www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
Η ασκητική ζωή και η μυστική Θεολογία στον Σινα'ι'τικο χώρο

Ο όρος Άγιον Όρος έχει αποδοθή στην χερσόνησο του Άθωνα και υποδηλώνει τον τόπο εκείνο όπου σήμερα καλλιεργείται η ησυχαστική ζωή και υπάρχουν μοναχοί που ζουν το μυστήριο της θεώσεως. Ωστόσο όμως Άγιον Όρος παλαιότερα έχει χαρακτηρισθή και το Σινά "διά το καταβεβηκέναι τον Θεόν επ’ αυτώ", για την μεγάλη του προσφορά στην ασκητική ζωή και την μυστική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το Σινά είναι ο ιερός εκείνος τόπος στον οποίο εκτυλίχθηκαν τα μεγάλα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και τα γεγονότα της ζωής της αρχαίας Εκκλησίας, στα πρόσωπα των ασκητών. Με το Σιναίο όρος συνδέθηκε ο βίος του Προφήτου Ηλιού, η θεοφάνεια και θεοπτία που είχε ο μεγάλος Προφήτης Μωϋσής και ο βίος πληθώρας ασκητών και ερημιτών Πατέρων, οι οποίοι μέσα στον ερημικό και ησυχαστικό εκείνο τόπο έγιναν έμψυχα κατοικητήρια του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Για τον Στέφανο τον ερημίτη λέγεται ότι ασπάστηκε "τόν ερημικόν και ησύχιον... βίον", ζώντας πολλούς χρόνους "εν τη μοναδική... παλαίστρα", έχοντας το κελλί του στην κατάβαση του Προφήτου Ηλιού "εν τω αγίω τούτω όρει"1. Επίσης για τον Στέφανο τον Κυπριώτη λέγεται ότι ασκήτευε στο άγιον όρος. "Μέλλοντος τελευτάν του αββά Στεφάνου του Κυπριώτου του σύν εμοί εις το άγιον όρος συνελθόντος..."2. Μελετώντας την ιστορία του μοναχισμού στον Σιναϊτικό χώρο βεβαιωνόμαστε ότι πρόκειται για άγιον όρος, για πραγματική παλαίστρα, όπου ο Σατανάς νικήθηκε από τους φίλους του Χριστού. Αισθανόμαστε το όρος Σινά σαν μια διαρκή φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο, που έχει εξαγιασθή από το πυρ και το φως της θεότητος.
Επομένως, το θέμα "η ασκητική ζωή και η μυστική θεολογία στον Σιναϊτικό χώρο" είναι πολύ σημαντικό. Φυσικά, με τον όρο ασκητική ζωή εννοούμε όλη την πορεία του ανθρώπου προς την θέωση, την τήρηση των εντολών του Χριστού, δια των οποίων καθαρίζεται η καρδιά από τον συρφετό των παθών και ο νούς από τον κόσμο της φαντασίας και από τα είδωλα των λογισμών. Υπάρχουν, βέβαια, πολλοί τρόποι ασκήσεως, αλλά η βάση παραμένει η ίδια, ότι ο άνθρωπος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για την θεραπεία της ψυχής του, ώστε από το παρά φύσιν να πορευθή στο κατά φύσιν και το υπέρ φύσιν, και έτσι από το κατ’ εικόνα να φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, που ταυτίζεται με την θέωση. Αν η ασκητική ζωή είναι η πορεία, η μέθοδος και η αγωγή προς την θέωση, η μυστική θεολογία είναι η εμπειρία της θεώσεως, που είναι η θέα του ακτίστου Φωτός. Άλλωστε, δεν μπορούμε να μιλούμε για θέωση αν την ξεχωρίσουμε από την θεωρία του ακτίστου Φωτός.
Ο Μωϋσής πρότυπο πνευματικής τελειότητος
Δεν μπορεί κανείς να δη την ασκητική ζωή και την μυστική θεολογία που βιώθηκε στο Σιναίο όρος, αν δεν εξετάση τον βίο και την πολιτεία του Μωϋσέως, που συνδέθηκε στενώτατα με το όρος Σινά. Είναι δε γνωστό από τα ασκητικά κείμενα των οσίων Πατέρων ότι πολλές φορές αντιπαραβάλλεται ο βίος και τα έργα του Μωϋσέως με την πορεία των μεγάλων ασκητών και των μεγάλων θεολόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Άλλωστε, η διάβαση των Εβραίων δια της Ερυθράς θαλάσσης και η πορεία τους προς την γη της Επαγγελίας, δια της ερήμου, κατέχει βασική θέση μέσα στην ασκητική γραμματεία, γιατί είναι πρότυπο της πορείας του Χριστιανού από την γη των παθών στην έρημο της απαθείας και την είσοδό του στην γη της επαγγελίας, δηλαδή στην κατά Χάριν θέωση. Η προσωπικότητα του Προφήτου Μωϋσέως, ως καθοδηγητού σε αυτήν την πορεία, σε πολλά θεολογικά και ασκητικά κείμενα θεωρείται τύπος του πνευματικού πατέρα, που έχει αναλάβει την υπεύθυνη και σταυρική διακονία να καθοδηγή τα πνευματικά του παιδιά στην ένωσή τους με τον Θεό. Είναι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου στον ύμνο του με τίτλο "διδασκαλία σύν θεολογία περί των ενεργειών της αγάπης, ήγουν αυτού του φωτός του Αγίου Πνεύματος"3, στον οποίο προσαρμόζει στην προσωπική του ζωή την πορεία των Εβραίων από την γη της Αιγύπτου στην γη της επαγγελίας. Ο Μωϋσής τίθεται στο πρόσωπο του πνευματικού του πατρός που τον καθοδηγούσε στην πορεία αυτή.
Ο Μωϋσής συνδέεται με το Σινά με δύο συνταρακτικά γεγονότα. Το ένα είναι η θεωρία της φλεγομένης και μη κατακαιομένης βάτου. Ο Μωϋσής βόσκοντας τα πρόβατα του Ιοθόρ τα οδήγησε στην έρημο "καί ήλθεν εις το όρος Χωρήβ". Τότε "ώφθη αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου, και ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί, ο δε βάτος ου κατεκαίετο". Πλησιάζοντας στο θαυματουργικό αυτό γεγονός ο μέγας Μωϋσής άκουσε φωνή Θεού: "μή εγγίσης ώδε. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου, ο γαρ τόπος εν ω συ έστηκας, γη αγία εστί. και είπεν, εγώ ειμι Θεός του πατρός σου, Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ" (Έξ. γ’, 1-6) . Το άλλο περιστατικό είναι η πρόσκληση του Θεού στον Μωϋσή να ανεβή στο Σινά για να παραλάβη τον νόμο Του. "Κατέβη δε Κύριος επί το όρος το Σινά επί την κορυφήν του όρους, και εκάλεσε Κύριος Μωϋσήν επί την κορυφήν του όρους, και ανέβη Μωϋσής" (Έξ. ιθ’, 20) .
