www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
039    040

041    042

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
''Δεύτερο μέρος''

Ο Προμηθέας βέβαια είχε κι αυτός το προφητικό χάρισμα. Έτσι προφητεύει στην παρθένα Ιώ που τον ρωτάει:

ΙΩ: Τις ο λύσων εστίν άκοντος Διός;

ΠΡ: Των σων τιν’ αυτόν εκγόνων είναι χρεών.

ΙΩ: Πως είπας; ή ‘μος παις σ’ απαλλάξει κακών;

ΠΡ: Τρίτος γε γένναν προς δέκ’ άλλαισι γοναίς.
(- Ποιος είναι που θα σε λύσει χωρίς τη θέληση του Δία;
- Ένας από τους δικούς σου απογόνους πρέπει να είναι.
- Πως είπες; Αλήθεια δικό μου παιδί θα σ’ απαλλάξει απ’ τα βάσανα;
- Τρίτης γενιάς γέννημα θα είναι μετά από δέκα γενιές).
Πρέπει να προσέξομε εδώ ότι ο Προμηθέας προφητεύει τη σωτηρία του από το παιδί της παρθένου Ιούς. Γι’ αυτό και η Ιώ ξαφνιάζεται κι απαντάει αμέσως: -Πως είπας; Το άλλο που σκανδαλίζει με την ακρίβειά του τους δύσπιστους είναι ότι τοποθετεί τη σωτηρία ο Προμηθέας σε δεκατρείς γενιές απ’ την παράσταση βέβαια του δράματος. Τα 460 με 450 χρόνια που χωρίζουν την παράσταση  από τη γέννηση του Χριστού χωράνε ίσα – ίσα δεκατρείς γενιές!

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης πάλι πρόσεξε ένα χωρίο από το 2ο βιβλίο της «Πολιτείας» του Πλάτωνα, όπου ο Πλάτωνας κατακρίνει τον Αισχύλο, παρ’ όλη τη γενική εκτίμηση που του έχει, για το απόσπασμα σε κάποιο έργο του, που δεν σώθηκε (πιθανόν με τον τίτλο «όπλων κρίσις»).

Κατακρίνει λοιπόν το απόσπασμα του Αισχύλου ο Πλάτωνας, όταν φη η Θέτις τον Απόλλω εν τοις αυτής γάμοις άδοντα:
ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας
νόσων τ’ απείρους και μακραίωνας βίους
ξύμπαντα τ’ ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας
παιών’ επευφήμησεν ευθυμών εμέ
Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα
ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη
ο δ’ αυτός υμνών, αυτός εν θοίνη παρών
αυτός τάδ’ ειπών, αυτός εστιν ο κατανών
τον παίδα τον εμόν.

(όταν λέει η Θέτις ότι ο Απόλλων στους γάμους της τραγουδούσε:
ότι της πρόσφερε την γέννηση καλών παιδιών
χωρίς αρρώστιες και μακραίωνη ζωή
κι αφού σε όλα είπε πως η τύχη μου έχει την
αγάπη των θεών, έψαλε παιάνα για να ευθυμήσω
Κι εγώ το στόμα του Φοίβου το θεϊκό έλπιζα
πως δεν ψεύδεται, που είναι γεμάτο από τέχνη
μαντική.

Αυτός όμως ο ίδιος που έλεγε τον ύμνο
αυτός, που ήταν παρών στο γαμήλιο τραπέζι και
είπε αυτά εδώ, αυτός είναι που σκότωσε το γιο το δικό μου).

Δεν πρέπει να αποδώσει κανείς αυτό το απόσπασμα σε
Κάποια ακρότητα ή λογοτεχνική ελευθεριότητα του
Αισχύλου, γιατί και ο Όμηρος αναφέρει ότι ο Απόλλωνας έδωσε το πρώτο χτύπημα στον Πάτροκλο και τον αφόπλισε, ώστε να τον σκοτώσει.

... αυτάρ απ’ ώμων
ασπίς συν τελαμώνι χαμαί πέσε τερμιόεσσα
λύσε δε οι θώρηκα άναξ Διός υιός Απόλλων
(απ’ τους ώμους η ασπίδα η μεγάλη μαζί με τον τελαμώνα
έπεσε κάτω και του έλυσε τον θώρακα ο θεός Απόλλων ο γιος του Δία).

Ο Όμηρος δεν έφτασε την Ιλιάδα ως τον θάνατο του Αχιλλέα. Από την τύχη του Πατρόκλου όμως  συμπεραίνομε ότι δεν θα ήταν παράξενο να είναι τα πράγματα και με τον Αχιλλέα όπως με τον Πάτροκλο.

Ο Καβάφης συγκινήθηκε, όπως είπαμε, απ’ το περιστατικό κι έγραψε κι αυτός το ποίημα του «Απιστία», ίσως γιατί του φάνηκε πως αρκετά ψυχρά τα εξιστορεί κι ο Αισχύλος κι ο Όμηρος:

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για το βλαστό που θάβγαινε απ’ την ένωσί των.

Είπε: Ποτέ αυτόν αρρώστια δε θ’ αγγίξει
θάχει μακρυνή ζωή. – Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος, που γνώριζε από προφητείες,
της φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.

Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις
κι είπαν το σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα
κι έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.

Και μέσ’ στον οδυρμό της τα παλιά θυμήθη∙
΄και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
που γύριζεν ο ποιητής, που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, που γύριζε ο προφήτης,
ότάν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.

