www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Μεταθανάτιες εμπειρίες άγιων και ορθοδόξων χριστιανών.

Μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως την ορθόδοξης διδασκαλίας.
Αναφορές για την μεταθανάτιο ζωή μέσα από τους βίους των άγιων ,
Από τους πατέρες τις εκκλησίας, από θειες αποκαλύψεις σε απλούς ανθρώπους.
 
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ.
    Πέτρος. Γιατί συμβαίνει, σε παρακαλώ και σε αυτά τα τελευταία χρόνια βλέπουν το φως τόσα πολλά σχετικά με τις ψυχές, τα οποια προηγουμένως έμεναν κρυμμένα; Με ξεκάθαρες αποκαλύψεις και φανερώσεις ο μέλλων αιώνας δείχνει να παρουσιάζεται και να διανοίγεται σε μας.
    Γρηγόριος. Έτσι είναι. Γιατί όσο ο παρών αιώνας πλησιάζει στο τέλος του, τόσο ο μέλλων αιώνας λόγο της εγγύτητας σαν να αγγίζεται ήδη κάπως και διανοίγεται με όλο και πιο έκδηλα σημεία.
Και εφόσον σε αυτόν καθόλου δεν βλέπουμε αμοιβαία ο ένας τις σκέψεις του αλλού ενώ σε εκείνον διαβάζουμε ο ένας του αλλού την καρδιά, πώς να ονομάσω τον αιώνα αυτόν εκτός από νύχτα, και πως τον μέλλοντα εκτός από ημέρα;
    Αλλά κατά τον ίδιο τρόπο που τελειώνει η νύχτα και αρχίζει να ανατέλλει η μέρα πριν την ανατολή του ηλίου κατά κάποιο τρόπο ανακατεύονται μαζί τι σκοτάδι και το φως, έως ότου τα υπολείμματα της νύχτας που φεύγει να μεταλλαγούν εντελώς σε φως της ημέρας που έρχεται, έτσι και το τέλος αυτού του κόσμου αναμιγνύεται με την αρχή του μέλλοντος αιώνα, και το ίδιο το σκοτάδι των υπολειμμάτων του φωταγωγείτε ήδη από την κάποια σύμμειξη με τον κόσμο των πνευμάτων. Και από αυτά που είναι εκείνου του κόσμου ήδη πολλά διακρίνουμε, αλλά ακόμα δεν τα αναγνωρίζουμε τελείως, γιατι είναι σαν να βλέπουμε το θολό είδωλο τους μπροστά στον ήλιο σε κάποια χαραυγή του νου μας.
(ΆΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ- ΒΙΟΙ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ- ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΛΙ «ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ» ΑΓΙΑ ΆΝΝΑ- ΆΓΙΟ ΌΡΟΣ)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Μεταθανάτιες εμπειρίες άγιων και ορθοδόξων χριστιανών.
Ο ΆΓΙΟΣ ΣΑΛΒΙΟΣ.
    Ο αγ. Σάλβιος από την πόλη Άλμπί της Ν. Γαλλίας, επίσκοπος Γαλατίας πού έζησε τον 6ο αιώνα, αφού υπήρξε νεκρός για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, επέστρεψε στη ζωή και διηγήθηκε στο φίλο του αγ. Γρηγόριο της Τουρώνης τά έξης:
     «Όταν σειόταν το κελί μου πριν τέσσερις ήμέρες, και με είδατε νά κείτομαι νεκρός, δύο άγγελοι με ανύψωσαν και με μετέφεραν στο πιο ψηλό σημείο του Ουρανού, τόσο ψηλά πού έμοιαζε νά έχω κάτω από τά πόδια μου όχι μόνον αυτήν την άθλια γη, αλλά και τον ήλιο και το φεγγάρι, τά σύννεφα και τά άστρα. Κατόπιν πέρασα μαζί με τούς αγγέλους μέσα από μία πύλη ή οποία έλαμπε πιο πολύ κι απ' το φως του ήλιου και μπήκα σε ένα κτίριο πού το πάτωμά του ήταν καμωμένο από λαμπερό ασήμι και χρυσό. το φως πού υπήρχε ήταν αδύνατο νά περιγραφεί. Βρισκόταν εκεί ένα πλήθος ανθρώπων, πού δεν ήταν ούτε άνδρες ούτε γυναίκες, και κινούνταν πρός όλες τις κατευθύνσεις και σε τέτοια έκταση πού δέ μπορούσες νά δεις μέχρι πού έφτανε. Οι άγγελοί μου άνοιξαν δρόμο για νά περάσω μέσα από αυτό το πλήθος πού ήταν μπροστά μου, και φτάσαμε ατό μέρος εκείνο το όποίο ατενίζαμε απ' όταν ακόμα βρισκόμαστε πολύ μακριά. Πάνω από εκείνο το μέρος έστεκε ένα σύννεφα λαμπρότερο από οποιοδήποτε φως, κι όμως δεν υπήρχε ούτε ήλιος ούτε φεγγάρι ούτε κανένα αστέρι και μάλιστα, το σύννεφο έλαμπε πιο πολύ απ' όσο θα μπορούσε νά λάμπει από μόνο του το καθένα από αυτά. μία φωνή ακούστηκε μέσα από το σύννεφα, πού θύμιζε τον ήχο από πολλά νερά πού έπεφταν. 'Εμένα τον αμαρτωλό με υποδέχθηκαν με μεγάλο σεβασμό κάποια όντα, μερικά από τά όποία φορούσαν άμφια και άλλα κανονικά ρούχα' οί άγγελοι πού με οδηγούσαν μου εξήγησαν ότι αυτά τά όντα ήταν οι μάρτυρες και άλλοι άγιοι τούς όποίους τιμούμε εδώ στη γη και στους όποίους προσευχόμαστε με μεγάλη ευλάβεια. και ενώ στεκόμουν εκεί άρχισε νά με τυλίγει απαλά μία ευωδία τόσο γλυκιά πού, νιώθοντας νά "τρέφομαι" από αυτήν, δεν αισθανόμουν καμιά ανάγκη νά φάω η νά πιω τίποτα μέχρι αυτήν τη στιγμή πού σου μιλάω. Μετά άκουσα μία φωνή πού είπε: "Αφήστε αυτόν τον άνθρωπο να γυρίσει πίσω στον κόσμο, γιατί οΙ εκκλησίες μας τον έχουν ανάγκη". Παρότι άκουγα τη φωνή δέ μπορούσα νά δω ποιος μιλούσε. και τότε έπεσα μπρούμυτα ατό έδαφος συντετριμμένος, κλαίγοντας. 'Αλίμονο, αλίμονο, Θεέ μου!" είπα. "Γιατί μου αποκάλυψες όλα αυτά πού είδα μόνο και μόνο για νά μου τά ξαναπάρεις πίσω;... "Ή φωνή πού μου είχε μιλήσει είπε: "Πορεύσου εν ειρήνη. Εγώ θα σε προστατεύω μέχρι νά σε ξαναφέρω και πάλι σ' αυτό το μέρος." Τότε οι οδηγοί μου άγγελοι με άφησαν και εγώ επέστρεψα περνώντας και πάλι μέσα από την πύλη από την όποία είχα εισέλθει, κλαίγοντας καθώς έφευγα.»*
* ΆΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥΡΩΝΗΣ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ. ΒΙΒΛΙΟ VII, VITA PATRYM, ST, HERMAN MONASTERY PRESS 1988
ΌΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ
Από την παγωνιά της γης στη θαλπωρή του ουρανού
Το μαρτύριο τού ψύχους.
    Διηγείται ο όσιος Ανδρέας…………..
    Δεν μπορούσα αγαπητέ μου να υποφέρω Το φοβερό κρύο και τον αέρα, πού κι εσύ θα δοκίμασες, γιατί ήμουν γυμνός, ξυπόλυτος και άστεγος. Κατέφυγα λοιπόν στους φτωχούς, τούς όμοίους μου, άλλά δεν με δέχονταν. με σιχαίνονταν και μ' έδιωχναν με τά ραβδιά σαν σκύλο. «Φύγε άπ' εδώ σκύλε, μου έλεγαν, εξαφανίσου»!
Τόπο νά καταφύγω και νά σωθώ δεν εύρισκα. Απελπίστηκα. Φοβήθηκα πώς θα πεθάνω. Ας είναι δοξασμένο, είπα, Το όνομα του Θεού, γιατί κι αν ακόμα πεθάνω θα μου λογισθεί σαν μαρτύριο. Ό Θεός δεν είναι άδικος. Αυτός πού έστειλε την παγωνιά, θα μου δώσει και την υπομονή. Πήγα λοιπόν σε μια γωνιά της στοάς και βρήκα ένα σκυλάκι. Ξάπλωσα δίπλα του με την ελπίδα πώς θα με ζεστάνει λίγο. Εκείνο όμως, όταν με είδε κοντά του, σηκώθηκε και έφυγε.
     Είπα τότε στον εαυτό μου: «Βλέπεις, ταλαίπωρε, πόσο αμαρτωλός είσαι; Ακόμη και τα σκυλιά σε περιφρονούν και φεύγουν από κοντά σου και δεν σε δέχονται ούτε σαν όμοιο τους. Οί άνθρωποι σε αποστρέφονται σαν πονηρό δαίμονα. Οί όμοιοί σου φτωχοί σε διώχνουν. Τι απομένει λοιπόν; Πέθανε, άσωτε, πέθανε! Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία σ' αυτόν τον κόσμο».
    Ενώ όμως έλεγα αυτά με πολύ πόνο, ήρθα σε κατάνυξη. Κι επειδή με έσφιγγε το κρύο και ο τρόμος, αναλύθηκα σε δάκρυα, με τα μάτια της ψυχής στραμμένα προς τον Θεό. Τα μέλη μου όλα πάγωσαν. Νόμισα εκείνη τη στιγμή ότι θα ξεψυχήσω...
    Ξαφνικά ένοιωσα ζεστασιά. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω ένα νέο πολύ ωραίο ν' αστράφτει πιο πολύ άπ' τον ήλιο. Στο χέρι του κρατούσε χρυσό κλαδί. Ήταν πλεγμένο με δροσερά κρίνα και τριαντάφυλλα πού δεν έμοιαζαν με του κόσμου τούτου, όχι! Είχαν θαυμαστή ποικιλία. Ήσαν αλλιώτικα στη φύση και στη θωριά τους. Κρατώντας αυτό το ωραίο κλαδί με κοίταξε και μου είπε: «Ανδρέα, που ήσουν;». «Εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου», αποκρίθηκα. Κι ενώ ακόμη μιλούσα με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθοστόλιστο κλαρί λέγοντας μου. «Ας πάρει δύναμη το σώμα σου και ζωή ακατανίκητη».
     Αμέσως η ευωδιά εκείνων των λουλουδιών μπήκε στην καρδιά μου και αστραπιαία μου έδωσε ζωή. Ακούω τότε μια φωνή να λέει: «Πηγαίνετε τον να τον παρηγορήσετε για δύο εβδομάδες και πάλι να επιστρέψει, γιατί θέλω να αγωνιστή ακόμη». Ενώ κρατούσε ο λόγος, βυθίσθηκα σε βαθύτατο ύπνο και δεν κατάλαβα Τι μου συνέβη. Ζούσα για δύο εβδομάδες εκεί πού διέταξε ή βουλή του θεού, σαν να κοιμήθηκα ευχάριστα όλη τη νύχτα και ξύπνησα το πρωί.
Στον κήπο του Θεού
     Βλέποντας ότι βρίσκομαι σε πάντερπνο και θαυμαστό παράδεισο σάστισα. Διερωτόμουν Τι να σήμαινε αυτό. Ήξερα ότι έμενα στην Κωνσταντινούπολη. Τι δουλειά όμως είχα εκεί, δεν καταλάβαινα. Θαύμαζα και δεν μπορούσα να δώσω κάποια εξηγήσει. «Για δες, είπα στον εαυτό μου, πραγματικά είμαι παράλογος. Ό Θεός με ευεργέτησε και, ενώ θα έπρεπε να τον δοξάζω και να τον ευχαριστώ, κάθομαι και πολυεξετάζω αυτό το εξαίσιο θαύμα».