Από την αρχαία ακόμη παράδοση οι δύο αυτές θεοφάνειες συνδέθηκαν με την εμφάνιση του Δευτέρου Προσώπου της Παναγίας Τριάδος, δηλαδή του Λόγου του Θεού, που αργότερα ενηνθρώπησε για να θεώση την ανθρώπινη φύση και να εξαφανίση το κράτος του διαβόλου. Πραγματικά, όλες οι θεοφάνειες στην Παλαιά Διαθήκη είναι θεοφάνειες του Λόγου. Αυτός είναι "ο μεγάλης Βουλής άγγελος", που εμφανίστηκε "εν πυρί φλογός εκ της βάτου" και Αυτός είναι Εκείνος που αποκαλύφθηκε στον Μωϋσή επάνω στο όρος Σινά και του έδωσε τις εντολές. Η διαφορά μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης βρίσκεται στο ότι στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε εμφανίσεις του Λόγου ασάρκως, ενώ στην Καινή Διαθήκη εμφανίσεις του Λόγου εν σαρκί. Ο ιερός υμνογράφος αναφερόμενος στον Χριστό λέγει: "αινετόν δεικνύς Εαυτόν, και δοξαζόμενον αεί, σύν Πατρί τε και Πνεύματι Αγίω, πρότερον μεν άσαρκον ως Λόγον, ύστερον δε δι’ ημάς σεσαρκωμένον". Αν διαβάση κανείς προσεκτικά τα τροπάρια κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως του Χριστού στο Θαβώρ, θα διαπιστώση ότι συνδέονται οι εμφανίσεις Του στο Σινά και στο Θαβώρ. Σ’ ένα χαρακτηριστικό τροπάριο ψάλλουμε: "ο πάλαι τω Μωσεί συλλαλήσας, επί του όρους Σινά δια συμβόλων, Εγώ ειμι, λέγων ο Ών, σήμερον επ’ όρους Θαβώρ, μεταμορφωθείς επί των μαθητών, έδειξε το αρχέτυπον κάλλος της εικόνος, εν εαυτώ την ανθρωπίνην αναλαβούσαν ουσίαν".
Επομένως, ο Προφήτης Ηλίας και ο Προφήτης Μωϋσής είναι τα πρότυπα της ασκητικής ζωής και της μυστικής θεολογίας, γιατί και οι δύο έφθασαν στην θεωρία του Λόγου και είδαν το μυστήριο της ενανθρωπήσεώς Του. Αυτό, άλλωστε, δείχνει το γεγονός ότι ο Ηλίας είδε τα οπίσθια του Θεού και ο Μωϋσής είδε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως στην φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο, η οποία είναι τύπος της αειπαρθενίας της Θεοτόκου. Η εμφάνιση των δύο αυτών Προφητών κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ δείχνει την σχέση της ζωής τους με την ενανθρώπηση του Χριστού, αφού εκείνοι αξιώθηκαν αυτής της γνώσεως εν κοινωνία μετά του Λόγου. Το ότι συνομιλούσαν μετά του Χριστού για την έξοδο Αυτού, δείχνει ότι είχαν αποκτήσει γνώση και των Παθών και του Σταυρού του Χριστού. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι η Μεταμόρφωση του Χριστού και η μεταμόρφωση των Μαθητών επάνω στο όρος Θαβώρ είναι κορυφαίο γεγονός που δείχνει το ύψος της ορθοδόξου ζωής, τον βαθύ σκοπό του ανθρώπου. Γι’ αυτό και πάντοτε η ζωή των δύο αυτών Προφητών συνδέθηκε με την ζωή των ασκητών, το δε όρος Σινά είναι άγιον όρος που ενέπνευσε πολλούς ασκητάς και μεγάλους θεολόγους της Εκκλησίας.
Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψη ένα θαυμάσιο κείμενο που αναλύει την μορφή και το έργο του Μωϋσέως. Πρόκειται για το έργο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης "περί αρετής, ήτοι εις τον βίον Μωϋσέως", στο οποίο ο Μωϋσής παρουσιάζεται ως πρότυπο τελειότητος. Παρακληθείς ο άγιος Γρηγόριος να εκθέση σε τί συνίσταται η κατά Χριστόν τελειότητα, αναφέρεται στον μέγα Μωϋσή και τον θέτει πρότυπο τελειώσεως κάθε Χριστιανού και φυσικά κάθε μοναχού. Αναλύοντας την προφητική του ζωή ομολογεί ότι όλα όσα συνέβησαν στην ζωή του, είναι σαφής μαρτυρία και απόδειξη "τού προς το ακρότατον της τελειότητος όρον αναβεβηκέναι του Μωϋσέως τον βίον"4. Στο τέλος των αναλύσεων του βίου και της πολιτείας του Προφήτου Μωϋσέως γράφει ο άγιος Γρηγόριος: "Ταύτα σοι, ω άνθρωπε του Θεού, περί της του βίου του κατ’ αρετήν τελειότητος ο βραχύς ημών ούτος υποτίθεται λόγος, οίόν τι πρωτότυπον εν μορφή κάλλους τον του μεγάλου Μωϋσέως υπογράψας σοι βίον". Και καλεί όλους να τον μιμηθούν και να μεταφέρουν στην ζωή τους τον χαρακτήρα του κάλλους του Μωϋσέως5.
Δεν είναι δυνατόν, βέβαια, στα περιοριστικά όρια αυτής της εισηγήσεως να αναλυθή ο λόγος αυτός του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, που φανερώνει σε τί συνίσταται η τελειότητα της κατά Χριστόν ζωής, όπως φαίνεται στον βίο του Μωϋσέως. Ωστόσο όμως θα περιοριστούμε σε μερικά σημεία που έχουν σχέση με τα δύο γεγονότα που συνδέονται με το όρος Σινά, δηλαδή την φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο και την κατάβαση του Θεού στην κορυφή του Σινά.
Το μυστήριο της βάτου διδάσκει "τό κατά την παρθένον μυστήριον", αφού το φως της θεότητας, που έλαμψε από την Παρθένο στον ανθρώπινο βίο, δια της γεννήσεως, διεφύλαξε αδιάφθορο την παρθενία της Θεοτόκου. Αυτό όμως το περιστατικό διδάσκει ακόμη και ότι, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο μπορεί να συμβή σε κάθε άνθρωπο που βιώνει το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Χριστού μέσα του και γίνεται κατά χάριν θεοτόκος. Φώς αληθινό είναι η αλήθεια, και επομένως ο Ίδιος ο Θεός. Μπορεί να φθάση κανείς στην αλήθεια δια της γνώσεως του φωτός εκείνου που γίνεται με την αγωγή της αρετής. "...η τοιαύτη της αρετής αγωγή προσάγει ημάς τη γνώσει του φωτός εκείνου". Ο Μωϋσής για να φθάση στην εμπειρία και την θέα του φωτός εκείνου έλαβε εντολή να αποβάλη τα υποδήματα. Αυτό σημαίνει ότι για να φθάση κανείς στο ύψος εκείνο και να σταθή στις ακτίνες της αληθείας πρέπει να αποβάλη την νεκρά και γήινη περιβολή των δερμάτων, που προσέλαβε με την πτώση. Φυσικά εδώ γίνεται λόγος για τους δερμάτινους χιτώνες που είναι η φθορά και η θνητότητα, και είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Αυτό προϋποθέτει κάθαρση του ανθρώπου και υπέρβαση του θανάτου. Ο άγιος Γρηγόριος θα πή: "ουκ εστι δεδεμένοις ποσίν αναδραμείν προς το ύψος εκείνο εν ω το φως της αληθείας οράται, ει μη περιλυθείη των της ψυχής βάσεων η νεκρά τε και γηίνη των δερμάτων περιβολή η περιτεθείσα κατ’ αρχάς τη φύσει, ότε δια της παρακοής του θείου θελήματος εγυμνώθημεν". Όταν ο άνθρωπος φθάση στην θέα του φωτός εκείνου, αποβάλλει κάθε φαντασία περί του μη όντος, που είναι πραγματικό ψέμμα, και αποκτά την αλήθεια, που είναι η ασφαλής κατανόηση του όντος. Γιατί πραγματικά "η του όντος επίγνωσις της περί το μη όν υπολήψεως καθάρσιον γίνεται"6.
