www.acapus.com Greek         Αγγλικά Last updated 23/12/2004    
    

    

Photo Album
Αναζήτηση

         
  
  
« Μαγικές θεραπείες» , υπακοή και θαύματα

« Μ α γ ι κ έ ς »   θ ε ρ α π ε ί ε ς ,
υ π α κ ο ή   κ α ι   θ α ύ μ α τ α
Ας δούμε όμως εδώ τι απαντά ο γέροντας Παΐσιος, όταν τον ρωτούν πως μπορεί να βοηθηθεί κανείς, όταν νομίζει ότι πάσχει από κάτι: για να βοηθηθεί, πρέπει να έχει πνευματικά, να του έχει εμπιστοσύνη και να του κάνει υπακοή. Θα πει το λογισμό του και εκείνος θα του πει: σ’ αυτό μη δίνεις σημασία, εκείνο πρόσεξέ το κλπ. Αν δεν έχει εμπιστοσύνη και δεν υπακούει, δεν μπορεί να του φύγει ο λογισμός.

Ένας νέος που ζει ακατάστατα, έχει ψυχολογικά προβλήματα και ταλαιπωρείται, έρχεται με κάτι μάτια κατακόκκινα από το τσιγάρο και ζητάει να τον βοηθήσω. Έχει και μια ψευτοευλάβεια, ζητάει να του δώσω την εικόνα από το τέμπλο, για ευλογία, και μπαίνει μέσα στο κελλί με το τσιγάρο! ‘’Βρε, του λέω, τα μάτια σου από το τσιγάρο έγιναν κατακόκκινα σαν του λυσσασμένου σκυλιού. Ούτε γέροι δεν καπνίζουν εδώ μέσα. Εγώ λιβανίζω εδώ πέρα’’. Το δικό του αυτός. Έρχεται και ζητάει βοήθεια και δεν βγαίνει από το λογισμό του.

‘’Γιατί δεν με κάνεις καλά;’’, μου λέει. Θέλει να γίνει καλά με μαγικό τρόπο, χωρίς ο ίδιος να κάνει καμιά προσπάθεια. ‘’Εσύ δεν είσαι για θαύμα, του λέω. Δεν έχεις τίποτε. Πιστεύεις στο λογισμό σου’’. Αν έκανε υπακοή, θα βοηθιόταν. Έχω προσέξει ότι όποιος ακούει, τακ-τακ προχωράει και πάει καλά. Και αυτός και οι δικοί του μετά είναι ήσυχοι.

Ελπίζω να κατάλαβαν οι κληρικοί στους οποίους αναφερόμαστε ότι ‘’έχουσι γνώσιν οι φύλακες’’ από «μαγικές» θεραπείες, που πολλοί ζητούν από τους πνευματικούς και δεν «υποκύπτουν» ούτε χρειάζονται την «καθαρτήριο» ψυχαναλυτική τους παρέμβαση για να το αντιληφθούν. Φαίνεται ότι και σ’ αυτό τους πρόλαβε το σχολείο της ερήμου.  

Συνεχίζοντας ο γέροντας λέει κάτι το εξωφρενικό για την ψυχιατρική λογική, αναφερόμενος σε έναν άλλο πάσχοντα από το λογισμό του. Ακόμη, λέει, κι αν αυτό που έλεγε αυτός ήταν σωστό και ο άλλος του έλεγε «όχι, δεν είναι έτσι, έτσι είναι» και έκανε υπακοή στο λάθος του άλλου, πάλι θα έπαιρνε Χάρη και μάλιστα μεγάλη Χάρη, γιατί ταπεινώθηκε.

Και παρακάτω:
«Πόσοι βασανίζονται έτσι χρόνια, επειδή πιστεύουν στο λογισμό τους και δεν ακούνε! Όσα και να τους πεις, όσα και να τους κάνεις, όλα τα παίρνουν ανάποδα. Και δεν είναι ότι πίστεψε κανείς μία φορά στο λογισμό του και το κακό σταμάτησε εκεί, αλλά το κακό αυξάνει. Καλλιεργείται – καλλιεργείται και μπορεί να φτάσει στην τρέλλα».

