www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Το Μυστήριο της σαρκώσεως Του Θεού Λόγου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στην Α' έκδοση του παρόντος τεύχους είχαμε δημοσιεύσει σε νεοελληνική απόδοση δύο αποσπάσματα από τον Α' Ηθικό Λόγο του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου και συγκεκριμένα τα κεφάλαια γ' και ι', όπου ο θεοχαρίτωτος κάλαμος του Οσίου θεολογούσε το μέγα «της ευσέβειας μυστήριον», (Α' Τιμ. 3, 16) δηλ. την σάρκωση του Θεού Λόγου και την εντός μας γέννησή του.
Μας είχε τότε τόσο πολύ εντυπωσιάσει το μικρό αυτό κείμενο, ώστε εκφράζαμε -καί την πιστεύουμε- την ακόλουθη άποψη: Αν είχαν απολεσθεί όλα τα έργα του οσίου Συμεών, και αν δεν γνωρίζαμε τίποτε άλλο περί αυτού, και είχαν περισωθεί μόνο οι ελάχιστες αυτές σελίδες, θα ήταν αρκετές να μας πληροφορήσουν ότι ο συγγραφέας τους είναι μεγάλος θεολόγος και μεγάλος Άγιος.
Βεβαίως, δόξα τω Θεώ, οι θεοφόρες διδαχές του Αγίου είναι στην διάθεσή μας και είναι άλλες εξίσου και άλλες περισσότερο αξιοθαύμαστες και σε πεζό και σε έμμετρο λόγο. Σκεφθήκαμε λοιπόν στην παρούσα δεύτερη έκδοση να παραθέσουμε αποσπάσματα από τους θαυμάσιους ύμνους του, που αναφέρονται στο ίδιο θέμα, δηλαδή στην σάρκωση του Θεού Λόγου και την θέωση του ανθρώπου. Προσπαθήσαμε να τ’ αποδώσουμε εμμέτρως ακολουθώντας σε κάθε ποιητικό απόσπασμα το μέτρο που χρησιμοποίησε και ο Άγιος Θεολόγος και ποιητής Πατήρ, και τα προσφέρουμε μαζί με την επανεκδιδόμενη θεολογική διδασκαλία σε πεζό λόγο στους αγαπητούς μας αδελφούς, ως ιερό εντρύφημα, κατ’ αυτές ιδιαιτέρως τις άγιες ημέρες των κοσμοχαρμοσύνων εορτών της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και της επί γης παρουσίας του.
Χριστούγεννα 2003
Ο Καθηγούμενος
αρχιμ. Χριστόδουλος Αγιοσυμεωνίτης
 


Α’
Το Μυστήριο της σαρκώσεως Του Θεού Λόγου
(Από τον Α’ Ηθικό Λόγο)
1. Ο Λόγος σαρξ εγένετο...
Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας, το κρυμμένο προ των αιώνων (1), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:

Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα• γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός την δε απαρχή του πνεύματος, που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα, την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δύο μαζί έναν άλλον άνθρωπο.

Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την αγία Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας -δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί- και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη θεότητα. Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της θεότητός του με την δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος άνθρωπος.

Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ, την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία, και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο.

Ώστε, όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεώς μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία. Αυτό εννοεί και ο θείος Παύλος, όταν λέει:

Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός,
ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού.
Οίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί,
καί οίος ο επουράνιος,
τοιούτοι και οι επουράνιοι. (Α’ Κορ. 15,47-48).

Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από την γη χοϊκός. ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος. Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός, τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος, τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.

Καί πάλι:
Απαρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού (Α’ Κορ. 15,23).
Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.
Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την θεότητά του λόγω της πίστεώς μας σ’ αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της θεότητός του. Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: ο Θεός Λόγος έλαβε από μας την σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως, κι έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την θεότητά του -την οποία κανείς ποτέ από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει- και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν. Έτσι χαρίζει σ' αυτούς τήν
εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι (Πρβλ. Ιω. 1,12).
εξουσία να γίνονται τέκνα του Θεού γι’ αυτό κι έγιναν και πάντοτε γίνονται και ποτέ δεν θα παύσουν να γίνονται. Άκουσε τον θείο Παύλο που παραινεί σ’ αυτό:
Και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου (Α’ Κορ. 15,49).

Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, θα φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.
Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήρθε για ν’ αναπλάσει και ν’ ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση, που επέσυρε πάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώνοντάς την την θέωσε ενώ το άχραντο και θείο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό.
Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και δέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο.
Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άϋλο γι’ αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές θύρες.

Αλλά γιατί μαζί με την ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; Επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι’ αυτό και ο Χριστός ανέστησε πρώτα και ζωοποίησε και θέωσε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, κι έπειτα οικονόμησε ν’ απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία διά της αναστάσεως, αυτό που διά του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη για να ελευθερώσει από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων, τις οποίες και κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα άνέστησε• τ’ άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.
Το Μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέσθηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο επαναλαμβανόταν και σε κάθε άγιο και τελείται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του τρώγοντας δε την πανάμωμη σάρκα του, δηλαδή τα άχραντα μυστήρια, γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει:
Ότι μέλη εσμέν του σώματος αυτού,
εκ της σαρκός αυτού, και εκ των οστέων αυτού (Έφ. 5,30).
Είμαστε μέλη του σώματός του, από την σάρκα του και τα οστά του.
και αλλού:
Και εκ του πληρώματος αυτού
ημείς πάντες ελάβομεν
και χάριν αντί χάριτος (Ιω. 1,16).
από τον πλούτο της θεότητός του, όλοι εμείς λάβαμε χάριν αντί χάριτος,
ότι εν αυτώ κατοικεί
παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς (Κολ. 2, 9)
γιατί σ’ αυτόν (τον Χριστό) κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα.
Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν, που καταδέχθηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ’ αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.
Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι, και οι παλαιοί και οι τωρινοί, πνευματικά βλέποντας δεν βλέπουν σχήμα ή είδος ή ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος. Όμως, αν και φθάνουν σ’ αυτήν την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλ’ όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στην φωτιά παίρνει την λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ’ αυτήν, γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων: Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στην χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα. Μα, όταν η ψυχή βγει και χωρισθεί από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά. Διατηρούνται όμως για πολλά χρόνια, χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φθάσουν στην τέλεια αφθαρσία και ν’ ανακαινισθούν στην τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών.
Για ποιό λόγο;