Κι οι γέροι της απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.
Ξέρομε εμείς γιατί απασχόλησε το περιστατικό τον Καβάφη κι από το ποίημά του φάνηκε πως επεδίωξε να δείξει την τραγική πλάνη των πιστών της ειδωλολατρίας. Βέβαια το ίδιο νιώθει και το ίδιο δείχνει για κάθε πίστη και κάθε λατρεία ο Καβάφης σαρκάζοντας έμμεσα κάθε θρησκευτική∙ ευαισθησία. Και φαίνεται σαν να προβληματίζεται μόνον η Θέτις ή μόνος ο Όμηρος ή ο Αισχύλος, αλλά νομίζω πως πρέπει να είναι γενικός ο προβληματισμός και προ παντός πρέπει να τα πούμε κάποτε όλα, όσα νιώθομε και τα κρύβομε.

Δεν ήταν μόνον η Θέτις που έμεινε εμβρόντητη σαν άκουσε απ’ τους γέροντες την ανέλπιστη είδηση τη φρικτή. Κι ο Όμηρος τόξερε – δεν μπορεί – γιατί στην Οδύσσεια δείχνει τον Αχιλλέα στον ηερόεντα Άδη πολύ τσαλακωμένον. Δεν μας εξιστόρησε όμως στην Ιλιάδα το θάνατό του, γιατί δεν άντεχε. Ο Αχιλλέας να πεθάνει! Αλλά ο Καβάφης που πήγε και βρήκε το απόσπασμα 281 του Αισχύλου, έμεινε κι αυτός εμβρόντητος.

Μα ποιος σας είχε εγγυηθεί όλους εσάς, ποιητές μου, ποιος σας είχε εγγυηθεί πως ο Αχιλλέας δεν θα σκοτώνονται στην Τροία;
Αφήστε την Θέτιδα, τη μάνα του. Καμμιά μάνα δεν πιστεύει ότι ποτέ θα πεθάνει το τέκνο της.

Μήπως πιστέψατε πως ο Απόλλων ο ίδιος «παιών’ επευφήμησε» κι έκαμε χαρούμενη τη Θέτιδα;
Γιατί δεν μειδιάσατε συμπαθητικά στην αφέλεια της μάνας να πιστεύει στην αθανασία του γιου της;

Όποιος βέβαια πιάνει ένα βρέφος στα χέρια, βλέπει αυτό το θαύμα της ζωής και διαψεύδει χίλιες φορές την ύπαρξη του θανάτου.
Δεν μπορεί, δεν πρέπει να υπάρχει ο θάνατος, ποιος τον σοφίστηκε; Κι όμως... συμβαίνει. «Ο δαίμων ο την ημετέραν φύσιν ειληχώς απαραίτητος».

Ο Θεό εγγυήθηκε την κατάργηση του θανάτου, γιατί τι Θεός είναι, αν κάνει θνητά έργα, θνητούς ανθρώπους, θνητά παιδιά του.

Αν είναι πατέρας μας, πως αντέχει να λυώνομε μέσα στους τάφους κι αυτός μακάριος να χλιέται μέσα στα μύρα των Ηλυσίων;

Και το άλλο, το τελευταίο, το φρικτότερο, το παραλογότερο, το απαράδεκτο «ο δ’ αυτός υμνών... αυτός εστιν ο κτανών τον παίδα τον εμόν».

Ο Θεός, που τραγούδησε και προφήτεψε την αθανασία του γιου μου, αυτός ο ίδιος τον σκότωσε!

Αν είναι η ζωή μέγα καλό και πρώτο, κι ο θάνατος είναι το μέγα κακό και πρώτο. Και τόσο μεγάλα πράγματα στον κόσμο ποιος άλλος μπορεί να τα κάνει; Μόνο ο Θεός. Λοιπόν, δημιουργέ μας, πατέρα μας, μοναδική μας ελπίδα, εσύ με τα χέρια σου τα πατρικά μας σκοτώνεις;!

Μη μου πεις Κωνσταντίνε Καβάφη, πως δεν σε βασάνιζε αυτό το ερώτημα;
Δεν ήταν όμως πατέρας τους ούτε ο Απόλλων, ούτε ο Δίας. Κι αρχαίοι μας πρόγονοι μόνο πατέρα χρειάζονταν. Και δεν είχαν...

Ύστερα βρήκαν τον πατέρα τους, που για χάρη τους πέθανε και μάλιστα επί Σταυρού και ετάφη, αλλά ανέστη «και επλήρωσε τα σύμπαντα φωτός και πρωτότοκος των νεκρών εγένετο, εκ κοιλίας Άιδου ερρύσατο ημάς και εδωρήσατο ημίν το μέγα έλεος».

Ο αμέσως επόμενος στη χρονική σειρά μεγάλος τραγικός ποιητής της Αθήνας ήταν ο Σοφοκλής από τον Κολωνό της Αττικής, ιερέας στο ναό του Ηρακλή. Ο Σοφοκλής μέσα στην καρδιά του χρυσού αιώνα, στο απόγειο της δόξας της Αθηναϊκής δημοκρατίας, είδε το μεγάλο πειρασμό κάθε προοδευμένης αστικής κοινωνίας να σκαρώσει έναν ηθικολογικό θετικισμό και να ζήσει στην ψευδαίσθηση της τελειότητας κι ας χάσκει κάτω απ’ τα πόδια αδυσώπητος κι αχόρταγος ο Άδης κι ας είναι οι καρδιές γεμάτες απ’ αυτά τα εφιαλτικά τέρατα που βλέπομε στη Μυθολογία.