    Ένοιωθα σαν άσαρκος. Φορούσα χιτώνα χιονάτο, αστραφτερό, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια και με ευχαριστούσε πολύ ή ομορφιά του. Στο κεφάλι φορούσα στεφάνι ολόχρυσο και λαμπρό, στα πόδια σανδάλια, και ήμουν ζωσμένος με κόκκινη αστραφτερή ζώνη. Ό παράδεισος ήταν όλο φως, αλλά φως πρωτόγνωρο και πολύ λαμπρό πού, καθώς ακτινοβολούσαν τα λουλούδια, έπαιρνε ένα απαλό ρόδινο χρώμα. Μια θεϊκή εύωδία με διαδοχικές παραλλαγές πλησίαζε την όσφρηση μου και με μεθούσε. Πίστεψε με, σου λέω αυτά και φρίττω.
Μέσα στον κήπο του θεού ήμουν σαν βασιλιάς. Χαιρόμουν πολύ να βλέπω τον εαυτό μου να κατοικεί σε τέτοιο παράδεισο. Εκεί ο Θεός έκανε να φυτρώνουν πολλά δένδρα. Δεν έμοιαζαν όμως με του φθαρτού κόσμου. Ήσαν πάντοτε θαλερά, ευωδιαστά και φουντωτά. Ήσαν ψηλά, πολύφυλλα και απολαυστικά. Τα κλαδιά τους έγερναν και, καθώς κυμάτιζαν μεταξύ τους, γέμιζαν εύωδία την ατμόσφαιρα και σχημάτιζαν ουράνιο τόξο. Όλα αυτά τά απολαμβάνουν οι μακάριοι, και ή ψυχή τους αλλοιώνεται από την ηδονή εκείνη, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση.
     Παράδοξο επίσης ήταν και τούτο: Αλλά δένδρα είχαν μόνο άνθη, αλλά καρπό, άλλα μόνο άνθη και φύλλα. Πάνω σ' αυτά υπήρχε κάτι πολύ θαυμαστό: Διάφορα ωραία πουλιά, μικρά και μεγάλα, με χρυσά και χιονάτα φτερά. Μερικά κελαηδούσαν χωμένα στα φύλλα, και το κελάηδημα τους, ωραίο και τερπνό, ακουγόταν ως την άκρη τ' ουρανού.
     Προσπαθούσα να καταλάβω πώς ήσαν εκείνα τα πουλιά, και ή παράδοξη θωριά τους με μεθούσε. Ήσαν όμορφα σαν τριαντάφυλλα ή κρίνα ή σαν κάποιο άλλο άνθος πού δεν ξέρω πώς να το ονομάσω. Τόσο ασυνήθιστα και ανάλαφρα ήσαν. Παρατηρούσα με θαυμασμό την ομορφιά ενός πουλιού. Ό χρωματισμός του είχε μια χάρη αλλιώτικη, μια θέα διαφορετική. Ή μελωδία του ήταν ασταμάτητη και απολαυστική.
Ποιος μπορεί να διηγηθεί τα παράδοξα και θαυμαστά κάλλη πού έβλεπα; Όλα εκείνα τα ωραία δένδρα στέκονταν συμμετρικά σε δύο δενδροστοιχίες, σαν δύο αντιμέτωπες παρατάξεις. Μακάριο το χέρι πού τα φύτεψε! Προχωρούσα στα ενδότερα του τερπνού παραδείσου και νόμιζα πώς δεν θα ξαναδώ το σκοτάδι αυτού του κόσμου. Συγκριτικά μ' εκείνα, τα εδώ είναι σκοτάδι.
     Καθώς βάδιζα χαρούμενος, να! βλέπω ένα μεγάλο ποτάμι να διασχίζει τον παράδεισο και να ποτίζει όλα εκείνα τα δένδρα περιβρέχοντας αθόρυβα τις ρίζες τους. Εκεί έρχονταν άφοβα να πιουν τα ωραία πουλιά. Δεξιά και αριστερά άπ' το ποτάμι απλωνόταν ένα αμπέλι με χρυσαφένια, φύλλα και περιποιημένα κλήματα. Ήταν γεμάτο με πολύ μεγάλα και ωραία σταφύλια, και απλωνόταν σ' όλο τον παράδεισο, ώστε να στεφανώνονται τα αλλά φυτά και να στολίζονται με την περιπλοκή των κλημάτων του.
    Βλέποντας αυτά χαιρόταν ή καρδιά μου και μεταφερόμουν από φόβο σε θαυμασμό και από θαυμασμό σε έκπληξη. Για πολλή ώρα στεκόμουν έτσι και άκουγα τον ήχο κάποιου άνεμου πού ερχόταν από την ανατολή. Καθώς ράπιζε τα δένδρα, τα έκανε να κυματίζουν και να αποπνέουν ανέκφραστη εύωδία. Απολάμβανα με ευχαρίστηση το άρωμα πού σκόρπιζε εκείνος ο άνεμος. Νόμιζα πώς θύμιαζαν άγγελοι μπροστά στον Υιό του θεού. Ό άνεμος σταμάτησε και μαζί του ή εύωδία. Τότε σαν να άκουσα ιό ελαφρό φύσημα άλλου άνεμου πού ερχόταν άπ' τη δύση. "Έμοιαζε με χιόνι και με γέμιζε γλυκύτητα.
     Εκείνα τα δένδρα ξεπερνούσαν στην ομορφιά και εύωδία τόσο πολύ τα δένδρα της γης, ώστε με έκαναν να λησμονήσω ο,τι είχα απολαύσει ως τότε στον περίπατο μου. Ύστερα, όταν άκουγα εκείνα τα πουλιά να τραγουδούν τα διάπυρα και χαρμόσυνα άσματα τους, γινόμουν εκτός εαυτού.. "Αν ήσαν πουλιά οι άγγελοι, ο θεός γνωρίζει.
    Άρχισε τότε να φυσά από τον βοριά άλλος θαυμαστός άνεμος. Είχε μια πυρόξανθη ακτινοβολία, σαν τους χρωματισμούς πού παίρνει ο ήλιος όταν βασιλεύει. Φυσούσε ήσυχα και τα θαυμάσια εκείνα δένδρα κυμάτιζαν και ευωδίαζαν. Για πολλή ώρα έμεινα έκθαμβος. Με έτερπε υπερβολικά ή γλυκύτης αυτής της ευωδιάς. Πώς άραγε συνέβη σ' έμενα τέτοια ευλογία! σκεπτόμουν με απορία και φρίκη. Σταμάτησε εν τω μεταξύ ο τρίτος άνεμος κι απλώθηκε μεγάλη σιγή. Προχώρησα λίγο για να περάσω το ποτάμι. Βαδίζοντας σ' εκείνη την πεδιάδα, παρατηρούσα με προσοχή τον ανέκφραστο πλούτο του παντοκράτορας θεού, πού ήταν πολλαπλάσια θησαυρισμένος εκεί. Δεν μπορώ, αγαπητέ μου εν Κυρίω, να διηγηθώ με ανθρώπινο στόμα για τον ανεξιχνίαστο πλούτο του Δεσπότου Χριστού.
    Καθώς λοιπόν διέσχιζα τον κήπο εκείνο και παρατηρούσα τα αγία των αγίων, να! φύσηξε πάλι από τον βοριά μυρωμένος αέρας. Είχε το άρωμα των ρόδων και των κρίνων, ενώ το χρώμα του ήταν σαν του μενεξέ. Καθώς κυμάτιζαν τα δένδρα, έβγαζαν μια εύωδία ανώτερη από του μύρου και του μόσχου, πού έμπαινε στην καρδιά μου.
    Δεν ξέρω αν ήσαν τα μάτια μου πνευματικά ή σωματικά, ο θεός ξέρει. Στην αρχή είχα την αίσθηση ότι ήμουν εκεί με το σώμα. Δεν ένοιωθα όμως το βάρος, την επιθυμία ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό του φθαρτού σώματος, γι' αυτό άλλαξα γνώμη• εκτός αν όρισε έτσι ο καρδιογνώστης θεός.
Καθώς κυμάτιζαν παράδοξα τα δένδρα, και με το θρόισμα τους ξέχυναν τερπνή μελωδία, ένοιωθα πάλι την εύωδία και τη γλυκύτητα και έμενα εκστατικός. Ό νους μου είχε εισχωρήσει σε μια μυστική μεγαλοπρέπεια. Όλα αυτά με γέμιζαν χαρά και αγαλλίαση.
    Όταν σταμάτησε και ο τέταρτος άνεμος, συνειδητοποίησα ένα φοβερό θαύμα: Σ' όλο αυτό το διάστημα δεν είδα καθόλου νύχτα. εκεί υπήρχε αδιάλειπτο φως, εκεί βασίλευε χαρά, ζωή, λαμπρότης και αγαλλίασης.
«Ήρπάγην έως τρίτου ουρανού»
     Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένοιωθα πώς πατούσα πάνω στον ουρανό, πώς με οδηγούσε κάποιος νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο λαμπρό σαν τον ήλιο. Νόμιζα πώς ήταν εκείνος πού με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα πού ξεψυχούσα από το κρύο, και διέταξε τους υπηρέτες του να με σηκώσουν.
Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο σταυρό. Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, πού έμοιαζαν με φωτεινή νεφέλη. Τα δύο άπ' αυτά έλαμπαν σαν αστραπή, ενώ τα άλλα δύο ήσαν λευκά σαν χιόνι. Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί, ψηλοί και ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες. Έψαλλαν μάλιστα χαμηλόφωνα ένα γλυκό μέλος για τον Σταυρωθέντα.
     Ό οδηγός μου περνώντας μπροστά από τον σταυρό τον καταφίλησε και μου έκανε νόημα να κάνω το ίδιο.
Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον προσκύνησα.
    Μόλις ασπάσθηκα εκείνο το κοκκινωπό τίμιο ξύλο, γέμισα από εύωδία μέλιτος, πού δεν οσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς ανασήκωσα τα μάτια μου από τον σταυρό, Τι να δω! Κάτω από μας ή άβυσσος της θαλάσσης. Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω, και φώναξα στον οδηγό μου: «Κύριε μου, περπατώ στο κενό, νομίζω πώς βαδίζω πάνω σε σύννεφο, φοβάμαι μήπως δεν με βαστάξει και πέσω στη θάλασσα». «Μη φοβάσαι. Πρέπει να ανεβούμε ψηλότερα», μου λέει και μου δίνει το χέρι.
Βρεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα, πού ήταν λευκό σαν χιόνι. εκεί βλέπω δύο σταυρούς ομοίους με του κάτω στερεώματος. Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία, όπως και στον πρώτο σταυρό. Ό αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους όμορφους νέους. Ασπάσθηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο και έρωτα θεϊκό. Ή εύωδία τους, ακατάληπτη και ανερμήνευτη, προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου σταυρού.
    Ξαφνικά βλέπω εκεί μια φωτιά πού κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγό μου. «Δώσε το χέρι, μου λέει, θα ανεβούμε ακόμη ψηλότερα». Κι αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ό ουρανός αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τον ουρανό πού βλέπουμε από τη γη. Απλωνόταν σαν χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρα του συναντήσαμε άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς, πού είχαν τη λάμψη της αστραπής. Ό οδηγός μου πήρε θάρρος, μπήκε μέσα στη φωτιά και τους προσκύνησε. Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ίδιο. Προσκύνησα από μακριά και προσπέρασα.
    Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε μέσα. Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν τον Θεό. Προσπεράσαμε κι αυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο και πορφύρα ανέκφραστη.
Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε έκει ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα, πού έμοιαζε με πολύ λαμπρό και καθαρό ήλεκτρο. Κάποιο χέρι το παραμέρισε και μας έδειξε να περάσουμε. Μέσα σ' αυτό συναντήσαμε αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπα τούς φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με ταξί και πολλή κοσμιότητα με τα άϋλα αναστήματα τους, μετέωροι σ' εκείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά.
    «Όταν σηκωθεί κι αυτό το παραπέτασμα, μου είπε ο οδηγός μου δείχνοντας το, θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκύνησης. Ό νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ' Εκείνον, για ν' ακούσης Τι θα σου πει».
Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτό. Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι, το στήθος πορφυρό, τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά, ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απολάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη.
Ενώπιος ενωπίω
    Παραμερίσθηκε κι αυτό το παραπέτασμα, και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, πού καταπλήττει κάθε νου και διάνοια, θρόνο φοβερό, υπερυψωμένο. Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι. Επάνω στον θρόνο άστραφτε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Ή λαμπρότης του όμως από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία- ήταν περιορισμένη. Είδα λοιπόν την θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητα Του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής. "Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και ν' αντικρίσω πάλι την ωραιότητα Του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεως Του, αλλά δεν μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος, φρίκη και χαρά.
    Μέσα άπ' αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, πού με τον δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα. Ήταν μελιστάλακτη, ήμερη και γλυκεία. Μου είπε τρεις λέξεις. Το νόημα τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή. Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις, πού μόλις τις άκουσα γέμισε ή καρδιά μου από θεϊκή χαρά. Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούσθηκε ισχυρή δοξολογική κραυγή από τα αγγελικά στρατεύματα: "Άγιος, "Άγιος, "Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Ή δοξολογία τους βέβαια είναι ακατάπαυστη. Εκείνη όμως ή εξαίσια μελωδική κραυγή ήταν για την εύνοια, πού τόσο πλούσια έδειξε σ' έμενα ο Δεσπότης Χριστός.
    Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεϊκές λέξεις, κατέβηκα αμέσως με τον ίδιο τρόπο πού ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πώς βρέθηκα στον κήπο, άπ' οπού είχε γίνει ή αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν. Που ήμουν και που βρέθηκα! Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς πήγα σ' εκείνον τον θεϊκό τόπο. Φέρνοντας στον νου μου όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα: «"Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνο εγώ;».
Ή τελευταία γεύση του παραδείσου
-Αυτά σκεπτόμουν και ξαφνικά βλέπω ν' απλώνεται μπροστά μου μια πεδιάδα-
Δεν είχε δέντρα, αλλά ήταν ωραία χλοερή και ανθηρή, ασφυκτικά γεμάτη με κρίνα και τριαντάφυλλα. Είχε πηγές πού ανάβλυζαν μέλι και γάλα. Αναδιδόταν μάλιστα θαυμάσια εύωδία. Αυτό το απαλό τοπίο, αυτή ή αναπαυτική χλόη με έκαναν να απορώ και να εκπλήττομαι για τα θαυμάσια του Θεού, πού συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε λαμπρότητα.
     Και να! Βλέπω έναν άνδρα αστραφτερό. Φορούσε χιτώνα σαν φωτεινή νεφέλη και κρατούσε στο χέρι σταυρό. Με πλησιάζει και μου λέει: «Ή χάρις του σταυρωθέντος Κυρίου μας ας είναι μαζί σου. Μακάριοι οί σαλοί, γιατί έχουν μεγάλη φρόνηση. Ό θεός εδώ σ' έχει κατατάξει. Πήγαινε όμως πρώτα στο καμίνι του κόσμου, έκει πού βρίσκονται συναγμένα τα τριβόλια και οί οχιές, τα φίδια και οί δράκοντες. Πάντως ή παρουσία σου σ' αυτόν τον χώρο είναι κάτι ασυνήθιστο και παράδοξο. Κανείς δεν ήρθε εδώ παρά μόνο εκείνος πού κοπίασε περισσότερο άπ' όλους για το Ευαγγέλιο του Χριστού. Δεύτερος είσαι εσύ, επειδή άδραξες την ταπείνωση στην πιο τέλεια μορφή της. Ξέρω όμως πώς την απέκτησες! Με την τέλεια πτωχεία, με το «φύγε άπ' εδώ σκύλε», με την έξουδένωσι. Την απέκτησες, γιατί μπήκες γυμνός και κάνοντας τον σάλο στο στάδιο του κοσμοκράτορας• γιατί μονομάχησες μαζί του, τον νίκησες και έριξες τον θρόνο του στη γη. Είδες τα εδώ μυστήρια; Κατάλαβες την αληθινή ανταπόδοση των δικαίων; Γνώρισες τον παράδεισο του Χρίστου; Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι είδες και έφριξες. Πώς σου φάνηκε ο μάταιος κόσμος συγκριτικά με τούτον; Τι λες, είδες λαμπρότητα; Είδες από ποια χαρά θέλουν να στερήσουν τον εαυτό τους οί αμαρτωλοί;»
     Ενώ μου έλεγε αυτά ο λαμπροφόρος άνδρας με κοίταζε χαρούμενος και ευχαριστημένος. «Ή κυρία Θεοτόκος, συνέχισε να μου λέει, ή υπέρλαμπρη βασίλισσα των επουρανίων δυνάμεων δεν είναι εδώ. Περιέρχεται τον μάταιο κόσμο και βοηθεί όσους επικαλούνται τον μονογενή Υιό και Λόγο του θεού και το πανάγιο όνομα της. Καλό θα ήταν να σου έδειχνα την υπέρλαμπρη κατοικία της, αλλά τώρα πρέπει να επιστρέψεις στον τόπο σου. Έτσι διέταξε ο Δεσπότης Χριστός».
     Ενώ μιλούσε, μου φάνηκε πώς έπεσα σε ύπνο γλυκό και, σαν να κοιμήθηκα από το βράδυ ως το πρωί, βρέθηκα όπως με βλέπεις εδώ. Τώρα λοιπόν να ευφρανθείς αγαπημένε μου φίλε, και ας αγωνισθούμε για τη σωτηρία μας και την κληρονομιά των αιωνίων αγαθών.
    Όση ώρα μου μιλούσε ο μακάριος αν Ανδρέας, βρισκόμουν εκτός εαυτού. Συγχρόνως παρατηρούσα κάτι θαυμαστό:
Γύρω μας ξεχυνόταν μια εύωδία σαν από κρίνα και τριαντάφυλλα. Νόμιζα πώς, όση ώρα διαρκούσε ή θεϊκή ομιλία Του δικαίου, παρευρίσκονταν άγιοι άγγελοι πού θυμιάζανε αοράτος. Πολύ τον παρεκάλεσα να μου αναφέρει μία λέξη άπ' αυτές πού του είπε ο Κύριος, αλλά δεν τον έπεισα. Αυτό θα άφορα τον Κύριο και τη μακάρια ψυχή του…………………*
*ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ . ΌΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΕΚΔΟΣΗ 17
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΠΙΣΤΟΥΣ και ΣΕ ΑΠΙΣΤΟΥΣ.
Τού Φώτη Κόντογλου
     Τη Λαμπροδευτέρα το βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πριν νά πλαγιάσω για νά κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι πού έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας το σκοτεινό ουρανό με τ' άστρα.
    Σαν νά τον έβλεπα πρώτη φορά. Μου φάνηκε πολύ βαθύς, και Σαν νά ερχότανε από πάνω μία μακρινή ψαλμωδία. το στόμα μου είπε σιγανά: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω υποπόδιο των ποδών αυτού». 'Ένας αγιασμένος γέροντας μου είχε πει μία φορά πώς κατά τούτες τις ώρες ανοίγουνε τά ουράνια. Ό αγέρας μοσκοβολούσε από τά λουλούδια κι από τά άγιοχόρταρα, πού έχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ ουρανός και ή γη της δόξης του Κυρίου».
     Θα στεκόμουνα έχει πέρα μοναχός ως το ξημέρωμα. Σαν νά μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με Τη γη. Άλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα ατό σπίτι και ανησυχήσουνε πού έλειπα, και γι' αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα.
    Δέ με είχε θολώσει καλά-καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη. 'Ήτανε κατακίτρινος, Σαν πεθαμένος, μα τά μάτια του ήτανε Σαν ανοιχτά και μ' έβλεπε τρομαγμένος. το πρόσωπό του ήτανε Σαν μάσκα, Σαν μούμια, με το πετσί του γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τά βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος. στο 'να χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, πού δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ' άλλο έσφιγγε το στήθος του, λες και πονούσε.
    Εκείνο το πλάσμα μ' έκανε ν' ανατριχιάσω. το κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως νά μιλήσει, Σαν νά περίμενε νά το γνωρίσω. και στ' αλήθεια, μ' όλο πού ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν νά μου είπε μία φωνή: «ΕΙναι ο τάδε!». Μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιος ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. μα ή φωνή του Σαν νά ερχότανε από πολύ μακριά, σα νά 'βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι.
    'Έβλεπα πώς βρισκότανε σε μία μεγάλη αγωνιά, κι υπόφερα κι εγώ μαζί του. Τά χέρια του, τά πόδια του, τά μάτια του, όλα φανερώνανε πώς βασανιζότανε. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του νά τον βοηθήσω, μα εκείνος μου' κάνε νόημα με το χέρι του νά σταματήσω.
    Άρχισε νά βογκά, με τέτοιον τρόπο, πού πάγωσα. Έπειτα μου λέγει: «δεν ήρθα, με στείλανε. 'Εγώ ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σε ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τον Θεό νά με λυπηθεί. Θέλω νά πεθάνω, μα δέ μπορώ. "Αχ! 'Όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πριν πεθάνω, πού ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; "Ήτανε και δύο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί Σαν κι εμένα. 'Εκεί πού μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε. Σαν έφυγες, μου είπανε: Κρίμα, νά 'χει τέτοιο μυαλό, και νά πιστεύει στις ανοησίες πού πιστεύουνε οί γριές! μία άλλη μέρα, σου είχα πει όπως και πολλές άλλες Φορές: «Βρε Φ., μάζευε λεφτά, Θα πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ πόσα έχω, και πάλι θέλω κι άλλα».
    »Τότε μου είπες: «" Έχεις κάνει συμβόλαιο με τον χάρο πώς Θα ζήσεις τόσα χρόνια πού θέλεις, για νά καλοπεράσεις ατά γερατειά σου;». Σου λέγω εγώ: «Θα δεις πόσο χρόνο Θα πάγω! Τώρα είμαι εβδομηνταπέντε. Θα περάσω τά εκατό. 'Έχω εξασφαλίσει τά παιδιά μου, ο γιος μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ' έναν πλούσιο από την 'Αβησσυνία, εγώ κι ή γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε.
     Όχι Σαν κι εσένα, πού ακούς αυτά πού λεν οί παπάδες Χριστιανικά τά τέλη της ζωής ημών. Τι Θα βγάλεις από τά Χριστιανικά τά τέλη;. Παρά νά 'χεις στην τσέπη σου, και μη σε μέλει. 'Εγώ νά δώσω ελεημοσύνη; και γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; για νά τούς θρέφω εγώ; 'Άμ βάζουνε εσάς και ταΐζεται τούς τεμπέληδες, για νά πάτε στο Παράδεισο! 'Ακούς εκεί Παράδεισο; 'Εγώ ξέρεις πώς είμαι γιος παπα, και τά γνωρίζω καλά αυτά τά κόλπα. μα νά τα πιστεύουνε αυτά οί μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ, πού έχεις τέτοια σπουδή, και νά πας χαμένος. 'Εσύ, όπως πας, Θα πεθάνεις πριν από μένα, Θα πάρεις και στο λαιμό σου την οικογένειά σου. μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, Σαν γιατρός, που είμαι, πως θα ζήσω εκατό δέκα χρόνια ».
      Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δω κι από κει, σαν νά Ψηνότανε απάνω σε καμιά σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: «"Αχ! Ούχ! Ού! Ού! Ού! Χού!»
Ησύχασε για λίγο και ξαναείπε: «Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι έχασα το στοίχημα! Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα!
   Σαστισμένος, μία βούλιαζα και μία ανέβαινα απάνω, και φώναζα: "Έλεος! μα κανένας δεν μ' άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε Σαν νά 'μου να κανένα ψόφιο ποντίκι. Τι τράβηξα ως τά τώρα, και Τι τραβώ. Τι αγωνία εΙναι αυτή!
    Όλα όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. το κέρδισες το στοίχημα. 'Εγώ, τότε πού βρισκόμουνα στο κόσμο πού ζεις, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και νά μ' ακούνε, νά κοροϊδεύω Τη θρησκεία, νά συζητώ για χειροπιαστά πράγματα. Τώρα όμως βλέπω πώς χειροπιαστά εΙναι εκείνα πού τά έλεγα παραμύθια και χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή εΙναι ή αγωνία πού βρίσκουμε. Αχ! Τούτος Θα εΙναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα εΙναι ο βρυγμός των οδόντων!».
    Απάνω σ' αυτά, χάθηκε από τά μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τά βογκητά του, πού και κείνα σβήσανε σιγά-σιγά. με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μία στιγμή, κατάλαβα νά με σπρώχνει Ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τά μάτια μου, και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη Τη φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε Ένα βυζανιάρικο παιδάκι, μ' Ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, πού το κουνούσε από δω κι από κει
Άνοιξε το στόμα του και μου είπε: «σε λίγη ώρα Θα ξημερώσει και Θα ' έρθουνε νά με πάρουνε εκείνοι πού με στείλανε!» του λέω:
« Ποιοι σε στείλανε;». Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νά καταλάβω τίποτα. Ύστερα μου λέγει: «'Εκεί πού βρίσκομαι εΙναι κι άλλοι πολλοί από κείνους πού σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πώς οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροταφείο. ΕΙναι και κάποιοι άλλοι πού τούς έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε. Κι όσο τούς συχωρούσες, τόσο αυτοί γινότανε χειρότεροι. Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί νά τον κάνει ή καλοσύνη νά χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει νά νοιώθει τον εαυτό του νικημένο.
     Τούτοι βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δέ μπορούνε νά βγούνε από τη σκοτεινή φυλακή τους για νά 'ρθουνε νά σε βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με τη μάστιγα της αγάπης, όπως είπε ένας άγιος.
    Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος απ' ο, τι τον βλέπαμε!
    Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πώς ή εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας Ψευτιά και απάτη.
     'Εσείς πού έχετε στην καρδιά σας το Χριστό, και πού για σας ο λόγος του ειναι αλήθεια, ή μονάχη αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, πού μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους απίστους, αυτό το στοίχημα πού το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δε βρίσκω ησυχία. :Αληθινά, στο Άδη δεν υπάρχει πια μετάνοια. Αλίμονο σ' όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τον καιρό πού είμαστε απάνω στη γη. Η σάρκα μας είχε μεθύσει, και εμπαίξαμε εκείνους πού πιστεύανε στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε. Σας λέγαμε ανόητους, σας κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσαστε με καλοσύνη τά πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ή δική μας ή κακία.
    Βλέπω και τώρα πόσο θλιβόσαστε από το φέρσιμο των κακών ανθρώπων, αλλά πώς δεχόσαστε με υπομονή τις φαρμακερές σαΐτες πού βγάζουνε από το στόμα τους, λέγοντάς σας υποκριτές, θεομπαίχτες και λαοπλάνους. Αν βρισκότανε, οι δυστυχείς στη θέση πού βρίσκομαι τώρα, και βλέπανε από δω πού βλέπω, Θα τρομάζανε για ο,τι κάνουνε. Θέλω νά φανερωθώ σ' αυτούς και νά τούς πω ν' αλλάξουνε δρόμο, μα δεν έχω την άδεια, όπως δεν την είχε κι εκείνος ο πλούσιας και για τούτο παρακαλούσε τον Πατριάρχη Αβραάμ νά στείλει το φτωχό το Λάζαρο. μα και εκείνον δεν τον έστειλε, και τούτο, για νά γίνουνε ίδια άξιοι της καταδίκης όσοι αμαρτάνουνε, κι άξιοι της σωτηρίας όσοι πορεύονται τη στράτα του Θεού.
    «Ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθέτω έτι, και ο δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω έτι, και ο άγιος άγιασθήτω έτι».
    Μ` αυτά τά λόγια, τον έχασα από μπροστά μου.
Βιβλιογραφία. ΤΑ Μυστικά Άνθη , εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1973. «Απίστευτα και όμως αληθινά» εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη. Θεσσαλονίκη

ΕΝΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΑΛΗΘΙΝΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΟΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ 36 ΩΡΕΣ.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΟΥ.
Μετάφραση από τά ρωσικά Αντώνιος Ντανίλι
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ.
ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ. K. UEKSELL, (UNBELIEVABLE FOR MANY BUT ACTUALLY A TRUE OCCURRENCE) ORTHODOX LIFE, ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1976.
Πρόλογος τής Ρωσικής έκδόσεως
    Το ιστορικό αυτό γεγονός δημοσιεύτηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα στο περιοδικό «Μοσκόβοσκιε Βέντομοστι» (Τά χρονικά της Μόσχας). Αργότερα κυκλοφόρησε από την Λαύρα του Όσίου Σεργίου σαν ξεχωριστή έκδοση. Το εκδοτικό τμήμα της Λαύρας επικοινώνησε με τον συγγραφέα του βιβλίου, ο όποιος και επαλήθευσε Το γεγονός Το όποίο, περιγράφεται στο βιβλίο, λέγοντας ταυτόχρονα ότι
Ο Άνθρωπος, στον όποίο το γεγονός αυτό συνέβη, στην συνέχεια έγινε μοναχός.
    Η παρούσα έκδοση αποτελεί επανεκτύπωση του κειμένου πού δημοσιεύτηκε στην πόλη Καλούγκα Το 1911.
Α'
    Πολλοί άνθρωποι τον αιώνα μας τον αποκαλούν «αιώνα της άρνησης», υποστηρίζοντας ότι ή άρνηση είναι το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής μας. Ή άρνηση αυτή ίσως είναι μία επιδημία πού όλους μας ταλαιπωρεί σήμερα. Έκτος όμως από αυτή την γενική άρνηση υπάρχουν και άλλες όχι λίγες αρνήσεις πού φύτρωσαν στο έδαφος της δικής μας επιπολαιότητας. Πολλές φορές ίσως αρνούμαστε και κάτι το όποιο δεν το γνωρίζουμε καθόλου. Δεν το έχουμε σκεφτεί καν και όμως το αρνούμαστε. Μαζεύονται ένα σωρός ιδέες και θεωρίες, δημιουργώντας στο κεφάλι μας ένα χάος. Ιδέες από διάφορες διδασκαλίες, πολλές φορές αντίθετες μεταξύ τους, κάποιες θεωρίες αλλά τίποτα ορισμένο και συγκεκριμένο. Όλα είναι τόσο επιφανειακά, ασαφή και αόριστα, ώστε δεν υπάρχει καμιά προοπτική κάτι να καταλάβουμε. Ποιοι είμαστε, σε τι πιστεύουμε, ποιο ιδανικό έχουμε στην ψυχή μας, και αν το έχουμε. Αυτά για πολλούς από μας είναι σχεδόν άγνωστα. Το παράξενο όμως είναι ότι ποτέ οί άνθρωποι δεν αρέσκονται τόσο πολύ στο να συζητούν όπως τώρα, στην εποχή των γραμμάτων. Δυστυχώς όμως δεν θέλουν να κατανοήσουν τον εαυτό τους. Το λέω αυτό επειδή το παρατηρώ στους ανθρώπους γύρω μου αλλά και σε μένα τον ίδιο.
    Δεν θα περιγράψω όμως εδώ με λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή μου, επειδή αυτό είναι άσχετο προς το σκοπό μου. Θα προσπαθήσω όμως να περιγράψω τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις. Μεγάλωσα σε μία ορθόδοξη οικογένεια, οι γονείς μου ήταν άνθρωποι ευσεβείς. στο σχολείο οπού πήγαινα ή απιστία δεν θεωρούνταν χαρακτηριστικό γνώρισμα μεγαλοφυΐας. Γι' αυτό και δεν υπήρξα μηδενιστής όπως οι περισσότεροι νέοι της εποχής μου. Ουσιαστικά ήμουν κάτι το απροσδιόριστο: ούτε άθεος ήμουν αλλά ούτε θα μπορούσα να θεωρήσω τον εαυτό μου άνθρωπο λίγο ή πολύ θρησκευόμενο. Επειδή κάτι τέτοιο δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων δικών μου προσωπικών πεποιθήσεων αλλά διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος, γι' αυτό θα παρακαλούσα τον αναγνώστη να βρει μόνος του ένα κατάλληλο ορισμό για την προσωπικότητα μου.
Ή ταυτότητα μου έγραφε «χριστιανός ορθόδοξος» αλλά ποτέ μου δεν σκέφτηκα αν έχω ή όχι το δικαίωμα να ονομάζομαι έτσι. Ποτέ δεν μου ήρθε στο μυαλό να ερευνήσω τι απαιτεί από μένα αυτό το όνομα και αν εγώ ανταποκρίνομαι σ' αυτές τις απαιτήσεις. Πάντα έλεγα ότι πιστεύω στον Θεό αλλά αν κάποιος με ρωτούσε πώς πιστεύω και πώς πρέπει να πιστεύουμε σ' Αυτόν σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέλος της οποίας αποτελούσα και εγώ, αυτό, χωρίς καμιά αμφιβολία, θα με έβαζε σε αμηχανία. "Αν με ρωτούσαν, για παράδειγμα, αν υπήρξε ή όχι σωτήρια για μας ή ενανθρώπηση και τα πάθη του Υιού του Θεού ή πώς βλέπω εγώ την Εκκλησία, αν πιστεύω ή όχι σ' Αυτή και στα μυστήρια της, δεν μπορώ να φανταστώ τι ανοησίες θα μπορούσα να πω. Να και ένα παράδειγμα.
    Μια φορά ή γιαγιά μου, πού πάντα τηρούσε αυστηρά τη νηστεία, μου έκανε την παρατήρηση, γιατί εγώ δεν νηστεύω.
- Είσαι γερός και δυνατός, δεν είναι δύσκολο για σένα να νηστεύεις. Πώς ακόμα και ένα τόσο εύκολο πράγμα πού μας ορίζει ή Εκκλησία, δεν θέλεις να το κάνεις;
Ό ορισμός αυτός, γιαγιά μου, δεν έχει νόημα, της απάντησα. Εσείς τρώτε νηστίσιμα επειδή το έχετε συνηθίσει, αλλά συνειδητά δεν το κάνει κανείς από σας.
- Γιατί νομίζεις ότι το να νηστεύεις δεν έχει νόημα;
- τι διαφορά έχει για τον Θεό αν τρώω ζαμπόν ή καπνιστό ψάρι;
Τέτοιες «βαθιές» σκέψεις είχε ένας μορφωμένος άνθρωπος για την ουσία της νηστείας!