Διότι δεν έπρεπε ν’ αναστηθούν και ν’ αφθαρτωθούν τα ανθρώπινα σώματα, πριν από την ανακαίνιση των κτισμάτων αλλά όπως ακριβώς πρώτα πλάσθηκε η φύση άφθαρτη κι έπειτα ο άνθρωπος, έτσι πάλι πρώτα η κτίση πρέπει να μεταποιηθεί από την φθορά στην αφθαρσία και μετά μαζί μ’ αυτή ν’ αλλάξουν και ν’ ανακαινισθούν τα φθαρτά σώματα των ανθρώπων• ώστε ο άνθρωπος πνευματικός πια και αθάνατος να κατοικήσει σε τόπο άφθαρτο, αιώνιο και πνευματικό. Και ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε τον απόστολο Πέτρο που το βεβαιώνει:

Ήξει δε η ήμερα Κυρίου ως κλέπτης έν νυκτί,
εν ή ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται,
στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται (Β' Πέτρ. 3,10-12).
Θα έλθει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέφτης την νύχτα και τότε οι ουρανοί θα εξαφανισθούν με πάταγο και τα στοιχεία της φύσεως θα καούν και θα διαλυθούν, όχι για να εξαφανισθούν, αλλά για ν’ αναχωνευθούν και ν’ αναστοιχειωθούν σε καλύτερη και αιώνια κατάσταση.
Από πού γίνεται φανερό αυτό; Από τα λόγια που προσθέτει στην συνέχεια ο Απόστολος:

Καινούς ουρανούς και γην καινήν
κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν (Β' Πέτρ. 3,13).
Καινούργιους ουρανούς και καινούργια γη προσδοκούμε κατά την επαγγελία του.
Τίνος την επαγγελία; Ασφαλώς του Χριστού και Θεού μας που είπε:
Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται,
οι δε λόγοι μου ού μή παρέλθωσι (Ματθ. 24,35).
Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν.
Παρέλευση του ουρανού εννοεί την αλλαγή του γι’ αυτό λέει ότι, αν και ο ουρανός θα αλλάξει, όμως οι δικοί του λόγοι θα μένουν αναλλοίωτοι και σταθεροί. Αυτό προανήγγειλε και ο προφήτης Δαβίδ:
Ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς,
και αλλαγήσονται συ δε ο αυτός ει,
και τα έτη σου ουκ έκλείψουσιν (Ψαλμ. 101,27-28).

Σαν μανδύα θα τους περιτυλίξεις και θ’ αλλάξουν εσύ όμως παραμένεις ο ίδιος και τα έτη της ζωής σου δεν θα εκλείψουν.
Τι θα μπορούσε να γίνει σαφέστερο απ’ αυτά τα λόγια;
 
2. Και εσκήνωσεν εν ημίν
Ο Υιός του Θεού και Θεός, αφού εισήλθε στα σπλάγχνα της Παναγίας Παρθένου και έλαβε σάρκα απ’ αυτήν, γεννήθηκε, καθώς είπαμε, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ασυγχύτως. Τι σημαντικότερο έγινε ποτέ για μας;

Όλοι μας πιστεύουμε σ’ αυτόν, τον Υιό του Θεού και Υιό της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας και γι’ αυτό δεχόμαστε τον περί αυτού λόγο με εμπιστοσύνη.
Αν τον ομολογούμε λοιπόν και μετανοούμε από τα βάθη της ψυχής μας για τις προηγούμενες αμαρτίες μας, τότε ο λόγος της ευσέβειας τον οποίο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σαν σπόρος, όπως ακριβώς ο Λόγος του Πατρός εισήλθε στην γαστέρα της Παρθένου. Θαύμασε το μέγα τούτο και εκπληκτικό μυστήριο και δέξου το με κάθε πληροφορία και πίστη.
Συλλαμβάνουμε δηλαδή αυτόν, τον Λόγο, όχι σωματικά, καθώς τον συνέλαβε η Παρθένος και Θεοτόκος, αλλά πνευματικά μεν, πραγματικά δε κι έχουμε μέσα στις καρδιές μας αυτόν τον ίδιο που συνέλαβε και η αγνή Παρθένος, όπως λέει και ο θείος Παύλος:
Ο Θεός ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι,
ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών
προς φωτισμόν της γνώσεως
τής δόξης του Θεού
εν προσώπω Ιησού Χριστού (Β' Κορ. 4,6).

Ο Θεός, που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας προς φωτισμό της γνώσεως της δόξης του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού
σαν να λέει: Αυτός όλος γεννήθηκε αληθινά μέσα μας. Και πώς είναι έτσι το φανερώνει με όσα παραθέτει στην συνέχεια:
Έχομεν δε τον θησαυρόν τούτον,
εν οστρακίνοις σκεύεσιν (Β' Κορ. 4,7).
Έχουμε δε τον θησαυρό αυτό μέσα σε πήλινα σκεύη
ονομάζοντας θησαυρό το Άγιο Πνεύμα. Και σε άλλο σημείο ονομάζει το Πνεύμα Κύριο:
Ο δε Κύριος το Πνεύμα εστιν (Β' Κορ. 3,17)
γιατί το Πνεύμα λέει είναι ο Κύριος,
ώστε, όπου ακούς Υιόν Θεού, να εννοείς μαζί και το Πνεύμα και αν πάλι ακούσεις για το Άγιο Πνεύμα, να εννοείς μαζί μ’ αυτό και τον Πατέρα, επειδή και γι’ αυτόν λέει: «Πνεύμα ο Θεός» (Ιω. 4,24), διδάσκοντάς σε παντού το αχώριστο και ομοούσιο της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή, όπου είναι ο Υιός, εκεί είναι και ο Πατήρ, και όπου ο Πατήρ, εκεί και το Πνεύμα και όπου το Άγιο Πνεύμα, εκεί όλη η τρισυπόστατη Θεότητα, ο ένας Θεός και Πατήρ μαζί με τον Υιό και το Πνεύμα, τους ομοούσιους:
ο ων ευλογητός εις τους αιώνας αμήν (Ρωμ. 1,25).
Αυτός που είναι ευλογημένος στους αιώνες αμήν.