«Έχω καταλάβει ότι η υπακοή πολύ βοηθάει. Και λίγο μυαλό να έχει κανείς, αν κάνει υπακοή, γίνεται φιλόσοφος. Είτε έξυπνος είτε κουτός είτε υγιής είτε άρρωστος πνευματικά ή σωματικά είναι κανείς και βασανίζεται από λογισμούς, αν κάνει υπακοή, ελευθερώνεται. Λύτρωση είναι η υπακοή».
«Ο μεγαλύτερος εγωιστής είναι αυτός που ακολουθεί τους λογισμούς του και δεν ρωτάει κανέναν – αυτοκαταστρέφεται. Μπορεί κάποιος να είναι έξυπνος, τετραπέρατος, αλλά, αν έχη θέλημα, αυτοπεποίθηση και φιλαυτία, βασανίζεται συνέχεια. Μπερδεύεται άσχημα και του δημιουργούνται προβλήματα. Για να βρει το δρόμο του, πρέπει να ανοίξει την καρδιά του σε κάποιον πνευματικό και να ζητήσει ταπεινά τη βοήθειά του. Μερικοί όμως αντί να πάνε στον πνευματικό, πάνε στον ψυχίατρο. Αν ο ψυχίατρος είναι πιστός, θα τους συνδέσει με κάποιον πνευματικό.

Αν όχι, θα τους δώσει μόνο χάπια. Μόνο όμως τα χάπια δεν λύνουν το πρόβλημα. Χρειάζονται και πνευματική βοήθεια, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν σωστά και να καλυτερέψει η κατάστασή τους και να μην ταλαιπωρούνται».
 

« Έ τ σ ι   α χ ρ η σ τ ε ύ ε τ α ι
χ ω ρ ί ς   λ ό γ ο »
Το πνεύμα νομίζω των πατέρων έγινε κατανοητό από αυτά τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν σε σχέση με τις ταλαιπωρίες μας λόγω λογισμών ασθένειας ή μη. Αξίζει κανείς να ανατρέξει στα σχετικά βιβλία, για να δει εκεί όλη τη σοφία και να μυρίσει όλο το άρωμα της ευλογημένης ορθόδοξης παράδοσής μας. Εκεί θα πάρει απαντήσεις ακόμα και για το πώς ξεκινάει κάποιος να νομίζει ότι είναι άρρωστος. Εκεί θα διαβάσει την καλύτερη περιγραφή, αλλά και τη θεραπεία, για την αγχώδη νεύρωση που μιλήσαμε στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου.

Αντιγράφω πάλι από το ίδιο βιβλίο των λόγων του γέροντος Παϊσίου: «μεγαλύτερη αρρώστια είναι να πιστέψει ο άνθρωπος στο λογισμό του ότι έχει κάποια αρρώστια. Ο λογισμός αυτός του δημιουργεί άγχος, τον κάνει να στεναχωριέται, να μην έχει όρεξη για φαγητό, να μην μπορεί να κοιμηθεί, να παίρνει φάρμακα, και τελικά αρρωσταίνει, ενώ ήταν καλά. Ένας λ.χ., ενώ έχει και σωματική και πνευματική δύναμη, δεν μπορεί να κάνει τίποτε, γιατί έχει πιστέψει στο λογισμό που του λέει ότι δεν είναι καλά, με αποτέλεσμα να σβήνει σωματικά και πνευματικά. Δεν είναι ότι λέει ψέματα.

Αν ο άνθρωπος πιστέψει ότι κάτι έχει, πανικοβάλλεται, τσακίζεται και δεν έχει μετά κουράγιο να κάνει τίποτε. Έτσι, αχρηστεύεται χωρίς λόγο».