- τι είναι αυτά πού λες; συνέχισε ή γιαγιά. Και πώς μπορείς να το χαρακτηρίζεις ανοησία, αν ο ίδιος ο Κύριος μας νήστευε; Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μόνο με την βοήθεια της γιαγιάς μου μπόρεσα να θυμηθώ ότι πραγματικά έτσι γράφει και στο Ευαγγέλιο. "Όπως βλέπετε αν και είχα δείξει αμέλεια να γνωρίσω το γεγονός, ότι και ο Σωτήρας μας ο ίδιος τηρούσε την νηστεία, επιπλέον είχα και αντιρρήσεις.
    Άλλα ας μην σκεφτεί ο αναγνώστης ότι ήμουν λιγότερο σοβαρός από κάποιους άλλους νέους του κύκλου μου. Ακόμα ένα παράδειγμα. Κάποιος ρώτησε έναν γνωστό μου, με τον όποιο εργαζόμασταν μαζί, αν εκείνος πιστεύει στον Χριστό ως Θεάνθρωπο. Εκείνος απάντησε ότι πιστεύει αλλά από τη συνέχεια της συζήτησης έγινε φανερό ότι αρνείται την Ανάσταση του Χριστού.
- Με συγχωρείτε, του είπε μία γυναίκα, αλλά είναι παράξενο αυτό πού λέτε. τι νομίζετε ότι έγινε μετά με τον Χριστό; "Αν εσείς πιστεύετε ότι Αυτός είναι ο Θεός, τότε πώς είναι δυνατόν να λέτε ταυτόχρονα ότι Αυτός πέθανε, δηλαδή με άλλα λόγια ότι έπαψε να υπάρχει; "Όλοι εμείς περιμέναμε ότι θα μας δώσει μία έξυπνη απάντηση, θα μας παρουσιάσει καινούρια θεωρία περί θανάτου ή θα μας δώσει μία νέα ερμηνεία αυτού του γεγονότος. και, όμως, τίποτα παρόμοιο. Απλά μας είπε: «Αχ, δεν το σκέφτηκα!».
Β'
    Μία παρόμοια ανοησία είχα και εγώ στο νου μου. Θα μπορούσα νά πω ότι κατά την γνώμη μου πίστευα σωστά στον Θεό. Πίστευα ότι είναι ο Ων, ότι είναι προσωπικός, παντοδύναμος και αιώνιος. Δεχόμουν ότι ο Άνθρωπος πλάστηκε από αυτόν αλλά δεν πίστευα στην μετά θάνατον ζωή. και εγώ, όπως και ο γνωστός μου για τον όποίον μίλησα παραπάνω, δεν καταλάβαινα πως έχω αύτή την εσφαλμένη αντίληψη περί θανάτου μέχρι νά μου Το δείξει ένα περιστατικό. και αυτό αποτελεί ακόμα ένα δείγμα της μη σοβαρής σχέσεώς μας γενικά με τη θρησκεία και ειδικά της δικής μου απροσεξίας σε ότι άφορά την πνευματική ζωή.
Έτυχε νά γνωριστώ με έναν σοβαρό και πολύ μορφωμένο άνθρωπο. Τον συμπαθούσα πολύ. Εκείνος ζούσε μόνος του και συχνά τον επισκεπτόμουν. Μία φορά πού πήγα νά τον δω, τον βρήκα νά κάθεται στο γραφείο του και νά διαβάζει την χριστιανική κατήχηση.
- Τι σημαίνει αυτό, Πρόχορε Άλεξάνδροβιτς (έτσι έλεγαν τον γνωστό μου), θέλετε νά γίνετε δάσκαλος; τον ρώτησα με περιέργεια, κοιτάζοντας πρός το βιβλίο πού διάβαζε εκείνος.
- Όχι, αγαπητέ μου! τι λες, δάσκαλος; Μακάρι νά μπορούσα νά γίνω καλός μαθητής και όχι εγώ νά διδάξω άλλους. Πρέπει νά προετοιμαστώ για τις εξετάσεις. .Ο καιρός πλησιάζει. Βλέπεις, μέρα με τη μέρα ασπρίζουν όλο και περισσότερο τά μαλλιά μου. Κάθε στιγμή μπορεί νά με καλέσουν, μου απάντησε, όπως και πάντα, με ένα χαμόγελο δεν πήρα στα σοβαρά τά λόγια του. Επειδή ήταν άνθρωπος μορφωμένος και πάντα διάβαζε πολύ, νόμιζα ότι άπλά ψάχνει στην κατήχηση κάποιες πληροφορίες. Αυτός όμως ήθελε νά μου εξηγήσει ακριβώς τι εννοούσε και μου είπε:
Διαβάζω πολλά και διάφορα σύγχρονα έργα και συναντώ έκεί πολλές ανοησίες, γι' αυτό και εξετάζω τον εαυτό μου νά μην αποκλείσω από τη σωστή οδό. Γιατί στο τέλος της ζωής μας μας περιμένουν εξετάσεις, πραγματικά δύσκολες εξετάσεις, και επιπλέον δεν Θα υπάρξει ή δυνατότητα νά τις ξαναδώσουμε.
- Πιστεύετε εσείς σ' όλα αυτά;
- Μα πώς μπορώ νά μην τά πιστεύω;
Τι, πέστε μου αληθινά, μπορεί νά μου συμβεί; Άπλά θα διαλυθώ και θα γίνω σκόνη; και αν όχι; Τότε, μήπως θα υπάρξει ή περίπτωση νά κληθώ για νά απολογηθώ για τις πράξεις μου; Δεν είμαι άψυχο ξύλο, έχω θέληση και διάνοια. Συνειδητά έζησα και συνειδητά έπραξα όλες τις αμαρτίες μου...
- Δεν καταλαβαίνω, κύριε Πρόχορε Άλεξάνδροβιτς, πώς φύτρωσε μέσα σας ή πίστη στη μετά θάνατον ζωή; Ή άποψή μου είναι ότι ο άνθρωπος πεθαίνει και όλα τελειώνουν, τελεία και παύλα. τον βλέπεις ακίνητο και άψυχο, νά σαπίζει και νά αποσυντίθεται. Πώς μπορούμε μετά νά μιλάμε για κάποιου είδους ζωή; του είπα εγώ, εκφράζοντας την γνώμη μου.
- Με συγχωρείται, και για τον Λάζαρο, τον Τετραήμερο, τι νά πούμε; Ή ανάσταση του είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός. Ο ίδιος υπήρξε όμοιος με μένα άνθρωπος και πλάστηκε από τον ίδιο πηλό όπως και εγώ.
Τον κοιτούσα και δεν μπορούσα νά αποκρύψω την έκπληξή μου. Είναι δυνατόν ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος νά πιστεύει σ' αυτά τά αδιανόητα πράγματα;
Ο Πρόχορος 'Αλεξάνδροβιτς με την σειρά του με κοίταξε με προσοχή και μετά με ρώτησε, με χαμηλό τόνο:
- Μήπως είστε άπιστος;
- Όχι, γιατί; 'Εγώ πιστεύω στον Θεό, του απάντησα.
- Και όμως στην μετά θάνατον ζωή πού μας από
καλύπτει Το Ευαγγέλιο δεν πιστεύετε. Σήμερα ο καθένας τον Θεό τον καταλαβαίνει διαφορετικά, την θεία αποκάλυψη ο καθένας την κόβει και την ράβει στα μέτρα του. Υπάρχει ακόμα και ή ανθρώπινη αξιολόγηση. Σ' αυτό, λένε πρέπει οπωσδήποτε νά
πιστεύουμε, σ' εκείνο μπορούμε και νά μην πιστεύουμε και σ' ένα τρίτο, λόγου χάρη, δεν Υπάρχει κανένας λόγος νά πιστεύουμε! σαν νά είναι πολλές οι αλήθειες και όχι μία. και δεν καταλαβαίνουν ότι σ' αύτή την περίπτωση πιστεύουν σε κάτι πού είναι
προϊόν της δικής τους σκέψης και της φαντασίας, όπότε δεν μπορούμε πλέον νά μιλάμε για πίστη στο Θεό.
- Μπορούμε, όμως, σε όλα νά πιστεύουμε; Μερικές φορές συναντάμε πολύ παράξενα πράγματα...
- Θέλετε νά πείτε ακατανόητα; Προσπαθήστε να καταλάβετε τον εαυτό σας. δεν Θα μπορέσετε. Πρέπει νά καταλάβετε ότι ή αίτία είστε εσείς ο ίδιος.
    Προσπαθήστε νά μιλήσετε με έναν απλό άνθρωπο για τον τετραγωνισμό του κύκλου η για κάποιο άλλο θέμα από τά ανώτερα μαθηματικά. 'Εκείνος δεν Θα καταλάβει τίποτα. αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει νά απορρίψουμε την ίδια την επιστήμη. Βέβαια είναι πιο εύκολο νά απορρίπτουμε κάτι, αλλά τις περισσότερες φορές από αυτό δεν βγαίνει κανένα αποτέλεσμα.
    Σκεφτείτε λίγο πόσο παράλογο είναι αυτό πού λέτε. Λέτε ότι πιστεύετε στον Θεό αλλά στη μετά θάνατον ζωή δεν πιστεύετε. 'Ο Θεός όμως δεν είναι Θεός νεκρών αλλά ζώντων. Διαφορετικά τι Θεός είναι Αυτός; Άλλωστε για τη ζωή πέραν του τάφου μίλησε ο ίδιος ο Χριστός. Είναι δυνατόν νά έλεγε ψέματα; Κανείς όμως, ακόμα και οί χειρότεροι εχθροί Του, δεν μπόρεσαν νά τον κατηγορήσουν για το ότι κήρυττε ψέματα. για ποιο λόγο τότε Αυτός ήλθε στη γη και υπέφερε τόσα πάθη; για ποιο λόγο, - σας ρωτάω -, αν εμείς Θα διαλυόμαστε και Θα γινόμαστε σκόνη;
    Όχι, δεν μπορείτε νά συνεχίσετε νά σκέφτεστε με αυτόν τον τρόπο. 'Οπωσδήποτε πρέπει νά τον διορθώσετε, είπε με ζήλο. Πρέπει νά κατανοήσετε πόσο σημαντικό είναι κάτι τέτοιο. "Αν αποκτήσετε σωστή αντίληψη πάνω στο θέμα αυτό τότε ή ζωή σας Θα αλλάξει. Θα γίνει μέσα σας μία κατά κάποιον τρόπο ηθική επανάσταση. 'Η πεποίθηση αυτή θα σας στηρίζει και ταυτόχρονα Θα σας παρηγορεί. θα είναι για σας ένα στήριγμα στον καθημερινό σας αγώνα.
Γ'
    Έβλεπα πώς σ' αυτό πού λέει ο Πρόχορος Άλεξάνδροβιτς υπάρχει κάποια λογική. Όμως ή σύντομη αυτή συζήτηση δεν μπόρεσε νά με πείσει νά πιστέψω σε ότι συνήθισα νά μην πιστεύω εως τώρα. Το μόνο πού έκανε ήταν νά αποκαλύψει αυτή την συγκεκριμένη γνώμη μου, ή όποία μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε κρυμμένη, επειδή δεν έτυχε νά την αναφέρω σε κάποιον, γιατί δεν είχα ποτέ σκεφτεί σοβαρά γι' αυτό το θέμα. τον Πρόχορο 'Αλεξάνδροβιτς όμως τον ανησυχούσε πάρα πολύ αυτή ή στάση μου.
     Ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια της βραδιάς γύριζε σ' αυτό το θέμα. "Όταν σηκώθηκα για νά φύγω μου έδωσε νά διαβάσω μερικά βιβλία από την πλούσια βιβλιοθήκη του και μου είπε:
- Διαβάστε τα οπωσδήποτε. δεν πρέπει νά παραμείνετε σ' αυτή την κατάσταση. Είμαι σίγουρος ότι με Το μυαλό σας γρήγορα Θα καταλάβετε πώς δεν υπάρχει κανένας λόγος νά μην πιστεύετε στην μετά θάνατον ζωή. Πρέπει όμως νά πιστέψετε όχι μόνο με το νου άλλά και με την καρδιά σας, αλλιώς ή πίστη σας αυτή Θα κρατήσει μία μέρα το πολύ και έπειτα Θα χαθεί. 'Ο νους μας είναι ένα κόσκινο. Διάφορες σκέψεις και ιδέες περνάνε μέσα άπ' αυτόν, έρχονται και φεύγουν. Δεν τά κρατάει ο νους, επειδή ο τόπος όπου αυτά φυλάσσονται βρίσκεται άλλου.
Διάβασα τά βιβλία πού μου είχε δώσει. δεν θυμάμαι αν τά διάβασα όλα. "Όμως ή συνήθεια ήταν πιο ισχυρή από τη λογική. "όλα όσα έγραφαν τά βιβλία αυτά ήταν πολύ πειστικά.
    Τά επιχειρήματα δυνατά και εγώ σχεδόν τίποτα δεν μπόρεσα νά αντιπαραθέσω σ' αυτά, Μία και οί γνώσεις μου για τά θέματα θρησκείας ήταν πολύ περιορισμένες. αυτά όμως δεν με έκαναν νά αλλάξω τις πεποιθήσεις μου.
Συνειδητοποιούσα πώς αυτές οί πεποιθήσεις μου ίσως ήταν παράλογες. Πίστεψα απολύτως πώς ήταν αληθινά όλα πού έγραφαν τά βιβλία. και όμως δεν βεβαιώθηκα για την μετά θάνατον ζωή. για μένα ο θάνατος ήταν το οριστικό τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης.
    Πέρασε λίγος καιρός μετά από τη συζήτηση πού είχα με τον Πρόχορο 'Αλεξάνδροβιτς, για την όποία μιλήσαμε παραπάνω. 'Εγώ δυστυχώς έπρεπε νά φύγω από την πόλη και νά απομακρυνθώ από τον Πρόχορο Άλεξάνδροβιτς. Ποτέ ξανά δεν τον συνάντησα. 'Ίσως Αυτός επειδή ήταν άνθρωπος πιστός, έξυπνος, πολύ συμπαθητικός και με σταθερές αρχές Θα μπορούσε νά με βοηθήσει νά δω διαφορετικά τη ζωή μου και την ανθρώπινη ύπαρξη γενικά και νά αλλάξω την λανθασμένη ιδέα μου περί θανάτου. Αυτός όμως δεν ήταν πια κοντά μου αλλά ούτε και βρέθηκε κάποιος άλλος στη θέση του, πού Θα μπορούσε νά με καθοδηγήσει. 'Επειδή ήμουν νέος και μάλιστα όχι πολύ σοβαρός, όπως Το έχω πει, δεν με απασχολούσαν καθόλου τά προβλήματα αυτά και γρήγορα ξέχασα και αυτά πού μου είπε ο Πρόχορο 'Αλεξάνδροβιτς και αυτόν τον ίδιο...
Δ'
    Πέρασαν αρκετά χρόνια. Είναι ντροπή μου και όμως πρέπει νά ομολογήσω πώς δεν άλλαξα πολύ σ' αυτά τά χρόνια. 'Ήμουν ήδη άνθρωπος μέσης ήλικίας και όμως δεν μπορώ νά πω πώς άρχισα νά βλέπω πιο σοβαρά τη ζωή μου. δεν είχα καταλάβει Το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το νά προσπαθήσω νά καταλάβω τον εαυτό μου, ποιος είμαι, ήταν για μένα έκτός πραγματικότητας. Εξακολουθούσα νά βλέπω την ζωή ύπό Το πρίσμα της καθημερινότητας, όπως άλλωστε την έβλεπαν οί περισσότεροι άνθρωποι του περιβάλλοντός μου.
και με την σχέση μου με την θρησκεία γινόταν περίπου Το ίδιο. 'Όπως και στα νεανικά μου χρόνια δεν ήμουν ούτε άθεος αλλά ούτε συνειδητός πιστός.
    Μία φορά Το χρόνο πήγαινα στην εκκλησία για νά εξομολογηθώ και νά κοινωνήσω. Τέτοιος πιστός ήμουν. δεν με απασχολούσαν καθόλου τά θέματα της θρησκείας και ούτε μπορούσα νά καταλάβω πώς αυτά είναι δυνατόν νά έχουν και Το παραμικρό ενδιαφέρον για κάποιους. Οί γνώσεις πού είχα περί θρησκείας ήταν ελάχιστες, όμως νόμιζα πώς τά ξέρω όλα και μάλιστα πολύ καλά. "Όλα μου φαίνονταν Τόσο άπλά και κατανοητά και επομένως για κάποιον μορφωμένο άνθρωπο δεν υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, καμιά ανάγκη νά κουράζει Το μυαλό του με αυτά. Αύτή ήταν μία άποψη πάρα πολύ απλοποιημένη και όμως ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των μορφωμένων ανθρώπων της εποχής μου. Και είναι αυτονόητο πώς με τέτοιες προϋποθέσεις δεν μπόρεσε νά υπάρξει καμιά πρόοδος στην πίστη...
Ε'
    Κάποτε από την υπηρεσία μου στάλθηκα στην πόλη Κ. και εκεί αρρώστησα σοβαρά. δεν είχα εκεί κανέναν συγγενή κάποιον πού θα μπορούσε νά με εξυπηρετήσει, και γι' αυτό αναγκάστηκα νά πάω στο νοσοκομείο. Οί γιατροί μου είπαν πώς έχω πνευμονία. τις πρώτες ήμέρες μου στο νοσοκομείο αισθανόμουν αρκετά καλά ώστε άρχισα νά σκέφτομαι πώς για ένα τέτοιο τιποτένιο πράγμα δεν άξιζε ο κόπος νά έλθω στο νοσοκομείο. .Η ασθένεια όμως προχωρούσε και ο πυρετός άρχισε γρήγορα νά ανεβαίνει...
    Όσο πιο πολύ πλησίαζε, καταλαβαίνω τώρα, ή κορύφωση της ασθένειάς μου τόσο χειρότερα αισθανόμουν. Υπήρχαν στιγμές πού από τον πυρετό δεν έβλεπα τίποτα γύρω μου. Παρ' όλα αυτά καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειάς μου, ούτε μία φορά δέ σκέφτηκα το θάνατο. Και αυτό, νομίζω, γιατί πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου άνθρωπο πολύ γερό και δυνατό. Ποτέ πριν δεν αρρώστησα βαριά και για μένα ήταν άγνωστες εκείνες οί σκέψεις περί θανάτου πού δημιουργούν στους ανθρώπους οί βαριές ασθένειες.
    'Ήμουν σίγουρος ότι γρήγορα Θα γίνω καλά και συνεχώς ρωτούσα τον γιατρό, όταν εκείνος μου έβαζε το θερμόμετρο αν ανεβαίνει ή πέφτει ο πυρετός. .Ο πυρετός όμως ανέβηκε μέχρι ένα ορισμένο σημείο, εκεί σταμάτησε και δεν κατέβαινε. Πάντα σαν απάντηση στο ερώτημά μου αυτό ο γιατρός έλεγε: «σαράντα και εννέα δέκατα», «σαράντα ένα», «σαράντα και οκτώ δέκατα».
- Μα είναι δυνατόν, γιατρέ μου, τόσες μέρες Το ίδιο πράγμα, του έλεγα με αγανάκτηση και στη συνέχεια τον ρωτούσα αν και ή ανάρρωσή μου Θα προχωρήσει με τέτοιους αργούς ρυθμούς. Ο γιατρός έβλεπε την ανυπομονησία μου και προσπαθούσε να με παρηγορήσει. Μου έλεγε ότι στην ηλικία μου και με την καλή υγεία πού έχω δεν υπάρχει λόγος νά ανησυχώ. με διαβεβαίωνε ότι με τέτοιες προϋποθέσεις μπορώ πολύ γρήγορα νά γίνω καλά και ότι ή ανάρρωσή μου Θα διαρκέσει μόνο λίγες μέρες. Πίστεψα απολύτως σ' αυτά πού μου είπε ο γιατρός. Περίμενα με ανυπομονησία την κορύφωση της ασθένειάς μου, μετά την όποία, Όπως πίστευα, γρήγορα θα γινόμουν καλά.
    Μία νύχτα αισθάνθηκα πάρα πολύ άσχημα: ο πυρετός ανέβηκε υπερβολικά και με δυσκολία μπορούσα νά αναπνέω. 'Αλλά Το πρωί ή κατάστασή μου άλλαξε. Ξαφνικά αισθάνθηκα καλύτερα, και μάλιστα Τόσο καλά ώστε μπόρεσα νά κοιμηθώ. 'Όταν ξύπνησα Το πρώτο πράγμα πού πέρασε από Το μυαλό μου ήταν ή ταλαιπωρία πού πέρασα τη νύχτα. «Μάλλον αυτή ήταν ή κορύφωση της ασθένειας, σκέφτηκα. 'Ίσως τώρα πέσει ο πυρετός και σταματήσει ή δύσπνοια».
    Όταν είδα νά μπαίνει στο διπλανό δωμάτιο ένας νέος νοσοκόμος τον φώναξα και τον παρακάλεσα να μου βάλει θερμόμετρο. Φαίνεται, κύριέ μου, πώς σιγά-σιγά συνέρχεστε, -είπε χαμογελώντας, αφού κοίταξε Το θερμόμετρο, - δεν έχετε πυρετό, ή θερμοκρασία είναι κανονική.
- Σοβαρά; - τον ρώτησα χαρούμενος.
- Ορίστε, μπορείτε και μόνος σας νά δείτε: τριάντα εφτά και ένα. Μου φαίνεται πώς και ο βήχας δεν σας ενοχλούσε πολύ κατά τη διάρκεια της νύχτας.
    Πραγματικά, μόνο τότε πρόσεξα ότι κατά τη νύχτα, μετά τά μεσάνυχτα και το πρωί δεν έβηχα παρά το ότι ήπια ζεστό τσάι και κουνιόμουν στο κρεβάτι μου, πράγμα πού άλλες φορές μου προκαλούσε το βήχα.
Στις εννιά ή ώρα ήρθε ο γιατρός. τον πληροφόρησα ότι δεν αισθανόμουν καλά τη νύχτα και ότι, κατά τη γνώμη μου, την περασμένη νύχτα ή ασθένεια μου έφτασε στην κορύφωσή της. του είπα επίσης ότι τώρα αισθάνομαι καλά, τόσο καλά ώστε το πρωί μπόρεσα νά κοιμηθώ λίγες ώρες.
- Πολύ ωραία, - απάντησε εκείνος, πλησιάζοντας το τραπέζι πάνω στο όποίο βρισκόταν κάποια χαρτιά τά όποία ήθελε νά δει
- Συγγνώμη, γιατρέ, νά βάλουμε θερμόμετρο; τον ρώτησε εκείνη τη στιγμή ο νοσοκόμος. Ο κύριος δεν έχει πυρετό, ή θερμοκρασία του είναι κανονική.
- Τι σημαίνει κανονική; - ρώτησε αμέσως ο γιατρός τον νοσοκόμο, σηκώνοντας Το κεφάλι του και παίρνοντας τά μάτια του από τά χαρτιά. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο απορία.
- Μάλιστα, μόλις τώρα την μέτρησα.
Ο γιατρός του είπε νά μου βάλει ξανά το θερμόμετρο και μάλιστα ο ίδιος πρόσεξε αν είναι σωστά τοποθετημένο. Αυτή τη φορά ή θερμοκρασία ούτε έφτασε στους τριάντα εφτά βαθμούς: σταμάτησε στους τριάντα έξι και οκτώ δέκατα.
