ιδρυτικό μέλος της Παγκόσμιας Θεοσοφικής Εταιρείας, «ο Θεός είναι το πάν, και το πάν ο Θεός». Ό Χριστός δεν είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η Μπεσάντ πρόβαλε ως μεσσία και διδάσκαλο της ανθρωπότητας τον Ινδό Κρισναμούρτι.

Υποστηρικτής της δοξασίας της μετενσάρκω¬σης η Θεοσοφία, διδάσκει ότι η μακαρίτης και η «ύπαρξη» τού άνθρώπου θα αναπτυχθούν και θα ολοκληρωθούν στο Νιρβανικό πεδίο. Η Νιρβάνα είναι και για τούς θεοσοφιστές ο υψηλότερος σκο¬πός, τον όποιο ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώκει. Η δε «ηθική» της Θεοσοφίας είναι σχεδόν αντιγραφή της βουδιστικής ηθικής.

Κατά τη Θεοσοφία, ο Χριστιανισμός αποτελεί νεώτερη αποκάλυψη, πού όμως διαστρεβλώθηκε στη συνέχεια. Ως γνήσιους εκπρόσωπους τού Χρι¬στιανισμού θεωρεί αυτούς πού αποκηρύχθηκαν ως αιρετικοί από τη χριστιανική Εκκλησία των πρώτων αιώνων.

Ό Χριστός για τούς θεοσοφιστές είναι ένας «Μεγάλος Μύστης», ο όποιος ανεγράφη μυστικά στο κοινόβιο των Εσσαίων. Αργότερα πήγε στην Aίγυπτo, όπου μυήθηκε στη μεγάλη εσωτερική στοά και κατόπιν στην Ινδία, όπου μυήθηκε στον Αποκρυφισμό. Μετά το θάνατό του επικοινωνεί με τούς θεοσοφιστές οπαδούς του έχοντας αστρικό σώμα.

Οι ισχυρισμοί αυτοί της Θεοσοφίας για το πρόσωπο τού Χριστού είναι εντελώς ασύστατοι και ασυμβίβαστοι προς τις μαρτυρίες πού μάς παρέχει η Άγία Γραφή και κυρίως τα Ευαγγέλια. Η δε «Θεοσοφική Εταιρεία» θα μπορούσε να χαρακτηρι¬σθεί σαν μια προπαγανδιστική οργάνωση η όποια αποσκοπεί να υποκαταστήσει τις αγνές, άπλές και σωτηριώδεις διδαχές τού Χριστιανισμού με τις μυ¬στικιστικές «αποκαλύψεις» των ανατολικών θρη¬σκειών.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟΣ
Ό Πνευματισμός είναι ένα παραθρησκευτικό φαινόμενο και φιλοσοφικό σύστημα, πού υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι μπορούν, με μεσολάβηση ειδικών προσώπων (μέντιουμ), να επικοινωνούν με τα πνεύματα των νεκρών και να λύνουν τις διάφορες απορίες ή προβλήματα τους. Έτσι στην πρακτική του μορφή οργανώνει πνευματιστικές συγκεντρώσεις ή ασκεί την τέχνη της μαντείας, και στη θεωρητική του μορφή προσπαθεί να εξηγήσει τα διά¬φορα μεταψυχικά ή παραψυχολογικά φαινόμένα.

Η ιστορία του Πνευματισμού είναι πολύ παλιά, γιατί οι ρίζες του βρίσκονται σ' όλες σχεδόν τις ανατολικές και μεσογειακές θρησκείες. Οι Ινδοί φα¬κίρηδες, οι θιβετιανοί λάμα, οι Πυθίες των Δελφών κ.ά., δεν ήταν παρά τα μέντιουμ της εποχής τους.