Ο Σοφοκλής διαπίστωσε ότι η σοβαρή όψη της ζωής μας κρύβεται στο υποσυνείδητο και στην επιφάνεια μ’ αυτές τις λογικές ηθικολογίες παίζομε τις κουμπάρες.

Ο Οιδίπους ήταν ο ιδανικός ηγέτης, ο σοφός , ο αγαθός, ο φιλόλαος, ο ευσεβής... Και όμως ήταν το μίασμα! Και δεν το ήξερε. Ένα κουβάρι από ενοχές, αποκρύψεις, αινίγματα και απειλές φώλιαζε στην ψυχή του. Ξεκίνησε να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του και δεν τόμαθε κι αγνοώντας το τον σκότωσε. Δεν έμαθε ποια ήταν η μάνα του και την παντρεύτηκε! Γιατί τόσο σκοτάδι και τόσο κακό στην αφετηρία της ζωής μας; Ο Σοφοκλής ψηλαφεί το προπατορικό αμάρτημα.

Ο Οιδίπους έπεσε θύμα της σοφίας και της παλληκαριάς του. Έφτιαξε τη ζωή του την πρόσκαιρη και επιφανειακή  σκεπάζοντας το βάθος της που κοιτάζει απειλητικά κι αινιγματικά από το παρελθόν. Απ’ τα εγκλήματα του Λαΐου και όλων των Λαβδακιδών ξεκινάει η Άτη υστεροποινος μνήμων, δολία και πλανά το ορφανό παλληκάρι και το βάζει να σκοτώσει τον πατέρα του, το φέρνει μπροστά  στη Σφίγγα και την νικάει, του προσφέρει ένα βασιλικό γάμο, για να βολευτεί κι αυτός σε μια γωνιά της γης. Με άλυτο το πρόβλημα της καταγωγής του πέφτει μ’ ενθουσιασμό στα καθήκοντα του αγαθού βασιλέως. Η ηθική του όμως δεν τον σώζει, ίσα – ίσα κάνει τραγικότερη τη συντριβή του. Υπάρχει ένα κακό μεγάλο κρυμμένο στη ζωή μας και μια δύναμη (ο αλάστωρ), που το ξέρει και τιμωρεί αμείλικτα τον φορέα του κακού αυτού.

Κι όταν τα αποκαλύπτει όλα και νιώθει πια πως δεν είναι τίποτα κι η δόξα και το μεγαλείο του αγαθού ηγεμόνα, τα πάντα χάνονται σκιάς απατηλότερα, δεν υπάρχει διέξοδο. Ο αλάστωρ περιμένει την πληρωμή του και σαρκάζει τον ένοχο κι ένοχος δεν θεωρείται μόνον ο Οιδίπους αλλά γενικά το ανθρώπινο γένος, αφού πληρώνουν όλοι για όλους. («Κεκόλληται γένος προς άτα»). Δεν υπάρχει θρησκευτικός συλλογισμός στην αρχαία θρησκεία, που να μην αποδεικνύει ότι «οι θεοί των εθνών δαιμόνια», δαιμόνια που ως κύριο έργο έχουν τον κολασμό του κόσμου.

Όπως ο Αισχύλος έτσι κι ο Σοφοκλής δεν αυτοσχεδιάζει την ανθρωπολογία του. την βλέπει ολοζώντανη στη συμπεριφορά των Αθηναίων. Μπορεί να έστηναν πάλλευκα μνημεία τέχνης και λατρείας, αλλά οι σφαγές χιλιάδων Ελλήνων κι ο εξανδραποδισμός τους δεν μπορεί να άφιναν την καρδιά τους καθαρή.

Οι ίδιοι δικαιολόγησαν τις ιμπεριαλιστικές τους βαρβαρότητες ότι οφείλονταν σε τρία αίτια: στη δόξα, στο φόβο και στο συμφέρον (Θουκ. Α, 75). Και όταν κατάφερναν να πετύχουν το σκοπό τους, δεν απολάμβαναν τους καρπούς των μόχθων τους, αλλά έτρεχαν για νέες κατακτήσεις.

Και στα μικρά διαλείμματα χρειάζονταν «ευπρεπείς κατασκευάς, ων καθ’ ημέραν η τέρψις το λυπηρόν εκπλήσσει» (Θουκ. Β 38). Σαν αδηφάγο όρνιο κάθονταν επάνω στις καρδιές τους «το λυπηρόν» και χρειάζονταν τα παραισθησιογόνα της ευημερίας, για να το σκιάξουν. Έτσι μπορεί ο λαός στα χορικά να χλευάζει ολόκληρη την ιστορία με τους πολιτισμούς της:
«Ιώ γενεαί βροτών, ως υμάς, ίσα και το μηδέν ζώσας εναριθμώ» (Όχου γενιές των ανθρώπων, γιατί σας λογαριάζω να ζείτε ίσα με το μηδέν).

Στην παντοδύναμη εκείνη την εποχή Αθήνα, όπου καταργείται στις σχέσεις των πόλεων η δικαιοσύνη και επιβάλλεται απ’ τους Αθηναίους συνειδητά το δίκαιο του ισχυροτέρου («Ποιος προσφεύγει στη δικαιοσύνη, όταν μπορεί με τη βία να επιβάλει τη θέλησή του;») (Θουκ. Α 75), ακούγεται σαν βρισιά κυριολεκτικά το «Ύβρις φιτύει τύραννον». Κάθε εξουσία, λοιπόν, είναι έκφραση μιας αλαζονείας, που θέλει «ου αν κρατή, άρχειν».