    Τότε ο γιατρός έβγαλε από την τσέπη του ένα δικό του θερμόμετρο, το κατέβασε, το κοίταξε προσεκτικά για νά βεβαιωθεί ότι λειτουργεί και μου το έβαλε. Και αυτό το δεύτερο θερμόμετρο έδειξε το ίδιο όπως και το πρωτο.
Πρός μεγάλη μου έκπληξη ο γιατρός δεν χάρηκε καθόλου γι' αυτό το γεγονός, ούτε έκανε τον κόπο νά μου χαμογελάσει έστω και τυπικά. 'Έκανε μερικές σπασμωδικές κινήσεις γύρω από το τραπέζι και βγήκε από το δωμάτιό μου.
ΣΤ'
    Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιό μου ο γενικός γιατρός του νοσοκομείου. Μαζί με τον δικό μου γιατρό με ακροάστηκαν και με εξέτασαν προσεκτικά. Διέταξαν στους νοσοκόμους νά μου βάλουν αμέσως ένα έμπλαστρο στην πλάτη μου. 'Έγραψαν μία συνταγή και την έστειλαν με έναν νοσοκόμο στο φαρμακεία με την εντολή νά ετοιμάσουν αμέσως Το φάρμακο.
- Γιατί, γιατρέ μου, τώρα πού εγώ αισθάνομαι καλά εσείς καίεται την πλάτη μου με έμπλαστρα; , ρώτησα τον γενικό γιατρό. Μου φάνηκε πώς τον εκνεύρισα μ' αυτή την ερώτησή μου. Μου απάντησε με αγανάκτηση:
- "Αχ, Θεέ μου! δεν μπορούμε νά σας αφήσουμε στην τύχη σας μόνο επειδή αυτή τη στιγμή αισθάνεστε καλύτερα! Πρέπει όλες τις ακαθαρσίες πού μαζεύτηκαν μέσα σας σ' όλο αυτό το διάστημα νά τις βγάλουμε έξω.
    Τρεις ώρες αργότερα ο δικός μου γιατρός με επισκέφτηκε ξανά. 'Έλεγξε Το έμπλαστρο στην πλάτη μου και με ρώτησε πόσες φορές πήρα Το φάρμακο. Τρεις – του απάντησα. Βήχατε; 'Όχι, - του απάντησα. - Ούτε Μία φορά; Καθόλου.
- Πέστε μου, παρακαλώ, - ρώτησα τον νοσοκόμο ο όποίος σχεδόν πάντα βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι μου, - τι περιέχει αυτό το φάρμακο; Αυτό μου προκαλεί εμετό. 'Έχει διάφορες αποχρεμπτικές ουσίες, - μου είπε.
Εδώ φέρθηκα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως φέρονται οί σύγχρονοι αρνητές όταν πρόκειται για θέματα πίστεως. Ενώ δεν καταλάβαινα τίποτα κατέκρινα στη σκέψη μου τούς γιατρούς πού μου έδωσαν Το αποχρεμπτικό φάρμακο τη στιγμή πού, κατά τη γνώμη μου, δεν Το χρειαζόμουν καθόλου.
Ζ'
    Μιάμιση η δύο ώρες αργότερα μπήκαν στο δωμάτιό μου πάλι γιατροί. Τώρα ήταν Τρεις: οί δύο δικοί μας και ένας τρίτος, ξένος, Άνθρωπος λεβεντόκορμος και σπουδαίος. Πολλή ώρα με εξέταζαν και με στηθοσκοπούσαν. 'Έφεραν και μία φιάλη οξυγόνου. Τι Το χρειάζομαι τώρα, - τούς ρώτησα.
- Αυτό μας χρειάζεται για νά αερίσουμε λίγο τούς πνεύμονές σας. Μου φαίνεται πώς αυτοί ψήθηκαν από τον πυρετό, - είπε ο ξένος γιατρός.
- Πέστε μου, γιατρέ, τι διαπιστώσατε στην πλάτη μου και συνέχεια ασχολείστε μ' αυτή; Τρεις φορές την εξετάσατε και όλη μου την καλύψατε με έμπλαστρο.
    Αισθανόμουν πολύ πιο καλά από ότι τις προηγούμενες ήμέρες. από τη σκέψη μου δεν περνούσε τίποτε θλιβερό-θλιβερό. Τίποτα από αυτά πού συνέβαιναν γύρω μου δεν με οδήγησαν στο νά συνειδητοποιήσω την πραγματική μου κατάσταση. Ακόμα και την παρουσία ενός ξένου γιατρού την θεώρησα σαν έλεγχο η κάτι παρόμοιο. Δεν είχα καν σκεφτεί ότι τον κάλεσαν ειδικά για μένα επειδή ή κατάσταση της υγείας μου απαιτούσε σύγκληση ιατρικού συμβουλίου. Την τελευταία αυτή ερώτησή μου την έκανα με τόσο αβίαστο και εύθυμο τόνο ώστε κανένας από τούς γιατρούς μου δεν τόλμησε ούτε με νύξεις νά μου δώσει νά καταλάβω την καταστροφή πού πλησίαζε. και αλήθεια πώς νά εξηγήσεις σε έναν άνθρωπο πού ελπίζει ότι του έμειναν μόνο λίγες ώρες ζωής!
- Μα τώρα ακριβώς υπάρχει απόλυτη ανάγκη νά σας φροντίσουμε, - μου απάντησε ο γιατρός πολύ αόριστα. .
Άλλά και αύτή την απάντησή του την ερμήνευσα θετικά. Σκέφτηκα δηλαδή ότι τώρα αφού πέρασα την κορύφωση της ασθένειας και ή δύναμη της ασθένειας άρχισε σιγά-σιγά νά κλονίζεται είναι ή κατάλληλη στιγμή πού πρέπει νά χρησιμοποιήσουμε όλα τά μέσα για νά διώξουμε οριστικά την ασθένεια και νά βοηθήσουμε τον οργανισμό στην αποκατάσταση της υγείας του.
Η'
    Θυμάμαι πώς γύρω στις τέσσερις με έπιασε ρίγος και εγώ για νά ζεσταθώ τυλίχτηκα με μία κουβέρτα. Ξαφνικά αισθάνθηκα πολύ άσχημα.
    Φώναξα τον νοσοκόμο. με πλησίασε, σήκωσε το κεφάλι μου από το μαξιλάρι και μου έδωσε την φιάλη με το οξυγόνο. Κάπου χτύπησε το κουδούνι και σε λίγα λεπτά στο δωμάτιό μου μπήκε τρέχοντας ο προϊστάμενος των νοσοκόμων και λίγο αργότερα ο ένας μετά τον άλλον οι δύο γιατροί μας.
    'Ίσως κάποια άλλη στιγμή όλη ή ασυνήθιστη αύτη συγκέντρωση όλου σχεδόν του προσωπικού του νοσοκομείου γύρω από το κρεβάτι μου αλλά και ο πολύ λίγος χρόνος πού χρειάστηκε για νά συγκεντρωθούν, αναμφίβολα Θα μου προκαλούσε έκπληξη και ίσως Θα με έφερνε σε αμηχανία. Τώρα όμως έμεινα τελείως αδιάφορος γι' αυτό Το γεγονός σαν νά μην με αφορούσε αυτό.
    Μία παράξενη αλλαγή έγινε ξαφνικά μέσα μου!
    'Ενώ πριν από ένα λεπτό ήμουν γεμάτος ζωή, τώρα αν και τά έβλεπα όλα και είχα πλήρη συνείδηση αυτών πού συνέβαιναν γύρω μου όμως είχα μία τέτοια αδιαφορία και μία τέτοια αποξένωση πού δεν μπορεί νά περιγραφεί. Αδιανόητη για ένα ζωντανό πλάσμα.
     Όλη ή προσοχή μου συγκεντρώθηκε σε μένα τον ίδιο. Και εδώ όμως παρατηρούσα μία παράξενη ιδιομορφία, μία κατά κάποιο τρόπο διχοτόμηση. Είχα πλήρη συνείδηση του εαυτού μου και καθαρές τις αισθήσεις μου και όμως ταυτόχρονα έβλεπα τον εαυτό μου με τόση αδιαφορία σαν νά είχα χάσει τελείως τις φυσικές αισθήσεις.
Είδα, για παράδειγμα, τον γιατρό πού σήκωσε το χέρι μου για νά μετρήσει τον σφυγμό. 'Έβλεπα και κατανοούσα αυτά πού έκανε αλλά δεν αισθανόμουν Το άγγιγμα του.
    'Έβλεπα τούς γιατρούς οι όποίοι με σήκωσαν στο κρεβάτι και κάτι έκαναν στην πλάτη μου. 'Εκεί στην πλάτη μου παρουσιάστηκε το οίδημα. τούς έβλεπα και κατανοούσα αυτά πού έκαναν. Όμως δεν αισθανόμουν τίποτα, και όχι γιατί είχα χάσει τις αισθήσεις μου, αλλά γιατί αυτό πού έκαναν δεν με αφορούσε. εγώ κλείστηκα κάπου στο βάθος του εαυτού μου και δεν άκουγα και δεν παρακολουθούσα τίποτα από αυτά πού έκαναν σε μένα σαν νά αποκαλύφτηκαν ξαφνικά μέσα μου δύο υπάρξεις: Η μία, ή πιο σημαντική, ή όποία ήταν κρυμμένη στο βάθος του εαυτού μου και ή άλλη, ή εξωτερική πλευρά της υπάρξεις μου πού ήταν ασφαλώς μικρότερης σημασίας. και τώρα ο συνδετικός κρίκος πού τις ένωνε μεταξύ τους κάηκε ή έλιωσε και αυτές διασπάσθηκαν. Την μία ύπαρξη, την ισχυρότερη, την Αισθανόμουν έντονα, και για την άλλη, την ασθενέστερη, αδιαφορούσα τελείως. Το ασθενέστερο αυτό στοιχείο ήταν το σώμα μου.
    Μπορώ νά φανταστώ πώς λίγες μέρες νωρίτερα θα με ξάφνιαζε ή αποκάλυψη του εσωτερικού μου εαυτού, άγνωστου μέχρι τότε, πού όμως κατά πολύ υπερείχε του άλλου μισού, το όποίο, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μου, αποτελούσε τον όλο άνθρωπο και το όποίο τώρα δεν πρόσεχα σχεδόν καθόλου.
Πολύ παράξενη ήταν αυτή ή κατάσταση: Ενώ ήμουν ζωντανός, τά έβλεπα, τά άκουγα και τά κατανοούσα όλα και όμως ταυτόχρονα δεν έβλεπα και δεν κατανοούσα τίποτα, αισθανόμενος αυτή την απόλυτη αποξένωση.
Θ'
    Ο γιατρός με ρώτησε κάτι. τον άκουσα και κατάλαβα αυτό πού με ρώτησε αλλά δεν του απάντησα. δεν απάντησα επειδή για μένα δεν υπήρχε λόγος νά μιλήσω μαζί του. Αυτός φρόντιζε και ανησυχούσε για μένα, για εκείνο όμως το μισό του εαυτού μου το όποίο δεν είχε πια για μένα καμιά σημασία.
"Όμως ξαφνικά αυτό Το άλλο μου μισό με έκανε νά Το προσέξω! και αυτό έγινε πολύ απότομα και με έναν τρόπο ασυνήθιστο.
    Ξαφνικά αισθάνθηκα ότι κάποια δύναμη με τραβάει δυνατά πρός τά κάτω. Τά πρώτα λεπτά Αισθανόμουν σαν νά ήταν κρεμασμένα σε όλα τά μέλη του σώματός μου μεγάλα βάρη, αργότερα ή δύναμη αυτή αυξήθηκε τόσο πολύ πού ή λέξη βάρος δεν μπορεί νά εκφράσει εκείνη την πίεση πού Αισθανόμουν. Σ' αυτή την περίπτωση λειτουργούσε ένας άλλος νόμος της έλξεως, με δύναμη χίλιες φορές μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη.