Θυμάμαι εδώ, ένα λόγο του πατρός Πορφυρίου, όταν κάποτε με ρώτησε: Μπορεί κάποιος γιατρέ, να ‘χει γίνει καλά από μια αρρώστια και να μην το ξέρει; Να, αυτός τώρα έγινε καλά με τη Χάρη του Θεού και δεν το ξέρει! Στην απορία μου πως μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο μου είπε ακριβώς αυτό που λέει κι ο πατήρ Παΐσιος. Ότι δηλαδή, αν κάποιος θεραπευθεί και πιστεύει στο λογισμό που του λέει το αντίθετο, δεν αισθάνεται τη διαφορά.
Διαφέρει μήπως η περιγραφή που κάνουν οι γέροντες από τα όσα σας εξέθεσα στην αρχή του κεφαλαίου και έχουμε οι γιατροί μάθει από τα ειδικά εγχειρίδια; Διαφέρει μόνο στην πληρότητα της ανάλυσης και στη βαθειά θεραπευτική της δυνατότητα, που αφορά την ίδια την ουσία της πνευματικής μας ζωής.

Κι αν κάποιος αντιτείνει, ότι αυτά που διαπραγματευθήκαμε δεν αφορούν παρά τα εύκολα της ψυχιατρικής, θα απαντήσουμε ότι στα δύσκολα είναι που οι πατέρες έχουν διεισδυτικότερη όραση και ακριβέστερη διαγνωστική προσέγγιση, από την επίπεδη ανάλυση όλων ημών, όσων ακολουθούμε την επιστημονική γνώση.

Ο κανόνας που έχω δει να λειτουργεί από την κλινική μου εμπειρία είναι: όσο πιο σοβαρή η ψυχική διαταραχή, τόσο πιο δύσκολος ο χειρισμός της από όσους «αρνούνται την ύπαρξη της ψυχής ή την παραδέχονται με ένα δικό τους τρόπο». Όχι ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν, όταν έχουν αγάπη για τον πάσχοντα, αλλά εμείς ζητάμε την βοήθεια.

Τι βλέπουμε στον κόσμο; Δεν παρατηρούμε ιδιαίτερα εμείς οι γιατροί ότι όσοι ζούμε στα πάθη, χωρίς υπακοή, παρά μόνο στους λογισμούς μας, πάσχουμε ψυχικά και σωματικά, ενώ όσους βλέπουμε να διάγουν (όχι όσοι νομίζουν ότι διάγουν) εναρέτως με καθοδήγηση πνευματικού υγιαίνουν ψυχικά; Άρα και εκ του αποτελέσματος κρίνεται η διαφορά της καθεμιάς θεραπευτικής μεθόδου και πορείας. Άλλο βέβαια να παραχωρεί ο Θεός.

Σε κάποιον, που είχε στομαχικές ενοχλήσεις και κοιλιακά άλγη, ο πατήρ Πορφύριος του είπε ότι ενοχλείται, επειδή είναι πολύ ευαίσθητος και από τη στεναχώρια του προέρχονταν και οι σωματικές ενοχλήσεις. Εκείνος τότε ρώτησε αν είναι κακό να είναι κανείς ευαίσθητος. Κι ο γέροντας του απάντησε:
«Είναι κακό να είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σαν εσένα, γιατί με τη στεναχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες». Και τον ερωτά αν γνωρίζει την εμπλοκή του πονηρού στις ψυχικές παθήσεις.

Όχι, του απάντησε, «ε! μάθε το από μένα», απάντησε ο γέροντας.
Αυτό δε σημαίνει ότι όλοι οι ψυχικώς πάσχοντες είναι δαιμονισμένοι, αλλά αναφέρεται στην άποψη του γέροντα που προαναφέραμε, για το ότι είναι «πειρασμικά», όπως ο γέροντας έλεγε τα περισσότερα ψυχολογικά και έχουν σχέση με τον ‘’παλαιόν άνθρωπο’’ και την κατάσταση της πτώσης στην οποία ζούμε.