Οι Αθηναίοι το είπαν στους Μηλίους, ακόμα και οι θεοί το ίδιο κάνουν, όπως πιστεύομε (δόξη).

Στο δρόμο του προς τον Άδη ο Οιδίπους φτάνει στον Κολωνό κι εκεί ακουμπάει στο ιερό των Ερινύων. Ο επάνω στο χώμα. Θυμάται κανείς τα λόγια του Δία στο Ρ της Ιλιάδας:
ου μεν γαρ τι που εστιν οιζυρώτερον ανδρός
πάντων, όσσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει.
(... δεν υπάρχει τίποτε δυστυχέστερο απ’ τον άνθρωπο,
απ’ όσα πάνω στη γη αναπνέουν και περπατούν) (Ρ 446 – 117).

Θα ήταν υπεραρκετά όσα παρουσιάστηκαν ως τώρα σ’ αυτή τη μελέτη, για να δείξουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν βαρειά τραυματισμένοι κι απογοητευμένοι απ’ τη θρησκεία των ειδώλων και είχαν συνειδητοποιήσει και μάλιστα δραματικά την ανεπάρκειά της.

Υπάρχει όμως και ο Ευρυπίδης, που έζησε αυτή την τραγωδία περισσότερο απ’ όλους, γιατί ανέβασε τα δράματά του σε μέρες που έπεφτε η αυλαία του δράματος της Αθηναϊκής ηγεμονίας και ανάπνεε ο ποιητής πολύ έντονα την ατμόσφαιρα της πτώσης και την Νέμεσης.

Νέος ακόμα στη δραματουργία καταπιάστηκε με το κύριο θέμα, το θάνατο, και μας έδωσε το δράμα «Άλκηστις». Επειδή το δράμα τελειώνει με νίκη κατά του θανάτου, ανάσταση της ηρωΐδας, οι Αθηναίοι το ονόμασαν κωμοειδύλλιον με το ίδιο πνεύμα, που απεκάλεσαν τον Παύλον αργότερα σπερμολόγον.

Η Άλκηστη, νεαρή βασίλισσα των Φερών, αποφασίζει να δεχτεί να πεθάνει στη θέση του άντρα της, του Αδμήτου. Ο Ηρακλής, ο ημίθεος, δηλαδή θεός απ’ τον πατέρα του το Δία και θνητός από τη μάνα του, την Αλκμήνη, φιλοξενούμενος στο παλάτι μαθαίνει τη συμφορά του παλατιού, πηγαίνει παλεύει με το θάνατο και φέρνει ζωντανή στο παλάτι την Άλκηστη, η οποία θα μείνει τρεις μέρες αμίλητη κι ύστερα θα επικοινωνήσει με τους ζωντανούς.

Στο κεντρικό χορικό (στ. 435 κ.εξ.) ο λαός εκφράζει το θαυμασμό του για την ηρωίδα, που θυσιάζει τη ζωή της από αγάπη, την πίστη ότι και  στον Άδη ζει η Άλκηστη, την ευχή να χαίρεται κι εκεί παρ’ όλον ότι εκεί είναι ο ανάλιος οίκος (ανήλιο, σκοτεινό σπίτι) και τη βαθειά του λαχτάρα να μπορούσε να τη φέρει πάλι στο φως από τα βασίλεια του Άδη.

Ω Πελίου θύγατερ
χαίρουσά μου ειν’ Άϊδα δόμοις
τον ανάλιον οίκον οικετεύοις...
....................................................
είθ’ επ’ εμοί μεν είη,
δυναίμην δε σε πέμψαι
φάος εξ Αίδα τεράμνων
και Κωκυτοίο ρεέθρων
ποταμία νερτέρα τε κώπα.
(Ω κόρη του Πελία, να μου χαίρεσαι
εκεί που κατοικείς στ’ ανήλιαγα παλάτια του Άδη ...
..................................................................
αχ και να ήταν στο χέρι μου και να μπορούσα
να σε στείλω στο φως απ΄τα σπίτια του Άδη
και απ’ το ρέμα του Κωκυτού με ποταμόβαρκα
του κάτω κόσμου).

Η τρελή λαχτάρα της ανάστασης πολύ μυθιστορηματική, αλλά ο ποιητής μ’ αυτό το δράμα καταπιάστηκε με το κύριο θέμα, το μοναδικό σχεδόν πρόβλημα (θανάτου τ’ άκος: Ύμν. εις Απόλλ.). Αν βεβαίωνε κανείς τον Ευριπίδη ότι μετά από τέσσερες αιώνες η Σαλαμίνα κάποια νύχτα της Αναστάσεως θα πλημμύριζε από τα φώτα και θ’ αντηχούσε στα πέλαγα το «Χριστός ανέστη», θα έπαιρνε τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής του, ίσως τη μόνη μεγάλη κι αληθινή χαρά.

Ο Ευριπίδης είδε κι επεξεργάστηκε επίμονα την ειδωλολατρική θεολογία, σύμφωνα με την οποία οι θεοί είναι δυνατότεροι απ’ τον άνθρωπο, αλλά όχι και καλύτεροι, μάλλον πολύ μοχθηρότεροι. Κι αν επισκοπούν κάποια λειτουργία της ζωής, αυτό δεν γίνεται από φιλανθρωπία αλλά κατά κάποιον τρόπο λόγω ειδικότητας του κάθε θεού. Και ειδικά η Αφροδίτη μόνο συμφορές «χαρίζει» στους ανθρώπους με την επιφοίτησή της κι εκείνο που μόνο ζητά είναι η αναγνώριση της δύναμής της και η προσκύνηση.