Έτσι, όταν πιστέψουμε ολόψυχα και μετανοήσουμε θερμά, θα συλλάβουμε, όπως ειπώθηκε, τον Λόγο του Θεού στις καρδιές μας, καθώς τον συνέλαβε η Παρθένος, προσφέροντας του κι εμείς τις ψυχές μας παρθενικές και αγνές. Και όπως εκείνη δεν την κατέφλεξε το πυρ της θεότητος, επειδή ήταν υπεράμωμη, έτσι ούτε εμάς κατακαίει, όταν του προσφέρουμε τις καρδιές μας αγνές και καθαρές, αλλά γίνεται εντός μας δροσιά από τον ουρανό και πηγή ύδατος και ρείθρον αθάνατης ζωής. Ότι δεχόμαστε κι εμείς παρόμοια το άστεκτο πυρ της θεότητος, άκουσε τον Κύριο που το λέει:

Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην (Λουκ. 12,49).
Πυρ ήλθα να βάλω στην γη.
Τι άλλο εννοεί, παρά το ομοούσιο προς την θεότητά του Πνεύμα, με το οποίο συνεισέρχεται και συνθεωρείται μέσα μας και ο ίδιος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα;
Επειδή ο Λόγος του Θεού μια φορά σαρκώθηκε από την Παρθένο και γεννήθηκε από αυτήν σωματικά, ανέκφραστα και υπέρ λόγον, και δεν είναι δυνατόν να σαρκωθεί πάλι ή να γεννηθεί σωματικά από τον καθένα μας, τι προνοεί; Μας μεταδίδει για τροφή εκείνη την άχραντη σάρκα, που προσέλαβε από την πανάχραντη Θεοτόκο κατά την σωματική του γέννηση. Αν την μεταλαμβάνουμε άξια, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωθέντα Θεό και Κύριο μας Ιησού Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της Παρθένου, τον καθήμενο στα δεξιά του Πατρός, ο οποίος λέει:

ο τρώγων μου την σάρκα
και πίνων μου το αίμα
εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ (Ιω. 6,56).

Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του,
χωρίς όμως να προέρχεται ή να γεννιέται σωματικά από εμάς, αλλά ούτε και να μας αποχωρίζεται ποτέ. Διότι εμείς δεν τον αισθανόμαστε σαν σάρκα, αν και βρίσκεται μέσα μας όπως ακριβώς ένα βρέφος, αλλά υπάρχει ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος ανέκφραστα με την φύση και την ουσία μας και θεοποιώντας μας, επειδή γίναμε σύσσωμοι μ’ αυτόν, δηλαδή σάρκα από την σάρκα του και οστούν από τα οστά του.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο και φρικτότερο μυστήριο της ανέκφραστης οικονομίας και συγκαταβάσεώς του, που δίσταζα να το γράψω κι έτρεμα να το επιχειρήσω.


Ο Θεός όμως θέλει πάντοτε ν’ αποκαλύπτεται και να φανερώνεται η αγάπη του σ’ εμάς, ώστε κι εμείς κάποτε κατανοώντας την μεγάλη του αγαθότητα και αισθανόμενοι ντροπή να προθυμοποιηθούμε να τον αγαπήσουμε. Γι’ αυτό κι εγώ παρακινήθηκα από το Άγιο Πνεύμα που φωτίζει τις καρδιές μας και σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια γραπτώς, όχι για να σας αποδείξω πώς ο άνθρωπος είναι όμοιος μ’ αυτήν που γέννησε τον Κύριο, κατά τον απόρρητο τρόπο που τον γέννησε -μη γένοιτο!- αυτό είναι αδύνατο.
(Διότι άλλη είναι η ένσαρκη και άφραστη γέννηση του Θεού Λόγου από την Παναγία και άλλη αυτή που συντελείται σ’ εμάς πνευματικώς.

Εκείνη γεννώντας ένσαρκο τον Υιό και Λόγο του Θεού απεργάσθηκε στην γη το μυστήριο της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους μας και την σωτηρία όλου του κόσμου, που είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αυτός που ένωσε στον εαυτό του τα διεστώτα και εξάλειψε την αμαρτία του κόσμου. Ενώ αυτή γεννώντας εν Αγίω Πνεύματι τον Λόγο της γνώσεως του Θεού, απεργάζεται ακατάπαυστα μέσα στις καρδιές μας το μυστήριο της ανακαινίσεως των ανθρωπίνων ψυχών και την κοινωνία και ένωση με τον Θεό Λόγο αυτήν υπαινίσσεται και το θείο λόγιο:
Εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν
και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας
ό εκυοφορήσαμεν επί της γης (Πρβλ. Ησ. 26,18)
Δι’ αυτού συλλάβαμε και γεννήσαμε με πόνο το πνεύμα της σωτηρίας, το οποίο κυοφορήσαμε πάνω στην γη.
Λοιπόν, δε σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια για να αποδείξω πως ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Χριστό κατά τον ίδιο τρόπο που τον γέννησε η Παναγία, μα για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη του σ’ εμάς και πως, αν το θέλουμε, όλοι μπορούμε να γίνουμε μητέρα και αδελφοί του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, καθώς ο ίδιος το διακηρύττει:
Μήτηρ μου και αδελφοί μου ούτοί εισιν
οι τον λόγον του Θεού ακούοντες
και ποιούντες αυτόν (Λουκ. 8,21).
Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί που ακούνε τον λόγο του Θεού και τον τηρούν.
Έτσι θα γίνουμε ίσοι με τους μαθητάς και αποστόλους του, όχι κατά την αξία ούτε κατά τις περιοδείες και τους κόπους που υπέφεραν, αλλά κατά την χάρη του Θεού και την δωρεά την οποία εξέχεε σ’ όλους που τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν, χωρίς να στραφούν ποτέ πίσω.

Είδες πως όλους εκείνους που ακούνε και πράττουν τον λόγο του, τους ανύψωσε στην άξια της μητέρας του και τους αποκαλεί αδελφούς και συγγενείς του; Όμως εκείνη μόνο υπήρξε η κυρίως μητέρα του, επειδή, καθώς ανέφερα, τον γέννησε κατά σάρκα ανερμηνεύτως και χωρίς άνδρα, ενώ όλοι οι άγιοι τον συλλαμβάνουν και τον κατέχουν κατά χάριν και δωρεάν. Και από μεν την πανάμωμη μητέρα του δανείστηκε την πανάμωμη σάρκα του και σε αντάλλαγμα της δώρισε την θεότητα -ω, τι παράξενη και ασυνήθιστη συναλλαγή- ενώ από τους αγίους δεν παίρνει σάρκα, μα αντίθετα αυτός τους μεταδίδει την θεωμένη σάρκα του.
Ας εξετάσουμε λοιπόν το βάθος αυτού του μυστηρίου.
Η χάρη του Πνεύματος στον Χριστό, δηλαδή το πυρ της θεότητος, προέρχεται από την θεία του φύση και ουσία. Όμως το σώμα του δεν έχει την ίδια προέλευση, αλλά προέρχεται από την πάναγνη και αγία σάρκα της Θεοτόκου, την οποία προσέλαβε κατά το ιερό λόγιο:
Και ο Λόγος σαρξ εγένετο (Ιω. 1,14).
Και ο Λόγος έγινε σάρκα.
Έκτοτε ο Υιός του Θεού και της αχράντου Παρθένου μεταδίδει στους αγίους από μεν την φύση και την ουσία του συναΐδιου Πατρός του την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, καθώς και μέσω του προφήτου λέει:

Και έσται μετά ταύτα
και εκχεώ από του Πνεύματός μου
επί πάσαν σάρκα (Ιωήλ 3,1).
Θα συμβεί τούτο κατά τις έσχατες ήμερες, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο, εννοώντας κάθε πιστό από δε την φύση και ουσία εκείνης που κυρίως και αληθώς τον γέννησε, μεταδίδει την σάρκα την οποία έλαβε απ’ αυτή.