Αυτά για τους εν λόγω κληρικούς – ψυχαναλυτές που παροτρύνουν τα πνευματικά παιδιά των γερόντων, τώρα που κοιμήθησαν, να τους παρακούσουν και να κάνουν υπακοή σ’ αυτούς, είναι ψιλά γράμματα.
Σε πνευματικοπαίδι του γέροντος Πορφυρίου η παρέμβαση ήταν: να παρακούσει το γέροντα – που είχε πει να μη διαβάζει τα σχετικά ψυχαναλυτικά βιβλία που είχε στη βιβλιοθήκη του και να τα πετάξει – γιατί οι γέροντες κάνουν λάθη και δεν τα ξέρουν δα και όλα, αφού απορρίπτουν την ανθρώπινη γνώση.

Και βέβαια οι γέροντες δεν ήσαν τέλειοι. Τέλειος είναι μόνον ο Θεός. Αλλά άλλο είναι αυτό που φυσικά όλοι γνωρίζουμε, κι άλλο η αμφισβήτηση των χαριτωμένων από το Θεό  γερόντων, επειδή διαφωνούν με τις ανοησίες μας.

Και φυσικά οι πατέρες όχι μόνο δεν απέρριπταν την ανθρώπινη γνώση, αλλά μας παρότρυναν στην κατάκτηση ό,τι πιο προωθημένου στις επιστήμες και την τεχνολογία, εφόσον βεβαίως δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τις πνευματικές υποθήκες, που μας είχαν αφήσει.

Θυμάμαι εδώ πόσο μας βοήθησε η φωτισμένη και προφητική παραίνεση του πατρός Πορφυρίου – σε εποχή που δεν ήξερε ο κόσμος τίποτα για τους υπολογιστές – να τους μάθουμε και να τους εντάξουμε στην καθημερινή μας ιατρική πράξη, για το καλό των ασθενών μας.
 

«Ό λ η ν   σ υ γ κ ρ ο τ ή σ α ν τ ε ς
τ η ν   τ η ς   ε π ι σ τ ή μ η ν »
Ενώ μπορούμε να αναφερθούμε στο πρόβλημα που διαπραγματευόμαστε μόνο στην ιατρική επιστήμη, δεν το κάνουμε, όχι από έλλειψη σεβασμού στην ανθρώπινη γνώση, όπως μας κατηγορούν, αλλά γιατί γνωρίζουμε τα όριά της, τις ανεπάρκειές της και το ατελέσφορο των παρεμβάσεών μας τις πιο πολλές φορές, μέσα από τη στεγνή και ρηχή ψηλάφηση της ψυχικής νόσου που επιχειρεί.

Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση της επιστήμης, αλλά των ψευδεπίγραφων εκφάνσεών της. Γιατί για μας οι πατέρες «όλην συγκροτήσαντες την της ψυχής επιστήμην και τω θείω Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι…» μας άνοιξαν το δρόμο της αληθινής γνώσης και της αληθινής ποιμαντικής επιστήμης, όλην συλλεξάμενοι ποιμαντικήν επιστήμην και θυμόν κινήσαντες τον δικαιότατον…
Φταίμε κι εμείς όμως για το φαινόμενο του πολλαπλασιασμού των λογής – λογής «θεραπευτών». Τα βιβλία λένε: psychotherapy is the essence of psychiatry and the essence of psychotherapy is communication. Δηλαδή η ουσία της ψυχοθεραπείας είναι η επικοινωνία.