Μ’ αυτό το πνεύμα αρχίζει το δράμα Ιππόλυτος, όπου η Αφροδίτη στον πρόλογο του δράματος βγαίνει και λέει:
«Πολλή μεν εν βροτοίσι κουκ ανώνυμος
θεά κέκλημαι Κύπρις, ουρανού τ’ έσω
.....................................................................
τους μεν σέβοντας ταμά πρεσβεύω κράτη,
σφάλλω δ’ όσοι φρονούσιν εις ημάς μέγα.
(Μεγάλη ανάμεσα στους θνητούς και όχι ανώνυμη θεά
ονομάζομαι Κύπρις, κι ανάμεσα στους θεούς...
Αυτούς μεν που σέβονται τη δική μου δύναμη τους παραδέχομαι,
εξοντώνω όμως αυτούς που με περιφρονούν).

Στην συνέχεια δηλώνει: «τον Ιππόλυτο μέσα σ’ αυτή τη μέρα θα τον εξοντώσω, γιατί δεν με τιμά και τιμά την Άρτεμη και αρνείται τον έρωτα και το γάμο». Έτσι εμφανίζονται στο θεολογείο δυο θεές, η μια του έρωτα κι η άλλη της αγαμίας. Όταν η Αφροδίτη παίρνει πρωτοβουλία να εξοντώσει τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη αποσύρεται, γιατί «θέμις εστί», όταν ένας θεός παίρνει πρωτοβουλία, να μην τον εμποδίζει άλλος θεός. Δυο θεές, δυο αντίθετα είδωλα ζωής, και τα δυο ανθρωποκτόνα!

Αυτή η θεολογία επιδρά και διαμορφώνει και την ηθική των ανθρώπων. Ο Ιππόλυτος δεν τηρεί μόνο την αγνότητά του αλλά μισεί τους γάμους και τις γυναίκες γενικά. Γι’ αυτό από το ένα μέρος μας δίνει έναν ποιητικότατο ύμνο στη θεά της αγνότητας:

Σοι τόνδε πλεκτόν στέφανον
εξ ακηράτου λειμώνος,
ω δέσποινα, κοσμήσας φέρω... (Ευρ. Ιππ. 73 κ.εξ.)
(Σε σένα κυρά μου αυτό το πλεκτό στεφάνι από απάτητο λιβάδι, αφού το στόλισα στο φέρνω...).

Απ’ το άλλο μέρος τώρα εξαπολύει ένα υβρεολόγιο κατά του γυναικείου φύλου μοναδικό στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
«ω Ζευ τι κίβδηλον ανθρώποις κακόν
γυναίκας εις φως ηλίου κατώκισας;»

(Ω Δία τι κίβδηλο κακό έφερες τις γυναίκες στο φως του ήλιου;)
Να η απολυτοποίηση του δυϊσμού στη ζωή των αρχαίων και η θεολογική της προέλευση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αυτή τη ζωή παγιδευμένος από τη δαιμονική θεολογία.
Γι’ αυτό ο Ευριπίδης υποψιάζεται στην αρχή μέχρι που γίνεται βέβαιος ότι υπάρχει κάποια απάτη φοβερή. Στο δράμα «Ελένη», στο α’ στάσιμο στ. 1137 κ.εξ. εξομολογείται:

Ό,τι θεός ή μη θεός ή το μέσον
τις φησ’ ερευνήσας βροτών
μακρότατον πέρας ευρείν,
ος τα θεών εσορά
δεύρο και αύθις εκείσε
και πάλιν αντιλογοις
πηδώντ’ ανελπίστοις τύχαις;
Συ Διός έφυς, ω Ελένα, θυγατήρ∙
πτανός γαρ εν κόλποις σε
Λήδας ετέκνωσε πατήρ.
Κάτ’ ιαχήθης καθ’ Ελλανίαν
προδότις, άπιστος, άδικος, άθεος∙ ουδ’ έχω
τι το σαφές ό,τι ποτ’ εν βροτοίς.

(Τι είναι θεός, τι όχι θεός ή το ανάμεσα
ποιος άνθρωπος θα πει πως το έψαξε
και βρήκε το μακρότατον τέρμα (αυτής της
έρευνας); Αυτός που βλέπει τα σχετικά με τους θεούς
προς τα εδώ και προς τα εκεί με αντίθετες
και ανέλπιστες συντυχίες να πηδούν.

Εσύ, Ελένη, του Δία γεννήθηκες θυγατέρα∙
γιατί φτερωτός στους κόλπους της Λήδας
σ’ έσπειρε ο πατέρας.
Κι ύστερα ακούστηκες σ’ όλο τον Ελληνικό κόσμο
προδότις, άπιστη, άδικη, άθεη. Δεν ξέρω τι
τέλος πάντων είναι ξεκαθαρισμένο ανάμεσα
στους ανθρώπους γι’ αυτά).

Κι ο Ευριπίδης τελειώνει τη στροφή αυτή μ’ ένα στίχο δυσκολοερμήνευτον:
«Το των θεών δ’ έπος αλαθές εύρον».
Νομίζω ότι η σωστή του μετάφραση είναι «το λόγο όμως για τους θεούς, δηλ. πως υπάρχουν, τον βρήκα αληθινόν». Γι’ αυτό χρησιμοποιεί και τη λέξη έπος κι όχι λόγος∙ αν ήταν να εύρισκε αληθινά λόγια των θεών, δεν θα αμφέβαλε για τη θεότητα της Ελένης.