Και όπως από την πληρότητά του λάβαμε όλοι εμείς, έτσι ακριβώς μεταλαμβάνουμε από την άμωμη σάρκα της Παναγίας μητέρας του, την οποία και εκείνος προσέλαβε και όπως έγινε υιός και Θεός της ο Χριστός και Θεός μας, γενόμενος και αδελφός μας, έτσι ακριβώς κι εμείς -ω, τι ανέκφραστη φιλανθρωπία!-γινόμαστε υιοί της Θεοτόκου μητέρας του και αδελφοί του Χριστού, επειδή, χάρη στον υπεράμωμο και υπεράγνωστο γάμο που τελέσθηκε μ’ αυτήν και σ’ αυτήν, γεννήθηκε ο Υιός του Θεού και απ’ αυτόν πάλι όλοι οι άγιοι.
Πράγματι, όπως από την συνουσία και την σπορά του Αδάμ, πρώτη η Εύα γέννησε και από εκείνη και μέσω εκείνης γεννήθηκαν όλοι οι άνθρωποι, έτσι και η Θεοτόκος, αφού δέχθηκε αντί σποράς τον Λόγο του Θεού Πατρός, συνέλαβε και γέννησε μόνο αυτόν τον προ αιώνων μονογενή του Πατρός και μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενή. Και μολονότι αυτή η ίδια έπαψε να συλλαμβάνει και να γεννά, ο Υιός της γέννησε και γεννά καθημερινά όσους πιστεύουν σ’ αυτόν και τηρούν τις άγιες εντολές του. Ασφαλώς έπρεπε η πνευματική μας αναγέννηση και ανάπλαση να γίνει διά του ανδρός, δηλαδή του δευτέρου Αδάμ και Θεού, επειδή η γέννηση μας στην φθορά έγινε διά της γυναικός Εύας.

Και πρόσεχε την ακρίβεια του λόγου:
ανδρός θνητού και φθαρτού η σπορά,
φθαρτούς υιούς και θνητούς
διά γυναικός γέννησε και γεννά.
Αθανάτου και αφθάρτου Θεού
ο αθάνατος και άφθαρτος Λόγος,
αθάνατα και άφθαρτα τέκνα γέννησε
και διαρκώς γεννά,
αφού πρώτα αυτός γεννήθηκε από την
Παρθένο, εν Αγίω Πνεύματι βεβαίως.
Γι’ αυτό λοιπόν είναι δέσποινα και βασίλισσα και κυρία και μητέρα όλων των αγίων η Μητέρα του Θεού, ενώ όλοι οι άγιοι είναι και δούλοι της, αφού είναι Μητέρα του Θεού, και παιδιά της, αφού μεταλαμβάνουν από την πανάχραντη σάρκα του Υιού της. Πιστός ο λόγος η σάρκα του Υιού της είναι σάρκα της Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας κι εμείς απ’ αυτήν την θεωμένη σάρκα του Κυρίου, ομολογούμε και πιστεύουμε ότι μεταλαμβάνουμε ζωήν αιώνια, εκτός αν αναξίως και εις κατάκριμα την μεταλαμβάνουμε.
Πράγματι οι άγιοι είναι συγγενείς προς την Παναγία Μητέρα του Θεού κατά τρεις τρόπους: Πρώτον, επειδή προέρχονται από τον ίδιο πηλό μ’ αυτήν και την ίδια πνοή, δηλαδή την ψυχή. Δεύτερον, επειδή έχουν κοινωνία και μετουσία με αυτήν διά της προσλήψεως της σαρκός της από τον Χριστό (1). Και τρίτον, επειδή, λόγω της εν Πνεύματι αγιωσύνης που ενυπάρχει σ’ αυτούς, καθένας συλλαμβάνει εντός του και κατέχει τον Θεό των όλων, όπως ακριβώς και εκείνη τον είχε εντός της. Διότι, αν και τον γέννησε σωματικώς, όμως πάντοτε τον είχε όλον και πνευματικώς μέσα της και εξακολουθεί να τον έχει και τώρα και πάντοτε, αχώριστον απ’ αυτήν.

Σ’ Αυτόν πρέπει η δόξα
και το κράτος
στους αιώνες
αμήν.
 


Β’
Ύμνοι
Για την ενανθρώπηση του θεού και την θέωση του Ανθρώπου

Ύμνος Ζ’
Δόξα στην εύσπλαγχνία σου
και στην οικονομία,
γιατί έγινες άνθρωπος
όντας Θεός στη φύση
αλλ’ έμεινες ασύγχυτα
κι άτρεπτα και τα δύο
κι ενώ στη φύση ήμουν θνητός,
μ’ έχεις θεό αναδείξει
παραδόξως ενώνοντας
σαν Θεός τα χωρισμένα...

