www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
ΠΕΜΠΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ''Πνευματικός αγών-Η κακία εύκολη η αρετή δύσκολη-Το Χριστιανικό θάρρος-Αλήθεια-Διδασκαλία-Καλή συναναστροφή-Η μελέτη των Αγίων Γραφών-Λογισμοί-Εξομολόγησις-Ειρηνοποιοί-Ιερωσύνη-Πίστις''

  

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ
ΚΑΠΟΙΟΣ φιλόπονος μοναχός, πού αγωνιζόταν μέ όλες του τίς δυνάμεις γιά τήν αρετή, κάποτε άτόνισε κι' έπεσε σε αμέλεια. Γρήγορα όμως συνήλθε κι' έλεγε στον εαυτό του:
— Ταλαίπωρε  άνθρωπε,   μέχρι   πότε  θά   καταφρονής  τη σωτηρία σου; Δέ φοβάσαι τόν θάνατο και τήν κρίσι;
Μέ τις σκέψεις αυτές γινόταν προθυμότερος στό έργον τοΰ Θεοΰ.
Μιά μέρα, ενώ προσηύχετο, μαζεύτηκαν γύρω του τά πονηρά πνεύματα καί πάσχιζαν νά τόν αποσπάσουν από τήν προσευχή.
     -Μέχρι πότε θά μέ  βασανίζετε;  είπε μ' άγανάκτησι ό
αδελφός. Δέ σας έφτασε τόσος χρόνος, πού μέ εϊχατε ρίξει σέ
αμέλεια;
— Όταν ήσουν αμελής, δέν μας έδινες καμμιά ένόχλησι,
αποκρίθηκαν μέ κακία οί δαίμονες, καί σέ παραμελούσαμε κι' εμείς. Τώρα, πού μας εναντιώνεσαι, σέ πολεμούμε.
Σάν άκουσε αυτά ό αδελφός, έβίαζε πιό πολύ τόν εαυτό του στον πνευματικό αγώνα καί μέ τή Χάρι τοΰ Θεού πρόκοψε
στην αρετή.
***
ΕΝΑΣ αδελφός, πού περνούσε άσκοπα τόν καιρό του παραμελώντας τή σωτηρία του, κατέβαινε κάποτε στην πόλι νά πούληση τά καλάθια του. Βραδυάστηκε όμως στό δρόμο καί γιά νά μή κινδυνεύση στή σκοτεινή νύκτα, βρήκε πρόχειρο κατάλυμα σ' έναν παλιό τάφο. Ξάπλωσε νά ξεκούραστη κι’ ενώ έκλειναν πιά τά μάτια του από τή νύστα, είδε απέναντι του δυό δαίμονες νά τόν περιεργάζονται.
— Γιά ίδές εκεί, τόλμησε ό Καλόγερος νά ξαπλώση στό
μνημείο, είπε ό ένας. "Ας τόν πειράξωμε γιά ν' άναγκαστή νά
φύγη από τήν κατοικία μας.
— Μή   χάνομε  μ'  αυτόν  τόν  καιρό  μας,  αποκρίθηκε  μέ
περιφρόνησι ό άλλος. Είναι από τους δικούς μας. Τρώει, πίνει,
φλυαρεί, παραμελεί τά καθήκοντα του καί κάνει σχεδόν όλα
μας  τά  χατήρια.   "Ας  πάμε  νά  πειράξωμε  εκείνους,  πού  μας
πολεμούν νύκτα-μέρα μέ τήν προσευχή τους καί τήν άσκησι.
Βλέποντας ό αδελφός πώς καί οί δαίμονες ακόμη τόν περιφρονούσαν, έβαλε αρχή κι' έγινε καλός μοναχός.
***
ΑΝ ΠΗΡΕΣ πραγματική άπόφασι νά ζήσης στό εξής σύμφωνα μέ τό θείο Νόμο, θά βρής βοηθό αυτόν τόν Νομοθέτη, λέγει ένας "Αγιος Πατήρ. "Αν πάλι μέ τή θέλησί σου παραβαίνης τίς θείες εντολές, θά έχης συνεργάτη τόν διάβολο.
     Δείξε λοιπόν τήν καλή σου πρόθεσι, γιά νά λάβης δύναμι από τόν Θεό.
***
Ο ΑΒΒΑΣ Ιωάννης ό Κολοβός προσευχόταν χρόνια στό Θεό νά τόν άπαλλάξη άπό τά πάθη, πού φώλιαζαν μέσα του κι’ άπ' όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες. Όταν έπί τέλους πήρε αυτό τό χάρισμα, έγινε αμέριμνος.
Στό βάθος όμως τής ψυχής του υπήρχε κάποια ανησυχία. Πήγε λοιπόν νά συμβουλευτή τόν Γέροντα του, τόν Άββα Ποιμένα.
— Βλέπω τόν εαυτό μου σέ μεγάλη άνάπαυσι, Άββα. Δέν
έχω πιά κανένα πόλεμο.
— Πήγαινε ευθύς καί παρακάλεσε τόν Θεό νά σοΰ ξαναστεΐλη τους πειρασμούς, πού εϊχες πρώτα, τοΰ είπε αυστηρά ό Όσιος. Δέν έμαθες ακόμη, πώς μέ τόν πνευματικό αγώνα προκόβει ή ψυχή στην αρετή;
Ό Άββας Ιωάννης έκανε, όπως τόν συμβούλεψε ό Πνευματικός του. Δέν προσευχήθηκε πιά ν' απαλλαγή άπό κάθε πόλεμο, αλλά έλεγε στό Θεό μέ πολλή ταπείνωσι:
— Κύριε, δός μου δύναμι, τή στιγμή τοϋ πειρασμού.
***
ΕΝΑΣ νέος υποτακτικός ρώτησε κάποτε τόν Όσιο Ποιμένα:
— Τί νά κάνω, 'Αββά, πού οί δαίμονες δέν παύουν νά με πολεμούν αγρία;
— Εσένα, παιδί μου, πολεμούν οί δαίμονες; είπε μ' εκπληξι ό Όσιος. Νά είσαι βέβαιος πώς αυτοί δέν πολεμούν τόν
άνθρωπο,  όσο  κάνει τά θελήματα του,  αλλά αυτά γίνονται
δαίμονες  καί  τόν  πολεμούν  καθημερινώς.   Ξέρεις  μέ  ποιους
πολέμησαν οί δαίμονες; Μέ τόν θεόπτη Μωϋσή καί τους ομοίους του Αγίους.
***
ΟΣΟ προκόβουν οί άγωνισταί, έλεγε ή Όσία Συγκλητική, τόσο πολλαπλασιάζονται οί αντίπαλοι των.
***
ΤΙ ΝΑ κάνω, Άββα, πού μέ πειράζουν τά πάθη και οί δαίμονες; ρώτησε τόν Όσιο Σισώη ένας νέος μοναχός.
— Μή λες πώς πειράζεσαι από τους δαίμονες, τέκνον, αποκρίθηκε ό Γέροντας, γιατί οί πιό πολλοί πειραζόμεθα άπό τις κακές μας επιθυμίες.
***
ΑΡΧΑΡΙΟΣ ακόμη στή μοναχική ζωή ό Μωϋσής ό Αίθίοψ, πολεμήθηκε άπό σαρκική επιθυμία. Πήγε τότε, ταραγμένος, νά έξομολογηθή στον Άββά Ισίδωρο.
Ό Γέροντας τόν άκουσε μέ συμπάθεια κι' άφοΰ τοΰ έδωσε τις συμβουλές πού έπρεπε, τοΰ είπε νά γυρίση πίσω στό κελλί του. Επειδή όμως εκείνος δίσταζε ακόμη, μήπως επιστρέφοντας τοϋ άνάψη πάλι ή φλόγα της κακής επιθυμίας, ό Άββάς Ισίδωρος τόν πήρε άπό τό χέρι καί τόν ανέβασε σ' ένα μικρό δωμάτιο, πού είχε πάνω άπό τό κελλί του.
— Κύτταξε εδώ, τοΰ είπε, δείχνοντας του προς τή δύσι.
Είδε τότε ό Μωϋσής ένα ολόκληρο στράτευμα άπό πονηρά πνεύματα μέ τεντωμένα τόξα, έτοιμα γιά πόλεμο καί τρόμαξε.
— Κύτταξε τώρα προς τήν ανατολή, είπε πάλι ό Γέροντας.
Μυριάδες Αγγέλων σε στρατιωτική παράταξι ήσαν έτοιμοι
ν' αντιμετωπίσουν τόν εχθρό.
Όλοι αυτοί, τοΰ είπε ό Άββας Ισίδωρος, είναι σταλμένοι άπό τόν Θεό νά βοηθήσουν τόν αγωνιστή. Βλέπεις πώς οί ύπερασπισταί μας είναι πολύ περισσότεροι καί άσυγκρίτως ισχυρότεροι άπό τους εχθρούς μας;
Ό Μωϋσής ευχαρίστησε μέ τήν καρδιά του τόν Θεό γι' αυτή τήν άποκάλυψι καί παίρνοντας θάρρος, γύρισε στό κελλί του νά συνέχιση τόν αγώνα του.
***
ΕΝΑΣ "Αγιος Ερημίτης είδε κάποτε τά πονηρά πνεύματα, σάν σμήνος από μελίσσι, νά περικυκλώνουν τόν άνθρωπο, γιά νά τόν παρασύρουν στό κακό. Κοντά του όμως στεκόταν ό φύλαξ "Αγγελος τής ψυχής του καί μέ γυμνό σπαθί έδιωχνε τά δαιμόνια.
***
ΞΕΚΙΝΗΣΕ μιά μέρα ό 'Αββάς Μακάριος νά πάη, όσο μπορούσε πιό βαθειά στην έρημο, γιά προσευχή καί πνευματική μελέτη. Στό δρόμο συνάντησε ένα παράξενο πλάσμα, αναιδέστατο στην όψι, φορτωμένο μέ σωρό μικρά καί μεγάλα δοχεία πού τό καθένα εϊχε κι' από ένα φτερό. Παραξενεύτηκε ό Γέροντας από τήν ακατανόητη εκείνη μορφή καί στάθηκε νά τήν περιεργασθή.
Ό άλλος φανερά ενοχλημένος, τοϋ φώναξε μέ θυμό:
— Τί κάθεσαι και μέ κυττάζεις έτσι, μοναχέ;   Εχεις καμμιά
δουλειά στον τόπο τοΰτο, πού δέν τόλμησε άνθρωπος ως τώρα
νά πατήση τό πόδι του;
— Γυρεύω   τόν   Θεό   παντοΰ, αποκρίθηκε   μέ   θάρρος   ό  Όσιος.  'Αλλά έσύ ποιος είσαι;  Απόκοσμο μοΰ φαίνεται τό
παρουσιαστικό σου καί τό φορτίο σου ακατανόητο.
Εκείνος τότε, χωρίς νά θέλη, βιάστηκε νά όμολογήση τήν αλήθεια, σπρωγμένος από ακατανίκητη δύναμι:
- Έγώ πού βλέπεις, είμαι ό διάβολος καί τοΰτα εδώ τά σύνεργα μου. Μ' αυτά δελεάζω τους ανθρώπους καί μέ ακολουθούν, κάνοντας όλα μου τά θελήματα.
Ό 'Αββας Μακάριος επέμενε νά τόν έρωτα, μέχρις ότου ό σατανάς αναγκάστηκε νά του φανέρωση όλες του τις παγίδες.
- Όποιον βρω πρόθυμο στή μελέτη, τόν αλείφω μέ το φτερό από τό περιεχόμενο τοΰ δοχείου, πού έχω στό κεφάλι μου. Τόν πιάνει αμέσως πονοκέφαλος κι' αφήνει στή μέση τή
μελέτη.   Εκείνον  πού  θέλει   ν'   άγρυπνήση,   παίρνω  από  τό
δοχείο, πού κρέμεται στά  βλέφαρα μου, τοΰ  βάζω λίγο στά
μάτια καί τοϋ φέρνω τόση νύστα, πού τρέχει ευθύς στό στρώμα.
Τά δοχεία, πού βρίσκονται στ' αυτιά μου, έχουν συνταγή κατάλληλη γιά παρακοή. Μ' αύτη κυνηγώ τους υποτακτικούς. Άπό τό περιεχόμενο τοΰ δοχείου, πού κρέμεται στή μύτη μου, δίνω στους νέους, γιά νά τους παρασύρω σέ σαρκική επιθυμία. Άπό τό δοχείο, πού βρίσκεται στό στόμα μου, δίνω στους εγκρατείς, γιά νά τους προκαλέσω λαιμαργία, σέ άλλους πάλι, γιά νά τους παρασύρω στην καταλαλιά καί στην αισχρολογία. Τό δοχείο, πού φέρνω στό λαιμό μου, προξενεί υπερηφάνεια καί ύψηλοφροσύνη. Τό άλλο, πού βλέπεις στην κοιλιά μου, έχει μέσα αναισθησία κι’ ακολασία. Καί τά υπόλοιπα φθόνο, φόνο, κλοπή κι’ όλα τ' άλλα κακά. Μ' αυτά βγάζω τους ανθρώπους άπό τόν ίσιο δρόμο και τους οδηγώ όπου θέλω έγώ, μέχρις ότου τους παρασύρω στην απώλεια. Εσένα όμως δέν κατώρθωσα ούτε μιά φορά νά σέ πλησιάσω, γιατί αδιάκοπα μέ πολεμάς.
Ό Άββάς Μακάριος έμεινε κατάπληκτος άπό τή μεγάλη ποικιλία πού είχαν τά διαβολικά τεχνάσματα. Έκανε τό σημείο τοΰ σταυρού επάνω του καί είπε:
— "Ας είναι δοξασμένο τό όνομα του Θεοΰ πού σέ καταργεί, διάβολε, διά μέσου των Αγίων Του. Όπως έφύλαξε εμένα άπό τίς παγίδες σου, ας προφύλαξη καί όλους εκείνους, πού αγωνίζονται νά τηρήσουν τίς εντολές Του.
Καθώς έλεγε αυτά ό Όσιος, ό διάβολος εξαφανίστηκε σάν καπνός άπό τά μάτια του, ενώ εκείνος συνέχισε τό δρόμο του μέ μεγάλη συλλογή.
 