Στο τελευταίο του δράμα , τις Βάκχες, ο Ευριπίδης ξεκαθαρίζει το θέμα ακόμα περισσότερο. Εμφανίζει τον καινούργιο θεό Διόνυσο, που έρχεται απ’ την Ασία φέρνοντας μια καινούργια θρησκεία. Η δογματική της νέας θρησκείας δεν επεκτείνεται πέρα από το «βότρυος υγρόν» σε αντίθεση ή μάλλον συμπληρώνοντας τα δώρα της Δήμητρας, η οποία εν ξηροίσι εκτρέφει βροτούς.

Ότε δ’ ήλθ’ έπειτ’ αντίπαλιν Σεμέλης γόνος
βότρυος υγρόν πώμ’ ηύρε κεισηνέγκατο
θνητοίς, ο παύει τους ταλαιπώρους βροτούς
λύπας, όταν πλησθώσιν αμπέλου ροής.
ύπνον τε λήθην των καθ’ ημέραν κακών
δίδωσι, ουδ’ εστ’ άλλο φάρμακον πόνων.

(Και όταν ήλθε έπειτα πάλι ο γιος της Σεμέλης, του σταφυλιού το πιοτό βρήκε και το πρόσφερε στους θνητούς, που σταματάει στους ταλαίπωρους θνητούς τις λύπες, όταν γεμίσουν απ’ το χυμό της αμπέλου και ύπνο και λήθη των καθημερινών βασάνων δίνει κι ούτε υπάρχει άλλο φάρμακο των πόνων).

Κι όμως ο ίδιος ποιητής με το στόμα της τροφού της Μήδειας στο ομώνυμο δράμα στηλίτεψε τα τραγούδια του κρασιού, γιατί είναι άχρηστα. Θάθελε η τροφός (δηλ. ο Ευριπίδης) τραγούδια, που να καταπαύουν τις λύπες αντί να μερώνουν τις κακίες των ανθρώπων:

σκαιούς δε λέγων και ουδέν τι σοφούς
τους πρόσθε βροτούς ουκ αν αμάρτοις,
οίτινες ύμνους επί μεν θαλίαις
επί τ’ ειλαπίναις και παρά δείπνοις
ηύροντο βίω τερπνάς ακοάς∙
στυγίους δε βροτών ουδείς λύπας
ηύρετο μούση και πολυχόρδοις
ωδαίς παύειν, εξ ων θάνατοι
δειναί τε τύχαι σφάλλουσι δόμους.
(ανόητους και καθόλου σοφούς αν τους έλεγες τους παλιούς ανθρώπους δεν θα ‘πεφτες έξω, γιατί ύμνους για τα γλέντια και για τα συμπόσια βρήκαν γλυκά ακούσματα∙ τις μισητές όμως λύπες κανένας θνητός δεν βρήκε τρόπο με την ποίηση και με τις πολύχορδες ωδές να καταπαύει, που απ’ αυτές θάνατοι και φοβερές τύχες καταστρέφουν τα σπίτια).

Ύστερ’ απ’ αυτή τη δραματική δήλωση του Ευριπίδη, νομίζω ότι η υμνογραφία της Εκκλησίας μας και προπαντός οι Παρακλητικοί Κανόνες ανταποκρίνονται απόλυτα στον καημό του ποιητή. Να που ο Χριστιανισμός δεν είναι ο αντίπαλος του Ελληνισμού, αλλά η απάντηση στα αιτήματά του και η παρηγοριά στα προβλήματα, που αφίνει άλυτα κάθε άλλη θρησκεία.

Στις Βάκχες ο Ευριπίδης δίνει την τελική απάντησή του για το ήθος των θεών. Ο Διόνυσος έρχεται στη γενέτειρά του τη Θήβα, όπου δεν τον αναγνωρίζουν ως θεό, και τιμωρεί την πόλη κάνοντας τις γυναίκες μαινάδες.

Η αδερφή της μητέρας του Αγαύη μέσα στη βακχική της έκσταση  πιάνει το γιο της τον Πενθέα και τον κόβει κομμάτια νομίζοντας πως είναι λιοντάρι. Φέρνει στη σκηνή το κεφάλι του περασμένο σ’ ένα καλάμι ως έπαθλο. Όταν συνέρχεται και βλέπει τι έκανε πέφτει σε βαθειά δυστυχία. Το ίδιο κι ο πατέρας της, ο Κάδμος, που ήταν παππούς του Διονύσου.

Ο Διόνυσος εμφανίζεται ο θριαμβευτής, αφού τιμώρησε την απιστία τους, και τους αναγγέλλει ακόμα ότι τους καταδικάζει σε εξορία. Και το δράμα τελειώνει με τον παρακάτω διάλογο:

ΚΑΔΜΟΣ: Διόνυσε, λισσόμεθά σ’, ηδικήσαμεν

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Όψ’ εμάθεθ’ ημάς, ότε δε χρην, ουκ ήδετε

ΚΑΔΜΟΣ: Εγνώκαμεν ταύτα αλλ’ επεξέρχη λίαν

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Και γαρ προς υμών θεός γεγώς υβριζόμην

ΚΑΔΜΟΣ: Οργάς πρέπει θεούς ουχ ομοιούσθαι βροτοίς

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Πάλαι τάδε Ζευς ουμός επένευσε πατήρ.

(ΚΑΔΜΟΣ: Διόνυσε, σε ικετεύομε, (παραδεχόμαστε ότι σε) αδικήσαμε

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Αργά με καταλάβατε, όταν όμως έπρεπε, δεν ξέρατε.