Ύμνος ΙΕ'
Συ που των πάντων ως Θεός έξω των πάντων είσαι,
συ λοιπόν έγινες θνητός κι ήρθες μέσα στον κόσμο
και με την σάρκα που έλαβες κοντά σ’ όλους μας ήρθες
κι έγινες όλος ορατός, ο αόρατος σε όλους
είδαν τη δόξα σου οι πιστοί μόνο, και βλέπουν πάντα
τη θεία σου θεότητα, μα οι άπιστοι όλοι μένουν
τυφλοί μ’ όλο που βλέπουν σε, Χριστέ, το φως του κόσμου.
μαζί τους σ’ έχουν οι πιστοί, τον κτίστη των απάντων,
σαν άδυτο ήλιο στη ζωή σαν άσβεστη λαμπάδα.
Κι αφού σαι εκτός απ’ όλα συ, γι’ αυτό κι όσους φωτίζεις,
τους βγάζεις έξω απ’ τα ορατά, καθώς ο λόγος είπε.
Κι όπως, μ’ όλο που βρίσκεσαι ψηλά με τον Πατέρα,
πάντως μένεις αχώριστος, Λόγε, από μας για πάντα,
και πάλι, όντας στον κόσμο μας, αχώρητος υπάρχεις
έτσι κι εμάς τους δούλους σου μέσ’ στα αισθητά που ζούμε
και τα ορατά, μας λύτρωσες και λαμπρούς μέσ’ στο φως σου
μας ανεβάζεις μετά σου ψηλά στους ουρανούς σου
κι από θνητούς αθάνατους μας κάνεις, Ζωοδότη
και μένοντας γυιοί που είμαστε, με την δική σου χάρη,
όμοιοι σου θεοί γινόμαστε και τον Θεό θωρούμε.
Συ συγγενής στη σάρκα μας εμείς στη θεότητα σου,
γιατί σάρκα λαμβάνοντας μας έδωσες θείο Πνεύμα.
Δεν είναι θαύμα φοβερό; πως να μη φρίξει ο νους μας;
ότι είσαι πάντοτε με μας τώρα και στους αιώνες
κι όλους μας κάνεις οίκο σου κι ενοικείς πάντα σ’ όλους,
μα κι εσύ σ’ όλους γίνεσαι οίκος για να ενοικούμε
μέσα σου, Σώτερ, ο καθείς μαζί σου όλος σε όλον.
Όλα συ τώρα τα φρικτά τα συντελείς εντός μας.
Μα ποια φρικτά; Λίγα θα πω από τα πολλά κι ακούστε:
γιατί, κατάπληξη , αν γεννούν αυτά που σου είπα , αλλ’ όμως
άκουσε ακόμη πιο φρικτά, που τώρα θα σου γράψω.
Μέλη Χριστού γινόμαστε, Χριστός δικά μας μέλη
χέρι Χριστός, πόδι Χριστός έμενα του πανάθλιου,
και πάλι ο άθλιος εγώ χέρι Χριστού και πόδι.
Μην πεις πως τάχα βλασφημώ, μα δέξου τα όλα τούτα
και τον Χριστό προσκύνησε που τέτοιον σε απεργάσθη.
Αυτός τ’ άσχημα και κρυφά μέλη σου θα ομορφύνει
με της θεότητος αυτού το κάλλος και τη δόξα
στολίζοντας, ωραΐζοντας- κι έτσι όλοι θα γενούμε
θεοί συνόντας με τον Θεό, χωρίς να θεωρούμε
του σώματος μας την κρυφή δήθεν ασχημοσύνη.
Αυτός ενώνεται με μάς, ω φρικτού μυστηρίου!
Και γάμος όντως γίνεται, ο άρρητος και θείος.
Αν τον Χριστόν εντύθηκες όλον στη σάρκα σου όλη,
χωρίς αισχύνη και ντροπή θα νοήσεις όσα λέω.
Αλλ’ αν φοράς ακάθαρτα, πώς δεν θα κοκκινίσεις,
που σου κηρύττω τα φρικτά περί μελών αγίων,
που βλέπω δόξαν άφραστη κι ελλάμπεται ο νους μου,
που χαίρω κι ούτε τίποτε σαρκικό συλλογιέμαι;
Συ μεν τις σάρκες βλέπεις σου τις καταρρυπωμένες
και με τον νου τις πράξεις σου τις άτοπες θυμάσαι
και ο νους σου ως βρωμοσκούληκο στον βόρβορο κυλιέται.
Γι' αυτό προσάπτεις στον Χριστό και σ’ εμέ την ντροπή σου
και λες: μα συ δεν ντρέπεσαι για τ’ άπρεπα μιλώντας
να κατεβάζεις τον Χριστό στ’ απόκρυφα τα μέλη;
Κι εγώ όμως να τι σου απαντώ: Βλέπω Χριστό στη μήτρα
σκέψου λοιπόν πούθε ο Θεός επέρασε και βγήκε!
Κι ακόμη πιο πολλά θα βρεις, απ’ όσα εγώ σου είπα,
που όλα τα καταδέχθηκε για τη δική μας δόξα,
ώστε ο μιμούμενος αυτόν, ντροπή μη λογαριάζει.
Έτσι και τώρα φάνηκε στους έσχατους καιρούς μας
ο Συμεών ο άγιος κι Ευλαβής, ο Στουδίτης
αυτός ντροπή δεν ένιωθε για κάθε ανθρώπου μέλη,
ούτε γυμνούς αν έβλεπε ούτε γυμνό αν τον βλέπαν (1)
γιατί όλον είχε τον Χριστό και Χριστός όλος ήταν,
και πάντα όλα τα μέλη του και παντός άλλου μέλη,
καθένα κι όλα σαν Χριστό τάβλεπε αυτός μονάχα
κι έτσι έμενεν απείραστος, απαθής, δίχως βλάβη,
γιατί ήταν όλος σαν Χριστός και σαν Χριστό τους πάντες
έβλεπε, αφού βαπτίστηκαν και τον Χριστό ντύθηκαν.
Αν όμως είσαι συ γυμνός και σάρκα όλος υπάρχεις,
κι αν άθλιε συκοφάντη πια, σαν ίππος η σαν όνος
θηλυμανής κατάντησες, στ’ άγγιγμα κάθε σάρκας,
γιατί όμως και τον άγιο τολμάς να διαβάλλεις
και καθυβρίζεις τον Χριστό, που ενώθηκε μαζί μας
βραβεύοντας με απάθεια τους αγίους του δούλους;