Εννοείται ότι το ιατρικό απόρρητο δεν επιτρέπει να γίνουν γνωστά ιατρικά περιστατικά και η ατυχής κατάληξή τους μετά από το χειρισμό τους από τους συναδέλφους ψυχιάτρους – ιερείς. Ούτε βέβαια για όσα περιστατικά είχαν καλή εξέλιξη. Τώρα, αν κάποιος με την καλή εξέλιξη στο πρόβλημά του θεωρήσει τη συγκεκριμένη μέθοδο της ψυχαναλυτικής προσέγγισης από τους ιερείς, που την ασκούν, οδό απαλλαγής από την ασθένεια της ψυχής, έχει ήδη αναιρέσει  στο σύνολό της τη λογική των πατέρων, για το τι σημαίνει ψυχική ασθένεια και πως θεραπεύεται.

Η ιερωσύνη είναι, κατά τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, κυρίως θεραπευτική επιστήμη και ο ιερέας θεραπευτής του λαού του Θεού και αυτή η θεραπεία την προσφέρει δια της μυστηριακής και ασκητικής ζωής (και όχι δα της φροϋδικής αναλύσεως).

Η Εκκλησία είναι νοσοκομείο. Και όπως μέσα στο νοσοκομείο κύριο μέλημα είναι η θεραπεία και όχι η λύση των κοινωνικών, οικονομικών οικογενειακών ή άλλων προβλημάτων, έτσι και αυτή είναι νοσοκομείο και το κύριο έργο του ιερέως είναι η θεραπεία των ασθενών, δηλαδή η ζωοποίηση του νεκρού νου.
 

Ε π ί λ ο γ ο ς

Το να κατευθύνει ο οικογενειακός γιατρός έναν ασθενή με ψυχολογικά προβλήματα σε ψυχίατρο, το κατανοούμε. Το να παραπέμψει το ίδιο το σύστημα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, επίσης. Το να το πράττουν όμως εν σπουδή οι πνευματικοί τους οποίους καταφεύγουν οι πιστοί για να ακουμπήσουν τον πόνο και την αγωνία του ζητώντας βοήθεια, χωρίς να αποπειρώνται την ανάγνωση αυτών των δυσκολιών μέσα από την υπάρχουσα εμπειρία των πατέρων, που έχουν μιλήσει τόσο καθαρά, όπως είδαμε στο βιβλίο αυτό, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, παρά μόνο ως προς το σκέλος του κινήτρου.
Δεν απαιτούμε από την πολιτεία να ταυτισθεί με τη θεολογική σκέψη της ορθόδοξης εκκλησίας. Δεν μας εκπλήσσει η απροθυμία ή και η ανεπάρκεια των εκάστοτε εκπροσώπων της να σεβαστούν τις ρίζες της συνοχής και της διαχρονικής αντοχής του ελληνικού λαού στις προκλήσεις της ιστορικής του πορείας. Αναρωτιούνται όμως οι ψυχίατροι – ιερείς με ποια εφόδια φθάσαμε έως εδώ; Με την εκκοσμίκευση της ποιμαντικής της εκκλησίας και τη φροϋδική ανάλυση αποτινάξαμε τον ζυγό των 400 χρόνων σκλαβιάς; Αυτό τον τρόπο σκέψης τον χαρίζουμε στους οπαδούς του πολιτικού γάμου, της πολιτικής κηδείας και της πολιτικής βάπτισης… Ή ακόμα και στους οπαδούς της έκπτωσης της ζωής και της υπαρξιακής αγωνίας σε δημαρχιακά έγγραφα.