Μου φαινόταν πώς Το κάθε μέλος του σώματός μου, κάθε τρίχα, κάθε φλέβα και κάθε κύτταρο έλκονται από κάποια τέτοια δύναμη πού δεν μπορείς νά της αντισταθείς, Όπως ένας πολύ δυνατός μαγνήτης έλκει κομμάτια σιδήρου.
    "Όμως αυτή ή αίσθηση όσο δυνατή και νά ήταν δεν με εμπόδιζε νά σκέφτομαι και νά τά καταλαβαίνω όλα. Συνειδητοποιούσα Το παράδοξο αυτής της κατάστασης, είχα και την αίσθηση πραγματικότητας, ότι δηλαδή βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ότι Το δωμάτιό μου βρίσκεται στο δεύτερο όροφο και ότι κάτω από αυτό υπάρχει ένα άλλο δωμάτιο. Ταυτόχρονα όμως ήμουν σίγουρος ότι αν Υπήρχαν κάτω όχι ένα αλλά δέκα δωμάτια Το ένα πάνω στο άλλο Θα άνοιγαν αυτά για νά περάσω... Προς που;
    Κάτω στο βάθος της γης.
    Ναι, στο βάθος της γης. Γι' αυτό ήθελα νά ξαπλώσω στο πάτωμα και προσπάθησα νά το κάνω.
Ψυχορραγεί, άκουσα νά λέει ο γιατρός. Επειδή δεν μιλούσα και ήμουν συγκεντρωμένος στον εαυτό μου το βλέμμα μου δεν έκφρασε τίποτα και ήταν αδιάφορο. Οί γιατροί νόμισαν ότι έχασα τις αισθήσεις μου και γι' αυτό μιλούσαν ανοιχτά. Εν τω μεταξύ εγώ όλα τά καταλάβαινα πολύ καλά.
    - «Ψυχορράγημα! Θάνατος! σκέφτηκα εγώ Όταν άκουσα αυτά πού έλεγε ο γιατρός, - Πραγματικά είναι δυνατόν εγώ νά πεθάνω; έλεγα στον εαυτό μου. - Μα πώς και γιατί;» δεν μπορούσα νά Το εξηγήσω στον εαυτό μου.
Ξαφνικά θυμήθηκα τις σκέψεις κάποιων επιστημόνων, πού είχα διαβάσει κάποτε, αν αληθινά είναι οδυνηρός ο θάνατος. 'Έκλεισα τά μάτια μου και συγκεντρώθηκα σ' αυτά πού γίνονταν μέσα μου.
    Σωματικούς πόνους δεν είχα και Όμως υπέφερα και βασανιζόμουν. Γιατί, ποια ήταν ή αιτία του πόνου; 'Ήξερα από ποια ασθένεια πεθαίνω. Μήπως με έπνιγε το οίδημα ή αυτό εμπόδιζε την κανονική λειτουργία της καρδιάς μου και γι' αυτό υπέφερα; Δεν ξέρω ίσως αυτή ήταν, για τούς γιατρούς, ή αιτία του θανάτου πού με πλησίαζε. Άλλά αυτό δεν με απασχολούσε. Ό κόσμος αυτός με τούς γιατρούς του και όλους τούς ανθρώπους ήταν πια ξένος για μένα. Το μόνο πού αισθανόμουν ήταν αυτή ή ανυπέρβλητη έλξη για την όποία μίλησα παραπάνω.
    Αισθανόμουν Ότι κάθε στιγμή ή έλξη αυτή δυναμώνει και Ότι γρήγορα πλησιάζω και σχεδόν αγγίζω εκείνο Το μαγνήτη πού με έλκεε. Ήξερα Ότι μόλις Θα τον αγγίξω Θα γίνω ένα μ' αυτόν και καμιά δύναμη στον κόσμο δεν Θα μπορέσει νά με χωρίσει από αυτόν. και όσο πλησίαζε αυτή ή στιγμή τόσο περισσότερο φοβόμουν και τόσο μεγαλύτερο βάρος αισθανόμουν στην ψυχή μου. Όλη ή ύπαρξη μου διαμαρτυρόταν. Αισθανόμουν ότι δεν είναι δυνατόν να ενωθώ εγώ ολόκληρος μ' αυτό, κάτι θα μείνει ελεύθερο και αυτό το κάτι με όλες τις δυνάμεις του προσπαθούσε νά απομακρυνθεί από αυτό το κέντρο έλξεως. Αυτός ακριβώς ο αγώνας πού γινόταν μέσα μου, μου προκαλούσε τον πόνο και με βασάνιζε.
ΙΑ'
    Βέβαια ή σημασία της λέξης «ψυχορράγημα» πού άκουσα από τούς γιατρούς μου ήταν γνωστή. Αλλά τώρα όλα μέσα μου άλλαξαν.
    Αν άκουγα αυτή τη λέξη τότε όταν, οί τρεις γιατροί με εξέταζαν, σίγουρα Θα τρόμαζα. Επίσης είναι σίγουρο ότι, αν δεν γινόταν μέσα μου ή παράξενη αυτή αλλαγή και εξακολουθούσα νά παραμένω στην προηγούμενη κατάσταση, Θα ερμήνευα διαφορετικά όλα όσα συνέβαιναν μέσα μου τώρα. Τώρα, Όμως, τα λόγια του γιατρού μου προκάλεσαν μεν κάποια έκπληξη αλλά όχι φόβο. Δεν αισθανόμουν φόβο όπως συνήθως αισθάνονται οί άνθρωποι όταν σκέφτονται το θάνατο. 'Η εξήγηση της κατάστασης στην όποία βρισκόμουν δεν ταίριαζε καθόλου με τις πεποιθήσεις πού είχα στην προηγούμενη ζωή μου.
    «Αυτό είναι! Είναι ή γη πού με τραβάει κάτι σκέφτηκα, και αυτό το γεγονός ήταν τώρα ξεκάθαρο για μένα. - δεν τραβάει Όμως εμένα αλλά αυτό που μου έδωσε για ένα χρονικό διάστημα. Η γη τραβάει το σώμα η το ίδιο το σώμα από μόνο του θέλει να πάει στη γη;»!
Αυτό πού προηγουμένως μου φαινόταν πολύ φυσικό και σίγουρο, ότι δηλαδή μετά το θάνατο θα διαλυθώ και θα γίνω σκόνη, τώρα μου φαινόταν παράλογο και αντίθετο με τούς νόμους της φύσεως.
    «'Όχι, δεν Θα χαθώ ολοκληρωτικά», - φώναξα δυνατά και προσπάθησα νά απαλλαγώ από τη δύναμη πού με έλκυε, και ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν αισθάνομαι πια αυτή την έλξη.
    'Άνοιξα τά μάτια μου. στην μνήμη μου αποτυπώθηκαν με όλες τις λεπτομέρειες όλα αυτά πού είδε εκείνη τη στιγμή.
    Είδα ότι στέκομαι μόνος μου στη μέση του δωματίου. στα δεξιά μου είδα το προσωπικό του νοσοκομείου πού μαζεύτηκε γύρω από το κρεβάτι μου, σχηματίζοντας ημικύκλιο. Κρατώντας τά χέρια πίσω στεκόταν ο γενικός γιατρός του νοσοκομείου και με προσοχή κοίταζε κάτι πού δεν μπόρεσα νά το δω εγώ, επειδή οι άλλοι με εμπόδιζαν. Δίπλα του στεκόταν ένας γέρος νοσοκόμος λίγο σκυμμένος μπρος πού κρατούσε στα χέρια του μία φιάλη οξυγόνου και δεν ήξερε τι νά την κάνει, νά την πάει έξω η νά την κρατήσει επειδή, ίσος, θα μπορούσε νά χρειαστεί. Ένας άλλος νέος νοσοκόμος σκυμμένος κρατούσε κάτι Το όποίο δεν μπόρεσα νά δω διότι με εμπόδιζε ο ώμος του, είδα μόνο λίγο Το μαξιλάρι μου.
    Αυτό μου φάνηκε περίεργο. Έκεί πού στεκόταν αυτή ή ομάδα ανθρώπων ήταν Το κρεβάτι μου. Ποίο πράγμα τώρα τραβούσε την προσοχή τους, τι κοίταζαν αυτοί, αν εγώ τώρα δεν ήμουν εκεί, αλλά στεκόμουν στη μέση του δωματίου;
    Πλησίασα και κοίταξα εκεί Όπου κοιτούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι: εκεί πάνω στο κρεβάτι βρισκόμουν εγώ.
ΙΒ'
     Δέ φοβήθηκα όταν είδα τον εαυτό μου, απορούσα όμως, πως είναι δυνατόν νά γίνεται κάτι τέτοιο! Αισθάνομαι ότι είμαι εδώ, αλλά και εκεί συγχρόνως.
    Κοίταξα τον εαυτό μου. Δέ χωρούσε αμφιβολία,
     Ότι αυτός ήμουν εγώ, ακριβώς όπως ήμουν και προηγουμένως.
     Ήθελα με το δεξιό μου χέρι νά πιάσω το αριστερό. Το ένα χέρι πέρασε μέσα από Το άλλο. Προσπάθησα νά πιάσω με τά χέρια τη μέση μου, και πάλι τά χέρια μου πέρασαν μέσα από Το σώμα μου σαν νά υπήρχε στη θέση του ένα κενό.
    Το γεγονός αυτό μου προξένησε μεγάλη έκπληξη. Ήθελα κάποιος νά με βοηθήσει νά καταλάβω τι γίνεται. "έκανα δύο-τρία βήματα και άπλωσα Το χέρι μου για νά πιάσω Το χέρι του γιατρού. 'Όμως είχα την αίσθηση ότι περπατώ κάπως παράξενα, τά πόδια μου δεν πατούσαν ατό έδαφος. Το χέρι μου παρ' όλη την προσπάθειά μου δεν κατάφερε νά αγγίξει Το χέρι του γιατρού. Δέκα-δεκαπέντε εκατοστά μου έμειναν και όμως δεν μπόρεσα νά τον αγγίξω.
    Προσπάθησα νά στηριχτώ καλά στό πάτωμα. Το σώμα μου με υπάκουε και κατέβαινε κάτω, όμως μου ήταν αδύνατο νά σταθώ ατό πάτωμα όπως επίσης και νά πιάσω Το σώμα του γιατρού. και πάλι σ' αυτήν την περίπτωση μου έμεινε μόνο τόσο λίγη απόσταση την όποία όμως με τίποτα δεν μπόρεσα νά καλύψω.
     Τότε θυμήθηκα ένα περιστατικό. πριν λίγες μέρες είδα πώς μία νοσοκόμα για νά προφυλάξει το φάρμακό μου έβαλε Το μπουκαλάκι πού περιείχε το φάρμακο μέσα σε μία κανάτα με κρύο νερό. 'όμως επειδή υπήρχε πολύ νερό μέσα στην κανάτα και επειδή Το μπουκαλάκι ήταν πολύ ελαφρό, αμέσως αναδύθηκε. 'Η νοσοκόμα επειδή δεν κατάλαβε τι γίνεται προσπάθησε για δεύτερη φορά και τρίτη φορά νά το βάλει μέσα. Το κρατούσε και με Το δάκτυλό της άλλά μόλις Το σήκωνε, Το μπουκαλάκι αμέσως αναδυόταν.
    Το ίδιο προφανώς γινόταν και με μένα στην τωρινή μου κατάσταση. Τώρα για μένα ο αέρας ήταν _ πολύ πυκνός.!
ΙΓ'
    Μα τι επιτέλους συμβαίνει;
   
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ


Βιογραφικό
Επώνυμο : Βασιλειάδης
Περισσότερα >>
Αήττητος Ταγματάρχης
Για να δείτε τα αποκόματα απο τις εφημερίδες κάντε ...
Περισσότερα >>