Ύμνος  Κ’
Φάνηκες στη γη για μένα απ’ την Παρθένο
ο προ αιώνων αόρατος υπάρχων.
Έγινες σάρκα και άνθρωπος εδείχθης,
συ, που απρόσιτο φως κι άγιο σε τυλίγει
και περιγραπτός απ’ όλους ενομίσθης,
συ, που παντελώς αχώρητος υπάρχεις
και που αδυνατεί των ανθρώπων η φύση
τον Χριστό μου, σε, καθαρά ν’ ατενίσει,
αν και πιστεύουμε πως σε λαμβάνουμε όλον
από τ’ άχραντο σώμα κι αίμα σου, Σώτερ,
που κοινωνώντας, πως τρώμε ομολογούμε
και κρατούμε σε Θεέ μας αδιαιρέτως
μα κι ασυγχύτως, γιατί από με δεν παίρνεις
ρύπο και φθορά, μα δίνεις συ σ’ εμένα
την άφθαρτή σου καθαρότητα, Λόγε,
και αποπλύνεις τον ρύπο των κακών μου
εκδιώκοντας τον ζόφο αμαρτιών μου
και της καρδιάς μου καθαίροντας το αίσχος,
εκλεπτύνοντας και της κακίας το πάχος,
με κάνεις φως τον πριν εσκοτισμένο
κι ωραίο διπλά μ’ απεργάζεσαι, Σώτερ
μ’ αίγλη περιλάμπεις με αθανασίας
κι αν θελήσω σε ο φτωχός να προσκυνήσω
ω του θαύματος! ιδού σε βρίσκω εντός μου.
Τότε με συνέχει θάμβος κι απορία,
γιατί αυτόν που μέσα στη θεϊκή παλάμη
τα πάντα κρατεί τον βλέπω στην καρδιά μου.
Μα, γιατί, Χριστέ, τόσο έλεος σε μένα;
Πώς η άπειρη συγκατάβαση, Λόγε;
Και πως εισήλθες σε σπίτι ρυπωμένο,
συ που κατοικείς στ’ απρόσιτο φως, Θεέ μου;
Μα και πώς φυλάς ακατάφλεκτο τούτο,
όντας πυρ αβάσταχτο σε φύση ανθρώπου;
Τι να πράξω εγώ προς τη δόξα σου αντάξιο,
τι τάχα να βρω προς μια τόση ν αγάπη;
Τι να σου προσφέρω που με τέτοια δόξα
και τιμή τον άχρηστο μ’ έχεις δοξάσει;
Γιατί εμένα που να βλέπουν απαξιώνουν
οι άλλοι, ούτε που θέλουν να μιλούν μαζί μου,
ούτε να συντρών μ’ εμένα τον πανάθλιο,
συ ο πάντων κτίστης, πλάστης και Δεσπότης,
όχι μόνο βλέπεις και λαλείς και τρέφεις,
μα και υπέρ νουν είν’, όσα μούχεις δώσει,
στον απ’ τους ανθρώπους παραπεταμένο;
Λοιπόν, αυτά όλα, Δέσποτα, και πιότερα από τούτα (1)
που να τα πω δεν δύναμαι, μήτε να μνημονεύσω,
συ με τη θεία σου πρόνοια στον άσωτο έχεις δώσει,
και πάντως μ’ αποχώρισες με θείαν οικονομίαν
από άρχοντες και βασιλείς και πλούσιους του κόσμου.
Ποιο τις ευεργεσίες σου χαρτί θε να χωρέσει
και τα καλά σου τα πολλά που εργάσθηκες σε μένα;
Γιατί κι αν μύριες μου δοθούν γλώσσες μαζί και χέρια,
δεν θα μπορέσω να τα πω, ούτε να γράψω για όλα
πώω συ ο Θεός και ποιητής του κόσμου μου εδόθης,
σε μένα τον ακάθαρτο και βδελυκτό στους πάντες,
σ’ ανθρώπους και σε δαίμονες ο τάλας που έχω γίνει.
Από άμετρη ευσπλαγχνία σου ενώθηκες μαζί μου
στην καθαρότητα ο πολύς, στην αγιωσύνη μείζων,
ο ασύγκριτος στη δύναμη κι ανείκαστος (2) στη δόξα.
Από τ’ αμέτρητο ύψος σου κατέβηκες στις πύλες
του έσχατου άδη, Δέσποτα, των πολλών αμαρτιών μου
πρωτύτερα μ’ ανέστησες, που ήμουν κάτω πεσμένος,
μ’ έλουσες, με καθάρισες απ’ των κακών τον βούρκο
και με χιτώνα μ’ έντυσες λευκότερο απ’ το χιόνι
καθάρισες τον οίκο μου τον κατασπιλωμένο
και μπήκες και κατοίκησες, ω Τριάς, ο Θεός μου,
της θείας σου θεότητος μ’ έκανες θρόνο μέγα,
οίκο της απροσίτου σου δόξης και βασιλείας
και στάμνο πούχει μέσα της το μάννα αθανασίας
λύχνο μ’ ανέδειξες λαμπρό μ’ άσβεστο φως και θείο
και μαργαρίτη του καλού, πολύτιμο δοχείο
κι ακόμη αγρό όπου κρύβεται ο θησαυρός του κόσμου,
πηγή που όσοι την πίνουνε ποτέ δεν θα διψάσουν
κι όσους με πίστη πίνουνε αθάνατους τους κάνει
παράδεισο ευωδέστατο, πούχει μέσα στο κέντρο
το ευλογημένο και τερπνό της θείας ζωής το δέντρο
σε δηλαδή που ζήτησα με την καρδιά μου όλη
κι επιθυμούσα πάντοτε λόγο για σε ν’ ακούω
και στην ψυχή μου πόθησα τη θύμηση σου να ’χω.
Τώρα λοιπόν που μέσα της σε θωρεί, πώς θαυμάζει
τη θεία σου αγαθότητα και τη φιλανθρωπία!
που καθαρίζεις ρυπαρές ψυχές και νου φωτίζεις,
που ντύνεσαι με γήινη και υλικήν ουσία,
που εντός μου ανάβεις σαν φωτιά τον πόθο έρωτα θείου,
που μέχρι τρίτον ουρανό να φθάσω μ’ αξιώνεις
και στον τερπνό παράδεισο ν’ αρπάζομαι, Χριστέ μου!
Πρέπει όθεν δόξα και τιμή μα και μεγαλωσύνη,
κράτος αιώνιο σε Σε, τον του παντός Δεσπότη,
μαζί με τον Πατέρα σου και το πανάγιο Πνεύμα
και τώρα μα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες
Αμήν.
 
Ύμνος ΚΣΤ’
Αν είχα γνώση θεϊκή, θάξερα αναμφιβόλως
ότι ατρέπτως άνθρωπος έγινες ο Θεός μου,
έμενα που προσέλαβες για να θεοποιήσεις,
κι όχι να μείνεις άνθρωπος με το πάχος της ύλης
και στην φθορά να κρατηθείς ο ακράτητος σε όλα
ο άφθαρτος κι ασύλληπτος Θεός που εκ φύσεως είσαι.
Αν ήξερα κι αν πίστευα πως άληπτο έχει γίνει
Χριστέ το θείο σώμα σου και τ’ άγιο σου το αίμα
και πυρ όντως απρόσιτο σε μένα τον ανάξιο,
μέ φρίκη, φόβο και πολύ τρόμο θα κοινωνούσα
καθαίροντας με στεναγμούς και δάκρυα τον εαυτό μου.
Τώρα στο σκότος κάθομαι, στην άγνοια πλανιέμαι
σ’ αναισθησία ζοφερήν αιχμάλωτος ο τάλας!
άλλ’ όμως ικετεύω σε, όμως έκδυσωπώ σε,
προσπίπτοντας παρακαλώ τα ελέη σου ζητώντας
δείξε την ευσπλαγχνία σου και την συμπάθειά σου
σε μένα τον πανάσωτο, που αμάρτησα σε Σένα
πάνω από κάθε λογική κι άλογη, Λόγε, φύση!
Κι αν όμως όλα τ’ άνομα στον βίο μου έχω πράξει,
πάντως Θεό και ποιητή σε ομολογώ των πάντων
και Υιόν Θεού και του Θεού ομοούσιο πιστεύω,
που απ’ αυτόν γεννήθηκες προ πάντων των αιώνων.
Και απ’ την Παρθένο Μαριάμ, την άχραντη Θεοτόκο
ως βρέφος συ γεννήθηκες στους έσχατους καιρούς μας
για μένα έγινες άνθρωπος, έπαθες, εσταυρώθης
και σε ταφή σαν άνθρωπος, Σώτερ μου, παρεδόθης
και ανεστήθης εκ νεκρών μετά τρίτην ημέρα
κι εκεί με σάρκα ανέβηκες, απ’ όπου δεν χωρίσθης.
 