Η περίπτωση του Μωϋσέως δείχνει ότι ο Θεός είναι η αλήθεια, που αποκαλύπτεται ως φώς. Η υπαρξιακή γνώση της αλήθειας απαιτεί άσκηση και αγωγή της αρετής. Η άσκηση δεν είναι ανεξάρτητη από την αποβολή των δερματίνων χιτώνων, δηλαδή είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την τυραννία που ασκούν επάνω του η φθορά και η θνητότητα, η υπέρβαση του θανάτου. Όταν φθάση κανείς στην θέα του ακτίστου Φωτός, τότε μπορεί να κάνη την ασφαλή διάκριση μεταξύ του όντος και του μη όντος, μεταξύ της πραγματικής υποστάσεως και της ανυποστάτου φαντασίας, και φυσικά τότε βιώνει την πραγματική αλήθεια. Αυτή είναι η κατά Χριστόν φιλοσοφία, ενώ η έξωθεν παίδευση και η έξωθεν φιλοσοφία είναι άγονος "αεί ωδίνουσα και μηδέποτε ζωογονούσα τω τόκω"7.
Μετά το όραμα εκείνο, και την εμφάνιση του Θεού στον Μωϋσή, ο μέγας θεόπτης Προφήτης ενδυναμώθηκε και μπόρεσε να ελευθερώση τον λαό του Θεού. Γι’ αυτό λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ότι εκείνος που ενδυναμώθηκε από το φως αυτό και προσέλαβε σύμμαχο και παραστάτη τον Ααρών ομιλεί στον λαό περί ελευθερίας, του υπενθυμίζει την πατρική ευγένεια και τον συμβουλεύει πώς να απαλλαγή από την ταλαιπωρία του πηλού και της πλινθοποιΐας8.
Το όρος Σινά, η ανάβαση του Μωϋσέως σε αυτό και η θεοπτία την οποία αξιώθηκε, δείχνουν ακόμη τί είναι η ορθόδοξη θεολογία, καθώς επίσης υποδεικνύουν και τον τρόπο της γνώσεως του αληθινού Θεού. Γι’ αυτό και ο Μωϋσής είναι αληθινός τύπος του Ορθοδόξου Χριστιανού και φυσικά και του ορθοδόξου ασκητού.
Αναλύοντας ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης την περίπτωση του Μωϋσέως λέγει ότι είναι τύπος του πραγματικού και αληθινού θεολόγου. "Όρος γαρ εστιν ως αληθώς άναντες και δυσπρόσιτον η θεολογία", δηλαδή η θεολογία είναι όρος ανηφορικό και δυσπρόσιτο για τον πολύ λαό, ο οποίος παραμένει στις υπώρειες του όρους ως μη κατάλληλος. Μόνον ο Μωϋσής και όποιος τον μιμείται στην ζωή του ανέρχεται στο όρος της θεολογίας, δηλαδή στην θεοπτία. Έτσι, η θεολογία είναι θεοπτία9.
Υπάρχει ένας δρόμος για την ανάβαση στο όρος της θεοπτίας, όπως το βλέπουμε στον Μωϋσή, που είναι η οδός της αληθινής θεολογίας. Η οδός αυτή είναι η ανάβαση του νού από κορυφή σε κορυφή, ώστε να γίνη υψηλότερος και από τον εαυτό του. Αυτό φαίνεται στον Μωϋσή, ο οποίος πρώτα "κατέλιπε την υπώρειαν", αφού απαλλάχθηκε από όλα όσα τον εμπόδιζαν στην ανάβαση, έπειτα δέχθηκε στην ακοή του τις φωνές των σαλπίγγων, συνεπαρμένος από το ύψος της ανόδου. Στην συνέχεια εισήλθε "εις το αόρατον της θεογνωσίας άδυτον". Δεν μένει όμως μέχρι εκεί, αλλά "επί την αχειροποίητον μεταβαίνει σκηνήν". Έφθασε έτσι στο ύψος της τελειότητος10.
Αυτόν τον δρόμο ακολουθεί και όποιος θέλει να ανέλθη στην αληθινή θεοπτία και στην γνώση της αληθινής θεολογίας. Απαραίτητη προϋπόθεση για την θεοπτία και την γνώση της θεολογίας είναι η καθαρότητα όχι μόνον του σώματος, αλλά και των ενδυμάτων, ακόμη δε και η απομάκρυνση από το όρος των αλόγων ζώων. Αυτό σημαίνει κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εκείνος που θέλει να ανέλθη στην θεωρία των νοητών πρέπει να καθαρισθή από όλα. "Δια πάντων καθαρεύσαι δει τον μέλλοντα προσβαίνειν τη των νοητών θεωρία". Αυτό υποδεικνύει η πλύση των ιματίων. Το ότι δεν επέτρεψε τα άλογα ζώα να πλησιάσουν στο όρος δείχνει ότι για να φθάση κανείς στην κορυφή της θεωρίας πρέπει να υπερβή και την γνώση που προέρχεται από τις αισθήσεις, γιατί το να κυβερνάται από τις αισθήσεις είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των αλόγων ζώων. Πέρα από αυτά, εκείνος που θέλει να φθάση στην αληθινή θεογνωσία, πρέπει να απαλλαγή και από κάθε αισθητική και άλογη κίνηση και να καθαρίση τον νού του από κάθε εικόνα και έννοια που αποκτήθηκε από κάποια προκατάληψη, ακόμη να χωρισθή και από την αίσθηση η οποία είναι σύνοικος και σύζυγος με την φύση μας11.
Αλλά και η θεωρία του Θεού έχει διαφόρους βαθμούς, ανάλογα με την καθαρότητα του νού. Δεν αρκεί μόνον η κάθαρση από τα πάθη, αλλά απαιτείται και η κάθαρση του νοός, ώστε ο νούς να είναι χωρητικότερος για την μεγαλυτέρα έλλαμψη και γνώση του Θεού. Συγκρίνοντας ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης τις δύο θεοφάνειες του Μωϋσέως, και βλέποντας ότι στην πρώτη θεοφάνεια είδε το φως της βάτου, ενώ στην δεύτερη λέγεται ότι εισήλθε στον θείο γνόφο, λέγει ότι η γνώση της ευσεβείας στην αρχή γίνεται φώς, εν αντιθέσει προς το σκοτάδι που προηγουμένως ο άνθρωπος ζούσε. "Προϊών δε ο νούς και δια μείζονος αεί και τελειοτέρας προσοχής εν περινοία γινόμενος της των όντων κατανοήσεως, όσον προσεγγίζει μάλλον τη θεωρία τοσούτον πλείον ορά το της θείας ουσίας αθεώρητον". Δηλαδή ο νούς επιδέχεται μεγαλύτερη καθαρότητα, και γι’ αυτό είναι χωρητικότερος της θεωρίας, έως ότου φθάση στο αθεώρητο της θείας ουσίας, οπότε είναι γνόφος. Αφού εγκαταλείπει κάθε φαινόμενο, όσα καταλαβαίνουν οι αισθήσεις και όσα νομίζει ότι βλέπει η διάνοια, πάντοτε προχωρεί προς το ενδότερο, έως ότου διεισδύσει "πρός το αθέατόν τε και ακατάληπτον κακεί τον Θεόν ίδη". Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να δη την ουσία του Θεού, που είναι παντελώς αθέατη και άγνωστη από τους ανθρώπους, αλλά διαρκώς αυξάνεται στην θεωρία12.