Δεν τους προβληματίζει το γεγονός ότι οι άγιοι γέροντες του αιώνα μας δεν απέτρεπαν από την καταφυγή στους ιατρούς γενικώς και αορίστως, αλλά εξέφραζαν επιφυλάξεις και συνιστούσαν ιδιαίτερη προσοχή, όταν επρόκειτο για τις ψυχικές δυσκολίες; Με το πόδι στο γύψο που θα βάλει ο ορθοπεδικός, με το έλκος επουλούμενο από τη αγωγή με losec που θα συνιστούσε ο γαστρεντερολόγος, ακόμα και με καρκίνο που θα αντιμετώπιζε ο ογκολόγος, δεν εμποδίζεται κανείς να πλησιάσει το Θεό, να αποκτήσει νόημα η ζωή του. Ακολουθώντας τις αντίθετες με το πνεύμα των πατέρων θεωρίες, μπορεί;

Εν κατακλείδι, αν κάποιος αισθάνεται ότι χρειάζεται βοήθεια για να αντιμετωπίσει τις ψυχολογικές του δυσκολίες και έχει πνευματική ανησυχία και ζει μέσα στην εκκλησία μας, δεν έχει κανένα λόγο να κατευθυνθεί ευθύς εξαρχής στη λύση της θύραθεν σοφίας. Θα ήταν πιο σωστό να απευθυνθεί πρώτα στον πνευματικό ή τον γέροντά του, για να δουν μαζί και να προσεγγίσουν από κοινού, αν μπορούν, την ουσιαστική παθολογία, που γεννά αυτά τα συμπτώματα και να προσπαθήσουν μαζί να τα αντιμετωπίσουν με βάση τη θεραπευτική εμπειρία και τα εφόδια που μας παρέχει η ευλογημένη παράδοση των πατέρων.

Γιατί, όπως λέει ο π. Παΐσιος, δεν υπάρχει ανώτερος γιατρός σ’ αυτές τις περιπτώσεις από τον έμπειρο πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητά του και πετάει αυτούς τους λογισμούς από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με τη χάρη του Θεού και τους εξασφαλίζει και τον παράδεισο.

Σε αυτή τη διαδικασία ο πάσχων δεν παραμένει αμέτοχος. Συλλαμβάνει το βαθύτερο νόημα της ζωής, μετανοεί, αλλάζει ζωή και δέχεται τη θεία αλλοίωση στην ψυχή του, που «διώχνει και όλα τα κληρονομικά του». Μια σωστά χτισμένη σχέση με τον οικογενειακό γιατρό, όταν αυτός σέβεται την αναφορά του πάσχοντος στην εκκλησιαστική κοινότητα, βοηθάει πολύ.

Η λιγότερο παραγωγική θα ήταν να παραπεμφθεί ο ‘’δυσκολεμένος’’ σε ιερέα ψυχαναλυτή, ή σε ψυχαναλυτή που δήθεν έχει καλή σχέση με την εκκλησία μας. Γιατί από εκεί δε θα γυρίσει ποτέ. Από τους αυθεντικούς ψυχαναλυτές μπορεί και να καταλάβει τι θησαυρό είχε μέσα στην ζεστασιά της παράδοσής μας και τον κλώτσησε για τα ‘’συνταρακτικά νέα’’ του Freud και των οπαδών, που όψιμα απέκτησε μέσα στην ορθόδοξη κοινότητα.

Κι από ό,τι τελικά φαίνεται, διάλογος της θεολογίας δε χρειάζεται με την ψυχιατρική, αλλά με τους υποτιθέμενους (ανανεωτές) εκφραστές της, που έχουν προ πολλού μετακομίσει απέναντι, στο ερειπωμένο φροϋδικό ναΰδριο και μιλούν εξ ονόματός του.

Τι σόι διάλογος είναι αυτός που κάνουν οι ψυχίατροι – ιερείς, όταν ασπάζονται τις θέσεις και την μιας και της άλλης πλευράς, όπως από τα όσα μέχρις εδώ αναφερθέντα είδαμε να πράττουν, ενώ αυτές έχουν – ως απόψεις – μεταξύ τους χάσμα μέγα κατά τους γέροντες και σύγχρονους πνευματικούς;
Κανείς δεν επρόκειτο να ψέξει τους ιερείς αυτούς, αν δεν κατείχαν την επιστημονική ψυχολογική γνώση σε τέτοιο βαθμό, όπως την κατέχουν.