Ύμνος ΛΒ'
Γι’ αυτό ήρθα από τους ουρανούς σωματικώς στον κόσμο
κι ο ένας έγινα διπλός μένοντας ένας πάντως,
ώστε, όσοι ως ορατό Θεό πιστά με προσκυνούνε,
τηρώντας μου τις εντολές να ελλάμπονται αοράτως
και τις δυό φύσεις μου νοερά πάντοτε καθορώντας
ως ένα αληθινό Θεό να υμνήσουν αδιστάκτως.
Αλλιώς δεν είναι μπορετό τη θεία οικονομία
και συγκατάβαση μου αυτή να νιώσουν και να φρίξουν
και σαν Θεό να προσκυνούν εμέ, που φύση ανθρώπου
προσέλαβα, κι όμως Θεός παρέμεινα ανεκφράστως
ένας εγώ είμαι Θεός κι άνθρωπος πάλι τέλειος,
ολοτελής, ολόκληρος, σαρξ, νους, ψυχή και λόγος
με φύσεις δυό, θελήσεις δυό κι ενέργειες πάλι δύο
Θεός μαζί και άνθρωπος, ο ένας της Τριάδος.
 
Ύμνος ΜΒ'
Άνθρωπος έγινε ο Θεός, ενώθηκε μ’ ανθρώπους,
έλαβε φύση ανθρώπινη και μετέδωσε σ’ όλους,
που τον πιστεύουν κι έμπρακτα την πίστη φανερώνουν
θεότητας του της φρικτής τη θεία μετουσία.
Είπε λοιπόν πως σώζονται μόνο όσοι θα μετάσχουν
σ’ εκείνου τη θεότητα, καθώς αυτός μετέσχε
στη φύση μας τη χοϊκήν, ο ποιητής των πάντων.
Ο μέγας Παύλος μαρτυρεί πως ένα θείο σώμα
η Εκκλησία του Χριστού δεσποτικό θα γίνει,
που θάχει μέλη τους πιστούς και τον Χριστό κεφάλι.
Αν όμως έτσι θα γενεί - κανείς μην αμφιβάλλει -
ποιος θα τολμήσει ρυπαρός, τότε να τον αγγίξει
ή να προσκολληθεί σ’ αυτόν, ανάξιος αν τυγχάνει;
και πώς με το πανάμωμο αυτό σώμα θα ενωθούνε
και μέλη θα γενούν Χριστού, αφού είναι μολυσμένοι;
Μα κι ο τερπνός παράδεισος και του Αβραάμ η αγκάλη
είναι γι’ αυτούς που σώζονται τι άνεση μεγάλη!
Και βέβαια μόνο σώζονται, όσοι άγιον έχουν βίο.
Λοιπόν ας σπεύσουμε, αδελφοί, προτού να ’ρθει το τέλος
και στον μόνο φιλάνθρωπο Θεό ας προσκολληθούμε,
που για μας τους πανάθλιους κατέβηκε στη γη μας
και στης Παρθένου σκήνωσε την άχραντη γαστέρα
και που σαρκώθηκε απ’ αυτήν ατρέπτως κι ανεκφράστως.
Γι’ αυτό ονομάζεται Σωτήρ, γιατί σ’ εκείνους όπου
θέλει ευδοκήσει κι ενωθεί, παρέχει σωτηρία
ω πρέπει δόξα και τιμή εις τους αιώνας Αμήν.
 
Ύμνος Ν’
Είμαστε κι εμείς θείας και απορρήτου
φύσεως κοινωνοί όλοι χάριτι θεία,
τέκνα του Πατρός, αδελφοί του Χριστού μας
βαπτισμένοι δε με το πανάγιο Πνεύμα
τη χάρην όμως δεν την ενιώσαμε όλοι
ούτε την έλλαμψη και τη μέθεξη επίσης
ένας μοναχά στους χίλιους ή στους μύριους
αίσθηση έλαβε με μυστική θεωρία.
Πάντες οι λοιποί, νεκρογέννητα τέκνα,
τον γεννήτορα παντελώς αγνοούνε.
Γιατί, όπως οι νεκροί, στο νερό κι αν βουλιάζουν
ή και στην φωτιά, δεν αισθάνονται διόλου,
έτσι δα κι αυτοί νεκροί απ’ την απιστία
όντας, κι απ’ των εντολών την απραξία
δεν κατανοούν πως έχουν ήδη πάθει
βλάβη φοβερή, μια πίστη πλανεμένη
πώς είν’ ο Χριστός Υιός Θεού πιστεύουν,
μα δεν γνωρίζουν τον δικό του Πατέρα.
Αν συ λες λοιπόν με πίστη πως τον ξέρεις
κι από πίστη Υιός νομίζεις Θεού πως είναι,
δέξου και τη σάρκωση του Θεού από πίστη.
Άλλ’ αν έγινεν όντως υιός ανθρώπου,
πράγματι τότε Υιό Θεού σε κάνει.
Αν δεν έγινε κατά φαντασία σώμα,
τότε ούτε κι εμείς «κατ’ επίνοια» (1) πνεύμα,
μα τέκνα Θεού στ’ αληθινά μας κάνει.
Άτρεπτος στη θεότητα έμεινε ο Λόγος
κι όμως έγινε άνθρωπος παίρνοντας σάρκα.
Έτσι και τον άνθρωπο άτρεπτο φυλάει
στην ψυχή και στη σάρκα, κι όμως με κάνει
με τη θεϊκή χάρη του θεόν όλο.
Έγινα όλος θεός με τη Θεού κοινωνία
μ’ αίσθηση και γνώση, μα όχι κατ’ ουσία,
κατά μετουσία πάντως έχω γίνει
έτσι ορθόδοξα μας πρέπει να φρονούμε.
 