Η  ΚΑΚΙΑ  ΕΥΚΟΛΗ Η ΑΡΕΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ

ΕΝΑΣ νέος μοναχός είπε περίλυπος στον Όσιο Ποιμένα: — Τό σώμα μου, 'Αββά, έχει ατονήσει πιά άπό τήν άσκησι, αλλά τά πάθη μου δέν έννοοΰν νά υποχωρήσουν.
— Τά πάθη, παιδί μου, τοϋ αποκρίθηκε ό σοφός Πατήρ,
μοιάζουν με τά σκληρά αγκάθια, πού, γιά νά τά ξερριζώσης,
πρέπει νά ματώσουν τά χέρια σου.
***
ΕΝΑΣ από τους αδελφούς της σκήτης είπε στον Άββα Θεόδωρο της Φέρμης, πώς κάποιος άπό τους εκεί μοναχούς γύρισε πίσω στον κόσμο.
— Απορείς γιά τό εϋκολο ξεγλίστρημα; τοϋ είπε ό Γέροντας. Αυτό είναι τόσο συνηθισμένο. Θαύμασε, σάν ακούσης πώς
κατώρθωσε νά ξεφύγη τελικά άπό τις παγίδες τοΰ διαβόλου.
Αυτό είναι τό δύσκολο.
***
ΕΝΑΣ "Αγιος Γέροντας έλεγε κάποτε προφητικά γιά τό κατάντημα τοΰ ύψηλοΰ μοναχικού βίου, πού στην εποχή του βρισκόταν σέ ακμή:
— Θά έλθη εποχή, πού στά Μοναστήρια, ανάμεσα στους
εκατό, ελάχιστοι θά είναι εκείνοι πού θά σώσουν τήν ψυχή
τους. Στούς πενήντα, δέν ξέρω αν σωθή κανείς. Οι Μοναχοί,
στά θλιβερά εκείνα χρόνια,  θά γυρεύουν καλοφαγία καί θά
κυττάζουν πώς νά ικανοποιήσουν τή φιλαρχία και τή φιλαργυρία τους.
"Αλλοτε πάλι έλεγε:
— "Αν πας στην έρημο καί βρης μοναχούς, πού ζουν μέ
άνεσι, μή συναναστρέφεσαι μαζί τους. Γίνου φίλος μέ φτωχό
αδελφό πού τοΰ λείπει συχνά κι' αυτό τό ξερό ψωμί καί δέ
δίνει στον εαυτό του καμμιά άνάπαυσι. Προτίμησε νά ζής μέ
δυό-τρεΐς ανθρώπους, πού έχουν φόβο Θεοΰ, παρά μέ χίλιους
πού έχουν διώξει τόν θείο φόβο άπό τήν ψυχή τους.
***
ΕΝΑΣ "Αγιος Ερημίτης, τά πολύ παλιά χρόνια, ενώ προσευχόταν, έπεσε σέ έκστασι. Είδε τότε τρεις μοναχούς νά στέκωνται στην όχθη μιας απέραντης λίμνης. Ξάφνου άκούστη-
κε μιά φωνή από τόν Ουρανό:
— Πάρετε πύρινα φτερά και πλησιάστε με.
Οί δυό πέταξαν ευθύς μέ τις πύρινες φτερούγες τους στην άλλη όχθη. Ό τρίτος έμεινε πίσω και παρακαλούσε νά τοΰ δοθούν φτερά, γιά νά πετάξη, γιατί δέν εΐχε δικά του. Ύστερα από πολλά παρακάλια τοϋ δοθήκανε, αλλά δέν ήταν πύρινα. Έτσι μέ κόπο πολύ, πότε βουτώντας στά νερά και πότε βγαίνοντας στην επιφάνεια, κατώρθωσε στό τέλος νά φτάση κι' αυτός στην αντίπερα όχθη.
Απόρησε ό Γέροντας γι' αυτό πού έβλεπε μπροστά του. Τότε άκουσε τή φωνή τοΰ Θεοϋ νά τοΰ λέγη:
— Οί δύο πρώτοι αντιπροσωπεύουν τις παλαιότερες γενεές
των μοναχών, πού έβρισκαν εύκολα τή σωτηρία τους, επειδή ή
καρδιά τους φλεγόταν άπό θείο έρωτα.  Ό τρίτος είναι από
τους νεωτέρους πού πολύ δύσκολα θά βρουν σωτηρία, γιατί θά
έχη ψυγή ή αγάπη τους.
 



ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΘΑΡΡΟΣ

ΞΕΚΙΝΗΣΕ κάποτε ό Άββας Δανιήλ νά έπισκεφθή ένα πνευματικό Γέροντα πολύ βαθειά στην έρημο. Τόν βρήκε ή νύχτα στό δρόμο κι' επειδή δέν είχε άλλο καταφύγιο, μπήκε σέ μιά πυραμίδα άπό κείνες πού υψώνονται στην Αιγυπτιακή πεδιάδα. Διάλεξε ένα κρανίο, άπό τά πολλά πού βρήκε μέσα, τό έβαλε προσκεφάλι και ξάπλωσε νά κοιμηθή. Οί δαίμονες θαύμασαν τήν τόλμη του και γιά νά τόν φοβίσουν άρχισαν νά κουβεντιάζουν μεταξύ τους.
— Έλα μαζί μας στό λουτρό, κυρία,  φώναζαν,  σάν να μιλοΰσαν σέ γυναίκα.
- Δέν μπορώ, ακούστηκε γυναικεία τάχα φωνή, σάν να έβγαινε άπό τό κρανίο, πού είχε γιά προσκέφαλο ό Άββάς.
Έχω ξένο άπό πάνω μου.
Ό Όσιος, όχι μόνο δε φοβήθηκε, αλλά έδωσε ένα γερό χτύπημα στό κρανίο, λέγοντας:
— "Αν δέ μπορής νά ήσυχάσης, πήγαινε στό σκότος τό
εξώτερο.
— Μας νίκησες,  μας νίκησες,  φώναξαν οί δαίμονες κι' έφυγαν ντροπιασμένοι.
***
ΓΙΑΤΙ αισθάνομαι δειλία, όταν περπατώ μόνος στην έρημο. 'Λββα; ρώτησε ένας αρχάριος μοναχός κάποιο Γέροντα.
— Γιατί  ζής  ακόμη,  τοϋ αποκρίθηκε εκείνος.  Δεν έχεις
νεκρωθή γιά τόν Κύριο.
***
ΚΑΠΟΙΟΣ Αναχωρητής βρήκε βαθειά στην έρημο ερείπια παλαιού ειδωλολατρικού ναοΰ κι' αποφάσισε νά κατοίκηση εκεί. Τήν πρώτη νύχτα όμως του έπετέθησαν οί δαίμονες νιά νά τόν διώξουν.
— Φύγε από τόν τόπο μας, κακόγερε, τοϋ φώναζαν.
— Έσεΐς  δεν  έχετε  τόπο,  τους  αποκρίθηκε  θαρρετά  ό Ερημίτης.
Άφοΰ δέ μπορούσαν νά τόν φοβίσουν διαφορετικά, άρπαξαν τά φοινικόφυλλα πού είχε μαζέψει γιά τό εργόχειρο του και τά πετούσαν μακριά. Εκείνος όμως μέ υπομονή έσκυψε και τά μάζεψε ένα-ένα. Τότε τόν πήραν από τό χέρι καί τόν έσυραν μέ βία νά τόν βγάλουν έξω. Μά σάν έφτασαν στην έξοδο, αγκάλιασε γερά ό Αναχωρητής μιά κολώνα καί φώναξε μ' όλη τή δύναμι τής ψυχής του:
— Ίησοΰ, βοήθησε με.
Τότε οί δαίμονες έγιναν αμέσως άφαντοι. Ταλαιπωρημένος όπως ήταν από τόν αγώνα, ό Αναχωρητής, άρχισε νά κλαίη.
— Γιατί κλαις; ακούστηκε μιά γλυκεία φωνή, πού γέμισε
παρηγοριά τήν ψυχή του.
— Γιά τήν κακία των δαιμόνων, είπε εκείνος. Πώς έχουν
εξουσία νά μεταχειρίζονται μ'  αυτόν τόν τρόπο τό πλάσμα σου, Κύριε;
— Άλλα μόλις μ' έκάλεσες, έτρεξα αμέσως νά σε βοηθήσω.
Άκούοντας αυτά ό Αναχωρητής, ευχαρίστησε μ' όλη του τήν ψυχή τόν Κύριο κι' έμεινε πιά άφοβα σ' εκείνο τόν τόπο.
***
ΠΗΓΑΙΝΕ συχνά ό διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, γιά νά τόν τρομοκράτηση καί νά τόν κάνη νά φύγη από κει. Εκείνος όμως όχι μόνο δε δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε τό πονηρό πνεύμα. Τότε ό διάβολος, γιά νά τόν παραπλάνηση, του παρουσιάστηκε μέ τη μορφή τοϋ Χρίστου.
- Εϊμαι ό Χριστός, τοΰ είπε.
Ό Ερημίτης έκλεισε τά μάτια του.
- Γιατί κλείνεις τά μάτια σου; τοϋ φώναξε ό διάβολος ερεθισμένος. Σοΰ είπα πώς είμαι ό Χριστός.
— Έγώ δέ θέλω νά ιδώ τόν Χριστό σ' αυτό τόν κόσμο,
αποκρίθηκε ό Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τά μάτια του κλειστά.
Μέ τή θαρρετή άπάντησι τοϋ ανθρώπου τοϋ Θεοϋ ό διάβολος εξαφανίστηκε και δέν τόλμησε πιά νά τόν πειράξη.

 


ΑΛΗΘΕΙΑ

ΜΟΝΑΧΟΣ, έλεγε κάποιος άπό τους παλαιούς Πατέρας, σημαίνει στόμα αληθινό, σώμα άγιο και καρδιά καθαρή.
***
ΤΟ ΨΕΜΑ είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα τοΰ παλαιού ανθρώπου, έλεγε άλλος Πατήρ. Ή δε αλήθεια τοϋ αναγεννημένου μέ τό Αίμα τοϋ Σωτήρος Χριστού.
Ρίζα κάθε καλοϋ έργου, ονομάζει τήν αλήθεια ό Ίδιος. Πατήρ, τό δε ψεϋδος θάνατο.
***
Ο ΑΒΒΑΣ Ησαΐας ό αναχωρητής δίδει τήν ακόλουθη ορθή συμβουλή:
Μή συνηθίζης νά κουβεντιάζης γιά πράγματα πού δέν είδες μέ τά ϊδια σου τά μάτια, σάν νά τά έχης ιδή. Μή βεβαιώνης μέ πεποΐθησι εκείνα πού έχεις μόνο ακούσει. Συνήθιζε τή γλώσσα σου νά λέγη πάντα αλήθεια. Τό ψέμα γεννιέται συχνά άπό τήν επιθυμία ν' άρέσωμε στους ανθρώπους κι' απομακρύνει άπό τήν ψυχή τό φόβο τοΰ Θεοϋ.
***
ΤΟ ΣΤΟΜΑ τοΰ ταπεινόφρονος λέγει πάντοτε αλήθεια, γράφει κι' ό Άββάς Μάρκος ό ασκητής. Όποιος αντιλέγει
στην αλήθεια,  παίρνει τή  θέσι του δούλου πού  ράπισε τόν Κύριο.
***
ΑΦ' ΟΤΟΥ έγινα μοναχός, έλεγε ό 'Αββας Άνούβ, λόγος ψευδής δέ βγήκε άπό τό στόμα μου.
***
ΑΥΤΑ τά τρία απαιτεί ό Θεός άπό κάθε άνθρωπο, πού έχει λάβει τό "Αγιο Βάπτισμα: Πίστι ορθή στην ψυχή, αλήθεια στη γλώσσα και σωφροσύνη στό σώμα.
 



ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

ΓΙΑ νά διδάξη κανείς τόν άλλον, πρέπει ό ϊδιος νά είναι υγιής ψυχικά και απαθής, λέγει ό Άββάς Ποιμήν. Δεν είναι ανάγκη νά οικοδομής τό σπίτι του άλλου, καταστρέφοντας τό δικό σου.
Εκείνος πού διδάσκει τους άλλους, χωρίς νά έφαρμόζη τίποτε άπό εκείνα πού διδάσκει, λέγει πάλι ό ϊδιος Πατήρ, μοιάζει μέ πηγή πού ποτίζει καί ξεπλένει τά γύρω της, ενώ είναι γεμάτη άπό κάθε λογιών ακαθαρσία.
***
ΑΛΗΘΙΝΑ σοφός, έλεγε ό 'Αββας Ύπερέχιος, είναι εκείνος πού διδάσκει, όχι μέ λόγια, αλλά μέ έργα.
***
ΑΛΛΟΣ σοφός Πατήρ παρομοιάζει εκείνον πού διδάσκει μόνο μέ λόγια, χωρίς νά κάνη έργα, μέ δένδρο πού έχει φύλλα, αλλά δέν κάνει καρπούς.
*** 
ΕΝΑΣ άπό τους μεγάλους Πατέρας της έρημου έλεγε σέ
κάποιον Γέροντα, γείτονα του, πού δεχόταν συχνά έπισκέπτας καί τους έδίδασκε:
— Πρόσεχε, αδελφέ, γιατί τό λυχνάρι φωτίζει μέν πολλούς, αλλά συνήθως καίει τό στόμα του.
***
Η ΟΣΙΑ Θεοδώρα δίδει τήν ακόλουθη σοφή συμβουλή στους πνευματικούς Πατέρας καί Διδασκάλους:
Ό Προεστώς καί Διδάσκαλος πρέπει πρώτα άπ' ολα ν' άπομακρύνη τελείως από τόν εαυτό του τήν φιλαργυρία, τήν υπερηφάνεια και τήν κενοδοξία. Νά μή παρασύρεται άπό κολακείες. Νά μή τόν θαμπώνουν τά δώρα. Νά διώχνη μακριά τό θυμό με τή μακροθυμία. Νά τόν χαράκτηρίζη ή επιείκεια, ή ανεκτικότητα, ή φιλοστοργία και ή φιλαδελφία. Μά πιό πολύ άπό κάθε τι άλλο, ν' απόκτηση βαθειά ταπεΐνωσι.
 



ΚΑΛΗ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

ΟΠΟΙΟΣ μπαίνει σε μυροπωλεΐο, έλεγε κάποιος Γέροντας, κι' αν ακόμη δέν άγοράση κανένα άρωμα, βγαίνει εξω γεμάτος εύωδία. Τό ϊδιο συμβαίνει σ' εκείνον πού συναναστρέφεται Αγίους ανθρώπους. Παίρνει επάνω του τό πνευματικό άρωμα της αρετής των.
***
ΤΡΕΙΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ είχαν συνήθεια νά πηγαίνουν μιά φορά τό χρόνο στό όρος τοΰ Άββά Αντωνίου, γιά νά διδάσκονται άπό τόν Μέγα Όσιο. Οί δύο τοϋ έκαναν διάφορες ερωτήσεις γύρω άπό τήν άσκησι της ψυχής καί τοΰ σώματος. "Ετσι έδιναν αφορμή στον "Αγιο νά ξεχύνη τόν ποταμό τής θείας σοφίας, πού τόν κατέκλυζε. Ό τρίτος άκουγε πάντοτε σιωπηλός χωρίς νά ερωτά.
Κάποτε τόν ρώτησε ό Όσιος:
— Τόσα χρόνια μ' επισκέπτεσαι, αδελφέ, καί ποτέ δεν μοϋ
έκανες τήν παραμικρή έρώτησι. Δέν θέλεις νά μάθης τίποτε;
— Μοΰ αρκεί πού σέ βλέπω, Άββα. Κι' αυτό ακόμη μ'
έχει πολλά διδάξει, αποκρίθηκε μέ σεβασμό ό Γέροντας.
***
Ο ΑΒΒΑΣ Παφνούτιος άσκήτευε σ' ένα απόμερο σπήλαιο δώδεκα μίλια μακριά από τή σκήτη των Πατέρων. Είχε όμως τή συνήθεια νά επισκέπτεται τή σκήτη δυό φορές τό μήνα γιά νά ώφελήται από τή διδασκαλία εκείνων. Έτύπωσε μάλιστα βαθειά στή μνήμη του καί έλεγε υστέρα στους μαθητάς του τόν λόγον πού του έλεγαν συχνότερα οί Γέροντες:
— "Οπου κι' αν βρεθής, τέκνον, μη συγκρίνης τόν εαυτό
σου  μέ  άλλο  πρόσωπο,  γιά νά έχης  άνάπαυσι  στην ψυχή.
Διαφορετικά σέ ξεγελά ό διάβολος νά νομίζης πώς είσαι καλλίτερος άπό τους άλλους.
***
ΕΝΑΣ Ερημίτης κάποτε νήστεψε συνέχεια εβδομήντα εβδομάδες καί παρακαλούσε τόν Θεό νά τοΰ φανέρωση τήν έννοια κάποιου γραφικού ρητοϋ πού δέ μποροϋσε νά τήν κατα-λάβη. Επειδή όμως δέν του τήν φανέρωσε ό Θεός, είπε μιά μέρα στον εαυτό του:
— Γιατί νά κοπιάζω καί νά περιμένω άσκοπα; Δέν πάω νά
ρωτήσω τόν γείτονα μου Γέροντα; "Ισως εκείνος νά γνωρίζη.
Μόλις όμως ξεκίνησε νά πάη, τοΰ έστειλε ό Θεός "Αγγελο και τοΰ φανέρωσε εκείνο πού ζητοΰσε.
— Γιατί τόσον καιρό δέν ερχόσουν; τόν ρώτησε ό Γέροντας.
— Γιά νά ταπεινωθής καί νά ζήτησης τή συμβουλή άλλου,
αποκρίθηκε ό "Αγγελος.
***
ΠΗΓΕ ένα βράδυ βιαστικός στην καλύβα τοϋ Άββά Ιωάννου  τοΰ   Κολοβού  κάποιος  γείτονας  του   Ερημίτης  νά  τοϋ
ζητήση κάτι. Όρθιοι στην πόρτα οί δυό συνασκηταί, άρχισαν κάποια πνευματική συζήτήσι και ξημέρωσε χωρίς νά τό καταλάβουν.
***
ΕΝΑΣ νέος μοναχός ρώτησε κάποιο Γέροντα τι ήταν προτιμότερο νά κάνη, νά επισκέπτεται τους Πατέρες γιά νά διδάσκεται ή νά ήσυχάζη στό κελλί του.
- Ή επίσκεψις στους Πατέρας, αποκρίθηκε ό Γέροντας, ήταν παλαιά συνήθεια των μοναχών.




Η  ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΓΡΑΦΩΝ

ΕΙΔΑ κάποτε τό διάβολο, έξω από τό κελλί τοΰ μαθητού μου, έλεγε ένας διορατικός Γέρων, νά παραμονεύη. Έρριξα τότε μιά ματιά μέσα νά ίδώ τί έκανε εκείνος. Είχε ανοικτή εμπρός του τήν Αγία Γραφή κι' ήταν βυθισμένος στή μελέτη. Μόλις τελείωσε τό διάβασμα κι' έκλεισε τό βιβλίο, ώρμησε μέσα ό διάβολος νά τόν πειράξη.
***
ΟΙ ΙΕΡΟΙ συγγραφείς της Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης, μέ τήν έμπνευσι τοϋ Αγίου Πνεύματος, συνέγραψαν βιβλία, έλεγε κάποιος Γέροντας. Οί Πατέρες φρόντισαν νά εφαρμόσουν στό βίο τους τά γραφόμενα. Ή επόμενη γενεά τ' αποστήθισε.  Οί δε νεώτεροι τά αντέγραψαν καί τά κλείδωσαν στίς
βιβλιοθήκες.
***
ΠΗΓΑΝ κάποτε μερικοί Γέροντες νά επισκεφθούν τόν Όσιο Αντώνιο. Μαζί τους ήταν κι' ό Άββάς Ιωσήφ. Ό Μέγας Πατήρ, γιά νά τους δοκιμάση, διάλεξε κάποιο Γραφικό ρητό καί ρώτησε έναν-έναν νά είπή τήν ερμηνεία του. "Αρχισε τότε ό καθένας νά τό έξηγή σύμφωνα μέ τίς γνώσεις του.
— Δεν τό βρήκες, απαντούσε σ' όλους ό Όσιος.
"Εφτασε κι' ή σειρά τοϋ Άββα Ιωσήφ.
— Τί  λες  εσύ  γι'  αυτό,   Ιωσήφ;  τόν   ρώτησε  ό  Μέγας Αντώνιος.
— Έγώ δέ γνωρίζω άπ' αυτά, αποκρίθηκε εκείνος.
— Ό 'Αββάς Ιωσήφ έδωσε τή σωστή άπάντησι, είπε τότε
ό Όσιος, θαυμάζοντας τήν ταπεινοσύνη του.
***
ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΝ κάποτε οι Πατέρες της σκήτης νά συνομιλήσουν πνευματικά καί λησμόνησαν νά καλέσουν τόν Άββά Κόπρι. "Αρχισαν νά συζητούν γιά τό πρόσωπο του Μελχισεδέκ και δέν συμφωνούσαν στίς γνώμες. Τότε θυμήθηκαν τόν Άββά Κόπρι κι' έστειλαν νά τόν φωνάξουν γιά νά πάρουν τήν γνώμη του. Σάν άκουσε εκείνος τήν ύπόθεσι της διαφωνίας και τό θέμα, πού τόση ώρα έχασαν γιά νά συζητούν, κτύπησε τρεις φορές τό στόμα του και είπε:
— 'Αλλοίμονό σου, Καλόγερε. "Αφησες κατά μέρος εκείνα πού γυρεύει από σένα ό Θεός καί ψάχνεις νά βρης αυτά πού ποτέ δέ θά σου ζητήση.
Ακούγοντας τά σοφά του λόγια οι άλλοι Γέροντες, έφυγαν άπό τήν σύναξι καί γύρισαν συλλογισμένοι στά κελλιά τους.