‘’Γι’ άλλα πονάει η ψυχή μας, γι’ άλλα κλαίει’’, όταν αντικρίζουμε τους σύγχρονους πνευματικούς. Ή, όπως θα έλεγε και κάποιος άγιος, ‘’ουαί και αλαλαί τω γένει ημών. Τι αφήκαμεν και τι ερευνώμεν; … ουρανοί φρίττουσι τι πολυπραγμονούσι άνθρωποι… η γη σείεται πως εξιχνιάσαι θέλουσι τα ακατάληπτα… ουκ απαιτεί ημάς ο Θεός ταύτα, αλλά αγιασμόν, κάθαρσιν, σιωπήν και ταπείνωσιν…

Θα έλεγα να κλείσουμε αυτή τη σύντομη προσέγγιση  στο θέμα μας, παίρνοντας λίγη μυρωδιά από το άρωμα του λόγου των πατέρων, μέσα από το οποίο και πέτρα καρδιά να έχει κανείς, ανοίγεται στο διπλανό του, με τη μία και μόνη ψυχολογία που δίνει νόημα στη ζωή, καθρεφτίζοντάς την στην αιωνιότητα, δηλαδή στο Θεό πατέρα μας:
«Πάντες γαρ άνθρωποι είμεθα εκ του χοός γεγενημένοι και πάντες ημάρτομεν. Πηλός είμεθα, άγνοιαν έχομεν: Ο πηλός τον πηλόν κλέπτει. Ο πηλός τον πηλόν υβρίζει. Ο πηλός τον πηλόν συκοφαντεί. Ο πηλός του πηλού επαίρεται. Ο πηλός τον πηλόν πλουτεί. Ο πηλός του πηλού άρχει. Ο πηλός τον πηλόν δέρει. Ο πηλός τον πηλόν φυλακίζει. Ο πηλός του πηλού θεωρείται σοφώτερος, δυνατώτερος, πλουσιώτερος, ευγενέστερος, τιμιώτερος, πλουτών ανοησίαν και άγνοιαν της υπάρξεώς του, του πόθεν και που ευρέθη, πως εγεννήθη, ποίος ο προορισμός του, που καταλήγει, τι το μετά ταύτα.

Όλα λοιπόν τα κατεβρόχθισεν η λήθη και η άγνοια και γέγονεν χάος αναισθησίας, δια τούτο οδυνόμεθα εδώ και εις την άλλην ζωήν, όσοι αμετανόητοι. Και ως εκ τούτου πρέπει όποιος βλέπει καλύτερα και είναι ξεσκοτισμένος να συγχωρή και να συμπαθά τον ομόψυχον, ομόπαθον πλησίον του αδελφόν».
Και μετά τον ποιητή και αναλυτή γέροντα Ιωσήφ και το «ποίημα» του από τη συλλογή «προθύμως ανάβαινε», ένας άλλος ποιητής απαντά αντί για μένα, σε όσους ζητάνε το λόγο που έγραψα και τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με την παθολογία, που διάλεξα να υπηρετώ ως γιατρός:
‘’… Όταν μου πειράζουν την πατρίδα και θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα ‘νεργήσω κι ό,τι θέλουν ας μου κάνουν… ο Θεός ας θεωρήσει του κάθε ενού τη γνώμη, είναι φροντίδα αυτεινού… κι όχι του λόγου σου να μου το ειπείς δεν σε ακούγω, αλλά και ο Θεός ο ιδικός σου να μου το ειπεί, δεν σαλεύει του μάτι μου…’’, κατά τον Μακρυγιάννη.