Η πορεία και εξέλιξη του Μωϋσέως είναι πορεία και εξέλιξη κάθε ανθρώπου που θέλει να φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, που είναι ο βασικός σκοπός του ανθρώπου. Ο Μωϋσής αρνείται την συγγένεια με την βασίλισσα των Αιγυπτίων, γίνεται έκδικος του Εβραίου, ζη στην έρημο και ποιμαίνει τα πρόβατα, βλέπει την λάμψη του φωτός, πλησιάζει στο φως εκείνο της βάτου, αποβάλλοντας τα υποδήματα, εξάγει προς την ελευθερία τους συγγενείς και ομοφύλους του, βλέπει τον εχθρό να καταποντίζεται στα κύματα, κατασκηνώνει κάτω από την νεφέλη, θεραπεύει την δίψα του λαού από την πέτρα, καλλιεργεί την τροφή στον ουρανό, με την προσευχή κατανικά τους αλλοφύλους, ακούει την σάλπιγγα, εισέρχεται στον γνόφο, εισδύει στα άδυτα της αχειροποιήτου σκηνής, μαθαίνει τα απόρρητα της θείας ιερωσύνης, εξαφανίζει τα είδωλα, εξιλεώνει τον Θεό, ανακαλεί τον νόμο, που συνετρίβη από την κακία των Ιουδαίων, λάμπει με την δόξα13.
Επομένως, ο Μωϋσής έγινε τύπος κάθε Χριστιανού που επιθυμεί την θέωση, την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και ο κάθε μοναχός. Γι’ αυτό και είπαμε στην αρχή ότι ο βίος του Μωϋσέως, όπως τον παρουσιάζει η Αγία Γραφή και όπως τον αναλύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, έγινε πρότυπο κάθε αληθινού ορθοδόξου μοναχού. Ο ορθόδοξος μοναχός εξέρχεται από την Αίγυπτο της δουλείας, όχι από μίσος προς την κτίση και την δημιουργία του Θεού, αλλά ακριβώς για να απαλλαγή από τους δερματίνους χιτώνες, που είναι αποτέλεσμα της πτώσεως, και να φθάση στην προπτωτική ζωή και την ένωση με τον Θεό, "εν προσώπω Ιησού Χριστού". Βλέπει καθαρά μέσα στα έγκατα της υπάρξεώς του, που είναι αδιόρατα από τον εξωτερικό οφθαλμό, τον νόμο της αμαρτίας και θέλει να απαλλαγή από αυτόν. Αισθάνεται ότι, αν δεν προηγηθή η κάθαρση, δεν μπορεί να φωτισθή ο νούς του από την έλλαμψη του ακτίστου Φωτός. Και αυτό δεν είναι πολυτέλεια για την χριστιανική ζωή, αλλά ο σκοπός της και ο προορισμός του ανθρώπου. Η θεολογία είναι θεοπτία και όχι διαλεκτικός ανθρώπινος στοχασμός. Σε αυτήν μπορεί να φθάση κανείς μέσα από την κατά Χριστόν άσκηση, που είναι η κάθαρση των αισθήσεων και του νού. Χωρίς την κάθαρση ο άνθρωπος θα παραμένη στις υπώρειες του όρους μαζί με τα άλογα ζώα, με ενδεχόμενο να λατρεύη τα είδωλα και όχι τον αληθινό Θεό.
Οι αββάδες του Σινά φορείς της Ορθοδόξου Παραδόσεως
Εάν ο Μωϋσής έγινε τύπος κάθε Χριστιανού και κάθε ορθοδόξου μοναχού, αυτό πολύ περισσότερο ισχύει για τον σιναΐτη μοναχό, που εξέλεξε να έχη ως πνευματική του παλαίστρα τον χώρο της θεοπτίας. Αισθάνεται ότι είναι διάδοχος των μεγάλων εκείνων Προφητών, του Θεσβίτου Ηλιού και του θεόπτου Μωϋσέως, των οποίων η ζωή συνδέθηκε στενά με το όρος του Σινά. Η συνεχής θέα του όρους Χωρήβ, του τόπου της βάτου και της αγίας Κορυφής ασκούσε έντονη έλξη και μυστική παρότρυνση. Άλλωστε, στον χώρο αυτό, εν συνδυασμώ με την χώρα της Αιγύπτου, βιώθηκε ο αρχαίος μοναχισμός. Έτσι, το όρος Σινά είναι τα άγια των αγίων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, και οι σιναΐτες μοναχοί αισθάνονται διάδοχοι κατά πνεύμα των μεγάλων εκείνων Προφητών. Είναι οι κατ’ επαγγελίαν κληρονόμοι της ζωής εκείνων. Η ζωή την οποία αναλύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στον βίο του Μωϋσέως επηρέασε βαθύτατα την ζωή, την σκέψη και την διδασκαλία των σιναϊτών πατέρων, όπως θα το δούμε πιο κάτω.
Τα γρανιτώδη όρη και η άξενη έρημος της Χερσονήσου του Σινά14 διεδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον χαρακτηρισμό του σιναΐτου μοναχού. Άλλωστε, γνωρίζουμε καλά ότι η έρημος με τον περιορισμό των αισθήσεων, βοηθά στην απόσπαση του νού από την διάχυσή του στο περιβάλλον και την συγκέντρωσή του στην καρδιά. Ο απαράκλητος τόπος αναπτύσσει σε έντονο βαθμό την μετάνοια και την ξενιτεία. Τότε σε βαθειά μετάνοια ο νούς του ανθρώπου αίρεται από κάθε περιοριστικό όριο και ανέρχεται με "θανατηφόρον δίψαν" στο κάλλος του Θεού. Γι’ αυτό και πολλοί ασκητές επέλεξαν αυτόν τον τόπο για να ζήσουν την ζωή του Θεού, να θεραπευθούν από όλα τα πάθη και να ενωθούν με τον Θεό. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι και ο Απόστολος Παύλος μετά την αποκάλυψη του Χριστού πήγε στην έρημο της Αραβίας για να κλαύση τις αμαρτίες του και εκεί έπεσε σε ακράτητο στεναγμό και δάκρυα.
Ο τύπος του σιναΐτου μοναχού διαποτίζεται από την άσκηση και την μυστική θεολογία. Μπορεί κανείς να προσθέση ότι η χαρακτηριολογία και ο τύπος του επηρεάζεται και από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ο σιναΐτης ασκητής είναι εξωτερικά σκληρός, αντέχει στις δυσκολίες της ερήμου, είναι τραχύς στις εξωτερικές κοσμικές συνθήκες ζωής, αλλά ταυτόχρονα πολύ ευαίσθητος εσωτερικά. Συνδυάζει την αρρενωπότητα και την ευαισθησία, που είναι πραγματικά γνωρίσματα των ορθοδόξων μοναχών, οι οποίοι διαφέρουν σαφώς από δυτικούς μοναχούς.
Στην συνέχεια θα ήθελα να αναφέρω μερικά τέτοια παραδείγματα αγίων μοναχών, που ασκήθηκαν στον σιναϊτικό χώρο, στα οποία φαίνεται η βίωση, στην προσωπική τους ζωή, της ασκήσεως και της μυστικής θεολογίας.
α) Η ασκητική ζωή των αββάδων του Σινά έφθασε σε μεγάλο βαθμό και ύψος. Φυσικά, όταν ομιλούμε για άσκηση εννοούμε την τήρηση των εντολών του Χριστού και την προσπάθεια του ανθρώπου να μεταμορφώση όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις, ώστε ενώ προηγουμένως λειτουργούσαν παρά φύσιν, τώρα να λειτουργούν κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Η έρημος του Σινά βοήθησε πολύ στην βίωση αυτής της ασκήσεως.