ΚΑΔΜΟΣ: Τα καταλάβαμε (τώρα) αυτά, αλλά μας τιμωρείς πολύ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Γιατί κι εγώ από σας, αν και ήμουν θεός, υβριζόμουν.

ΚΑΔΜΟΣ: Οι θεοί πρέπει στις οργές να μην γίνονται όμοιοι με τους θνητούς

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Από παλιά αυτά τα επεκύρωσε ο Δίας ο πατέρας μου)
(Ευρ. Βάκχ. 1345-1350)

Μπορούμε να πούμε ότι είναι αυτά και τα τελευταία λόγια του Ευριπίδη προς τον κόσμο, γιατί οι Βάκχες είναι το τελευταίο του δράμα και κατά πάσαν πιθανότητα ανεβάστηκε στη σκηνή μετά το θάνατο του. Μας εμπιστεύεται τον πόνο του ο ποιητής πως είχε υψηλότερη ιδέα για το Θεό και διαψεύστηκε από την πραγματικότητα. Βέβαια είχε διαψευσθεί και προτήτερα με την Αφροδίτη στο δράμα Ιππόλυτος, με όλους τους θεούς στις Τρωάδες κ.λ.π., αλλά εδώ δίνεται αυτή η εικόνα επιγραμματικά και πολύ πειστικά.

Ο Κάδμος θεωρεί ότι η άδικη οργή του θεού Διονύσου είναι ομοίωση στις οργές των ανθρώπων. Στην πράξη όμως αποδείχτηκε ότι η τρομοκρατική θεολογία των ειδώλων είναι που διέφθειρε και τα ανθρώπινα ήθη. Στο ίδιο δράμα, στις Βάκχες, έχομε το τρίτο στάσιμο, όπου ο χορός υμνεί το σοφόν και το κάλλιον παρά θεών γέρας στους ανθρώπους, που δεν είναι άλλο από το νάχουν το επάνω χέρι στις σχέσεις τους με τους εχθρούς.

τι το σοφόν; ή τι το κάλλιον
παρά θεών γέρας εν βροτοίς
ή χείρ’ υπέρ κορυφάς
των εχθρών κρείσσω κατέχειν;
(τι είναι το σοφόν; ή τι καλύτερο δώρο απ’ τους θεούς στους ανθρώπους παρά να κρατούν το χέρι τους δυνατό πάνω απ’ την κορυφή των εχθρών τους;).

Το μεγάλο του λόγο όμως για το τι είναι η ειδωλολατρική θρησκεία ο Ευριπίδης τον είπε και τον έδειξε με το δράμα Μήδεια.
Η Μήδεια, για να εκδικηθεί τον άπιστον άντρα της, τον Ιάσονα, σφάζει τα παιδιά της. Θα περίμενε κανείς σύμφωνα με τον Αριστοτέλειο ορισμό της τραγωδίας να ιδούμε την ειδεχθή φόνισσα να δέχεται τελικά το πελέκι της Νέμεσης. Κι όμως, όταν ανοίγει η αυλαία στο τελευταίο επεισόδιο, ο ποιητής σκηνοθετεί τη φόνισσα ανεβασμένη πάνω σ’ ένα μυθικό άρμα, που το έσερναν δράκοντες, δώρο του πάππου της του Ήλιου, με τα σφαγμένα κορμάκια των παιδιών της στα πόδια της να στάζουν ακόμα αίμα.

Αυτός που εξευτελίζεται είναι ο Ιάσων, που δεν του επιτρέπει η παιδοκτόνος ούτε να τ’ αγγίξει κι η ίδια στέκει αγέρωχη  στο βάθος της σκηνής σαν Εωσφόρος. Το κακό εδώ θεοποιείται! Ο ειδωλολατρικός θεός είναι η προσωποποίηση του κακού στο Εωσφορικό μεγαλείο του.

Όταν διαβάζω αυτά τα κείμενα των τραγικών και του Ομήρου, με πιάνει συμπόνια για τους προγόνους μας, γιατί νιώθω μέσα στην καρδιά μου τον πόνο τους και θαυμάζω την ευθύτητά τους, τη βαθειά τους αναζήτηση του αληθινού Θεού. Παρατηρώ όμως με λύπη μου ότι σύγχρονοί μας φιλόλογοι και φιλολογούντες γυρίζουν τον άξονα, που συνδέει το καλό με το κακό, την αλήθεια με το ψέμα και εγκαινιάζουν τον άξονα τραγικού και μη τραγικού, ώσαν η τραγικότητα να αποτελεί απόλυτη αξία.

Η τραγικότητα όμως είναι ο σπαραγμός της καρδιάς για τη χαμένη αλήθεια, το ζητούμενο είναι η αλήθεια.
Τη μόνη παρηγοριά στο θέμα των πατέρων μας, που μας άφησαν την τραγική τους κραυγή μου τη δίνει το απολυτίκιο του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

... «χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν Άιδη Θεόν
φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την αμαρτίαν
του κόσμου και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος».

Στην ανάσταση των νεκρών της εσχάτης ημέρας θα βγουν στην καινή κτίστη πολλοί αρχαίοι και ήρωες και απλοί τραγικοί ποιητές και θεατές τους κρατώντας στα χέρια τους σημαίες της Αναστάσεως.

Όσο πλησιάζαμε προς το τέλος της αρχαιότητας και τα μαθήματα των τραγικών είχαν αρχίσει να αποδίδουν μέσα στον Ελληνικό χώρο, άρχισαν να ακούγονται καθαρότερες φωνές, που προμήνυαν μια μεγάλη αλλαγή, μια αντιστροφή του ειδωλολατρικού κατεστημένου.