Έτσι κι εμείς δε θα πάρουμε από τα προσφερόμενα αφειδώς εισιτήρια για ταξίδια που οδηγούν σε μια φυλακή με χρώματα. Ίσως γιατί εκείνη η πρώτη δική μας βαφή – βάπτισμα, κρατάει ακόμα, παρά τις δικές μας αδυναμίες, και το χρώμα και τη χάρη και τη γοητεία των μελλόντων αγαθών.
Δε θέλαμε να αποδείξουμε τίποτα. Να αναδείξουμε μόνο την οδύνη για το «χάος αναισθησίας», που έλεγε ο προλαλήσας γέρων, θελήσαμε. Και είναι κρίμα, γιατί οι συγκεκριμένοι κληρικοί είναι άνθρωποι με σπάνια παιδεία και ευφυΐα και διάθεση προσφοράς στην εκκλησία.

Ο μέγας Βασίλειος, που συχνά επικαλούνται για να αποδείξουν τη χρησιμότητα της θύραθεν παιδείας, έκλαιγε για τα χρόνια που έχασε συλλέγοντας άχρηστη γνώση. Χώρια που οι πατέρες, ενώ δανείστηκαν τη γλώσσα των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων (πλατωνική, αριστοτελική, στωική), δεν εξέφρασαν και τις ιδέες αυτής, όπως λέγει και ο καθηγητής Ν. Ματσούκας.

Δε μας αρέσει να βλέπουμε να ξεδιαλέγουν οι συγκεκριμένοι συνάδελφοι τα ‘’περιστατικά’’ από το φυσικό μας χώρο, που είναι η αυλή της ορθόδοξης εκκλησίας. Θυμάμαι τούτη την ώρα, μια άλλη αυλή, σε μια εκκλησία στο Κίεβο το Πάσχα του 1977, πως μας έπιαναν αγκαζέ οι ρωσίδες φοιτήτριες για να μπορέσουν να μπουν σαν τουρίστριες στην ίδια τους την πατρίδα, μιας και το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού απαγόρευε τη συμμετοχή στη λειτουργία, με τις κλούβες να γεμίζουν μπροστά στα μάτια μας από νεαρά παιδιά που τολμούσαν να περάσουν μέσα…

Αυτή την αυλή εμείς δε μάθαμε να την μεταγγίζουμε με πλαστά διλήμματα στη βουή του δρόμου της σύγχρονης σύγχυσης, που πρόσφατα απέκτησε και εσωτερικούς μοντέρνους αναμεταδότες…
‘’Όποιος θέλει από τους μοντέρνους μοναχούς, μπορεί να κτίσει μια μονή πάνω σε μια πολυκατοικία, για να έχει όλες τις ευκολίες του κόσμου που θέλει και να απολαμβάνει τα φώτα ή να ανεβαίνει στον τρίτο ουρανό με το ασανσέρ, και ας αφήσει την έρημο ήσυχη… Δυστυχώς, μερικοί το κοσμικό τους φρόνημα το μεταφέρουν στην έρημο και ασχολούνται συνέχεια με αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, με εξωραϊσμούς εξωτερικούς, με τούβλα και γλάστρες και κομποσχοίνι τι θα πει δεν ξέρουν’’… έλεγε ο π. Παΐσιος.

Κι όταν – ζηλεύοντας την ησυχία του Αγίου Όρους – του είπα με άλλα λόγια, το ‘’καλόν εστίν ημάς ώδε είναι’’, γέροντα, εκείνος απάντησε: άμα την ησυχία δεν την έχεις, γιατρέ μου, μέσα σου, και εδώ να ‘ρθεις, θα πάρεις ένα καλάμι και θα κυνηγάς τα τζιτζίκια που θα σε ενοχλούν…
Αυτά μας έλεγε κάποτε ένα αγράμματο γεροντάκι σε μια αυλή του Αγίου Όρους. Και δε θα αλλάζαμε αυτή την αγραμματοσύνη, με τη ‘’σοφία’’ όλου του κόσμου…
 


Γράμμα από έναν πολεμιστή του ‘40.
Παρ, 28 Οκτ 2005
Ένα γράμμα &# ...
Περισσότερα >>
Καί λίγη σκέψη...