Η ασκητική ζωή βιώνεται και ολοκληρώνεται μέσα σε βαθυτάτη μετάνοια. Η μετάνοια αυτή είναι καρπός της ελλάμψεως της Χάριτος του Θεού, αλλά συγχρόνως εκφράζεται με την βαθυτάτη αυτομεμψία. Κάποιος Γέροντας που ασκήτευσε στην περιοχή της Ραϊθού ήταν σε όλη του την ζωή "σύννους" και συνεχώς, ό, τι και αν έκανε, επανελάμβανε την φράση: "Άρα τί γίνεται", δηλαδή τί συμβαίνει με μένα; Όλη του την ζωή την πέρασε άλλοτε σιωπώντας και άλλοτε λέγοντας αυτήν την μικρή φράση15. Η μετάνοια συνδέεται με ολοκληρωτική μεταστροφή και αναγέννηση του ανθρώπου. Ένας ασκητής του Σινά σε ερώτηση κάποιου αδελφού πώς να προσεύχεται απάντησε: "Εγώ τέκνον, όταν εύχομαι ούτως λέγω, "Κύριε αξίωσόν με δουλεύσαί σοι, ως εδούλευσα τον Σατανάν, και αξίωσόν με αγαπήσαί σε, ως ηγάπησα την αμαρτίαν"16. Η απάντηση αυτή είναι εκφραστικότατη, γιατί δείχνει ότι η αληθινή μετάνοια είναι μεταστροφή και αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι την αγάπη που αισθάνεται κανείς προς την αμαρτία, πρέπει να την στρέψη ολοκληρωτικά στον Θεό. Και φυσικά αυτό δεν είναι έργο ανθρώπινο, αφού παρακαλεί τον Θεό να τον αξιώση αυτής της μεγάλης εργασίας.
Δεν είναι άσχετη με την μετάνοια η μνήμη του θανάτου. Και αυτή η μνήμη είναι χάρισμα από τον Θεό, που γίνεται με την έμπνευση της θείας Χάριτος. Κάποιος ασκητής που ασκήτευσε σ’ ένα "μικρόν κελλίον" στο όρος Σινά κάθε ημέρα θρηνούσε μνημονεύοντας τον θάνατο17. Για τον μεγάλο σιναΐτη μοναχό άγιο Ιωάννη, τον συγγραφέα της Κλίμακος, στον οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω, λέγεται ότι παρέμεινε στην άσκηση σαράντα ολόκληρα χρόνια "τώ πυρί της θείας αγάπης αεί πυρπολούμενος και μελέτην θανάτου τον βίον τιθέμενος"18. Επειδή ο βίος των ασκητών αυτών ήταν μελέτη θανάτου, γι’ αυτό και ήταν γεμάτος από ζωή. Είναι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση του Ησυχίου του Χωρηβίτου, ο οποίος ύστερα από την ανάνηψη από μια βαρειά ασθένεια και τα όσα είδε κατά την ώρα της προσεγγίσεως του θανάτου, παρέμεινε μέσα στο κελλί του, απομακρυσμένος από τα βλέμματα των άλλων αδελφών, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, τρώγοντας μόνον ψωμί και νερό. Μετά από δώδεκα χρόνια σιωπής και μονώσεως, όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του, είπε στους αδελφούς του: "Ουδείς μνήμην θανάτου εγνωκώς, δυνήσεται αμαρτήσαί ποτε". Διασώζεται δε η πληροφορία ότι οι αδελφοί, αφού τον ενταφίασαν, ύστερα από λίγες ημέρες, ανεζήτησαν το λείψανό του και δεν το βρήκαν19. Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που διακρίνεται για το χάρισμα της μνήμης του θανάτου ουσιαστικά διέρχεται το στάδιο της αναμαρτησίας και της θεώσεως.
Οι σιναΐτες ασκητές γνώριζαν πολύ καλά ότι και το σώμα πρέπει να θεωθή, γι’ αυτό και πρέπει να συμμετάσχη στην άσκηση. Θαυμάζει κανείς όταν μελετά τους βίους των ασκητών του Σινά, όπως μας παραδίδονται σε διάφορα κείμενα. Η σωματική άσκηση ήταν πολύ μεγάλη. Δύο αδέλφια που μόναζαν πολλά χρόνια στην κορυφή του όρους ήταν ενδεδυμένα συνεχώς με "σιδηροπουκάμισα"20. Κάποιος άλλος πατέρας κλείστηκε σ’ ένα σπήλαιο κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής και δέχθηκε τον πόλεμο του διαβόλου. Ο διάβολος γέμισε ολόκληρο το σπήλαιο από κοριούς, ώστε δεν υπήρχε καθόλου τόπος καθαρός, απηλλαγμένος από αυτούς. Ο Γέροντας εκείνος έλεγε: "Εάν δέη με αποθανείν, ουκ εξέρχομαι έως της αγίας εορτής". Τελικά λυτρώθηκε από τον πόλεμο αυτόν του διαβόλου, γιατί την τρίτη εβδομάδα των Νηστειών εισήλθαν στο σπήλαιο πλήθος μυρμηγκιών και εξαφάνισαν τους κοριούς21.
Η νηστεία και η δίψα, λόγω ασκήσεως, αλλά και λόγω ελλείψεως, ήταν μια φοβερή άσκηση και δοκιμασία. Για τον όσιο Ιουλιανό λέγεται ότι πορευόμενος προς το Σινά "τό ποθούμενον όρος", δεν περνούσε μέσα από πόλεις και χωριά, αλλά από την άβατο έρημο. Κατά την πορεία του δεν κρατούσε τίποτε άλλο παρά ψωμί και αλάτι, ένα ξύλινο ποτήρι και ένα σφουγγάρι, ώστε αν βρη νερό βαθειά στην γή, να τοποθετήση το σφουγγάρι εκεί και στην συνέχεια να στραγγίση το νερό στο ποτήρι22. Ο αββάς Ιωάννης, ηγούμενος της Ραϊθού, έλεγε στους αδελφούς του ότι γνώρισε γέροντες ασκητές που έζησαν στον χώρο εκείνο εβδομήντα χρόνια τρώγοντας μόνον χόρτα και χουρμάδες23.
Ένας αναχωρητής διηγόταν ότι ζούσε σε μια σπηλιά κοντά σε μια μικρή πηγή και έναν φοίνικα. Κάθε μήνα ένα κλαδί του φοίνικα παρήγαγε καρπό και έτρωγε ολόκληρο τον μήνα. Τον επόμενο μήνα παρήγαγε το άλλο κλαδί. Με τέτοια σωματική άσκηση ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένος στον Θεό24. Ο αββάς Γεώργιος Βυζάντιος μαζί με τον μαθητή του Γεώργιο μόναζαν σ’ ένα νησί της Ερυθράς θάλασσας. Το νερό το κουβαλούσαν σε μια μικρή σχεδία από την ξηρά. Ύστερα από μια τρικυμία χάθηκε η σχεδία και έμειναν χωρίς νερό. Όταν αργότερα τους επισκέφθηκαν οι αδελφοί, τους βρήκαν πεθαμένους και επάνω σ’ ένα δέρμα χελώνας ήταν το εξής γραμμένο: "Ο αδελφός Γεώργιος επί ημέρας κη’ μη πιών ύδωρ ετελεύτησε, εγώ δε έχω ημέρας λζ’" 25.
Με όλη την άσκηση που έκαναν επεδίωκαν να αποκτήσουν το έλεος του Θεού. Η άσκηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον για την θεραπεία της ψυχής και την μέθεξη της Χάριτος του Θεού. Το σώμα, λόγω των παθών, εμποδίζει την πορεία της ψυχής προς την θέωση και αντιδρά. Γι’ αυτό η άσκηση είναι απαραίτητη για την μεταμόρφωσή του.
β) Αν η σωματική άσκηση βοηθά και το σώμα να καθαρισθή, η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου είναι όταν καλλιεργή την εσωτερική καρδιακή εργασία. Οι ορθόδοξοι μοναχοί δεν αποβλέπουν απλώς στην καταδυνάστευση του σώματος, αλλά στην μεταμόρφωσή του και στην αποκάλυψη των νοερών δυνάμεων της ψυχής. Αν η σωματική άσκηση, όπως την είδαμε προηγουμένως, περικλείεται στην πράξη, η νοερά ησυχία, η καθαρότης του νοός βρίσκεται στην αρχή της θεωρίας. Οι σιναΐτες πατέρες γνώριζαν ότι είναι δυνατόν κανείς να είναι "πρακτικός μέγας", αλλά αφελής στην πίστη και έτσι να περιπίπτη σε διάφορα σφάλματα26. Γι’ αυτό απαιτείται παράλληλος αγώνας και για την νοερά έλλαμψη. Ο αββάς Επιφάνιος ο Έγκλειστος, κατόπιν πολλής υπακοής στον Χριστό, δέχθηκε "πολύν πλούτον και φωτισμόν της εκλάμψεως του Αγίου Πνεύματος... δια του θείου φωτός" 27.