 ΛΟΓΙΣΜΟΙ

ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΡΙΟΣ μοναχός ρώτησε κάποιο Γέροντα ποιους λογισμούς νά κρατή στή διάνοια του καί ποιους ν' άπομακρύνη.
— Ό,τι σκέπτεται ό άνθρωπος από τόν Ουρανό καί κάτω
είναι μάταιο, τοϋ αποκρίθηκε ό Γέροντας, καί πρέπει νά τό
διώχνη άπό τή διάνοια του. "Εχε πάντοτε στή σκέψη σου τόν
Ίησοΰ γιά νά βρής σωτηρία.
***
ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος αδελφός εμπιστεύτηκε μέ λύπη στον Όσιο Σισώη, πώς, μ' όλο πού αγωνίζεται σκληρά, δέ μπορούσε νά έλευθερωθή άπό τά πάθη του.
— Πώς νά έλευθερωθής άπ' αυτά, παιδί μου, του αποκρίθηκε ό "Αγιος Γέροντας, άφοΰ διατηρείς τά σκεύη τους, δηλαδή
τους κακούς λογισμούς; Δόσε τους πίσω τήν έγγύησι κι' ευθύς θ' αναχωρήσουν.
***
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ υπεύθυνος ό άνθρωπος γιά τους λογισμούς πού τόν προσβάλλουν, διδάσκει σοφός Πατήρ, αλλά γιατί τους κρατεί καί κάνει συγκατάθεσι. Μπορεί κανείς άπό τους λογισμούς νά ναυαγήση κι' άπό αυτούς πάλι νά στεφανωθή.
***
ΟΤΑΝ μέ πολεμούν πονηροί λογισμοί, έλεγε ό Άββάς Ιωάννης ό Κολοβός, κάνω ό,τι θά έκανε ό διαβάτης πού θά έβλεπε ξαφνικά στην ερημιά πού περπατεϊ νά τόν κυνηγά κάποιο θηρίο. Βρίσκει ένα δένδρο και σκαρφαλώνει επάνω γιά νά σωθή. Κι' εγώ καταφεύγω στον Θεό μέ τήν προσευχή και γλιτώνω από τήν έπίθεσί των.
***
ΒΑΣΑΝΙΖΑΝ κάποτε, γιά πολύ καιρό, οί λογισμοί του τόν Άββα Γελάσιο νά φύγη από τό κελλί του καί νά πάη νά μείνη πολύ βαθειά στην έρημο. Άφοϋ είδε, πώς, μ' όλη τή γενναία άντΐστασι, δέν υποχωρούσαν, είπε ένα βράδυ στό μαθητή του:
— Ό,τι κι' αν μέ ιδής νά κάνω αύριο, μή παραξενευτής,
ούτε νά μοΰ μιλήσης καθόλου.
Τήν άλλη μέρα, μόλις ξημέρωσε, πήρε τό ραβδί του κι' άρχισε νά πηγαίνη πέρα-δώθε μέσα στην μικρή αυλή του. Σάν κουραζόταν, καθόταν λίγο και πάλι άρχιζε τό περπάτημα. Αυτό έγινε ολόκληρη τήν ήμερα. Σάν βράδυασε, είπε στον λογισμό του:
— "Οποιος περπατεϊ στην έρημο, δέν τρώγει ψωμί, χορταίνει μέ άγριόχορτα. Έσύ όμως, πού είσαι γέρος και ασθενικός,
φάγε λίγα λάχανα.
"Εκοψε μερικά λαχανόφυλλα, πού είχε στό μικρό του περιβόλι, κι' άφοϋ τά έφαγε, είπε πάλι στον εαυτό του:
— Βαθειά στην έρημο δέ βρίσκεις στέγη.
"Ετσι ξάπλωσε καταγής, έξω από τό κελλί του και κοιμήθηκε. Τήν άλλη μέρα, καθώς καί τήν τρίτη, έκανε τά ϊδια. Μά τόσο πολύ κουράστηκε, πού έχασε τελείως τίς δυνάμεις του. Τότε είπε αυστηρά στον εαυτό του, επιτιμώντας τό λογισμό πού τόν βασάνιζε:
— Άφοΰ δέν έχεις δύναμι νά κάνης τά έργα της ερήμου, τί ζητάς άναχώρησι; Κάθισε υπομονετικά στό κελλί σου καί
κλαίγε τίς αμαρτίες σου, γιά νά σωθής.
***
ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ κάποτε νά έπισκεφθή μιά σκήτη ό "Οσιος Μακάριος, συνάντησε στό δρόμο τό διάβολο φορτωμένο μ' ένα παράξενο φορτίο νά πηγαίνη κι' εκείνος προς τά εκεί.
— Γιά ποΰ; τόν ρώτησε ό "Οσιος.
— Πάω νά βάλω λογισμούς στους μοναχούς, αποκρίθηκε μ' αναίδεια εκείνος.
— Και τί είναι αυτά πού κουβαλάς μαζί σου;
— Τά γεύματα πού θά τους προσφέρω.
— Τόσα πολλά; απόρησε ό "Οσιος.
— Βέβαια. "Αν δέν ικανοποιούνται μέ τό ένα, έχω άλλο
έτοιμο κι' αν δέν τους άρέση κι' αυτό τους δίνω τρίτο. "Ενα
άπ' όλα θά είναι τοΰ γούστου τους.
— "Εχεις πολλούς εκεί πού σέ ακολουθούνε; ρώτησε μέ
φρίκη ό Άββάς.
— "Οχι, αναγκάστηκε νά όμολογήση ό διάβολος. Οί περισσότεροι έχουν αγριέψει εναντίον μου. "Εχω όμως κι' ένα καλό
φίλο.
— Πώς ονομάζεται; ρώτησε μ' ενδιαφέρον ό Όσιος.
— Θεόπεμπτος, άποκρίθηξε ό διάβολος και τράβηξε βιαστικός τό δρόμο του.
Συλλογισμένος από όσα άκουσε ό Άββας Μακάριος, ανέβηκε στή σκήτη. Οί αδελφοί τοΰ έκαναν θερμή υποδοχή καί καθένας φιλοτιμήθηκε νά τόν προσκαλέση στην καλύβα του. Ό "Οσιος όμως ζήτησε τόν θεόπεμπτο καί τόν παρακάλεσε νά τόν φιλοξενήση. Σάν έφτασαν στό κελλί του, τόν ρώτησε πώς περνούσε.
— Καλά μέ τήν ευχή σου, Άββά, αποκρίθηκε εκείνος.
— Δέ σέ πειράζουν οί λογισμοί;
Ό Θεόπεμπτος δίστασε λίγο. Ντρεπόταν νά φανέρωση στον Όσιο πώς δεχόταν ακάθαρτους λογισμούς.
— Καλά πηγαίνω, ψιθύρισε, προσπαθώντας νά φανή αδιάφορος.
— "Αχ, αδελφέ μου! Αναστέναξε βαθειά ό "Οσιος. Έγώ, τόσα  χρόνια  ασκητής  και  γερασμένος  πιά,  πειράζομαι  από σαρκικούς λογισμούς κι' άς με τιμοΰν οί άνθρωποι.
Ό Θεόπεμπτος πήρε θάρρος από τά λόγια του Όσιου καί του φανέρωσε τό δικό του πόλεμο. Εκείνος τότε τόν συμβούλεψε πώς ν' αντιστέκεται στους κακούς λογισμούς κι' άφοΰ τοϋ έδωσε τόν κανόνα πού έπρεπε, έφυγε νά γυρΐση στό κελλί του. Στό δρόμο βρήκε πάλι τό διάβολο, αλλά τώρα πολύ κατσουφιασμένο.
— Τί νέα; τόν ρώτησε ό Άββας.
— Πολύ άσχημα, αποκρίθηκε εκείνος. Όλοι οί μοναχοί
μου εναντιώνονται και πιό πολύ ό παλιός μου φίλος. Γι' αυτό
κι' εγώ ώρκΐστηκα νά τους άφήσσω πολύ καιρό απείραχτους
γιά νά γίνουν αμέριμνοι, σάν πρώτα.
"Εφριξε ό Όσιος μέ τήν πανουργία τοΰ διαβόλου καί παρακάλεσε θερμά τόν Κύριο νά προφυλάει άπ' αυτή τό ποίμνιο Του.
 




ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ

ΜΕ ΤΙΠΟΤΕ άλλο δε χαίρεται τόσο ό διάβολος, οσο μέ τό μοναχό πού κρύβει στην έξομολόγησι τους λογισμούς του,
έλεγε κάποιος Γέροντας.
 ***
ΑΝ ΕΝΟΧΛΗΣΑΙ από πονηρούς λογισμούς, συμβουλεύει άλλος Πατήρ, φανέρωσε τους στην έξομολόγησι, γιά ν' απαλλαγής γρήγορα άπ' αυτούς. "Οπως τό φίδι εξαφανίζεται, μόλις βγή από τή φωλιά του, έτσι χάνεται κι' ό κακός λογισμός μόλις έξαγορευθή.
Ένας αδελφός πειραζόταν από σαρκική επιθυμία. Πολλά χρόνια κοπίαζε μόνος του, αλλά δέν έβλεπε ωφέλεια στον εαυτό του. Γιά νά νικήση τέλος τό πάθος του, στάθηκε μιά Κυριακή στή μέση τής εκκλησίας, υστέρα από τή Λειτουργία, και είπε δυνατά, γιά ν' ακουστή από όλους τους μοναχούς:
— Προσευχηθήτε γιά μένα, αδελφοί, νά μ' έλεήση ό Θεός,
γιατί δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια έχω πόλεμο στή σάρκα.
Λέγοντας αυτά, αισθάνθηκε αμέσως νά ελευθερώνεται από τό πάθος. "Ο,τι δέν έκανε χρόνων κόπος καί άσκησις, τό κατώρθωσε σέ μιά στιγμή ή έξομολόγησις.
***
ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ νέος, διηγεΐτο μιά μέρα στους μαθητάς του ένας από τους μεγάλους Πατέρας της ερήμου, πολεμήθηκα από κάποιο πάθος ψυχικό. "Ακουγα συχνά τους αδελφούς νά λένε, πώς ό Άββάς Ζήνων ήταν καλός Πνευματικός και ωφελούσε πολύ μέ τίς συμβουλές του όσους έξωμολογοΰντο σ' αυτόν. Σκέφτηκα πολλές φορές νά πάω κι' εγώ νά εξομολογηθώ τό πάθος μου, αλλά μέ εμπόδιζε ή ντροπή.
— Ξέρεις τί πρέπει νά κάνης, μοΰ έλεγε ό λογισμός μου.
Γιατί λοιπόν νά φανερώνης και σέ άλλους τά κρυφά σου;
"Αλλοτε πάλι, πού ξεκινούσα μέ τήν άπόφασι νά έξομοληγθώ, ένοιωθα άνακούφισι από τόν πόλεμο, τέχνασμα κι' αυτό τοΰ διαβόλου γιά νά μ' εμπόδιση από τή μοναδική γιατρειά. Είχα πάει πολλές φορές ως τό κελλί τοϋ Γέροντα, μά πάντα γύριζα πίσω άπρακτος. Εκείνος μέ καταλάβαινε, αλλά περίμενε νά ταπεινωθώ καί νά ομολογήσω μόνος τό πάθος μου. "Ισως νά μου έκανε καί πολλή προσευχή, γιατί μιά μέρα, πού πολεμήθηκα πολύ, είπα στον εαυτό μου:
— "Εχεις,   ταλαίπωρε,   κοντά  σου  τό  γιατρό  και  μένεις
ακόμη άγιάτρευτος, ένώ τόσοι καί τόσοι έρχονται από μακριά καί ωφελούνται.
"Ετσι λύγισε ή καρδιά μου καί ξεκίνησα μέ τήν άπόφασι νά εξομολογηθώ χωρίς αναβολή. Άπό τό δρόμο όμως άρχισαν πάλι οί δισταγμοί.
— "Αν  βρώ  μόνο  του  τόν  Γέροντα,  θά ειπώ πώς είναι
θέλημα Θεοΰ νά εξομολογηθώ καί θά τά φανερώσω όλα. "Αν
όμως έχη έπισκέπτας, θά γυρίσω πίσω καί δέ θά εξομολογηθώ ποτέ.
Βρήκα μόνο του τόν Γέροντα. Μέ υποδέχτηκε όπως πάντα μέ μεγάλη καλοσύνη. Μ' έβαλε νά καθίσω κοντά του καί μοΰ έδωσε χρήσιμες συμβουλές. Έγώ στό μεταξύ κυριεύτηκα πάλι από τήν καταραμένη ντροπή. "Εκλεισα τό στόμα μου καί δέν έβγαζα λέξι. Όταν έπαψε κι' εκείνος νά μίλα, σηκώθηκα νά φύγω. Σηκώθηκε κι' εκείνος νά μέ συνοδέψη ως τήν πόρτα καί πήγαινε μπροστά. Τόν ακολουθούσα μέ αργό βήμα, ήμουν αξιοθρήνητος από τήν πάλη πού γινόταν μέσα μου. Γύρισε μιά στιγμή τό κεφάλι του ό Γέροντας καί, βλέποντας με νά βασανΐζωμε έτσι, μ' έλυπήθηκε. Ήρθε κοντά μου κι' ακουμπώντας τό ευλογημένο χέρι του στό στήθος μου, μοΰ εϊπε μέ συμπάθεια:
— Τι έχεις,  παιδί μου,  και  βασανίζεσαι;  Φανέρωσε τόν
πόνο σου. "Ανθρωπος όμοιοπαθής εϊμαι κι' έγώ.
Νόμιζα τή στιγμή εκείνη πώς χώρισε στά δύο ή καρδιά μου. Έπεσα στά πόδια του καί τά έβρεξα μέ τά δάκρυα μου.
— Ελέησε με, Άββά, τοΰ έλεγα ανάμεσα στά αναφιλητά μου.
— Πές μου, τί έχεις;
— Δέν καταλαβαίνεις τάχα, Άββά, γιατί βασανίζομαι;
— Έσύ ό Ίδιος πρέπει νά τό φανέρωσης, γιά νά βρής άνακούφισι.
Μέ πολλή συστολή έξωμολογήθηκα τό πάθος μου.
— Γιατί τόσο καιρό δέ μοΰ τό φανέρωσες; μοϋ εϊπε μέ
συμπόνια.   Δέν  εϊναι   τρία   τώρα  χρόνια   πού   έρχεσαι  δώ  μ' αυτούς τους λογισμούς και διστάζεις νά τους έξομολογηθής;
— Ναι,   Άββα,   τοΰ  είπα.   Άλλα   βοήθησε  με,  γιά  τήν
αγάπη τοΰ Κυρίου.
Μέ σήκωσε επάνω μέ καλωσύνη.
— Δέν είναι τίποτε, μοΰ είπε, θά περάση. Μή παραμελής
τήν προσευχή σου καί μήν άφήσης τό λογισμό σου νά κατακρίνη άλλον άνθρωπο.
Γύρισα στό κελλί μου μ' έλαφρωμένη καρδιά. Είχα άπαλλαχθή από τό πάθος.
***
ΕΝΑΣ νέος μοναχός πολεμήθηκε από σαρκική επιθυμία καί πήγε νά έξομολογηθή σε κάποιο γέροντα Ερημίτη. Εκείνος όμως, ασυνήθιστος νά δέχεται από άλλους λογισμούς, μόλις άκουσε τήν έξομολόγησι τοΰ νέου, ταράχτηκε, αγανάκτησε καί τόν έλεγε ανάξιο τοϋ μοναχικού βίου. Ό μοναχός έχασε τελείως τό θάρρος του, άκούοντας τόν Ερημίτη νά εκφράζεται έτσι, έπεσε σέ άπόγνωσι κι' αποφάσισε νά γυρίση πίσω στον κόσμο. Στό δρόμο συνάντησε τόν 'Αββά Άπολλώ, πού είχε φήμη εμπείρου Πνευματικού. Μέ μιά ματιά πού τοΰ έρριξε, ό Γέροντας, κατάλαβε τήν ταραχή της ψυχής του.
— Γιατί είσαι θλιμμένο, τέκνον μου; τόν ρώτησε μέ καλωσύνη.
Ό αδελφός δέν έδωσε άπόκρισι. Ό Άββάς Άπολλώς όμως επέμενε νά τόν ερωτά μέ τόσο ενδιαφέρον, πού στό τέλος λύγισε και τοϋ έξωμολογήθηκε τόν πόλεμο του καί τήν απελπισία πού τοΰ είχαν φέρει τά λόγια τοΰ Ερημίτη.
- Γιατί απελπίζεσαι, παιδί μου; τοΰ είπε τότε ό Γέροντας.
Έγώ σ' αυτή τήν ηλικία ακόμη πειράζομαι από τέτοιες επιθυμίες. Γύρισε πίσω στό κελλΐ σου και συνέχισε μέ θάρρος τόν
αγώνα σου. Ή φιλανθρωπία τοΰ Θεοΰ δέ θά σ' άφήση αβοήθητο.
Τά παρηγορητικά λόγια τοϋ καλοΰ Πνευματικοΰ ίατροΰ αναπτέρωσαν τις ελπίδες τοΰ απελπισμένου. Γύρισε στό κελλΐ του, αποφασισμένος νά συνέχιση τόν αγώνα του, ώσπου νά τόν έπισκεφθή ή Χάρις, γιά νά τόν άπαλλάξη από τόν πόλεμο του.
Άφοΰ πρόλαβε τήν καταστροφή τοΰ νέου, θέλησε ό 'Αββας Άπολλώς νά διόρθωση καί τοΰ Ερημίτη τήν απειρία. Πήγε έξω από τό κελλί του καί προσευχήθηκε στον Θεό νά παραχώρηση νά έλθη καί σ' αυτόν ό ϊδιος πόλεμος.
Δέν πρόλαβε νά τελείωση τήν προσευχή του κι' είδε μπροστά του έναν πανύψηλο αράπη νά ρίχνη βέλη πύρινα εναντίον τοΰ γέρου Ερημίτη. Εκείνος παρευθύς άρχισε νά στριφογυρίζη, σάν μεθυσμένος, από τήν άλογη επιθυμία. "Απειρος καθώς
ήταν σε παρόμοιο αγώνα, συγχύστηκε και, μή μπορώντας πολύ ν' άντέξη, πήρε τόν ίδιο δρόμο γιά τήν πολιτεία, πού πριν άπό λίγο είχε τραβήξει ό νέος. Ό Άββας Άπολλώς όμως τόν πρόφθασε.
— Ποΰ πηγαίνεις τόσο συγχυσμένος, αδελφέ; τόν ρώτησε.
Εκείνος άπό τή ντροπή του δε σήκωσε κεφάλι ν' άπαντήση.
— Γύρισε  στό  κελλΐ  σου,  τοΰ  είπε  τότε επιτιμητικά ό
Γέροντας, κι' έχε τόν εαυτό σου αγνοημένο άπό τό διάβολο.
Δέ σοΰ δόθηκε ευκαιρία νά παλαίψης μαζί του, γι' αυτό οΰτε
μιας   ημέρας   πειρασμό   δεν   κατώρθωσες   νά  ύπομείνης.   Καί άλλη φορά μήν επιχείρησης νά συμβουλέψης άλλον, άφοϋ ό
ϊδιος είσαι άπειρος και άδίδαχτος.
Άφοΰ τόν συμβούλεψε όσο έπρεπε, έκανε προσευχή στον Κύριο, ό Γέροντας, κι' ευθύς απαλλάχτηκε άπό τόν πόλεμο ό Ερημίτης.
— Πήγαινε τώρα στό κελλί σου, τοΰ είπε, καί παρακάλεσε
τόν Θεό νά σοΰ χαρίζη σύνεσι.
***
ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΟ πού ή συνεΐδησί σου δέν σέ πληροφορεί, συμβουλεύει ό Άββας Ποιμήν, μήν εμπιστεύεσαι τήν έξομολόγησί σου.
  



ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΙ

ΜΙΑ χειμωνιάτικη νύχτα αναγκάστηκαν ν' αγρυπνήσουν οί αδελφοί ενός Μοναστηρίου γιά νά τελειώσουν μιά βιαστική δουλειά. "Ενας άπ' αυτούς, πολύ ασθενικός στό σώμα, τόσο υπόφερε άπό τό κρύο πού τόν έπιασαν δυνατά ρίγη. Άφησε τότε τή δουλειά καί γύρισε στό κελλί του. Κάποιος άλλος όμως αγανάκτησε γι' αυτό, άρχισε νά γογγύζη, ώσπου εξανάγκασε τους υπόλοιπους νά στείλουν νά φωνάξουν πίσω τόν άρρωστο.
Ό αδελφός, πού πήγε γι' αύτη τή δουλειά, τόν βρήκε σέ κακή κατάστασι καί τόν λυπήθηκε.
- Μ' έστειλαν οι αδελφοί νά ιδώ πώς είσαι, τοΰ είπε με
καλωσύνη. Όσο γιά τή δουλειά μή στενοχωρείσαι, εμείς θά
τήν τελειώσωμε.
- Ό Θεός ν' άνταμείψη τους κόπους σας, είπε εκείνος μ' ευγνωμοσύνη. Επιθυμούσα πολύ νά κοπιάσω μαζί σας, αλλά μ'
εμποδίζει ή αρρώστια μου.
Γύρισε ό αδελφός καί είπε στους άλλους τά λόγια τοΰ αρρώστου, βεβαιώνοντας τους πώς πραγματικά υπέφερε.
"Ετσι μέ τή μεσολάβησι τοϋ διακριτικού άδελφοΰ δεν έχασαν τήν ειρήνη της ψυχής των.
***
ΔΥΟ συνασκηταΐ βρίσκονταν σέ ψυχρότητα μεταξύ τους άπό κάποια παρεξήγησι. Κάποτε αρρώστησε ό ένας καί πήγε κάποιος άπό τους αδελφούς νά τόν έπισκεφθή. Τοΰ εμπιστεύτηκε τότε ό άρρωστος, πώς ήταν ψυχραμένος μέ τόν συνασκητή του καί τόν παρακάλεσε νά μεσολάβηση νά συμφιλιωθούν, γιατί φοβόταν μή τόν βρή έτσι ό θάνατος.
Γυρίζοντας πίσω στό κελλί του ό αδελφός, παρακαλούσε τόν Θεό νά τόν φωτίση νά χειριστή σωστά τήν ύπόθεσι, γιά νά μή προξενήση περισσότερη βλάβη παρά ωφέλεια. Μόλις έφτασε, οικονόμησε ό Θεός νά τοΰ πάη κάποιος φίλος του ένα καλαθάκι σϋκα. Διάλεξε τά ωραιότερα καί, χωρίς νά χάση καιρό, σηκώθηκε καί τά πήγε στον συνασκητή τοΰ αρρώστου.
— Άββα, τοΰ είπε, αυτά σοϋ τά στέλνει ό δείνα Γέροντας.
Ό Άββας απόρησε.
— Σέ μένα τά έστειλε;
— Ναί, είπε ό αδελφός.
Εκείνος τά δέχτηκε συγκινημένος κι' ευχαρίστησε τόν αδελφό. Ευχαριστημένος ό ειρηνοποιός άπό τήν πρώτη επιτυχία, επήγε τά υπόλοιπα σΰκα στον άρρωστο.
— Σοΰ τά στέλνει ό συνασκητής σου, τοϋ είπε.
— Τί λες, λοιπόν, συμφιλιωθήκαμε; είπε με χαρά ό ασκητής.
— Ναι, 'Αββα, με τήν ευχή σου, αποκρίθηκε ό αδελφός.
— Δόξα τω Θεώ, έκανε ενθουσιασμένος εκείνος.
Έτσι με λίγα σΰκα συμφιλιώθηκαν οί συνασκηταί από τή σύνεσι τοϋ άδελφοΰ.
 