Μεγάλη εξάπλωση, όπότε έλαβε και τη τελευταία του μορφή, γνώρισε ο Πνευματισμός μετά το 1847.
Και σήμερα όμως εξακολουθεί να επηρεάζει αρκετούς ανθρώπους. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες ο Πνευματισμός εντάχθηκε στο κίνημα της «Νέας Εποχής». Στην Ελλάδα οι πνευματιστές ιδρύσαν το1923 την «Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών» πού ασχολείται με μεταψυχικά προβλήματα.

Ό Πνευματισμός δημιούργησε σταδιακά μια δική του κοσμοθεωρία και βιοθεωρία, και έγινε έτσι ένα είδος παραθρησκείας, με ειδικούς λειτουργούς (τα μέντιουμ), με ευχολόγια, για τις γαμήλιες τελε¬τές, την κηδεία κ.ά. Βέβαια παραδέχεται ορισμένες χριστιανικές αλήθειες, άλλά υποστηρίζει και πάρα πολλές πλάνες.

Έτσι, ενώ δέχεται την ύπαρξη και αθανασία της ψυχής, την ύπαρξη Θεού, πνευμάτων κ.ά. αρνείται τη θεότητα του Χριστού, τον όποιο θεωρεί απλώς ως ένα ισχυρό μέντιουμ, ως το με¬γαλύτερο «πνεύμα», πού μπορεί να μεσολαβεί στο Θεό υπέρ των ανθρώπων. Δε δέχεται επίσης, πολ¬λά βασικά δόγματα της χριστιανικής πίστης, όπως την Ανάσταση του Χριστού, τη θεοπνευστία της Άγίας Γραφής κ.ά. Διδάσκει την αντιχριστιανική θεωρία της μετενσάρκωσης, στον κύκλο της όποιας εντάσσει και τον Χριστό.

«Ο Ιησούς είχε αναρίθμητες μετενσαρκώσεις πριν αναλάβει την αποστολή του. Η πνευματική του εξέλιξη είναι αποτέλεσμα προσπαθειών εκατοντάδων μετενσαρκώσεων πού υπέστη», υποστηρίζουν οι πνευματιστές (Π. Τρεμ¬πέλα, Ό Πνευματισμός σελ. 207).

Για τον Χριστιανισμό, τα πνεύματα πού επικαλούνται οι πνευματιστές δεν είναι ψυχές ή πνεύμα¬τα νεκρών ανθρώπων, άλλά πονηρά πνεύματα, πού εξαπατούν τούς πνευματιστές και τούς οπαδούς τους.

Τα διάφορα πνευματικά προβλήματα των ανθρώπων (τύψεις συνειδήσεως, ανησυχία για το μέλλον, αγωνία για τη σωτηρία μας, φόβος μπροστά στο θάνατο, πόνος για το θάνατο αγαπημένων προσώπων κ.ά.) δε λύνονται μέσα από την επικοινωνία με τα πονηρά πνεύματα πού θέλουν να εμπαίξουν και να ταλαιπωρήσουν τον άνθρωπο, την εικόνα του Θεού. Λύνονται και θεραπεύονται μέσα από την επικοινωνία με τον αληθινό Τριαδικό Θεό.

Και η επικοινωνία αύτη επιτυγχάνεται με την προσευχή, τα εξαγνιστικά και θεραπευτικά μυστήρια της εκκλησίας μας (Θ. Μετάληψη, Ευχέλαιο, Εξομολόγηση) και γενικά με τη συμμετοχή και τη βίωση του χριστιανικού (ορθοδόξου) τρόπου ζωής.


ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ
Αποκρυφισμός σημαίνει κάθε κίνηση πού ασχολείται με τις «απόκρυφες» δυνάμεις. Παραδέχεται δηλαδή πως υπάρχουν στον κόσμο υπερφυσικές, απρόσιτες (απόκρυφες) στην επιστημονική έρευνα δυνάμεις και φαινόμένα, και επεξεργάζεται πρακτι¬κούς τρόπους για να μπορούν να επικοινωνούν οι άνθρωποι με τις δυνάμεις αυτές και να τις χρησι¬μοποιούν για οποιουσδήποτε σκοπούς.