Ύμνος ΝΓ’


Ο πιστός:
Δες τη θλίψη μου, Χριστέ μου, δες μου και την αθυμία.
Λάμψε και καταύγασε μου την ψυχή την παναθλία.
Φώτισε τους οφθαλμούς μου, να σε βλέπω, φως του κόσμου,
τη χαρά, την ευφροσύνη, τη ζωή την αιωνία.
Γιατί κρύβεις από μένα το ουράνιο πρόσωπό σου;
Πώς χωρίζεσαι από μένα συ, Θεέ μου, που δεν θέλεις
απ’ αυτούς που σ’ αγαπούνε ποτέ νάσαι χωρισμένος;

Ο Χριστός:

Πώς, ανθρώπου γυιέ, νομίζεις πως με λόγια θα με βιάσεις;
Και γιατί λες μ’ αφροσύνη πως το πρόσωπο μου κρύβω;
Και γιατί πιστεύεις τάχα πως χωρίζομαι από σένα;
Ορθά λόγια αυτά δεν είναι κι ούτε η γνώση σου ορθή πάντως.
Ήμουν φως και πριν να κτίσω όλα τα ορατά που βλέπεις.
Όταν τυφλωθεί το σώμα, η ψυχή το κατευθύνει.
Μα όταν τυφλωθεί η ψυχή σου, ποιος θα τη χειραγωγήσει;
πώς θα κινηθεί, για πες μου;
Θάνατος την περιμένει, θάνατος εις τον αιώνα,
καθώς έπαθε ανοήτως το πρωτόπλαστο ζευγάρι
και κατέβηκαν στον άδη, στη φθορά και στο σκοτάδι.
Τους σπλαγχνίσθηκα απ’ τα ουράνια κι άνθρωπος στη γη κατήλθα
κι εντελώς αόρατος όντας έλαβα ψυχή και σάρκα
Θεός ήμουν αναλλοιώτως, μα έγινα σάρκα ο Λόγος.
Σκέφθηκες γιατί όλο τούτο τάχα ανέχθηκα να γίνει;
Γιατί πάντως έχω πλάσει τον Αδάμ για να με βλέπει.
Επειδή όμως ετυφλώθη κι από εκείνον όλοι επίσης
οι απόγονοί του πάλι, δεν υπέφερα να είμαι
μέσα εγώ στη θεία δόξα και να βλέπω τυφλωμένους
και δολίως απατημένους από τον αρχέκακο όφι
αυτούς που ως Θεός και πλάστης με τα χέρια μου έχω πλάσει.
Έτσι όμοιος κατά πάντα με τον άνθρωπο έχω γίνει
αισθητός σ’ αισθητούς μέσα κι εκουσίως ο Θεός και πλάστης
με το πλάσμα μου έγινα ένα. Βλέπεις πόσο πόθον έχω
οι άνθρωποι να με θωρούνε, ώστε κι άνθρωπος να γίνω;
Πώς, πως κρύβω, λοιπόν είπες από σε το πρόσωπο μου,
και δε βλέπεις, δε θωρείς με; Όντως λάμπω, μα δε βλέπεις.
Βλέπε τις ευεργεσίες, βλέπε τις οικονομίες!
εφανέρωσα στον κόσμο τον Πατέρα μου κι εμένα
κι έχω πλούσια προσφέρει το Πανάγιο μου Πνεύμα
έχω σ’ όλους τους ανθρώπους φανερώσει τ’ όνομα μου
και με τα έργα μου πως κτίστης και δημιουργός υπάρχω
έδειξα και τώρα δείχνω πως, όσα έπρεπε, έχω κάνει.
Αμήν.
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦ. 1. Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ
(1) Πρβλ. Εφ. 3,9

ΚΕΦ. 2. ΚΑΙ ΕΣΚΗΝΩΣΕΝ ΕΝ ΗΜΙΝ
(1) Δηλαδή κοινωνώντας από την σάρκα που έλαβε ο Χριστός απ’ αυτήν, κοινωνούν από την δική της σάρκα. Αυτούσια τα λόγια του Αγίου έχουν ως εξής: «εκ της αμωμήτου σαρκός της Παναγίας Μητρός αυτού ην ανέλαβε, μεταλαμβάνομεν άπαντες».

ΥΜΝΟΣ ΙΕ’
(1) Εδώ ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αναφέρεται στον άγιο γέροντα του Συμεών Ευλαβή, τον Στουδίτη, ο όποιος είχε φθάσει στα μέτρα της απαθείας. Διευκρινίζοντας τον στίχο αυτόν παραθέτουμε τα ακόλουθα: Στον παράδεισο οι πρωτόπλαστοι «ήσαν και οι δύο γυμνοί, ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού, και ουκ ησχύνοντο» (Γεν. 2, 25), διότι δεν είχε μεσολαβήσει ακόμη η παρακοή και η πτώση, βρίσκονταν δηλ. στην προπτωτική ακακία. Ο άγ. Ιωσήφ ο Πάγκαλος «γυμνός ουκ ησχύνετο, ως ο πρωτόπλαστος προ της παρακοής» (δοξαστικό αποστίχων όρθρου Μεγ. Δευτέρας). Και πολλοί Άγιοι που διά ασκήσεως και καθάρσεως έφθασαν χάριτι Θεού σ’ αυτή την προπτωτική ακακία και την εξ αυτής απάθεια δεν έπασχαν καμμιάν αλλοίωση στη θέα γυμνού σώματος και πολλοί ζούσαν γυμνοί (Ονούφριος, Μακάριος Ρωμαίος, Μαρία Αιγύπτια, Πέτρος Αθωνίτης κ.λπ.).
Άλλοι πάλι δεν δίσταζαν να εισδύουν και να συμφύρονται σε τόπους αμαρτίας έχοντας την εσωτερική πληροφορία πως έτσι υπηρετούν το θέλημα του Θεού (ο όσιος Ιωάννης ο Κολοβός στο καταγώγιο της πόρνης για να τη σώσει, ο όσιος Αβράμιος παρομοίως, ο όσιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός κυκλοφορούσε γυμνός στην πλατεία της πόλεως για να κάνει τις «άγιες τρέλες του» ή και στα κακόφημα σπίτια των πόρνων• παρομοίως ο όσιος Σάββας ο Βατοπαιδινός, «περιδιάβαινε τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου γυμνός σ’ ολόκληρο το σώμα λέγοντας τον λόγο του Ιώβ: «γυμνός αυτός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» κ.λ.π.).

ΥΜΝΟΣ Κ’
(1) Από αυτό τον στίχο και εξής ο Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μετατρέπει το μέτρο του παρόντος ύμνου Κ’ από τροχαϊκό 12σύλλαβο σε ιαμβικό 15σύλλαβο.
(2) ανείκαστος = ασύλληπτος, ακατάληπτος

ΥΜΝΟΣ Ν’
(1) κατ’ επίνοια = με ανθρώπινη επινόηση
 


Μαρτύρων ένδοξες μορφές

Περισσότερα >>

Τά Χερουβείμ εξίστανται

Περισσότερα >>