ΙΕΡΩΣΥΝΗ

ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ κάποτε οί Γέροντες στή σκήτη νά κάνουν Πρεσβύτερο τόν 'Αββα Ισαάκ. Μόλις τό έμαθε εκείνος, έφυγε κρυφά και κρύφτηκε σ' ένα χωράφι κοντά στό δρόμο πού ώδηγοΰσε στην πόλι. Οί Γέροντες τόν κυνήγησαν κι' όταν έφτασαν σ' εκείνο τό χωράφι, στάθηκαν νά ξεκουραστούν κι' άφησαν τό ζώο πού είχαν μαζί τους νά βόσκηση. Εκείνο τότε, ώδηγημένο από τή θεία Πρόνοια, πήγε καί στάθηκε κοντά στό θάμνο πού ήταν κρυμμένος ό 'Αββας. Όταν πήγαν οί Γέροντες νά τό πάρουν, είδαν τόν Ισαάκ. Αποφάσισαν τότε νά τόν δέσουν καί νά τόν οδηγήσουν διά τής βίας πίσω στή σκήτη. Εκείνος όμως δέν τους άφησε.
- "Αν καί είμαι ανάξιος γι' αυτό τό υψηλό αξίωμα, τους είπε, δέ φεύγω πιά, γιατί βλέπω πώς είναι θέλημα Θεοϋ νά τό δεχτώ. Όπου κι' αν πάω δέν θά τό αποφύγω.
***
ΕΝΑΣ Επίσκοπος κάποτε, περιοδεύοντας τά χωριά τής επαρχίας του, έφτασε σ' ένα πολύ μακρινό μικρό χωριουδάκι. Ζήτησε νά ίδή τόν Ιερέα. "Υστερα από αρκετή ώρα παρουσιάστηκε μπροστά του ένας απλοϊκός χωρικός, πού μόλις είχε γυρίσει άπό τό χωράφι καί φορούσε τά ροΰχα τής δουλείας. Ήταν ό Ιερεύς τοΰ χωριοΰ. Ό Επίσκοπος δέν έμεινε ικανοποιημένος. "Ηθελε πιό ευπαρουσίαστο τόν Λειτουργό τοϋ Ύψιστου.
Ή άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Ό Ιερεύς ετοιμάστηκε νά λειτουργήση κι' ό Επίσκοπος δεν τόν αφήνε από τά μάτια του. "Ηθελε νά τά παρακολούθηση όλα. Θά έβρισκε ϊσως πολλά σφάλματα στον άγροΐκο εκείνο χωρικό.
Παράδοξο δμως! Άπό τή στιγμή, πού άρχισε ή θεία Λειτουργία, ό Ιερεύς κυκλώθηκε άπό ένα ουράνιο φως πού τόν θέρμαινε καί τόν λάμπρυνε χωρίς νά τόν καίη. Κι' αυτό κράτησε ώς τό τέλος της Λειτουργίας.
Άφοΰ μοίρασε ό Ιερεύς τό άντίδοορον στους χωρικούς, τόν φώναξε στό "Αγιο Βήμα ό Επίσκοπος και πέφτοντας στά γόνατα, του ζήτησε νά τόν ευλόγηση.
Ό απλοϊκός Ιερεύς σάστισε.
— Πώς είναι δυνατόν ό ανώτερος νά εύλογηθή άπό τόν
κατώτερο του; Έσύ ευλόγησε με, άγιε Δέσποτα.
— Αδύνατον νά ευλογήσω εκείνον πού στέκεται μέσα σε θεϊκή φλόγα καί προσφέρει τήν αναίμακτη Θυσία. «Τό έλαττον
ύπό του κρείττονος ευλογείται».
— Υπάρχει τάχα, άγιε Δέσποτα, Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος καί Διάκονος ακόμη, πού νά πλησιάζη τό άγιο Θυσιαστή
ριο   καί   νά   μή   περικυκλώνεται   άπό   ουράνιο   φως;  είπε  με απορία ό απλοϊκός Ιερεύς.
Τί νά απάντηση ό Επίσκοπος σ' εκείνον πού έβλεπε τό υπερφυσικό σάν τό φυσικώτερο πράγμα τοϋ κόσμου; Θαύμασε τήν καθαρότητα της καρδιάς του κι' έφυγε άπό τό μικρό χωριό ωφελημένος.
 


ΠΙΣΤΙΣ

Ο ΟΣΙΟΣ Βενιαμίν,. Ήσυχαστής στό όρος της Νιτρΐας, εϊχε μεγάλη άφοσίωσι και πίστι στον Θεόν. Όγδόντα χρόνια έζησε στην έρημο με προσευχή και άσκησι και αξιώθηκε νά λάβη χαρίσματα πνευματικά. Νά διώχνη πονηρά πνεύματα καί νά θεραπεύη όλες τις αρρώστιες.
Λίγους μήνες, προτοϋ φύγει από τόν κόσμο αυτός ό Όσιος, έπαθε ύδρωπικία. Τόσο πολύ διωγκώθηκε τό σώμα του, πού ήτο θέαμα φρικτό. Οι Αδελφοί πού τόν έπισκέπτοντο γύριζαν άλλου τό πρόσωπο, γιατί τους έπιανε λιποψυχία νά τόν βλέπουν. Αντί λοιπόν νά τόν ανακουφίζουν καί νά τόν παρηγορούν, τόν άκουγαν νά τους στηρίζη μ' αυτά τά λόγια:
— Προσεύχεσθε, Αδελφοί μου, νά μήν ύδρωπιάση ό μέσα άνθρωπος. Τό σώμα τοΰτο ούτε όταν έθαλλε έπρόσφερε καμμία ωφέλεια στην ψυχή, ούτε τώρα πού πάσχει έχει τή δύναμι νά τή βλάψη.
Καί τό σπουδαιότερο, ενώ ό ϊδιος υπέφερε από αφόρητους πόνους, εξακολουθούσε μέχρι τήν τελευταία του πνοή νά θεραπεύη τους αρρώστους πού τοΰ πήγαιναν στό κελλί του.
***
ΕΝΑΣ αρχάριος Μοναχός πού πήγε νά έξομολογηθή σέ κάποιον Γέροντα, ανάμεσα στ' άλλα τοΰ έκανε κι' αυτή τήν έρώτησι:
«- Γιατί, Άββά μου, πέφτω τόσο συχνά σε αμέλεια;
— Σοϋ λείπει ή πΐστις πού θά σέ έκανε νά βλέπης παντοϋ
τόν Θεόν,  γι'  αυτό  μπορείς ν'  άμεριμνας καί ν'  αμελής τη σωτηρία σου, εξήγησε πολύ σοφά ό διακριτικός Γέρων.
***
ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ κάποιας σκήτης περικύκλωσαν έναν άπό τους έκεΐ Πατέρας, γιά ν' ακούσουν λόγο πνευματικό άπό τό στόμα του.
— Γιατί ή ψυχή δεν προσελκύεται άπό τάς υποσχέσεις τοϋ
Θεοΰ,  άλλ'  εύκολώτερα παρασύρεται  άπό  τίς  απατηλές  τοΰ κόσμου; ερώτησε κάποιος.
— Γιατί δέν έχει πίστι, αποκρίθηκε ό Γέρων. Όταν διά
της πίστεως γευθή ή ψυχή τά ουράνια αγαθά, είναι αδύνατον
πιά νά παρασυρθή άπό τή ματαιότητα τοΰ κόσμου.
***
Ο ΔΕΙΛΟΣ άνθρωπος, διδάσκει ό σοφός Ισαάκ ό Σϋρος, πάσχει κυρίως άπό δύο ψυχικές ασθένειες. Άπό όλιγοπιστία κι' άπό φιλοσωματία. Όποιος αγωνίζεται νά νικήση αυτά τά δύο μεγάλα κακά είναι φανερό πώς πιστεύει ολόψυχα στον Θεό κι' είναι έτοιμος νά δεχθή όλα τά δυσάρεστα πού τυχόν Εκείνος θά παραχώρηση.
Ή υπερβολική τόλμη πάλι καί καταφρόνησι των κινδύνων γενννώνται ή άπό μεγάλη πίστι στον Θεόν ή άπό τή σκληροκαρδία τοΰ ανθρώπου. Καί τή σκληροκαρδία ακολουθεί απαραιτήτως ή υπερηφάνεια, τήν πίστι όμως ή αληθινή ταπεινοσύνη.
***
ΕΣΤΕΙΛΕ μιά φορά τόν υποτακτικό του ό Άββάς Δωρόθεος ό Θηβαίος, νά φέρη νερό άπό τό πηγάδι. Καθώς έσκυψε εκείνος νά τραβήξη, είδε μέσα μιά μεγάλη ασπίδα (Δηλητηριώδες ερπετό).
"Αφησε
συγχυσμένος τόν κουβά κι' έτρεξε στό Γέροντα του.
— Άββα, χαθήκαμε. Τό νερό μας δηλητηριάστηκε. Βρήκα
ασπίδα στό πηγάδι.
— Κι’ αν ό διάβολος άποφασίση νά ρίξη ασπίδες σ' όλα
τά πηγάδια, έσύ θά πεθάνης από τή δίψα; ρώτησε ό Γέροντας
κουνώντας τό κεφάλι του γιά τή δειλία τοϋ υποτακτικού του.
Ύστερα πήγε στό πηγάδι, πήρε τόν κάδο κι' έβγαλε μόνος του νερό. "Εκανε τό σημείο τοϋ σταυροϋ καί ήπιε πρώτος, κατόπιν έδωσε στον υποτακτικό του.
— Όπου υπάρχει σταυρός, είπε, δε μπορεί νά σταθή ή κακία τοϋ έχθροΰ.
***
ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ πού ό Άββας Λώτ ήταν νέος κι' αρχάριος στην ασκητική ζωή, ό Άββάς Ιωσήφ, ό Γέροντας του, τοϋ έδινε συχνά αυτή τή συμβουλή:
— Δε θά γίνης ποτέ καλός Μοναχός, τοΰ έλεγε, άν δέν
διατήρησης άσβεστη στην καρδιά σου τή φλόγα τής πίστεως.
Αυτή θά σέ φωτίζη νά περιφρονής τιμές καί αναπαύσεις. Νά
κόβης τά θελήματα σου καί νά φυλάττης όλες γενικώς τις θείες εντολές.
***
Ο ΠΙΣΤΟΣ χριστιανός, έλεγε κάποιος Πατήρ, βαδίζει τό δρόμο τοϋ Θεοΰ, βιάζοντας διαρκώς τόν εαυτό του ν' άποφεύγη τό κακό καί νά πράττη τό αγαθό. Αυτός κατέχει θέσι όμολογητοϋ.



Έκτη σελίδα - Πόλεμοι
Κατηγορία: Πόλεμοι Περισσότερα >>
Έβδομη σελίδα - Φτώχεια
Κα ...
Περισσότερα >>