Στον Αποκρυφισμό εντάσσονται ως προς την πρακτική τους πλευρά η Θεοσοφία, ο Πνευματισμός, η Μαγεία(λευκή και μαύρη), η Σατανολατρεία και η Αστρολογία.

«Στο πλαίσια της Θεοσοφίας, τις αποκρυφιστι¬κές ιδέες τις προπαγάνδισε με ιδιαίτερη δραστη¬ριότητα ο Ρ. Σταϊνερ πού ισχυριζόταν πως ο Αποκρυφισμός είναι θετική πειραματική επιστήμη.

Στην πραγματικότητα ο Αποκρυφισμός παρόλο πού δια¬τυπώνει μερικές θέσεις του στη γλώσσα της φυσικής, δεν περιέχει ούτε ίχνος επιστημονικότητας» (Ρόζενταλ, Φιλοσοφικό Λεξικό, σελ. 95).

Οι Αποκρυφιστές χρησιμοποιούν συνήθως τις σατανικές πρακτικές και τις παγανιστικές λατρείες και δηλώνουν αντίθετοι και εχθρικοί προς την Εκκλησία του Χριστού.

Ό Αποκρυφισμός δέχεται πως όλες οι θρη¬σκείες αποτελούν δρόμους πού οδηγούν στον ίδιο σκοπό. «Τώρα στην ‘Νέα Εποχή’ του Υδροχόου ο Αποκρυφισμός αποφάσισε την ένωση όλων των θρησκειών κάτω από τον ‘Ύδροχοϊκό Χριστο’, τον αβατάρ της Νέας Εποχής (Αβατάρ στην ινδική μυθολογία λέγεται η μετενσάρκωση κάποιου θεού πού προσλαμβάνει υλική μορφή για τη σωτηρία της ανθρωπότητας») (Έφημ. «Μεσημβρινή», φ. 6.2.1990, σ. 19).

Ανησυχητικό είναι το γεγονός, ότι ο Αποκρυφισμός στις ποικίλες του μορφές προβάλλεται ακόμη και από τα επίσημα Μέσα Μαζικής ενημέρωσης και απειλεί το φρόνημα και ολόκληρο τον πολιτισμό μας.

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει γίνει χώ¬ρος ανάπτυξης του Αποκρυφισμού. «H χώρα μας εξελίσσεται, δυστυχώς σε μια τεράστια αποκρυφι¬στική αγορά, γι' αυτό και τα προϊόντα του αποκρυφισμού (των διαφόρων σκοτεινών τελετών της) δια¬τίθενται σήμερα όχι μόνο σε ειδικά μαγαζιά, αλλά ακόμη και στα σούπερ - μάρκετ.

Μάλιστα τελευταία οργανώνονται στη χώρα μας ειδικές εταιρείες για τη συστηματική κάλυψη της αποκρυφιστικής αγοράς» (Περ. «Παρεμβολή», τ. 10/1991).


ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»
Η «Νέα Εποχή» είναι ένα θρησκευτικό κίνημα με συγκρητιστικό χαρακτήρα. Αποτελεί άθροισμα θρησκειών και προβάλλεται ως μία «πανθρησκεία».

Λέγοντας άθροισμα θρησκειών δεν σημαίνει ότι πε¬ριλαμβάνει τις ίδιες τις θρησκείες, άλλά άθροισμα ή συλλογή ορισμένων στοιχείων τους. Π.χ. από το Χριστιανισμό παίρνει μερικά στοιχεία της μυστικής παράδοσης, άλλά όχι το Σταυρό τού Χριστού και την Ανάστασή Του.

Μέσα στο κίνημα της Νέας Εποχής μπορεί κανείς να βρει θεωρίες πού αφορούν τη γιόγκα το βελονισμό, το σουφισμό (Ισλάμ), την αρχαία ελληνική μυθολογία, μαγεία, Θεοσοφία, Πνευματισμό, Αποκρυφισμό, τη λατρεία διαφόρων ινδουιστικών θεοτήτων, τη διδασκαλία τού Βούδα, την δοξασία της μετενσάρκωσης, την αστρολογία, κλπ.