Βέβαια αυτή είναι μια θεολογία προφητική και φεύγει πια από την ειδωλολατρία. Οι Σίβυλλες των τελευταίων αιώνων, μάντισσες του Απόλλωνα, μίλησαν για τον ερχόμενο Σωτήρα με εκπληκτική σαφήνεια όπως οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν ξέρομε αν ο κόσμος τις έπαιρνε στα σοβαρά.

Οι σκεπτόμενοι όμως πνευματικοί άνθρωποι έβλεπαν ότι κάτι θ’ αλλάξει, δεν μπορεί ο κόσμος να ζήσει με την απάνθρωπη δαιμονική θεολογία.

Και οι Σίβυλλες αλλά και ο Σόλωνας ως ποιητής μας άφησαν κείμενα που μιλούν για το Σωτήρα που θα έρθει και θα διωχθεί, θα μαστιγωθεί, θα θανατωθεί κ.λ.π., που εύκολα ένας δύσπιστος μπορεί να τα αμφισβητήσει. Είναι προκλητικά σαφή, σαν να γράφτηκαν μετά την εμφάνιση του Χριστού στον κόσμο.

Ο Πλάτων ψύχραιμος διανοούμενος προτίμησε την μέση οδό. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θάρθει ένας σωτήρας να μας διδάξει την αλήθεια, δηλαδή ποιον Θεό να λατρεύομε και με ποιον τρόπο.

Στο διάλογο «Αλκιβιάδης δεύτερος» συμβουλεύει ο (Πλατωνικός) Σωκράτης τον Αλκιβιάδη, που ετοιμάζονταν να κάνει μια θυσία:

... αναγκαίον ουν εστι περιμένειν, έως αν τις μάθη
ως δει προς θεούς και προς ανθρώπους διακείσθαι.

ΑΛΚΙΒ: Πότε ουν παρέσται ο χρόνος ούτος, ω Σώκρατες, και τις ο παιδεύσων; ήδιστα γαρ αν μοι δοκώ ιδείν τούτον τον άνθρωπον, τις εστιν.

ΣΩΚΡ: Ούτος ω μέλει περί σου, αλλά δοκεί μοι, ώσπερ τω Διομήδη φησίν την Αθηνάν Όμηρος, από των οφθαλμών αφελείν την αχλύν.
όφρ’ ευ γιγνώσκοι ημέν θεόν ηδέ και άνδρα,
ούτω και σοι δειν από της ψυχής πρώτον την αχλύν
αφελόντα, ή νυν παρούσα τυγχάνει, το τηνικαύτ’ ήδη
προσφέρειν δι’ ων μέλλεις γνώσεσθαι ημέν κακόν ηδέ
και
εσθλόν∙ νυν μεν γαρ ουκ αν μοι δοκείς δυνηθήναι...

(Είναι ανάγκη λοιπόν να περιμένει κανείς μέχρι να μάθει πως πρέπει στους θεούς και στους ανθρώπους να συμπεριφέρονται.

ΑΛΚΙΒ.: Πότε λοιπόν θάρθει αυτή η ώρα, Σωκράτη, και που είναι αυτός, που θα μας διδάξει; Γιατί νομίζω με πολλή χαρά θάβλεπα αυτόν τον άνθρωπον, ποιος είναι.

ΣΩΚΡ.: Αυτός που νοιάζεται για σένα, αλλά μου φαίνεται, όπως  στο Διομήδη λέει ο Όμηρος ότι η Αθηνά αφαίρεσε την αχλύν, «για να ξεχωρίζει καλά τον θεό ή τον άνθρωπο», έτσι και σε σένα πρέπει πρώτον μεν από την ψυχή την αχλύν αφού αφαιρέσει, που τώρα υπάρχει, τότε ήδη να σου προσφέρει αυτά, με τα οποία πρόκειται να γνωρίζεις τι είναι κακό και τι είναι καλό, γιατί τώρα δεν μου φαίνεται πως θα μπορέσεις).

Είναι συγκλονιστικό ότι ο πολύς Πλάτων φτάνει να περιμένει αυτόν, που θα αφαιρέσει την ομίχλη, που σκοτίζει το νου των ανθρώπων και δεν βλέπουν την αλήθεια. Ύστερ’ απ’ αυτή την απροσδόκητη πληροφορία καταλαβαίνομε ότι όλο το έργο του με τις περίφημες ιδέες και τις λογικές αναλύσεις είναι απλώς γυμνάσματα διανοητικά και δεν έχει κανείς την ελπίδα ότι μ’ αυτά θα βρει την αλήθεια.

Αυτήν την αχλύν εύχομαι απ’ τα βάθη της καρδιάς μου να βγάλει ο Θεός και απ’ τα μάτια των αρχαιολατρών μας και να θεωρήσουν τον εαυτό τους πανευτυχή, που Αυτός που τον περίμεναν οι λαοί και άλλοι τον περιμένουν ακόμα, Αυτός είναι ο σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, που τον αρνούνται. Αυτός είναι η ζωή κι αυτοί αγάπησαν το θάνατο! Ο Θεός να τους ελεήσει.
 
 


Μορφή, χαρακτήρας καί φυσικά χαρίσματα τοΰ Γέροντα
H εξωτερική εμφάνιση τοΰ Γέροντα ήταν ενός συνηθισ ...
Περισσότερα >>
28 Οκτωβρίου 1940
**Σημειώστε ότι η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα που ...
Περισσότερα >>