Γνωρίζουμε από την ορθόδοξη εμπειρία των αγίων μας ότι μετά από την κάθαρση της καρδιάς, ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Θεού, αποκτά τον φωτισμό του νοός και εισέρχεται στην θεωρία του Θεού. Η κάθαρση της καρδιάς συνίσταται στην αποβολή όλων των λογισμών από αυτήν. Ο αββάς Σιλουανός, περιγράφοντας τον τρόπο ζωής που ακολούθησε και έφθασε στην φρόνηση του Θεού, είπε: "Ουδέποτε αφήκα εις την καρδίαν μου λογισμόν παροργίζοντα τον Θεόν"28. Αυτή η εργασία στην γλώσσα των Πατέρων λέγεται και νήψη νοός. Ο ίδιος δε αββάς διασώζει τον τρόπο τον οποίο μετερχόταν, ώστε, και όταν ακόμη εργαζόταν το εργόχειρό του, να μη απασχολήται ο νούς του σε αυτήν την εργασία29. Δηλαδή, οι σιναΐτες πατέρες, ύστερα από πολλά χρόνια ασκήσεως, κατώρθωσαν να ξεχωρίζουν τον νού από την λογική, ώστε να είναι ελευθερωμένος από κάθε άλλη εργασία, αφού στην κατάσταση αυτή η λογική μπορεί να έχη συνείδηση του περιβάλλοντος κόσμου και να ασχολήται με τις καθημερινές φροντίδες, ενώ ο νούς να είναι απασχολημένος με τον Θεό. Αυτό λέγεται καθαρότης νοός. Ένας αββάς που ασκήτευσε στις σπηλιές, πάνω από την σπηλιά του Ιωήλ, είχε διαρκή νήψη και πάντοτε εξήταζε τον νού του εάν έλεγε στίχους των ψαλμών ή εάν προσευχόταν. Αν διαπίστωνε ότι ο νούς του βρισκόταν κάπου αλλού, τότε τον επιτιμούσε30. Και εδώ βλέπουμε την αρχαία παράδοση ότι η νοερά προσευχή γινόταν ή με στίχους των ψαλμών ή με την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν ο ασκητής αποκτήση την νοερά καθαρότητα και την νοερά έλλαμψη, τότε έχει και το χάρισμα της διακρίσεως. Σε αυτήν την κατάσταση ξεχωρίζει το δαιμονικό από το θεϊκό, το κτιστό από το άκτιστο. Έτσι διακρίνει το θέλημα του Θεού από το θέλημα του διαβόλου, την εμφάνιση του Θεού από την εμφάνιση του διαβόλου ως αγγέλου φωτός. Ο αββάς Νισθερώος, που ασκήτευσε ένα διάστημα στην Ραϊθώ, δίδασκε ότι η σωτηρία του ανθρώπου πορεύεται από διαφορετικούς δρόμους, ήτοι από την φιλοξενία του Αβραάμ, την ησυχία του Προφήτου Ηλία και την ταπείνωση του Δαυΐδ. Και οι τρεις ζούσαν διαφορετικό τρόπο ζωής, αλλά όμως ο Θεός ήταν μαζί τους. Το θέμα, λοιπόν, είναι να υπάρχη η Χάρη του Θεού μέσα μας31.
γ) Οι σιναΐτες πατέρες όμως έφθασαν και στην θεωρία του Θεού, όπως το βλέπουμε σε πολλές περιπτώσεις. Ο άνθρωπος με την Χάρη του Θεού φροντίζει να καθαρίση την καρδιά του, στην συνέχεια έρχεται στην νοερά-καρδιακή προσευχή και έπειτα, εάν ο Θεός θελήση, φθάνει και στην αποκάλυψη, την φανέρωση της δόξης Του. Θα αναφέρω κάπως αδόκιμα και ξερά μερικές τέτοιες θεωρίες σιναϊτών πατέρων.
Ο Ιωσήφ ο Ραϊθηνός, κατά την διάρκεια της προσευχής του, φλεγόταν από την Χάρη του Θεού. Όταν κάποιος τον πλησίασε στο καλύβι του τον βρήκε σε έκσταση. "Θεωρεί αυτόν όλον από κεφαλής μέχρι ποδών ιστάμενον ως φλόγα πυρός"32. Σε αυτήν την κατάσταση παρέμεινε πέντε ολόκληρες ώρες. Αυτή είναι η θεία αρπαγή για την οποία κάνουν λόγο πολλοί Πατέρες στα έργα τους. Το ίδιο βλέπουμε και στην ζωή του αββά Σιλουανού. Ο μαθητής του Ζαχαρίας τον βρήκε "εν εκστάσει και αι χείρες αυτού (ήσαν) εις τον ουρανόν". Και όταν τον ρώτησε που βρισκόταν, εκείνος απάντησε: "Εγώ εις τον ουρανόν ηρπάγην και είδον την δόξαν του Θεού και εκεί ιστάμην έως άρτι και νυν απελύθην"33. Πρέπει να σημειώσουμε τα δύο ρήματα "ηρπάγην" και "απελύθην", τα οποία δείχνουν ότι η αρπαγή και η θεωρία είναι εμπειρία της Χάριτος και γίνονται με την ενέργειά της. Δεν είναι έκσταση της λογικής, αλλά αρπαγή του νού. Ο ίδιος αββάς διηγείται ότι κατά την διάρκεια της αρπαγής είδε την Δευτέρα Παρουσία, την κρίση του Θεού και μάλιστα είδε πολλούς μοναχούς να οδηγούνται στην Κόλαση και πολλούς κοσμικούς να πηγαίνουν στην Βασιλεία του Θεού34.
Στους βίους των σιναϊτών πατέρων μπορεί κανείς να δη και να θαυμάση τέτοιες περιπτώσεις θεοφανείας, αφού αξιώθηκαν του ακτίστου Φωτός. Αυτό, βέβαια, ήταν καρπός ασκήσεως, αλλά κυρίως ευδοκίας του Θεού. Κάποιος διακονητής στην αγία Κορυφή, που λεγόταν Ελισσαίος, έβλεπε όχι μια ή δύο φορές, αλλά κάθε νύκτα το πυρ να κάθεται επάνω στον άγιο Ναό της θείας νομοθεσίας35. Ζούσαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν φυσικό σε αυτούς να μετέχουν της θείας Χάριτος και να αποκτούν εμπειρίες του Θεού. Είναι πολύ χαρακτηριστική η φράση: "Εν μια ουν των ημερών εξήλθεν ο καθ’ είς ημών καθ’ εαυτόν αδολεσχήσαι τη του Θεού θεωρία εις την έρημον"36. Πραγματικά, η έλλαμψη του νοός και η θεωρία του Θεού είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, αφού ο Αδάμ πλάστηκε εξ αρχής σε αυτήν την κατάσταση.