Η Νέα Εποχή αποσκοπεί στην «ολοποίηση» και «ολοκλήρωση» τού άνθρώπου. Επειδή όμως το όλο ταυτίζεται με το απόλυτο, επιδιώκει τη «θεοποίηση» τού άνθρώπου μέσα από τη «γνώση» πού προσφέ¬ρεται απ’ όλες τις θρησκείες και τις πρακτικές ζωής πού αναφέραμε προηγουμένως. Στη διδασκα¬λία της υπάρχει η αυτολατρεία και ο εωσφορικός εγωισμός.

Η προτροπή πού δίνεται στους οπαδούς της είναι η ακόλουθη: «Γονατίσατε μπροστά στον εαυτό σας, τιμήσατε και προσκυνήσατε το είναι σας. Ό ‘θεός’ κατοικεί μέσα σας και (ο θεός) είσ¬τε εσείς!».

Το κίνημα της Νέας Εποχής έγινε παγκόσμια γνωστό το 1975. Η ραγδαία ανάπτυξη του, πού ξε¬κίνησε από τις Η.Π.Α, έχει αποκτήσει 500.000.000 μέλη σ' όλο τον κόσμο, διαφόρων ηλικιών, επαγγελματικών τάξεων, όπως πολιτικούς, επιστήμονες, ανθρώπους της τέχνης, αρχηγούς και μέλη διαφό¬ρων θρησκειών.

Σύμβολά της είναι το ουράνιο τόξο, η σβάστικα, ο αριθμός 666, η πυραμίδα, ο πυρ¬σός και τόσα άλλα.

Οι άνθρωποι της Νέας Εποχής επιδιώκουν να οικοδομήσουν μια παγκόσμια θρησκεία. Στην επιδίωξη τους αύτη αμείλικτη είναι η πολεμική τους εναντίον τού μονοθεϊσμού και προπάντων εναντίον της Εκκλησίας τού Χριστού.

Διδάσκουν πως η εποχή τού αστερισμού των Ιχθύων, πού συμβολίζει το Χριστό και την Εκκλησία Του, πέρασε και η ανθρωπότητα έχει μπει σε μία «Νέα Εποχή», στον αστερι¬σμό τού Υδροχόου, πού συμβολίζει τη χρονική πε¬ρίοδο της επικράτησης τού εωσφόρου και τού αντίχριστου (υδροχοϊστές). Τις αντιλήψεις της κίνησης αυτής προσπαθούν οι οπαδοί της να τις περάσουν στον πολύ κόσμο με διάφορα μέσα. Υπάρχουν, λό¬γου χάρη, πολλά νέα τραγούδια πού προπαγανδί¬ζουν την κίνηση αύτη και προτρέπουν τούς ανθρώπους να υποδεχθούν μια τέτοια κατάσταση.

Ακόμη και στον πολιτικό τομέα επιδιώκεται μία «νέα τάξη πραγμάτων» εμπνευσμένη και κατευθυνόμενη από το πνεύμα της Νέας Εποχής. Οι «νεοποχίτες» ορα¬ματίζoνται μια «παγκόσμια κυβέρνηση» και μια παγ¬κόσμια αναμόρφωση των πολιτικών πραγμάτων και συστημάτων. Ό έλεγχος της οικονομίας, ένα διε¬θνές νόμισμα, η αποδυνάμωση των κατά τόπους κυβερνήσεων, είναι μέσα στα σχέδιά τους.

Όλες αυτές οι μυστικές επιδιώξεις καθιστούν το πανθρησκειακό κίνημα της Νέας Εποχής επικίνδυνο, αντίθετο προς το σκοπό της σωτηρίας του άνθρώπου και γι' αυτό αντίθετο στη μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία τού Χριστού.
 


Ενότητα πέμπτη
Ενότητα πέμπτη