Το όρος Σινά δεν ήταν χώρος θεοφανείας μόνον για τον Μωϋσή, αλλά και για πολλούς ασκητάς που μόνασαν εκεί και ήταν διάδοχοι κατά πνεύμα του μεγάλου εκείνου θεόπτου Προφήτου. Όταν ο άγιος Συμεώνης επισκέφθηκε το ποθούμενον όρος και μάλιστα το σημείο εκείνο όπου ο Μωϋσής αξιώθηκε να δη τον Θεό, γονάτισε και δεν σηκώθηκε έως ότου άκουσε την δεσποτική φωνή που του εξέφραζε την ευμένεια. Αποτέλεσμα αυτής της θεοπτίας ήταν ότι ολόκληρη την εβδομάδα την πέρασε σκυμμένος χωρίς να φάγη το παραμικρό37. Πρόκειται εδώ για την θεοπτία και την αναστολή των σωματικών ενεργειών. Γιατί, πράγματι, κατά την θεοπτία αναστέλλονται όλες οι σωματικές ενέργειες του ανθρώπου, αφού τότε ο άνθρωπος δεν αισθάνεται την ανάγκη να φάγη, να κοιμηθή και γενικά δεν αισθάνεται την ενέργεια των δερματίνων χιτώνων της φθοράς και της θνητότητος.
δ) Ο άνθρωπος, μετέχοντας της ακτίστου Χάριτος του Θεού και βιώνοντας την μακαρία κατάσταση της θεώσεως, αποκτά και διάφορα πνευματικά χαρίσματα. Και αυτό είναι φυσική κατάσταση του θεόπτου. Ο Μωϋσής με την θεοπτία έγινε οδηγός των Εβραίων και τους κατηύθυνε προς την γη της επαγγελίας. Με την δύναμη του Θεού νικούσε όλες τις δυσκολίες και υπερνικούσε όλα τα εμπόδια. Από τα πολλά χαρίσματα που είχαν αποκτήσει οι σιναΐτες πατέρες, όπως διασώζονται στα διάφορα περιστατικά, θα αναφέρω τρία.
Το πρώτο είναι οι διάφορες θαυματουργίες. Τα θαύματα που γίνονται από τους αγίους είναι ένδειξη ότι ο Θεός αναδεικνύει τον άνθρωπο εκείνο ως άγιο. Ο αββάς Ίσαυρος θεράπευσε έναν παράλυτο, ο οποίος τον επισκέφθηκε κατόπιν παροτρύνσεως της ιδίας της Θεοτόκου38. Κάποιος μοναχός, ονομαζόμενος Μωϋσής, που καταγόταν από την Φαράν, έκανε πολλά θαύματα. Τον θεωρούσαν δεύτερο Προφήτη Ηλία. Ό, τι ζητούσε από τον Χριστό του το έδινε: "Πάντα γαρ όσα ήτει και αυτός τον Κύριον, εχορήγει αυτώ". Έκανε πολλά θαύματα, κυρίως είχε το χάρισμα κατά των ακαθάρτων πνευμάτων. Έτσι, θεράπευε πολλούς ασθενείς και σχεδόν όλο τον λαό, που βρισκόταν στα μέρη της Φαράν, τον οδήγησε στην χριστιανική πίστη με το θαυματουργικό χάρισμα που είχε39.
Το δεύτερο είναι ότι οι σιναΐτες πατέρες σαν αληθινοί άνθρωποι του Θεού έγιναν με την Χάρη του Θεού κύριοι της γής, από την άποψη ότι ακόμη και τα άλογα ζώα τους έκαναν υπακοή. Δεν ήταν θηριοδαμαστές, αφού δεν αποκτούσαν κυριαρχία πάνω στα άλογα ζώα, κατόπιν ιδιαιτέρας σωματικής ασκήσεως και γνώσεως της τεχνικής μεθόδου, αλλά λόγω της μεθέξεως της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού. Ο αββάς Σέργιος, επιστρέφοντας κάποια μέρα από το διακόνημά του, είδε ένα λιοντάρι που βρισκόταν στην οδό. Οι άνθρωποι που συνόδευαν τον αββά, μαζί με τα ζώα που είχαν έφυγαν από τον φόβο τους. Τότε ο αββάς Σέργιος πλησίασε το λιοντάρι, του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και είπε: "Λάβε την ευλογίαν των πατέρων και άπελθε εκ της οδού, ίνα παρέλθωμεν". Και το λιοντάρι έκανε τελεία υπακοή40. Ένας άλλος ερημίτης, που ζούσε μέσα σ’ έναν λάκκο, όταν είδε ένα λιοντάρι να έρχεται, από μακρυά του έκανε νόημα να πάη από το άλλο μέρος. Το λιοντάρι υπάκουσε στον λόγο του ερημίτου και αφού του έφερε τον καρπό των φοινίκων, στην συνέχεια έφυγε πιο πέρα και ξαπλώνοντας κάτω, κοιμήθηκε41. Τα άλογα ζώα κάνουν υπακοή στους αγίους γιατί αισθάνονται την Χάρη του Θεού να εκπορεύεται από αυτούς. Έτσι, βλέπουμε πώς οι άγιοι φέρνουν μια ισορροπία στην δημιουργία, ημερεύουν και τα άγρια ζώα.
Το τρίτο είναι ο τρόπος της κοιμήσεώς τους. Στην ζωή των σιναϊτών πατέρων βλέπουμε καθαρά ότι οι περισσότεροι είχαν οσιακό τέλος. Με τον τρόπο της ζωής τους υπερέβησαν τον θάνατο, δεν τον εφοβούντο και πραγματικά ο θάνατος ήταν ένας ύπνος. Ο αββάς Γεώργιος ο Αρσελαΐτης κατάλαβε τον θάνατό του και κάλεσε ένα αγαπητό του πρόσωπο να έλθη για να τον ασπασθή πριν φύγη για τον Κύριο. Αυτό πραγματοποιήθηκε μετά από δώδεκα ημέρες. Προείδε τον ερχομό του αγαπητού του προσώπου. Όταν ήλθε, "ποιήσας ευχήν ο γέρων και ασπασάμενος αυτόν και μεταλαβών των αγίων μυστηρίων, ανακλίνας εαυτόν απήλθεν προς Κύριον"42. Στο περιστατικό αυτό φαίνεται και το ανθρώπινο, αφού ζητά να αποχαιρετίση ένα αγαπητό του πρόσωπο, αλλά και το υπεράνθρωπο, αφού με την Χάρη του Θεού υπερέβη τον θάνατο. Κάποιος άλλος ερημίτης προείδε τον θάνατό του και γι’ αυτό στον αββά Ζώσιμο που τον επισκέφθηκε είπε: "Φύσει, τέκνον, καλώς ήλθες. Ο Θεός γαρ ήγαγέν σε ώδε, ίνα το σώμά μου θάψης". Και μετά από λίγο, αφού τον ευλόγησε και ζήτησε την ευχή του, "έθηκεν εαυτόν και ανεπαύσατο ο δούλος του Θεού"43. Έτσι, καταλαβαίνουμε καλά ότι ο θάνατος στους δικαίους ανθρώπους είναι πραγματικά ένας ύπνος.
Σε πολλούς αγίους η βαθυτάτη μετάνοιά τους, αλλά και η μεγάλη αυτομεμψία τους εκδηλώνεται ακόμη και κατά την ώρα του θανάτου. Ένας ερημίτης, προβλέποντας τον θάνατό του, κάλεσε κάποιον γείτονά του να είναι κοντά την ώρα εκείνη και του έδωσε την παραγγελία να μη τον ενταφιάση, αλλά να πετάξη το σώμα του στην έρημο για να το καταφάγουν τα θηρία και τα πουλιά, "διότι ήμαρτε τω Θεώ πολλά και ουκ έστιν άξιον ταφήναι". Την τρίτη ημέρα μετά την κοίμησή του αποκαλύφθηκε ο ίδιος στον αδελφό εκείνο, κατά την διάρκεια του ύπνου και του είπε ότι βρήκε μεγάλο έλεος από τον Θεό για την μεγάλη του ταπείνωση44.
ε) Όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως δείχνουν ποιά είναι η θεολογία και ποιός είναι ο θεολόγος στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ουσιαστικά πρόκειται για ολόκληρη ζωή. Η θεολογία είναι εμπειρία. Θεολόγος είναι ο άνθρωπος εκείνος που απέκτησε μέθεξη Θεού και ενώθηκε εν Χάριτι με τον Θεό. Και όταν αυτή η ζωή κινδυνεύη να διαστραφή, τότε οριοθετείται, γίνεται δόγμα. Οπότε το δόγμα είναι καρπός της εμπειρίας και οδηγεί τον άνθρωπο προς την εμπειρία του Θεού.
Οι αββάδες που ασκήτευσαν στον σιναϊτικό χώρο ζούσαν τον Θεό, γνώριζαν από την πείρα τους τί είναι η θεία Χάρη, ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Και όταν χρειάστηκε, διατύπωσαν αυτήν την προσωπική εμπειρία. Βοηθούσαν τους ποιμένας της Εκκλησίας στον αντιαιρετικό τους αγώνα, προσεύχονταν για να παραμένη αλώβητη η ορθόδοξη πίστη και ποικιλοτρόπως βοηθούσαν το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι ο Θεόδωρος της Ραϊθού, που έζησε τον ΣΤ’ αιώνα ως πρεσβύτερος σε Μονή πλησίον της Ραϊθού45. Ο χρόνος κατά τον οποίο έζησε ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος ήταν κρίσιμος και ταραχώδης. Είχε προηγηθή η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος στην Χαλκηδόνα που εθέσπισε την δογματική αλήθεια ότι η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένες στην υπόσταση του Λόγου ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως. Όμως μετά την Σύνοδο εξακολούθησαν οι συζητήσεις σχετικά με τα κρίσιμα αυτά θέματα, αφού άλλοι αρνήθηκαν τις αποφάσεις της, άλλοι προσπάθησαν να δώσουν διαφορετική ερμηνεία και άλλοι τις αποδέχθηκαν. Ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος της Ραϊθού έπαιξε σπουδαίο ρόλο σε όλη αυτήν την συζήτηση.
Το μόνο γνωστό κείμενό του είναι η "προπαρασκευή", στο οποίο κάνει ανάλυση των όρων που είχαν επικρατήσει την εποχή εκείνη. Μελετώντας κανείς την "προπαρασκευή" διαπιστώνει ότι ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος αφ’ ενός μεν είναι επηρεασμένος πολύ από τον Μ. Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, των οποίων χωρία μνημονεύει σχεδόν αυτολεξεί46, αφ’ ετέρου δε επηρέασε και τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Δεν ξέρουμε, βέβαια, θετικά αν ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γνώριζε την "προπαρασκευή", αλλά οπωσδήποτε έχουν και οι δύο (Πρεσβύτερος Θεόδωρος και Ιωάννης Δαμασκηνός) τις ίδιες πηγές και ομοιάζουν σε πολλά τα κείμενά τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο υπότιτλος του όλου έργου: "Θεοδώρου πρεσβυτέρου της Ραϊθού προπαρασκευή τις και γυμνασία τω βουλομένω μαθείν, τις ο τρόπος της θείας ενανθρωπήσεως και οικονομίας, καθ’ όν πέπρακται, και τίνα τα προς τους ταύτην μη ορθώς νοούντας λεγόμενα παρά των της εκκλησίας τροφίμων"47.
Το όλο έργο μπορεί να χωρισθή σε δύο επί μέρους ενότητες. Η μία είναι παρουσίαση των διδασκαλιών διαφόρων αιρετικών, όπως του Μάνεντος, του Παύλου Σαμοσατέως, του Απολλιναρίου, του Θεοδώρου Μομψουεστίας, του Νεστορίου, του Ευτυχούς κλπ. Η δεύτερη ενότητα είναι ανάλυση διαφόρων θεολογικών όρων, που χρησιμοποιούνται για το Χριστολογικό δόγμα.
Δεν πρόκειται να κάνω ανάλυση όλων των θέσεων του Πρεσβυτέρου Θεοδώρου, αλλά να υπογραμμίσω ότι δέχεται την επικρατήσασα ορολογία των Καππαδοκών Πατέρων, ιδιαιτέρως του Μ. Βασιλείου περί ταυτίσεως της ουσίας με την φύση, και της υποστάσεως με το πρόσωπο.
Αναλύοντας την διαφορά μεταξύ ουσίας και υποστάσεως λέγει ότι η ουσία φανερώνει μόνον αυτό το είναι, ενώ η υπόσταση δηλώνει όχι μόνο το είναι, αλλά "καί το πώς έχειν και το οποίον τι είναι". Έτσι η ουσία φανερώνει το κοινό, ενώ η υπόσταση το ειδικό. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του ανθρώπου λέγει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινά γνωρίσματα, αφού όλοι "ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν". Όμως ο καθένας έχει και διάφορα συμβεβηκότα, δηλαδή διαφορετική πατρίδα, γένος, όνομα, επάγγελμα, πράξεις, πάθη κλπ. Αυτά τα τελευταία ξεχωρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους48. Το άθροισμα των συμβεβηκότων διακρίνουν την υπόσταση από την ουσία49. Δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση ούτε υπόσταση χωρίς την ουσία. Όταν μιλούμε για διαφορά μεταξύ υποστάσεως και ουσίας συγχρόνως μιλούμε και για την ομοιότητα, "ίνα μη παντάπασιν αποξενώσθαι της ουσίας ταύτην νομίσης"50.
Ενώ δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση και αντίστροφα, εν τούτοις εμείς πρώτα καταλαβαίνουμε σε γενικές γραμμές την υπόσταση και έπειτα η ουσία μας διδάσκει για τον εαυτό της δια της υποστάσεως. Πρώτα αντιληφθήκαμε τον Πέτρο "ότι εστί" και στην συνέχεια "τό τί εστιν", ότι, δηλαδή, είναι άνθρωπος, ζώο λογικό και θνητό51.
Όταν με τον λόγο αναιρήται η ουσία, τότε συναναιρείται και η υπόσταση, δηλαδή όταν δεν υπάρχη ο άνθρωπος, τότε δεν υπάρχει και ο Πέτρος ή ο Παύλος. Όταν όμως αναιρήται η υπόσταση, δεν σημαίνει ότι αναιρείται και η ουσία, αφού όταν αναιρήται ο Πέτρος, δεν καταστρέφεται και ο άνθρωπος52. Αυτό λέγεται συγκαταβατικά, διότι δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση και αντίστροφα, αφού η υπόσταση ορίζεται ως ουσία με τα ιδιώματα.
Βέβαια, όσα λέγονται για την υπόσταση λέγονται και για το πρόσωπο, αφού δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ προσώπου και υποστάσεως.
Από τα λίγα αυτά, που παραθέσαμε προηγουμένως, φαίνεται καθαρά ότι ο χώρος του Σινά ανέδειξε μεγάλους ασκητάς και θεολόγους της Εκκλησίας. Στον χώρο αυτό βιώθηκε μια ζωντανή θεολογία, η οποία, όταν παρουσιάσθηκαν διάφορες αιρέσεις, διατυπώθηκε και σε όρους για να διασφαλίση την ορθόδοξη πίστη, την Αποκάλυψη του Θεού. Ουσιαστικά οι ασκητές του Σινά συντόνιζαν την άσκηση στην δογματική αλήθεια της Εκκλησίας.
 


Τα πάθη και η θεραπεία τους
« Το φως ανήκει σ’ εκείνους που έχουν καθαρί ...
Περισσότερα >>
Οι λογισμοί και η αντιμετώπισίς τους
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ανάμεσα στα προβλήματα που αντιμε ...
Περισσότερα >>